Legislator Case Law & Legislation
378/2015 AI generated

378/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 378/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

378/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά το άρθρο 980 παρ.1 ΑΚ, η νομή ασκείται αυτοπροσώπως ή μέσω άλλου. Ο τρίτος που ασκεί τη νομή, ως αντιπρόσωπος του νομέα, είναι εκείνος, προς τον οποίο ο νομέας έχει παραχωρήσει την κατοχή του πράγματος, οπότε ασκεί τη νομή διαμέσου του κατόχου (μισθωτή, χρησαμένου κλπ.). Αν ο αντιπρόσωπος του νομέα θελήσει να αντιποιηθεί τη νομή, αυτή δεν χάνεται για το νομέα, προτού λάβει γνώση της αντιποίησης (άρθρο 982 ΑΚ).

Keywords

AI generated
family members standing of heirs liability of heirs important family reasons previous legal status legacy of property of another
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 378 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 378/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Γ. χήρας Α. Γ., το γένος Π. Π., κατοίκου ..., 2)Ν. Γ. του Α., κατοίκου ..., και 3)Μ. συζ. Χ. Λ., το γένος Α. Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φανή Καραγιάννη.

Της αναιρεσίβλητης: Α. - Κ. συζ. Ρ. Χ. (H.), το γένος Ν. Ρ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Δερβιτσιώτη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/9/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 164/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 24/2014 του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25/4/2014 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 11/11/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Για την απόκτηση κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με το άρθρο 1045 ΑΚ, αρκεί η επί 20ετία νομή του πράγματος, δηλαδή η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση αυτού (άρθρο 974 ΑΚ), ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης, με την οποία ο χρησιδεσπόζων απέκτησε τη νομή, εάν δηλαδή αυτή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 976-978 και 983 ΑΚ ή σε πρωτότυπο τρόπο με την κατάληψη του ακινήτου, αφού δεν απαιτείται νόμιμος τίτλος ή οποιοσδήποτε άλλος όρος για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με τον πιο πάνω πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία).

Ειδικότερα, η φυσική εξουσίαση του πράγματος συνίσταται στην άσκηση εξωτερικών εμφανών υλικών πράξεων επ' αυτού, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, ώστε, κατά την αντίληψη των συναλλαγών να θεωρείται ότι αυτό ευρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα. Τέτοιες πράξεις είναι, μεταξύ άλλων, η εκμίσθωση, οι πωλήσεις τμημάτων, οι καταμετρήσεις του ακινήτου κ.ά.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1051 ΑΚ, εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. Για το συνυπολογισμό αυτό στη νομή του χρησιδεσπόζοντος και της νομής του δικαιοπαρόχου του, προκειμένου να συμπληρωθεί η εικοσαετία της έκτακτης χρησικτησίας δεν απαιτείται ειδική διαδοχή στο δικαίωμα της κυριότητας επί του πράγματος, αλλά αρκεί η διαδοχή στη νομή, που επέρχεται με άτυπη, αναιτιώδη σύμβαση, η οποία έχει την έννοια ότι στον αποκτώντα μεταβιβάζεται η ίδια νομή που είχε αυτός που μεταβιβάζει και παραδίδει το πράγμα (ολ ΑΠ 1594/1979).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 983 ΑΚ που ορίζει ότι η νομή μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέα συνάγεται ότι ο κληρονόμος και χωρίς να αποκτήσει τη φυσική εξουσία επί των κληρονομιαίων πραγμάτων, ακόμη δε και χωρίς να έχει γνώση της επαγωγής της κληρονομίας και των αντικειμένων της θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως νομέας αυτών, διαδεχόμενος ολόκληρη την έννομη σχέση της νομής και τα εξ αυτής δικαιώματα με την προϋπόθεση ότι ο κληρονομούμενος κατά το χρόνο του θανάτου του είχε τη νομή των κληρονομιαίων πραγμάτων.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 980 παρ.1 ΑΚ, η νομή ασκείται αυτοπροσώπως ή μέσω άλλου. Ο τρίτος που ασκεί τη νομή, ως αντιπρόσωπος του νομέα, είναι εκείνος, προς τον οποίο ο νομέας έχει παραχωρήσει την κατοχή του πράγματος, οπότε ασκεί τη νομή διαμέσου του κατόχου (μισθωτή, χρησαμένου κλπ.). Αν ο αντιπρόσωπος του νομέα θελήσει να αντιποιηθεί τη νομή, αυτή δεν χάνεται για το νομέα, προτού λάβει γνώση της αντιποίησης (άρθρο 982 ΑΚ).

