Legislator Case Law & Legislation
378/2012 AI generated

378/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 378/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 378 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Legislator headnote

AI generated

378/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 378 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Keywords

AI generated
adaptation of working hours overtime compensation night work compensation extended working hours Sunday work authorization short-time work
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 378 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Στις αποδοχές αδείας των μισθωτών της αναιρεσίβλητης (ΟΤΕ. Α. Ε.) πρέπει να συνυπολογίζεται και κάθε άλλη καταβαλλόμενη πρόσθετη παροχή σε χρήμα ή σε είδος με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερώς και μονίμως ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας, όπως είναι η σταθερή και μόνιμη υπερεργασία, η νόμιμη ή ιδιόρρυθμη υπερωρία και η παροχή εργασίας κατά τη νύχτα, τις Κυριακές και αργίες. Δεν συνυπολογίζεται, όμως, σ' αυτές και το επίδομα αδείας.

Αριθμός 378/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Επαμεινώνδα Κουφογιάννη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" (ΟΤΕ ΑΕ), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λεβέντη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-10-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 203/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3637/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-9-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 6-5-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύµφωνα µε το άρθ. 3§1 α.ν. 539/1945 κατά την διάρκεια της άδειας ανάπαυσής του ο µισθωτός δικαιούται τις συνήθεις αποδοχές, τις οποίες θα εδικαιούτο, εάν απασχολείτο στην "υπόχρεη", επιχείρηση κατά τον αντίστοιχο χρόνο της αδείας του ή τις τυχόν για την περίπτωση αυτήν καθορισμένες µε συλλογική σύµβαση, ενώ κατά την§3 του ίδιου άρθρου (όπως αυτή ισχύει µετά την απάλειψη φράσης µε το άρθ. 1§2 ν. 4547/1966) στην έννοια των αποδοχών περιλαμβάνονται και οι κάθε είδους πρόσθετες ή συμπληρωματικές τακτικές παροχές (αντίτιμο τροφής, επιδόματα κ.λπ.). Πρέπει να σημειωθεί ότι οι ρυθμίσεις του Α.Ν. 539/1945 διασφαλίζουν τις ελάχιστες υπέρ όλων των εργαζομένων εγγυήσεις ως προς τις άδειες αναψυχής και τις συναφείς αποδοχές κ.λπ. και λόγω του εντόνως προστατευτικού χαρακτήρα τους και του στενού δεσµού τους µε την ικανοποίηση και προστασία του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος αποτελούν µονοµερώς αναγκαστικό δίκαιο και κατά συνέπεια απόκλιση από τις σχετικές διατάξεις αυτού επιτρέπεται µόνο για την εφαρμογή ευμενέστερων για τον εργαζόμενο διατάξεων άλλων πηγών, κατ' επιταγή της αρχής της εύνοιας υπέρ των µισθωτών, η οποία εφαρµόζεται όχι µόνο στην σχέση συλλογικής και ατοµικής σύµβασης εργασίας, αλλά και στην σχέση περισσότερων πηγών διαφορετικής ιεραρχικής βαθµίδας (Ολ.