Supreme Court dismisses appeal on res judicata grounds regarding prior lease dispute judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final lease dispute judgment, ruling it inadmissible due to res judicata. The appellant argued that the lower court erred in accepting a prior final decision as binding, but the court found the earlier judgment definitively established the lack of contractual liability for the landlord. Consequently, the court held that the same legal issue was already resolved, making the appeal baseless and ordering the costs against the appellant.
Legislator headnote
AI generatedArticles 62, 559, 578 of the Code of Civil Procedure; A final judgment establishing the absence of contractual liability constitutes res judicata, precluding a subsequent suit on the same legal relationship and claim for damages.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 377 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 377/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Ρ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Δούναβη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) α. Μ. Κ. του Κ., χας Σ. Σ., κατοίκου ..., β. Χ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., γ. Κ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., δ. Α. Κ. του Κ., ε. Γ. Κ. του Α., κατοίκου ..., στ. Κ. - Π. Κ. του Α., κατοίκου ..., όλων, ως κληρονόμων εκ διαθήκης κατά το 1/6 εξ αδιαιρέτου εκάστου και αποδεχθέντων την κληρονομία του αποβιώσαντος στις …-3-2014 αρχικού διαδίκου Κ. Κ. του Α., 2) Ε. Χ. του Ι., κατοίκου ... και 3) Μ. συζ. Ι. Α., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι υπό στοιχ. 1α, 1β, 1γ, 1ε, 1στ, 2ος και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κατρά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην ως άνω από 6-10-2022 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε ότι ο Α. Κ. του Κ. (υπό στοιχ. 1δ) απεβίωσε στις 4-1-2021 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι εκ διαθήκης κληρονόμοι του, ως άνω υπό στοιχ. 1ε και 1στ, εκπροσωπούμενοι από τον ίδιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-8-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11ΕΙΔ/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 120/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-3-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη, από 12-3-2021 [αριθμ. καταθ. 4/19-3-2021], αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών [άρθρ. 647 επ. του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν το ν. 4335/2015], με αριθμ. 120/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ` ουσία η από 23-11-2016 [αριθμ.
καταθ. 68/2016] έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της με αριθμό 11/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, που απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου, την από 18-8-2015 [αριθμ. καταθ. 640/2015] αγωγή του. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 62 του ΚΠολΔ, ικανός να είναι διάδικος είναι εκείνος που έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Η ικανότητα αυτή, που εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο (άρθρο 73 ΚΠολΔ), προκειμένου για φυσικό πρόσωπο, παύει να υπάρχει με το θάνατό του (άρθρ. 35 ΑΚ). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 313 παρ.1 εδ.
δ` του ΚΠολΔ, απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη που είχε διεξαχθεί κατ` ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και εκείνο που είχε αποβιώσει, δεν έχει υπόσταση, χαρακτηριζόμενη ρητά ως ανύπαρκτη. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 286 επ. του ΚΠολΔ, τα οποία εφαρμόζονται και στην κατ` αναίρεση δίκη (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις παραπάνω διατάξεις, όταν ο διάδικος είναι στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης, αποβιώσει όμως στη συνέχεια προτού αποπερατωθεί η δίκη αμετακλήτως, αν μεν ο θάνατος επήλθε μέχρι το τέλος της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, τότε, τηρουμένων και των λοιπών νομίμων διατυπώσεων, μεταξύ των οποίων και εκείνη της γνωστοποίησης του θανάτου προς τον αντίδικο, επέρχεται διακοπή της δίκης, με συνέπεια όλες οι επιχειρούμενες στο μεταξύ και έως τη νόμιμη επανάληψη διαδικαστικές πράξεις, εκτός από την τυχόν εκδιδόμενη απόφαση, να λογίζονται άκυρες.
Αν δε ο θάνατος έλαβε χώρα μετά το τέλος της συζητήσεως εκείνης, πολύ δε περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής αποφάσεως, τότε, εφόσον δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, τα ασκούμενα κατά της πιο πάνω απόφασης ένδικα μέσα, άρα και η αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 του ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατά του αποβιώσαντος είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση, προτού ασκηθεί η αναίρεσή του, με οποιοδήποτε τρόπο, του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ` αυτών την αναίρεση.