Ως αντιποίηση της νομής νοείται η μεταστροφή της βούλησης του αντιπροσώπου στην άσκηση της νομής, ώστε να το εξουσιάζει ως κύριος. Η γνωστοποίηση δε της αντιποίησης από τον κάτοχο στο νομέα μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο. Τέλος κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθμ. .../26-8-2005 δήλωση αποδοχής κληρονομίας της Συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Κλεονίκης Σπυρούκλα (νόμιμα μεταγραμμένη στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πολιχνίτου, τόμος 31, αριθμός …) η εκκαλούσα - ενάγουσα αποδέχθηκε την κληρονομία της μητέρας της, Ε.

ή Ε. χήρας Ν. Ρ., η οποία απεβίωσε στις 20-12-1987, χωρίς ν'αφήσει διαθήκη. Η κληρονομία περιελάμβανε τα εξής ακίνητα, ήδη επίδικα, τα οποία βρίσκονται στην περιφέρεια Λισβορίου του Δήμου Πολιχνίτου Λέσβου: 1) 'Ενας ελαιαγρός, που βρίσκεται στη θέση "Μανιγούρα", εκτάσεως τεσσάρων (4) στρεμμάτων, εκ των οποίων τα τρία (3) στρέμματα είναι αγρός και το υπόλοιπο ένα (1) στρέμμα ελαιόκτημα, περιέχει δέκα (10) ελαιόδενδρα και συνορεύει με ιδιοκτησία Ο.

Χ., με ρέμα και με ιδιοκτησίες Ν. Κ. και Γ. Γ., 2) ένας αγρός, που βρίσκεται στη θέση "Ράχη", εκτάσεως τριών (3) στρεμμάτων και συνορεύει με ιδιοκτησίες Μ. Π., Β. Μ., Π. Μ. και Μ. Γ., 3) ένα ελαιόκτημα, που βρίσκεται στη θέση "Βιγλιά", εκτάσεως ενός (1) στρέμματος, περιέχει οκτώ (8) ελαιόδενδρα και συνορεύει με ιδιοκτησίες Ε.

Ζ., Δ. Κ., Ε. Π. και με αγροτικό δρόμο, 4) ένα ελαιόκτημα, που βρίσκεται στη θέση "Γκα-Τσετμέ", εκτάσεως ενός (1) στρέμματος, περιέχει δέκα πέντε (15) ελαιόδενδρα και συνορεύει με ιδιοκτησίες Α. Α., Ι. Δ., Γ. Λ. και με ρέμα, 5) ένας αγρός, που βρίσκεται στη θέση "Γιαλού-Τσεσμές", εκτάσεως δύο (2) στρεμμάτων και συνορεύει με ιδιοκτησία Ιωάννη Προκοπίου, με αγροτικό δρόμο και με ιδιοκτησίες Ι.

Π. και Π. Π.. 6) ένας αγρός, που βρίσκεται στη θέση "Γλάρος" ή "Χάλικας", εκτάσεως τεσσάρων (4) στρεμμάτων και συνορεύει με ιδιοκτησίες Δ. Ζ., αγνώστου, με αγροτικό δρόμο και με ιδιοκτησία Γ. Α., 7) ένας αγρός, που βρίσκεται στη θέση "Μικές", εκτάσεως δύο (2) στρεμμάτων και συνορεύει με ιδιοκτησίες Ε. Γ., Χ. Α. και με αγροτικούς δρόμους, 8) ένας αγρός, που βρίσκεται στη θέση "Αρμυρός" ή "Βρυσούδι", εκτάσεως ενός (1) στρέμματος και συνορεύει με ιδιοκτησίες Π.

