378/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated378/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή, ανέγνωσε την από 11-5-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση εν όλω της 236/2012 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.
Full text
Απόφαση 378 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 378/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, που εκπροσωπήθηκε από την Άννα Πρεβενά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ
Του αναιρεσίβλητου: Ι. Μ. κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ευγένιο Αρετάκη, ο οποίος ανακάλεσε την από 19-12-2016 δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-4-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37/2008 του ιδίου Δικαστηρίου, 236/2012 του Εφετείου Κρήτης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες, με την από 22-10-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή, ανέγνωσε την από 11-5-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση εν όλω της 236/2012 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατ’ αρθρ.559 αρ.14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, "αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο".
ΙΙ. Συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 24 παρ.1 (με το οποίο τροποποιήθηκε η παρ.1 του άρθρου 8 του α.ν.1539/1938) του ν.2732/1999, ισχύοντος από 30-7-1999: "1. Οποιοσδήποτε αξιώνει δικαίωμα κυριότητας ή άλλο, εκτός της νομής, εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, ανεξάρτητα αν αυτό κατέχεται από το Δημόσιο ή τον ίδιο, οφείλει, πριν υποβάλει σχετική αγωγή στο αρμόδιο, κατά τις κείμενες διατάξεις, δικαστήριο, να κοινοποιήσει με δικαστικό επιμελητή προς το Δημόσιο αίτηση, η οποία θα περιλαμβάνει τις αξιώσεις του, δηλαδή το δικαίωμα του, το είδος, την έκταση, την ακριβή θέση όπου κείται το ακίνητο, και τα όρια του, μετά τοπογραφικού διαγράμματος, συνταγμένου από μηχανικό, και τους τίτλους στους οποίους στηρίζει το δικαίωμα του, ως και τα ονόματα και την ακριβή διεύθυνση κατοικίας των μαρτύρων, οι οποίοι μπορούν να καταθέσουν υπέρ αυτού. Αγωγή, που ασκείται χωρίς να έχει τηρηθεί η ως άνω προδικασία, κηρύσσεται απαράδεκτη από το αρμόδιο δικαστήριο".
ΙΙΙ. Η τήρηση της απαραίτητης προδικασίας, ως προϋποθέσεως του παραδεκτού της αγωγής, (της οποίας η άσκηση υλοποιείται με την κατ’ αρθρ.215 ΚΠολΔ επίδοση της στον εναγόμενο), κρίνεται κατά τον χρόνο της συζητήσεως της (αρθρ.111 ΚΠολΔ).
IV. Το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως καταλογίζει στο Εφετείο, ότι με την προσβαλλομένη απόφαση του υπέπεσε στην κατ’ αρθρ.559 αρ.14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με το δεδομένο, ότι δέχθηκε το παραδεκτό της αγωγής (αναγνωριστικής έναντι του Δημοσίου κυριότητος επί του επιδίκου ακινήτου), παρόλον ότι το αρθρ.24 του ν.2732/1999 προβλέπει την (επιβεβλημένη, αλλά μη εν προκειμένω ακολουθηθείσα) προδικασία της υποβολής ενώπιον της αρμοδίας διοικητικής Αρχής αιτήσεως θεραπείας, ακόμη και αν το ακίνητο κατέχεται, (όπως στην προκειμένη υπόθεση), από ιδιώτη, (αντικατασταθέντος του προϊσχύσαντος αρθρ.8 παρ.1 του α.ν. 1539/1938, το οποίον προέβλεπε την τοιαύτη προδικασία της υποβολής αιτήσεως θεραπείας μόνον εάν το ακίνητο κατείχετο υπό του Δημοσίου).
III. Η τήρηση της προδικασίας αυτής διαπιστώνεται, όπως ανωτέρω αναπτύσσεται, κατά την συζήτηση της αγωγής (και) επί τη βάσει τελολογικής ερμηνείας των άρθρων 8 παρ.1 του α.ν.1539/38 και του ήδη ισχύοντος 24 του ν. 2732/1999, όπου γίνεται μνεία των όρων "...υποβολή της αγωγής στο αρμόδιο δικαστήριο...", δοθέντος ότι στην ίδια διάταξη αναφέρεται ότι η αγωγή που ασκείται χωρίς να έχει τηρηθεί η ανωτέρω προδικασία, κηρύσσεται απαράδεκτη από το αρμόδιο δικαστήριο, κατά τα άνω εκτιθέμενα.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι βάσιμος, αφού, όπως επιτρεπτώς επισκοπείται, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε στην κρισιολογουμένη περίπτωση τα προειπωθέντα, ήτοι το παραδεκτό της αγωγής, παρά το γεγονός της μη τηρήσεως της προρρηθείσης προδικασίας εν σχέσει προς την αγωγή αυτής, η οποία: Είχε κατατεθεί στις 2-10-1998 (επί ισχύος του αρθρ.8 παρ.1 α.ν.1539/38), είχε επιδοθεί στις 6-10-2005 και συζητήθηκε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων στις 27-9-2007, (δηλαδή, ενώ πλέον ήταν σε ισχύ το αρθρ.24 του ισχύοντος από 30-7-1999 ν.2732/1999).
Το Εφετείο ώφειλε, επομένως, (να διαπιστώσει και) να κηρύξει το αντίστοιχο απαράδεκτο. Ειδικότερα, οι εν θέματι παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έχουν ως ακολούθως: "Η υπόθεση εκδικάσθηκε αντιμωλία των διαδίκων και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 37/2008 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία απερρίφθη η ένδικη αναγνωριστική αγωγή ως απαράδεκτη λόγω μη τήρησης εκ μέρους του ενάγοντος της προβλεπόμενης για το αντικείμενο της προδικασίας της αιτήσεως θεραπείας.