Η αναίρεση, συνεπώς, που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει το θάνατό του ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτησή της με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο, ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση, με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.ΑΠ 27/1987, ΑΠ 552/2021, ΑΠ 1437/2021, ΑΠ 465/2020, ΑΠ 617/2019, ΑΠ 204/2018).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε στις 19-3-2021, όπως εμφαίνεται από την με αριθμ. 4/19-3-2021 έκθεση του γραμματέα του Εφετείου Αιγαίου, απευθύνεται και κατά του τέταρτου [1δ'] των αναιρεσιβλήτων Α. Κ. του Κ., ο οποίος απεβίωσε στις 4-1-2021, όπως προκύπτει από την με αριθμό …/7-1-2021 ληξιαρχική πράξη θανάτου που έχει συνταχθεί από τον Ληξίαρχο …, δηλαδή, μετά το πέρας της συζήτησης στο Μονομελές Εφετείο Αιγαίου, που έλαβε χώρα στις 11-9-2020, οπότε και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και πριν από την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.
Μοναδικοί εκ διαθήκης κληρονόμοι του, όπως εμφαίνεται από το με αριθμ. 436/1-9-2021 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, είναι οι πέμπτος και έκτος [1 ε' και 1 στ'] των αναιρεσιβλήτων, Γ. Κ. του Α. και Κ. Κ. του Α.. Οι ανωτέρω κληρονόμοι του ως άνω αποβιώσαντος, με δήλωση του εκπροσωπούντος και τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ιωάννη Κατρά, που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, γνωστοποίησαν το γεγονός του θανάτου του ανωτέρω αρχικού τέταρτου[1δ'] αναιρεσιβλήτου και ταυτόχρονα δήλωσαν ότι συνεχίζουν τη δίκη ως κληρονόμοι αυτού.
Ο, κατά την 4-1-2021 θάνατος του ως άνω αναιρεσιβλήτου έλαβε μεν χώρα πριν από την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πλην όμως, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, κατά την άσκηση της αναιρέσεως, γνώριζε το θάνατο αυτού, ενόψει μάλιστα και του ότι δεν υπάρχει ισχυρισμός των ήδη παρισταμένων πέμπτου και έκτου των αναιρεσιβλήτων, ως κληρονόμων του πιο πάνω αποβιώσαντος, για γνωστοποίηση στον αναιρεσείοντα του θανάτου αυτού κατά το πριν από την άσκηση της αναιρέσεως χρονικό διάστημα.
Οι ως άνω δε κληρονόμοι του (αποβιώσαντος) παρίστανται νομίμως στη θέση του, δηλώνουν, κατά τα προεκτεθέντα, δια του νομίμως παρισταμένου και εκπροσωπούντος αυτούς ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου τους τη συνέχιση της δίκης στο όνομά τους, υπό τις προεκτεθείσες ιδιότητές τους, οι οποίες ουδόλως αμφισβητούνται από τον αναιρεσείοντα και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της υποθέσεως.
Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι έγκυρη και κατά το μέρος που στρέφεται κατά του ως άνω τέταρτου [1δ'] των αναιρεσιβλήτων, που είχε αποβιώσει πριν από την άσκησή της και, συνεπώς, παραδεκτώς χωρεί η συζήτησή της με τους προαναφερόμενους κληρονόμους του. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο (Ολ.ΑΠ 19/2005).
Πάντως, ο 'Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την παράβαση του νόμου, δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή την εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων. Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ΑΠ 916/2021, ΑΠ 56/2019).
Εξάλλου, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο, που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.
Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση (ΑΠ 1443/2017). Το δεδικασμένο καλύπτει, ως ενιαίο σύνολο, ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό, όπως διατυπώνεται στην απόφαση, βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσης και συγκεκριμένα:
α) το δικαίωμα που κρίθηκε, δηλαδή την έννομη σχέση που αναγνωρίστηκε, β) την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση, υπό την έννοια των πραγματικών περιστατικών που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης και γ) τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά, κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη του νόμου, την οποία εφάρμοσε (ΑΠ 916/2021, ΑΠ 1327/2021, ΑΠ 893/2019, ΑΠ 1599/2017, ΑΠ 1137/2006).
Έννομη σχέση κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, είναι το σύνολο των εννόμων συνεπειών, που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβησαν τις έννομες συνέπειες (ΑΠ 916/2021, ΑΠ 1443/2017, ΑΠ 563/2017). Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτουν από το περιεχόμενο της απόφασης και όχι απ` αυτό της κριθείσας αγωγής, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενό της ή το υπερέβη ή απομακρύνθηκε από αυτό (ΑΠ 916/2021, ΑΠ 1327/2021, ΑΠ 893/2019, ΑΠ 298/2004).
Ταυτότητα νομικής αιτίας υπάρχει, όταν σε μεταγενέστερη δίκη ανακύπτει ως νομικό γεγονός παραγωγικό, τροποποιητικό ή καταργητικό της επίδικης έννομης σχέσης, αυτό που στηρίζει ήδη τελεσίδικη απόφαση, δηλαδή απαιτείται ταυτότητα της διάταξης που συγκρότησε τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της τελεσίδικης απόφασης προς τη διάταξη που επικαλείται ρητά ή σιωπηρά ο ενάγων προκειμένου να στηρίξει τη νέα του αγωγή, ενώ ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόστηκε σε προηγούμενη δίκη, είναι τα ίδια με αυτά που συγκροτούν το πραγματικό της εφαρμοστέας και στη νέα δίκη νομικής διάταξης (ΑΠ 916/2021, ΑΠ 893/2019, ΑΠ 1198/1997).
Η ταυτότητα, εξάλλου, των προσώπων ως αναγκαία υποκειμενική προϋπόθεση για τη λειτουργική ενέργεια του δεδικασμένου, είναι επακόλουθο του ισχύοντος στην πολιτική δίκη, κατά το άρθρο 106 ΚΠολΔ, συζητητικού συστήματος και σημαίνει ότι το δεδικασμένο δεσμεύει μόνον τα πρόσωπα μεταξύ των οποίων κατά τα άρθρα 325 - 329 ΚΠολΔ ισχύει, και, πάντως μόνον εφόσον αυτά βρίσκονται σε σχέση αντιδικίας και όχι ομοδικίας (ΑΠ 893/2019, ΑΠ 2028/2014).
Κατά το άρθρο 331 του ΚΠολΔ, το δεδικασμένο εκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ` ύλη αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα ζητήματα (ΑΠ 916/2021, ΑΠ 712/2021, ΑΠ 1287/2003), ενώ ως παρεμπίπτον (προδικαστικό) ζήτημα νοείται άλλη έννομη σχέση ή δικαίωμα ή συνέπεια του ουσιαστικού δικαίου από το οποίο εξαρτάται η κρίση επί του κυρίου ζητήματος της δίκης δηλαδή το δεδικασμένο επεκτείνεται σε εκείνο το προδικαστικό ζήτημα, το οποίο η απόφαση έκρινε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση στηρίζει τη διαγνωσθείσα ή απαγγελθείσα απ` αυτήν έννομη συνέπεια (ΑΠ 1327/2021).
Έτσι, δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της μεταγενεστέρας δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων, είναι διαφορετικό από τη δίκη που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη (Ολ.ΑΠ 10/2002, ΑΠ 1327/2021, ΑΠ 1559/2017, ΑΠ 1394/2008), όπως συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα μ` αυτό που κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση (Ολ.ΑΠ 34/1992, ΑΠ 698/2020, ΑΠ 759/2006).