Γ., Κ. Π. και Γ. Β., 9) ένας βοσκότοπος, που βρίσκεται στη θέση "Αρμυρός" ή "Βρυσούδι", εκτάσεως ενός (1) στρέμματος και συνορεύει με ιδιοκτησίες Π. Γ., Κ. Π., Γ. και με αγροτικό δρόμο, 10) ένας αγρός μετά της επ' αυτού παλαιάς ισόγειας αγροικίας με υπόγειο, που βρίσκεται στη θέση "Σκαμνιούδι", εκτάσεως τεσσάρων στρεμμάτων και συνορεύει με ιδιοκτησία Α., με δημοτική οδό και πέραν αυτής με θάλασσα, με ιδιοκτησία Ε.

Π. και με αγροτικό δρόμο και 11) ένα οικόπεδο εμβαδού 93,24 τ.μ. μετά της επ' αυτού παλαιάς διώροφης οικίας, εμβαδού του κάθε ορόφου 34 τ.μ., που βρίσκεται στη συνοικία "Άνω Συνοικία" και συνορεύει με ιδιοκτησίες Σ. Π., κληρονόμων Α. Γ., Δ. Τ. και με δημοτικούς δρόμους.

Τα επίδικα ακίνητα ανήκαν στην περιουσία του Π. Π. ή Π., παππού της εκκαλούσας - ενάγουσας. Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ο, αορίστως προβαλλόμενος, ισχυρισμός των εκκαλούντων - εναγομένων, ότι, δηλαδή, αυτά ανήκαν στον προαναφερόμενο Π. Π., μόνον, κατά αδιευκρίνιστο ποσοστό συγκυριότητας, το, δε, λοιπό στους αδελφούς του, ο αριθμός των οποίων, είναι, επίσης, αδιευκρίνιστος.

Αποδείχθηκε ότι, μετά τη μετανάστευση, ήδη, από τη δεκαετία του 1920, των αδελφών Π. στις Η.Π.Α, η νομή και εξουσίαση των προαναφερομένων ακινήτων περιήλθε στον παππού της ενάγουσας -εκκαλούσας, ο οποίος, μόνος και για λογαριασμό του τα νεμόταν για χρονικό διάστημα, που υπερβαίνει τις τέσσερις δεκαετίες μέχρι το θάνατό του, φροντίζοντάς τα και μισθώνοντάς τα στον παππού της πρώτης εφεσίβλητης - εναγομένης και μετέπειτα στον πατέρα της.

Προσκομίζεται, άλλωστε, από τους διαδίκους, χωρίς να προκύπτει οποιαδήποτε περί αυτού αμφισβήτηση, το, από 21-5-1955, "Μισθωτήριον", το οποίο, ως κείμενο, συντάχθηκε από τον πατέρα της πρώτης εναγομένης - εκκαλούσας, Α. Γ., κατά το οποίο, τα επίδικα ακίνητα, φέρεται ότι εκμισθώνει ο Π. Π. στον Α. Γ., έναντι συνολικού μισθώματος χιλίων τριακοσίων (1.300) δραχμών, για το χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών, από21-5-1955 έως 21-5-1960, έχοντάς τα "εις την απόλυτον κατοχήν και κυριότηταν" του.

Από εκείνο το χρόνο και μετέπειτα, ο Α. Γ., ως μισθωτής καλλιεργούσε τα επίδικα ακίνητα, νεμόμενός αυτά, ως αντιπρόσωπος και για λογαριασμό του εκμισθωτή. Λόγω της αδυναμίας του μισθωτή να ανταποκριθεί στις από τη μίσθωση υποχρεώσεις του, υπήρξαν διενέξεις μεταξύ των συμβαλλομένων, όπως τούτο προκύπτει σαφώς, από τις προσκομιζόμενες από τους διαδίκους επιστολές.

Ήδη, κατά το τέλος της προαναφερόμενης μίσθωσης, ο εκμισθωτής κατέστησε σαφή την πρόθεση του να ανανεωθεί n μίσθωση για έναν μόνον χρόνο, ώστε τα ακίνητα να είναι ελεύθερα, προς πώληση. Ο Α. Γ. κατάρτισε και πάλι το σχετικό μισθωτήριο συμβόλαιο και το απέστειλε ταχυδρομικώς στις Η.Π.Α, προκειμένου να υπογραφεί από τον εκμισθωτή.