ΑΠ 5/2011), υπό το πρίσμα δε αυτό πρέπει να ληφθεί και θεωρηθεί η περιεχόμενη στην ως άνω διάταξη, ως προς τις αποδοχές αδείας που δικαιούται ο µισθωτός, εναλλακτική διαζευκτική δυνατότητα χορήγησης των καθορισμένων για την περίπτωση αυτών µε συλλογική σύµβαση αποδοχών. Από τον συνδυασµό της διάταξης αυτής µε τις διατάξεις των άρθ. 3§16 ν. 4504/1966 (που αφορά το επίδοµα αδείας) µε τις διατάξεις των άρθ. 648, 653, 666, 679 ΑΚ, της κυρωθείσας µε το ν. 3248/1955 µε αριθ. 95/1949 Διεθνούς Σύµβασης "περί προστασίας του ημερομισθίου", 2 της κυρωθείσας µε το ν. 133/1975 από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, 1§1 ν. 435/1976, 1§2 ν. 1082/1980 και 2 των κατά καιρούς εκδοθεισών υπουργικών αποφάσεων "περί χορηγήσεως δώρων για τις εορτές του Πάσχα και των Χριστουγέννων", προκύπτει ότι ως "συνήθεις αποδοχές" ταυτιζόμενες µε τις "τακτικές αποδοχές", µε βάση τις οποίες υπολογίζονται οι αποδοχές και το επίδοµα αδείας, καθώς και τα επιδόµατα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων και εξευρίσκεται το ωρομίσθιο και η προσαύξηση για την παρεχομένη υπερωριακή εργασία, νοούνται ο συμβατικός ή νόµιµος µισθός ή το ημερομίσθιο, καθώς και οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη εργοδοτική παροχή, σε χρήµα ή σε είδος, που καταβάλλεται κατά την διάρκεια της σύµβασης εργασίας, µε την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερά και µόνιµα ως αντάλλαγµα της παρεχομένης εργασίας. Έτσι, εφόσον παρέχονται τακτικά και σταθερά, περιλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές, µεταξύ άλλων, η αµοιβή για υπερεργασία και για νόµιµη υπερωριακή απασχόληση, καθώς και οι προσαυξήσεις για την παροχή εργασίας κατά τη νύκτα, τις Κυριακές και τις αργίες και γενικά κάθε προσαύξηση του βασικού µισθού ή ημερομισθίου (ΟλΑΠ 5/2011). Δεν συμπεριλαμβάνονται, όμως, σ' αυτές το επίδομα αδείας, διότι αυτό υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές αδείας. Περαιτέρω, µε την από 14-3-1985 ΕΣΣΕ (όρος 5§§ια', ιβ', ιγ' και 2, που προστέθηκε µε την από 10-5-1985 όµοια ΕΣΣΕ), που έχει υπογραφεί µεταξύ των νοµίµων εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης ΟΤΕ ΑΕ και της συνδικαλιστικής οργάνωσης ΟΜΕ - ΟΤΕ, ορίσθηκαν, ως προς τον τρόπο υπολογισµού των επιδομάτων εορτών και του επιδόματος αδείας, τα εξής: ια) Το επίδοµα εορτών Χριστουγέννων - Νέου έτους χορηγείται στο προσωπικό και είναι ίσο µε τις αποδοχές που διαμορφώνονται µε το µισθολόγιο στις 10 Δεκεμβρίου κάθε έτους. Το επίδοµα προσαυξάνεται µόνο µε τα παρακάτω ποσά: αα) το 1/8 της αμοιβής για εργασία νυχτερινή που έγινε από 1ης Μαΐου μέχρι 31ης Δεκεμβρίου του έτους, ββ) του 1/8 της αμοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και λοιπές εξαιρέσιμες ημέρες που έγινε από 1ης Μαΐου μέχρι 31ης Δεκεμβρίου του έτους, γγ) του 1/8 της αμοιβής για υπερωριακή εργασία μέχρι 80 ώρες, που έγινε από 1ης Μαΐου μέχρι 31ης Δεκεμβρίου του έτους, δδ) του 1/2 του επιδόματος κανονικής άδειας χωρίς τις προσαυξήσεις που προστίθενται στο επίδομα, όπως κατωτέρω ορίζονται. Ιβ) Το επίδομα εορτών Πάσχα χορηγείται στο προσωπικό και είναι ίσο με τις μισές αποδοχές που διαμορφώνονται με το μισθολόγιο 15 μέρες προ του Πάσχα κάθε έτους. Το επίδομα προσαυξάνεται μόνο με τα