Αν υπάρχει δεδικασμένο, εφόσον δεν επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος που διέπει μια έννομη σχέση (ΑΠ 593/2021, ΑΠ 1832/2001) ή των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν προϋπόθεση της σχέσης αυτής (ΑΠ 226/2001), αποκλείεται η αμφισβήτηση σε μεταγενέστερη δίκη της έννομης σχέσης που αποτελεί τη βάση της αξίωσης (ΑΠ 698/2020).
Δεδικασμένο αποτελεί και η ενδεχομένως άδικη ή εσφαλμένη τελεσίδικη απόφαση και ανατρέπεται μόνο με την επιτυχή άσκηση των έκτακτων ενδίκων μέσων της αναίρεσης ή της αναψηλάφησης κατά της απόφασης που αποτελεί δεδικασμένο (ΑΠ 1327/2021, ΑΠ 386/2000). Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Με την από 18-8-2015 αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων (αναιρεσείων), ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι (αναιρεσίβλητοι), να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, άλλως κατά την αναλογία τους ως εκμισθωτές, ως αποζημίωση, τα διαφυγόντα κέρδη της επιχείρησής του. Ειδικότερα ισχυρίστηκε ότι, με το από 1-3-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης, ο ήδη αποβιώσας Κ.
Κ. (δικαιοπάροχος των 1α' έως και 1στ' των εναγομένων) καθώς και οι Ε. Χ. και Μ. Α. (2ος και 3η των εναγομένων) εκμίσθωσαν σε αυτόν έναν επαγγελματικό χώρο, εμβαδού 487,95 τ.μ., που βρίσκεται στην …, προκειμένου να τον χρησιμοποιήσει, ως πολυχώρο εκδηλώσεων - κέντρο διασκέδασης. Ότι, η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε δωδεκαετής, το δε μίσθωμα σε 1.400 ευρώ κατά μήνα, αναπροσαρμοζόμενο μετά πάροδο διετίας κατά ποσοστό 3%.
Ότι, η μίσθωση άρχισε ομαλά και ότι ο ενάγων έκανε χρήση του μισθίου, διοργανώνοντας στο μίσθιο, σε τακτή χρονική βάση, διάφορες καλλιτεχνικές παραστάσεις και κοινωνικές εκδηλώσεις, πλην όμως στις 27-5-2011, κατέρρευσε αιφνιδιαστικά το μεγαλύτερο μέρος της στέγης του μισθίου, με αποτέλεσμα την καταστροφή σημαντικού μέρους των κινητών πραγμάτων και εξοπλισμού του καταστήματος και περαιτέρω τη σοβαρή παρεμπόδιση της λειτουργίας του.
Ότι, αν και ζήτησε από τους εναγομένους-εκμισθωτές την άμεση αντικατάσταση του τμήματος στέγης, που είχε καταρρεύσει και καθιστούσε αδύνατη την συνέχιση της χρήσης του μισθίου, όπως είχε συμφωνηθεί, αλλά και διότι οι εναγόμενοι εκμισθωτές αδράνησαν και κατέστησαν υπερήμεροι, ως προς την άρση του πραγματικού αυτού ελαττώματος, συνεπεία δε της ανωτέρω συμπεριφοράς τους και λόγω του ότι αυτοί ομοίως αδράνησαν στο από 1-8-2011 εξώδικό του, με το οποίο τους έτασσε εύλογη προθεσμία για την αποκατάσταση της φθοράς, ο ενάγων κατήγγειλε τη μίσθωση στις 17-10-2011, που μέχρι εκείνη την χρονική στιγμή λειτουργούσε την επιχείρησή του στο μίσθιο, αναμένοντας την αποκατάσταση της ως άνω βλάβης.
Ότι, εξαιτίας της παραπάνω συμπεριφοράς των εναγομένων-εκμισθωτών, που του προκάλεσε θετική και αποθετική ζημία, ο ενάγων είχε ασκήσει αρχικά εναντίον τους [εκμισθωτών] την από 10-2-2012 και με αριθμό κατάθεσης 230/16-2-2012 αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, με την οποία, επικαλούμενος ενδοσυμβατική και αδικοπρακτική ευθύνη των εναγομένων, ζητούσε να υποχρεωθούν να του καταβάλουν συνολικά, το ποσό των 632.000 ευρώ, ως αποζημίωση για τη θετική και αποθετική ζημία που υπέστη από τη μη εκτέλεση της μισθωτικής σύμβασης, λόγω του ότι κατέστησαν οι εναγόμενοι υπερήμεροι ως προς την άρση του πραγματικού ελαττώματος και ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, που υπέστη από την ως άνω συμπεριφορά των εναγομένων.