Ο τελευταίος, όμως, ήταν, ήδη, άρρωστος και τελικώς, δεν υπόγραψε το μισθωτήριο, λόγω του επελθόντος θανάτου του. Παρά το γεγονός τούτο, ο Α. Γ. και η οικογένειά του συνέχισαν να κάνουν χρήση των ακινήτων, σπέρνοντάς τα και γενικώς, εκμεταλλευόμενοι αυτά, όπως και κατά τον πριν το θάνατο του Π. Π. χρόνο. Πριν το θάνατό του, ο Π.

Π. παραχώρησε, με άτυπη δωρεά, όλα τα επίδικα ακίνητα στην κόρη του, Ε. ή Ε., χήρα Ν. Ρ., μητέρα της εκκαλούσας - ενάγουσας. Αυτή έκτοτε, συμπεριφερόταν, ως μοναδική κυρία των επιδίκων ακινήτων, νεμόμενη αυτά με τον ίδιο, όπως και ο πατέρας της τρόπο. Ο Α. Γ. και η οικογένειά του συνέχισαν, όπως προαναφέρθηκε, να κάνουν χρήση των ακινήτων, χωρίς, όμως, σε κανένα χρονικό σημείο να γνωστοποιήσουν στους πραγματικούς κυρίους και νομείς των τη μεταστροφή της βούλησής των και την αντιποίηση της νομής των, δρώντας, ως αντιπρόσωποι της νομής της Ε.

Ρέλλη, πλέον. Κατ' αυτό τον τρόπο, η Ε. ή Ε., χήρα Ν. Ρ., νεμόμενη, δι' αντιπροσώπου τα ακίνητα, που περιήλθαν σ'αυτήν για το χρονικό διάστημα από το έτος 1960, όταν συντελέστηκε η προαναφερόμενη άτυπη δωρεά, μέχρι το θάνατό της, το έτος 1987 ήτοι για χρονικό διάστημα δέκα επτά (17) ετών, κατέστη κυρία αυτών, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, συνυπολογίζοντας και το χρόνο νομής, σαράντα (40) ετών, του δικαιοπαρόχου, πατρός της.

Μοναδική κληρονόμος της αποθανούσας, Ε. ή Ε. χήρας Ν. Ρ., είναι, όπως προκύπτει από την προαναφερόμενη δήλωση αποδοχής κληρονομίας και την ιστορούμενη σ' αυτήν ένορκη, από 1-5-2005, κατάθεση, ενώπιον της Συμβολαιογράφου της Πολιτείας της Βόρειας Καρολίνας των Η.Π.Α Σούζαν Τζολί, η εκκαλούσα - ενάγουσα. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν, σε συνδυασμό με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, η εκκαλούσα - ενάγουσα κατέστη κυρία των επιδίκων ακινήτων τόσο με παράγωγο, δια της δηλώσεως αποδοχής της κληρονομίας της, πραγματικής κυρίας των, μητρός της, όσο και με πρωτότυπο τρόπο, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, νεμόμενη αυτά, δι' αντιπροσώπου, όπως προεκτέθηκε, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των εξήντα (60) ετών, από το έτος 1920 έως το έτος 2005, με την προσμέτρηση στη δική της νομή και το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων της.