παρακάτω ποσά, αα) του 1/8 της αμοιβής για εργασία νυχτερινή που έγινε από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30ης Απριλίου του έτους, ββ) του 1/8 της αμοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και λοιπές εξαιρέσιμες ημέρες που έγινε από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30ης Απριλίου του έτους, γγ) του 1/8 της αμοιβής για υπερωριακή εργασία μέχρι 40 ώρες που έγινε από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30ης Απριλίου του έτους και δδ) του 1/24 του επιδόματος κανονικής άδειας χωρίς τις προσαυξήσεις που προστίθενται στο επίδομα, όπως παρακάτω προσδιορίζονται ιγ) Το επίδομα κανονικής άδειας χορηγείται στο προσωπικό και είναι ίσο με το μισό των αποδοχών που διαμορφώνονται με το μισθολόγιο το μήνα κατά τον οποίο πραγματοποιήθηκε η άδεια ή το μεγαλύτερο μέρος της. Το επίδομα προσαυξάνεται μόνο με τα ποσά: αα) το 1/24 της αμοιβής για εργασία νυχτερινή που έγινε στη διάρκεια του έτους, ββ) το 1/24 της αμοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και λοιπές εξαιρέσιμες μέρες του έτους και γγ) του 1/24 της αμοιβής για υπερωριακή εργασία μέχρι 120 ώρες που έγινε στη διάρκεια του έτους. 2. Το προσωπικό κατά το χρόνο οποιασδήποτε άδειας με αποδοχές λαμβάνει τις αποδοχές που θα ελάμβανε αν εργαζόταν. Στις αποδοχές αυτές δεν συμπεριλαμβάνονται αμοιβές για εργασία νυχτερινή, Κυριακών και λοιπών εξαιρέσιμων ημερών και υπερωριακή. Ακολούθως με την από 10-6-1999 ΕΣΣΕ, που θέσπισε το νέο μισθολόγιο του προσωπικού του ΟΤΕ, τέθηκε σε ισχύ και ο νέος ΓΚΠ - ΟΤΕ, στο άρθρο 12 παρ. 3 και 4 του οποίου ορίζονται τα ακόλουθα: Επιδόματα εορτών: "Στο προσωπικό παρέχεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου επίδομα ποσού ίσου προς τις τακτικές αποδοχές με τις προσαυξήσεις που ορίζουν οι ΕΣΣΕ α) ενός δεκαπενθημέρου κατά τις εορτές του Πάσχα και β) ενός μηνός κατά τις εορτές των Χριστουγέννων. Το ποσό αυτό συμψηφίζεται με το δυνάμει των εκάστοτε διατάξεων τυχόν καταβλητέο στο προσωπικό των πάσης φύσεως επιχειρήσεων δώρο Χριστουγέννων και Πάσχα". Επίδομα κανονικής άδειας: "Στο προσωπικό χορηγείται κάθε χρόνο ως επίδομα κανονικής άδειας ποσό ίσο προς τις τακτικές αποδοχές ενός δεκαπενθημέρου με τις προσαυξήσεις που ορίζουν οι ΕΣΣΕ". Επίσης, με το άρθρο 13Β, του ίδιου ως άνω νέου ΓΚΠ - ΟΤΕ ορίστηκε σχετικά με την κανονική άδεια του προσωπικού της αναιρεσείουσας ότι "Το προσωπικό μετά τη συμπλήρωση στον Οργανισμό ενός έτους συνεχούς πραγματικής υπηρεσίας (βασικός χρόνος) δικαιούται κάθε ημερολογιακό έτος κανονική άδεια με αποδοχές όπως προβλέπουν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας (Διεθνείς Συμβάσεις, Νόμοι, Υπουργικές Αποφάσεις, ΕΓΣΣΕ, ΕΣΣΕ κ.λπ.) και αποφάσεις ΔΣ - ΟΤΕ". Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι από 1-1-1985 που άρχισε να ισχύει η από 14-3-1985 ΕΣΣΕ τα επιδόματα εορτών και το επίδομα αδείας υπολογίζονταν σύμφωνα με τον καθοριζόμενο στην εν λόγω ΣΣΕ τρόπο υπολογισμού, δηλαδή με βάση τον μηνιαίο μισθό, όπως αυτός είχε διαμορφωθεί κατά τους προαναφερόμενους χρόνους. Όμως ο τρόπος αυτός υπολογισμού τροποποιήθηκε με το νέο ΓΚΠ - ΟΤΕ, που τέθηκε σε ισχύ με την από 10-6-1999 ΕΣΣΕ, αφού ρητά σ' αυτόν ορίζεται ότι στο προσωπικό παρέχεται με απόφαση του ΔΣ "επίδομα ποσού ίσου προς τις τακτικές αποδοχές με τις προσαυξήσεις που ορίζουν οι ΕΣΣΕ". Επομένως, ως βάση υπολογισμού των ανωτέρω επιδομάτων λαμβάνεται πλέον όχι ο μηνιαίος μισθός, όπως είχε διαμορφωθεί κατά τους χρόνους που αναφέρθηκαν, αλλά οι τακτικές αποδοχές του μισθωτού στις οποίες συμπεριλαμβάνονται ο μηνιαίος μισθός και όλες οι παροχές που καταβάλλονται από την αναιρεσίβλητη κάθε μήνα ή κατ' επανάληψη περιοδικά κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα του έτους, όπως είναι οι πρόσθετες αμοιβές για υπερεργασία, για νόμιμη ή ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση και για εργασία κατά τις Κυριακές και τη νύχτα. Εξάλλου, όσον αφορά τις αποδοχές αδείας, ενώ στην από 14-3-1985 ΕΣΣΕ υπήρχε ρητή διάταξη σύμφωνα με την οποία στις αποδοχές αυτές δεν περιλαμβάνονται αμοιβές για εργασία νυχτερινή, Κυριακών και λοιπών εξαιρέσιμων ημερών και υπερωριακή, στο νέο ΓΚΠ -ΟΤΕ ορίζεται σαφώς ότι το προσωπικό του ΟΤΕ δικαιούται για την κανονική άδεια "αποδοχές όπως προβλέπουν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας ...". Ενόψει της ανωτέρω ρητής παραπομπής για τον προσδιορισμό των αποδοχών αδείας στις διατάξεις της κοινής εργατικής νομοθεσίας, άρα και στο άρθρο 3 του Α.Ν. 539/1945, είναι σαφές ότι ο τρόπος υπολογισμού των αποδοχών αδείας ρυθμίζεται διαφορετικά σε σχέση με την από 14-3-1985 ΕΣΣΕ, με αποτέλεσμα τη σιωπηρή κατάργηση της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 2 της από 14-3-1985 ΕΣΣΕ, που όριζε και μάλιστα αντίθετα προς τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του α.ν. 539/1945, ότι στις αποδοχές αδείας δεν περιλαμβάνονται αμοιβές για εργασία νυχτερινή, Κυριακών και λοιπών εξαιρέσιμων ημερών και υπερωριακή εργασία. Άλλωστε στο άρθρο 50 του νέου ΓΚΠ - OTE ορίζεται ρητά ότι οι διατάξεις του προϊσχύσαντος ΓΚΠ, αποφάσεις της Διοίκησης και ΕΣΣΕ που υπογράφηκαν μέχρι την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Κανονισμού και έρχονται σε αντίθεση με τις διατάξεις του παύουν να ισχύουν από την ημερομηνία αυτή. Επομένως στις αποδοχές αδείας των μισθωτών της αναιρεσίβλητης πρέπει να συνυπολογίζεται και κάθε άλλη καταβαλλόμενη πρόσθετη παροχή σε χρήμα ή σε είδος με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερώς και μονίμως ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας, όπως είναι η σταθερή και μόνιμη υπερεργασία, η νόμιμη ή ιδιόρρυθμη υπερωρία και η παροχή εργασίας κατά τη νύχτα, τις Κυριακές και αργίες (Ολ.ΑΠ 16/2011). Δεν συνυπολογίζεται, όμως, σ' αυτές και το επίδομα αδείας, διότι αυτό, όπως προαναφέρθηκε, υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές αδείας. Τούτο προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966, κατά την οποία το επίδομα αδείας είναι ίσο με το σύνολο των αποδοχών των ημερών αδείας, που δικαιούται ο μισθωτός, υπό τον περιορισμό ότι τούτο δεν μπορεί να υπερβαίνει τις αποδοχές ενός 15θημέρου για τους αμειβόμενους με μηνιαίο μισθό και 13 ημερών για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο.