Ότι, επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η με αριθμ. 62/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, που απέρριψε την αγωγή και ότι, κατόπιν ασκηθείσας εκ μέρους του εφέσεως, εκδόθηκε η με αριθμ. 72/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, που, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, ως προς το αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, απορρίπτοντας, ωστόσο, το κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών, λόγω αοριστίας.
Με βάση αυτό το ιστορικό, επικαλούμενος το δεδικασμένο της ως άνω απόφασης, ως προς την ευθύνη των εναγομένων-εκμισθωτών και ως προς την απόρριψη για τυπικούς λόγους του κονδυλίου των διαφυγόντων κερδών, ισχυρίζεται ότι επαναφέρει με την αγωγή, την από 10-2-2012 αγωγή του, κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, ως προς το κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών και ζητεί να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν το ποσό των 414.960 ευρώ για διαφυγόντα κέρδη της επιχείρησής του, για το χρονικό διάστημα από την καταγγελία της μίσθωσης μέχρι τη λήξη της συμβατικής διάρκειάς της.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "........ ο ενάγων, με την από 10-2-2012 (αριθμ. εκθ. κατ. 230/2012) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου κατά του Κ. Κ. (δικαιοπαρόχου των με στοιχ. 1 α' έως 1 στ' εδώ εναγομένων), του Ε. Χ. και της Μ.
συζ. Ι. Α. ισχυρίστηκε ότι κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση μίσθωσης, που είχε συνάψει με τους εναγομένους, συνιδιοκτήτες του επιδίκου μισθίου, για να το χρησιμοποιήσει, ως κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος (πολυχώρο εκδηλώσεων - κέντρο διασκέδασης), αφενός μεν λόγω εμφάνισης πραγματικού ελαττώματος, που ανέκυψε μετά τη συνομολόγηση αυτής, από υπαιτιότητα των εναγομένων-εκμισθωτών και που συνίσταται στην κατάρρευση τμήματος της στέγης του επίδικου μισθίου, καθιστώντας αδύνατη τη συνέχιση της χρήσης του μισθίου, όπως είχε συμφωνηθεί, αφετέρου δε στην περιέλευση των εκμισθωτών σε καθεστώς υπερημερίας, ως προς άρση του ως άνω πραγματικού ελαττώματος.
Για τους λόγους αυτούς ζήτησε, κατόπιν νομίμου και παραδεκτού περιορισμού του αιτήματός του, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, το συνολικό ποσό των 632.000 ευρώ, ως αποζημίωση, όπως κάθε επιμέρους αυτού κονδύλιο αντιστοιχεί στην αποκατάσταση τόσο της θετικής όσο και της αποθετικής ζημίας, για την μη εκτέλεση της μισθωτικής σύμβασης, λόγω υπερημερίας των εναγομένων εκμισθωτών, ως προς την άρση του πραγματικού ελαττώματος, που εμφανίστηκε κατά την διάρκεια λειτουργίας αυτής, καθώς και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και να απαγγελθεί προσωπική κράτηση σε βάρος των εναγομένων, ως μέσον εκτέλεσης της απόφασης, που θα εκδοθεί και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στην δικαστική του δαπάνη.