Ειδικότερα το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δέχτηκε ότι έχει εφαρμογή ο νόμος 2732/1999, με βάση τον οποίο, ανεξαρτήτως αν το ακίνητο κατέχεται ή όχι από το Ελληνικό Δημόσιο, στα πλαίσια της τήρησης της απαιτούμενης προδικασίας, έπρεπε ο ενάγων να κοινοποιήσει με δικαστικό επιμελητή προς το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο αίτηση θεραπείας πριν από την υποβολή της ένδικης αναγνωριστικής κυριότητας κατ’ αυτού αγωγής.
Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο εκκαλών με την έφεση του και ζητεί για τους σε αυτή αναφερόμενους λόγους που ανάγονται σε κακή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, προκειμένου στη συνέχεια να γίνει δεκτή η αγωγή του.
Από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι η υπό κρίση αγωγή κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων στις 2-10-1998 (αριθμ. εκθ. καταθ. ...2-10-1998) και επιδόθηκε στο εναγόμενο στις 6-10-2005 (βλ. την υπ’ αριθμ. ...6-10-2005 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α.
Π.). Έτσι ενώ η κατάθεση της αγωγής έγινε ισχύοντος του α.ν. 1539/1938, η επίδοση αυτής συντελέστηκε ισχύοντος του ν. 2732/1999. Κρίσιμος χρόνος για την εφαρμογή του α.ν. 1539/1938 ή του ν. 2732/1999, ως προς την απαιτούμενη προδικασία της αιτήσεως θεραπείας, αποτελούσα προϋπόθεση του παραδεκτού της σχετικής αγωγής, εξεταζόμενη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και η οποία αποβλέπει στην επίλυση της διαφοράς από την αρμόδια διοικητική αρχή με στόχο τη μη δημιουργία άσκοπων δικών, είναι ο χρόνος της υποβολής της αγωγής στο αρμόδιο δικαστήριο, όπως στη διάταξη των νόμων αυτών αναφέρεται, ο οποίος (χρόνος) οριοθετεί και το αντικείμενο της δίκης.
Κατά το χρόνο λοιπόν κατάθεσης της αγωγής η απαιτούμενη προδικασία της αιτήσεως θεραπείας, ορίζονταν από το άρθρο 8 παρ. 1 του α.ν. 1539/1938, σύμφωνα με το οποίο πριν την υποβολή της σχετικής αγωγής στο αρμόδιο δικαστήριο ήταν υποχρεωτική η κοινοποίηση με δικαστικό επιμελητή προς το Δημόσιο της αίτησης, μόνο όμως εφόσον το επίδικο ακίνητο κατέχεται από το Δημόσιο και όχι όταν αυτό κατέχεται από ιδιώτη, όπως στην προκειμένη περίπτωση που κατέχεται οπό τον ενάγοντα.
Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που εφάρμοσε το άρθρο 24 του ν. 2732/1999, η ισχύς του οποίου άρχιζε από 30-7-1999, ήτοι νόμο μεταγενέστερο από αυτόν της κατάθεσης της αγωγής, και δέχθηκε σύμφωνα με τον ως άνω νόμο ότι εφόσον το ακίνητο κατέχεται από τον ενάγοντα ήταν υποχρεωτική η κοινοποίηση με δικαστικό επιμελητή της αίτησης θεραπείας πριν την υποβολή της σχετικής αγωγής, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου (άρθρο 24 του ν. 2732/1999) στην τήρηση της παραπάνω διοικητικής προδικασίας".
V. Η προρρηθείσα ενδελεχής επισκόπηση των επί του διαφιλονικουμένου ζητήματος παραδοχών καταδεικνύει την βασιμότητα του λόγου αυτού (πρώτου) αναιρέσεως, αφού: Όταν δια της επιδόσεώς της ασκήθηκε η αγωγή, ήτο επιβεβλημένη εν πάση περιπτώσει η τήρηση της προδικασίας της αιτήσεως θεραπείας, με την απειλή σε περίπτωση μη τηρήσεως της εν λόγω προδικασίας, της κηρύξεως του αντιστοίχου απαραδέκτου, όπως προειπώθηκε.
Το κείμενο του νόμου (άρθρ. 24 ν.2732/1999) έχει σαφή περί του απαραδέκτου αυτού την διατύπωσή του. Το Εφετείο, όπως ανωτέρω αναπτύσσεται, ώφειλε να κηρύξει το επίμαχο απαράδεκτο στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία δεν ακολουθήθηκε η αυτονόητη δυνάμει του προμνησθέντος άρθρου (ισχύοντος κατά την άσκηση της αγωγής) προδικασία, οφθαλμοφανώς επιβεβλημένη, παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζει, αδοκίμως όμως, ο αναιρεσίβλητος, κατά τα άνω εκτιθέμενα.
VΙ. Κατά συνέπεια, η εν λόγω εφετειακή απόφαση κατέστη (εν όλω) αναιρετέα, κατά παραδοχήν της βασιμότητος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, ενώ, μετά ταύτα, παρέλκει η έρευνα του δευτέρου (τελευταίου) λόγου αναιρέσεως (με τον οποίον το αναιρεσείον προσάπτει την κατ’ αρθρ.559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια).
VΙI. Μετ’ αναίρεσιν η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί στο Τριμελές Εφετείο Κρήτης, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές, πλην των πρότερον δικασάντων (αρθρ.580 παρ.3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά παραδοχήν του αντιστοίχου αιτήματός του, στον αναιρεσίβλητο (άρθρ. 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ, 22 ν.3693/1957, ως ισχύει), συμφώνως προς το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 236/2012 απόφαση του Εφετείου Κρήτης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Κρήτης, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση. Και
Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο την δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