Στην προκείμενη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε τα εξής: Ο αναιρεσείων προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη στις 25-6-1977 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και στη συνέχεια μονιμοποιήθηκε στην κατηγορία του τεχνικού προσωπικού με την ειδικότητα τεχνίτη εγκαταστάσεων. Με βάση τον Ειδικό Κανονισμό Ωρών Εργασίας του Προσωπικού ΟΤΕ, το συμβατικό ωράριο εργασίας του προσωπικού της αναιρεσίβλητης, στην εβδομάδα των πέντε ημερών, είναι 38 ώρες και 20 λεπτά εβδομαδιαίως και 7 ώρες και 40 λεπτά ημερησίως. Κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2000 έως 31-12-2004 ο αναιρεσείων απασχολήθηκε από την εναγομένη τακτικά και μόνιμα επί 11 μήνες κατ' έτος (δεδομένου ότι ο 12ος μήνας καλυπτόταν από την άδειά του), επί 3 με 4 Κυριακές μηνιαίως, επί 60 έως 70 ώρες μηνιαίως κατά τη νύκτα, επί 15 έως 20 ώρες μηνιαίως υπερεργασία εντός του νομίμου ωραρίου του, λαμβάνοντας ως αντάλλαγμα της προσφερόμενης ως άνω εργασίας του, κατ' έτος, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά και συγκεκριμένα: α) το έτος 2000 το ποσό των 7.288 €, β) το έτος 2001 το ποσό των 9.383 €, γ) το έτος 2002 το ποσό των 9.515 €, δ) το έτος 2003 το ποσό των 7.742 € και ε) το έτος 2004, το ποσό των 7.545 €. Ωστόσο στις αμοιβές αυτές έχουν συνυπολογιστεί από τον ενάγοντα και άλλα ποσά που δεν αφορούν τις παραπάνω αιτίες και συγκεκριμένα το επίδομα κανονικής αδείας, καθώς και τα ποσά που χορηγήθηκαν αναδρομικά και αφορούν αναλογία (προσαυξήσεις υπερωριών, νυκτερινών, εξαιρέσιμων) στο επίδομα κανονικής αδείας, τα οποία ο ενάγων εσφαλµένα συμπεριέλαβε στις άνω αμοιβές του για υπερεργασία, εργασία Κυριακών, αργιών και νυκτερινή εργασία. Ειδικότερα, κατά το έτος 2000 έλαβε για επίδομα κανονικής αδείας, καθώς και για αναδρομικά που αφορούσαν στο επίδομα κανονικής αδείας το συνολικό ποσό των 1.223,64 € (ήτοι 327.577 δρχ. ή 961,34 € + 89.382 δρχ. ή 262,30 €), κατά το έτος 2001 έλαβε για την ανωτέρω αιτία το συνολικό ποσό των 1.382,68 € (ήτοι 364.738 δρχ. ή 1.070,39 € + 106.415 δρχ. ή 312,29 €), κατά το έτος 2002 έλαβε για την ανωτέρω αιτία το συνολικό ποσό των 1.462,94 € (ήτοι 1.135,63 € + 327,31 €), κατά το έτος 2003 έλαβε για την ανωτέρω αιτία το συνολικό ποσό των 1.484,68 € (ήτοι 1.222,84 € + 261,84 €) και κατά το έτος 2004 το συνολικό ποσό των 1524,67 € (ήτοι 1.317,01 € + 257,66 €). Επομένως, ο ενάγων δικαιούται για την εργασία του κατά τις Κυριακές και αργίες και τη νύκτα και για υπερεργασία εντός του νομίμου ωραρίου του: (α) Για το έτος 2000 το ποσό των 6.064,36 € (ήτοι 7.288 € - 1.223,64 € το ΕΚΑ και τα αναδρομικά επ' αυτού) και μηνιαίως, κατά μέσο όρο, το ποσό των 551,30 € (ήτοι 6.064,36 € : 11 μήνες, αφού ο 12ος μήνας καλύπτεται από την κανονική του άδεια), (β) Για το έτος 2001 το ποσό των 8.000,32 € (ήτοι 9.383 - 1.382,68 € το ΕΚΑ και τα αναδρομικά επ' αυτού) και μηνιαίως, κατά μέσο όρο, το ποσό των 727,30 € (ήτοι 8.000,32 € : 11 μήνες), (γ) Για το έτος 2002 το ποσό των 8.052,06 € (ήτοι 9.515 € - 1.462,94 € το ΕΚΑ και τα αναδρομικά επ' αυτού) και μηνιαίως, κατά μέσο όρο, το ποσό των 732 € (ήτοι 8.052,06 € : 11 μήνες), (δ) το έτος 2003 το ποσό των 6.257,32 € (ήτοι 7.742 € - 1.484,68 €) και μηνιαίως, κατά μέσο όρο, το ποσό των 568,84 € (ήτοι 6.257,32 € : 11 μήνες) και (ε) το έτος 2004 το ποσό των 5.970,33 € (ήτοι 7.545 € - 