Η υπόθεση συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων και εκδόθηκε η με αριθμό 62ΕΙΔ/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, η οποία αφού: α) έκρινε νόμιμη την αγωγή, ως προς την βάση της ενδοσυμβατικής ευθύνης και το εξ αυτής αίτημα της αποζημίωσης (θετικής και αποθετικής), β) απέρριψε, ως μη νόμιμη την βάση της αδικοπραξίας και τα συνακόλουθα αιτήματα της χρηματικής ικανοποίησης και προσωπικής κράτησης, κρίνοντας ότι δεν συρρέει στην προκείμενη περίπτωση συμβατική και αδικοπρακτική ευθύνη, στην συνέχεια απέρριψε κατ' ουσία την αγωγή κατά το μέρος που είχε κρίνει νόμιμη, κρίνοντας ότι οι εναγόμενοι- εκμισθωτές δεν περιήλθαν σε υπερημερία ως προς την άρση του επιδίκου ελαττώματος (επισκευή του τμήματος της στέγης που είχε καταρρεύσει), ώστε να δικαιούνται αποζημίωση.
Στη συνέχεια ο ηττηθείς ενάγων άσκησε κατά της ως άνω με αριθμό 62ΕΙΔ/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, την με αριθμ. κατ. 2/9-1-2014 έφεσή του, ζητώντας για τους λόγους που αναφέρει στην έφεσή του, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, την εξαφάνισή της, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή του.
Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 72/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, η οποία κατέστη αμετάκλητη, μετά την έκδοση της με αριθμό 676/2019 απόφασης του Αρείου Πάγου (Δ' Πολιτικό Τμήμα), η οποία απέρριψε την από 12-12-2017 αναίρεση κατά της απόφασης με αριθμό 72/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου.
Η με αριθμό 72/2015 τελεσίδικη και ήδη αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, αφού εξαφάνισε την προσβαλλόμενη με αριθμό 62ΕΙΔ/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου: α) ως προς το μέρος που κρίθηκε από αυτήν, ως μη νόμιμη, η σωρευόμενη βάση της αδικοπραξίας, έκρινε και τη βάση αυτή νόμιμη, μόνο όμως κατά το μέρος, που αφορούσε στην επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης στον ενάγοντα, καθώς και ως προς το παρεπόμενο αίτημα περί απαγγελίας προσωπικής κρατήσεως των εναγομένων, έκανε εν μέρει δεκτή κατ' ουσία την έφεση, κατά το μέρος αυτό και, δικάζοντας ως προς το μέρος αυτό κατ' ουσία την αγωγή, επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 5.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη και απορρίπτοντας, ως ουσιαστικά αβάσιμο, το παρεπόμενο αίτημα περί προσωπικής κράτησης, με την επισήμανση επί λέξει : "ως προς την αιτούμενη αποζημίωση για την αποκατάσταση της θετικής και αποθετικής ζημίας από την εμφάνιση του πραγματικού ελαττώματος, αρκεί η επιλογή της θεμελίωσής της στην ενδοσυμβατική ευθύνη, αφού η ικανοποίηση της μίας αξίωσης επιφέρει την απόσβεση της άλλης", β) ως προς το μέρος που κρίθηκε από αυτήν (ίδια ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση), ως ορισμένη και νόμιμη η αξίωση αποζημίωσης και συγκεκριμένα η αποθετική ζημία που υπέστη ο ενάγων από την μη εκτέλεση της μισθωτικής σύμβασης, λόγω της υπερημερίας των εναγομένων εκμισθωτών ως προς την άρση του πραγματικού ελαττώματος, που εμφανίστηκε κατά την διάρκεια λειτουργίας αυτής, έκανε δεκτή κατά το κεφάλαιο αυτό την έφεση και απέρριψε το κονδύλιο αυτό της αιτούμενης αποθετικής ζημίας του ενάγοντος και συγκεκριμένα για διαφυγόντα κέρδη της επιχείρησής του, κατά το χρονικό διάστημα από την καταγγελία της μίσθωσης μέχρι και τη λήξη της συμβατικής διάρκειάς της, ως απαράδεκτο, λόγω αοριστίας του.