Αντιθέτως, οι δικαιοπάροχοι των εφεσιβλήτων - εναγομένων, σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα, δεν απέκτησαν, ποτέ, δική τους νομή, δρώντας ως μισθωτές αρχικά και μετέπειτα χρησάμενοι τα επίδικα ακίνητα, ως αντιπρόσωποι στη νομή των δικαιοπαρόχων της εκκαλούσας - ενάγουσας, αφού όπως προαναφέρθηκε, σε κανένα χρονικό σημείο δεν γνωστοποίησαν στους πραγματικούς κυρίους και νομείς των τη μεταστροφή της βούλησής των και την αντιποίηση της νομής των".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη διεκδικητική αγωγή της αναιρεσίβλητης, αναφορικά με την κυριότητα των επίδικων ακινήτων είναι ουσιαστικά βάσιμη και αφού δέχθηκε την έφεση της τελευταίας εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε εκφέρει αντίθετη κρίση. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις όλα τα περιστατικά που πληρούν το πραγματικό των ουσιαστικών διατάξεων που αναφέρθηκαν στην αρχή, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας τους.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη κατέστη κυρία των επίδικων ακινήτων τόσο με παράγωγο τρόπο (με κληρονομική διαδοχή από την κυρία αυτών, μητέρα της) όσο και με πρωτότυπο τρόπο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, νεμόμενη αυτά με διάνοια κυρίου, δι' αντιπροσώπου, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των εξήντα ετών (1920-2005), προσμετρώντας στη δική της νομή και το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων της και ότι οι αναιρεσείοντες ουδέποτε απέκτησαν δική τους νομή στα πιο πάνω ακίνητα, αλλά τα κατείχαν, αρχικά ως μισθωτές, και, στη συνέχεια, τα χρησιμοποιούσαν ως αντιπρόσωποι στη νομή των δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης, χωρίς να γνωστοποιήσουν ποτέ στους πραγματικούς κυρίους και νομείς αυτών τη βούλησή τους για αντιποίηση της νομής τους.

Επομένως, ο δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος, λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα' αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Οι με τον ίδιο λόγο αποδιδόμενες περαιτέρω αιτιάσεις στην προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης, διότι το Εφετείο δεν δέχθηκε τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων ότι:

α) "ουδέποτε έδρασαν ως αντιπρόσωποι νομής της Ε. Ρ. (μητέρας της αναιρεσίβλητης) και ότι άρα αυτή ουδέποτε κατέστη, δι' αυτών (αναιρεσειόντων) ως αντιπροσώπων νομής, κυρία των επίδικων ακινήτων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας" και β) "επί των επίδικων ακινήτων είχε ιδιοκτησιακά δικαιώματα και ο πατέρας της πρώτης αναιρεσείουσας Π.

Π., ο οποίος τα νεμόταν, επίσης, με διάνοια κυρίου και ότι ο Π. Π. (παππούς της αναιρεσίβλητης) δεν ήταν ο αποκλειστικός κύριος του συνόλου ων επιδίκων ούτε τα νεμόταν αποκλειστικά μόνο αυτός", είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσης του πιο πάνω αναιρετικού λόγου, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό, μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης. Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος, λόγους του αναιρετηρίου από τον αρ. 11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη κατά τη διατύπωση του πιο πάνω αποδεικτικού του πορίσματος: α) τις από 16/1/1970 και 27/1/1970 δύο επιστολές των Δ.

Π. και Α. Γ., αντίστοιχα, β) την από 22/4/1955 επιστολή του Π. Π. (παππού της αναιρεσίβλητης) προς τον πατέρα της πρώτης αναιρεσείουσας Π. Π., γ) το ακριβές αντίγραφο της από 11/6/1955 κλήσης του Π. Π. προς τον αγροφύλακα Ι. Π., αναφορικά με το ακίνητο στη θέση "Σκαμνούδι Λισβορίου", που αυτοί νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, για την απόδειξη της ένστασης ιδίας κυριότητας της πρώτης των αναιρεσειόντων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ως νεμόμενης τα επίδικα ακίνητα ατομικά και δια του συζύγου της Α.

Γ., με διάνοια κυρίας από το έτος 1962 και σε κάθε περίπτωση από το έτος 1970 επί είκοσι και πλέον έτη. Από την επισκόπηση όμως του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης και από την περιεχόμενη σε αυτή γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, καθώς και από την ειδική μνεία ότι λήφθηκαν, μεταξύ άλλων, υπόψη "οι προσκομιζόμενες με επίκληση από τους διαδίκους επιστολές τρίτων", σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο αυτής δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τα έγγραφα αυτά.

Επομένως, οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως αβάσιμη, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25/4/2014 αίτηση των Γ. Γ. κλπ για αναίρεση της 24/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