1.574,67 €) και μηνιαίως, κατά μέσο όρο, το ποσό των 542,75 € (ήτοι 5.970,33 € : 11). Η εναγομένη όμως, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, δεν συνυπολόγιζε και τις αμοιβές αυτές στις τακτικές αποδοχές του ενάγοντος, προκειμένου να υπολογίσει τα κατ' έτος οφειλόμενα ποσά αποδοχών αδείας, επιδόματος αδείας και εορτών, όπως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με όσα εκτίθενται ανωτέρω, με αποτέλεσμα ο ενάγων να δικαιούται τα κατωτέρω αναφερόμενα ποσά ως συμπληρωματικές αποδοχές και συγκεκριμένα: α) για το έτος 2000 το ποσό των 1.653,90 € (ήτοι 551,300 Χ 3 μήνες δηλαδή 1 μηνιαίος μισθός για δώρο Χριστουγέννων + 1/2 μηνιαίος μισθός για δώρο Πάσχα + 1 μηνιαίος μισθός για αποδοχές αδείας + 1/2 μηνιαίος μισθός αδείας), β) για το έτος 2001 το ποσό των 2.181,90 € (ήτοι 727,30 € Χ 3 μήνες), γ) για το έτος 2002 το ποσό των 2.196 € (ήτοι 732 € Χ 3 μήνες), δ) για το έτος 2003 το ποσό των 1.706,52 € (ήτοι 568,84 € Χ 3 μήνες) και ε) για το έτος 2004 το ποσό των 1.628,25 € (ήτοι 542,75 € Χ 3 μήνες). Περαιτέρω, δεδομένου ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ως ουσία βάσιμη την ένσταση της εναγομένης περί μερικής εξοφλήσεως των ανωτέρω ποσών, ως προς το ποσό των 881,71 € για τα οφειλόμενα του έτους 2000, ως προς το ποσό των 854,47 € για τα οφειλόμενα του έτους 2001, ως προς το ποσό των 1.655,05 € για τα οφειλόμενα του έτους 2002, ως προς το ποσό των 1.233,04 € για τα οφειλόμενα του έτους 2003 και ως προς το ποσό των 1.209,71 € για τα οφειλόμενα του έτους 2004, μέρος των οποίων ο ίδιος ο ενάγων συνομολόγησε με τις προτάσεις του, ότι είχε λάβει ως προσαυξήσεις της από 14-3-1985 Ε.Σ.Σ.Ε. στα επιδόματα δώρων Πάσχα και Χριστουγέννων (και δη για το έτος 2000 το ποσό των 514,32 €, για το έτος 2001 το ποσό των 663,21 €, για έτος 2002 το ποσό των 861,40 €, για το έτος 2003 το ποσό των 726,64 € και για το έτος 2004 το ποσό των 637,14 €, ο τελευταίος δικαιούται για την ανωτέρω αιτία, για το έτος 2000 το ποσό των 772,19 €, για το έτος 2001 το ποσό των 1.327,43 €, για το έτος 2002 το ποσό των 540,95 €, για το έτος 2003 το ποσό των 473,48 €, και για το έτος 2004 το ποσό των 418,54 €, ποσά τα οποία θα πρέπει να του επιδικαστούν. Επομένως, καταλήγει το Πολυμελές Πρωτοδικείο, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε εν μέρει ως ουσία βάσιμη την αγωγή, έσφαλε ως προς τον υπολογισμό των ποσών, διότι συνυπολόγισε το επίδομα κανονικής αδείας και τις αναλογίες που χορηγήθηκαν αναδρομικά. Ακολούθως, κατά παραδοχή της εφέσεως που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή κατά την κύρια βάση της και είχε επιδικαστεί στον αναιρεσείοντα το ποσό των 5.477,02 ευρώ, δέχθηκε αυτήν, εν μέρει και επιδίκασε στον αναιρεσείοντα το ποσό των 3.532,59 ευρώ. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, αφού, ορθώς, δεν συνυπολόγισε στα επιδόματα και στις αποδοχές της κανονικής αδείας, τις αμοιβές του επιδόματος κανονικής αδείας και τις αναλογίες αυτού που χορηγήθηκαν αναδρομικά. Επομένως, ο, περί του αντιθέτου, μοναδικός λόγος αναιρέσεως, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 του KΠολΔ, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας του (άρθρ.183, και 176 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 1-9-2010, αίτηση του Δ. Κ. του Δ., για αναίρεση της 3637/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