Περαιτέρω, το δικαστήριο αυτό προχώρησε στην εξέταση της ουσιαστικής βασιμότητας της πρωτοδίκως απορριφθείσας ως κατ' ουσίαν αβάσιμης, αγωγής ως προς τη βάση της ενδοσυμβατικής ευθύνης, έκρινε την αγωγή, κατά το μέρος αυτό, ομοίως, όπως και το πρωτόδικο, ουσιαστικά αβάσιμη, με την αιτιολογία επί λέξει ότι: "ως προς το αίτημα αποκατάστασης της θετικής ζημίας που υπέστη ο ενάγων από τη μη εκτέλεση της σύμβασης, η οποία συνίσταται στις δαπάνες του για την αγορά του εξοπλισμού και την εν γένει εγκατάσταση της επιχείρησής του ανερχόμενες στο συνολικό ποσό των 35.549,48 ευρώ, πρέπει να λεχθούν τα εξής :
όπως έχει προαναφερθεί, αμέσως μετά την κατάρρευση μέρους της στέγης του μισθίου, οι διάδικοι συμφώνησαν να αποκατασταθεί το ελάττωμα που εμφανίστηκε με δαπάνες των εναγομένων και τούτο μέχρι το τέλος της καλοκαιρινής περιόδου, ο δε ενάγων θα κατέβαλλε τα μισθώματα στον εργολάβο που θα αναλάμβανε την αποκατάσταση.
Επομένως ο ενάγων δεν άσκησε τότε το δικαίωμά του για μείωση ή μη καταβολή του μισθώματος , κατ' άρθρο 576 παρ. 1 ΑΚ, αλλά ούτε και απαίτησε αποζημίωση για μη εκτέλεση της σύμβασης, την οποία εδικαιούτο να απαιτήσει κατ' άρθρο 578 παρ. 1 ΑΚ, λόγω του ότι από υπαιτιότητα των εκμισθωτών εμφανίστηκε το πραγματικό ελάττωμα του μισθίου (κατάρρευση της στέγης) μετά τη συνομολόγηση της μίσθωσης, αλλά επέλεξε την εκτέλεση της σύμβασης, ήτοι τη συνέχιση λειτουργίας της επιχείρησής του στο μίσθιο, με βάση την ως άνω συμφωνία των μερών περί αποκατάστασης του πραγματικού ελαττώματος".
Περαιτέρω, το Εφετείο, με την ως άνω τελεσίδικη απόφασή του, έκρινε ότι οι εναγόμενοι εκμισθωτές δεν κατέστησαν, με βάση της συμφωνία των διαδίκων, ούτε υπερήμεροι ως προς την άρση του πραγματικού ελαττώματος του μισθίου, ώστε να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 578 παρ. 2 ΑΚ και να δικαιούται ο ενάγων να ασκήσει τα ως άνω δικαιώματά του, αλλά ότι, αντιθέτως, ο ενάγων επέλεξε να παύσει τη λειτουργία της επιχείρησής του και να καταγγείλει την ένδικη μίσθωση για δικούς του λόγους, πριν ακόμη καταστούν υπερήμεροι οι εναγόμενοι εκμισθωτές, ως προς την άρση του ενδίκου πραγματικού ελαττώματος και, επομένως, η αξίωση για αποκατάσταση της θετικής ζημίας του ενάγοντος-μισθωτή, λόγω υπερημερίας των εναγομένων-εκμισθωτών, ως προς την αποκατάσταση του ως άνω πραγματικού ελαττώματος του μισθίου, είναι αβάσιμο και απορριπτέο.
Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, έχει ήδη κριθεί με δύναμη δεδικασμένου: α) η έλλειψη νομικής βασιμότητας της αγωγής, ως προς τη βάση της αδικοπραξίας, αναφορικά με τις αξιώσεις αποκατάστασης της θετικής και αποθετικής ζημίας του ενάγοντος, τις οποίες, σύμφωνα με την ως άνω απόφαση του Εφετείου, ο ενάγων μισθωτής επέλεξε να θεμελιώσει στις διατάξεις περί ενδοσυμβατικής ευθύνης των εναγομένων-εκμισθωτών, καθόσον, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, επί συρροής αξιώσεων, εκ των οποίων κάποιες θεμελιώνονται σε περισσότερες νομικές βάσεις (συρροή νομίμων βάσεων), όπως εν προκειμένω της αξίωσης αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης, (που θεμελιώνονται στις διατάξεις περί συμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης η πρώτη και μόνο στις διατάξεις περί αδικοπρακτικής ευθύνης η δεύτερη) είναι δυνατή μόνο η επικουρική άσκηση των αξιώσεων αυτών, εκτός αν κάποια έχει ευρύτερο αντικείμενο, (όπως στην προκειμένη περίπτωση η αξίωση από αδικοπραξία, στην οποία δύναται να θεμελιωθεί, πέραν της αξίωσης αποζημίωσης και η αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης), οπότε η αξίωση σώζεται (μόνο) κατά το επιπλέον και β) η έλλειψη ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής, ως προς τη νομική βάση της συμβατικής ευθύνης των εναγομένων και ειδικότερα η κρίση ότι οι εναγόμενοι - εκμισθωτές δεν ήταν υπερήμεροι, ως προς την άρση του πραγματικού ελαττώματος που εμφανίστηκε στο μίσθιο μετά την συνομολόγηση της ένδικης μίσθωσης και συγκεκριμένα για την αποκατάσταση του τμήματος της στέγης του μισθίου που κατέρρευσε και, συνεπώς, δεν συνέτρεχαν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις προς επιδίκαση αποζημίωσης στον ενάγοντα.
Επομένως, η ένδικη αγωγή με την οποία ζητείται αποζημίωση και συγκεκριμένα διαφυγόντα κέρδη από τη μη εκτέλεση της μισθωτικής σύμβασης, λόγω υπερημερίας των εναγομένων - εκμισθωτών για την άρση του πραγματικού ελαττώματος του μισθίου, που εμφανίστηκε μετά την συνομολόγηση της μίσθωσης, είναι απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου εκ της ως άνω με αριθμό 72/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, με την οποία κρίθηκε ότι δεν υπάρχει συμβατική ευθύνη των εναγομένων - εκμισθωτών, ώστε να επιδικασθεί στον ενάγοντα αποζημίωση από τη μη εκτέλεση της μισθωτικής σύμβασης, καθόσον δεν κατέστησαν οι εναγόμενοι - εκμισθωτές υπερήμεροι ως προς την άρση του ως άνω πραγματικού ελαττώματος, που εμφανίστηκε κατά την διάρκεια της λειτουργίας της μισθωτικής σύμβασης, χωρίς να ασκεί επιρροή το γεγονός ότι η αξίωση προς αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας του ενάγοντος είχε σε πρωθύστερο στάδιο απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, καθόσον, με τη διάγνωση με δύναμη δεδικασμένου, της έλλειψης συμβατικής ευθύνης των εναγομένων- εκμισθωτών, κρίθηκε αρνητικά η δικαιολογική σχέση, από την οποία μπορούσε να παραχθεί δικαίωμα αποζημίωσής του, τόσο για την αποκατάσταση της θετικής όσο και της αποθετικής ζημίας του.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και με δεδομένο ότι, λόγω του δεδικασμένου, που απορρέει από την υπ' αριθμ. 72/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, δεν καταλείπεται στο παρόν δικαστήριο δικαίωμα διερεύνησης της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής, ως προς αμφότερες τις νομικές βάσεις της (συμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης), έπρεπε να απορριφθεί η ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου ........''.
Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος (δεχθέν την ύπαρξη δεδικασμένου). Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 του ΚΠολΔ και δεν υπέπεσε στην αποδιδομένη με τον παραπάνω αναιρετικό λόγο πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 16 του ΚΠολΔ, αφού δέχθηκε ορθώς, την ύπαρξη δεδικασμένου απορρέοντος από την με αριθμ. 72/2015 τελεσίδικη (και ήδη αμετάκλητη) απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της ενώπιον του (Εφετείου) καταταχθείσας προς κρίση διαφοράς, δηλαδή της αξίωσης αποζημίωσης λόγω διαφυγόντων κερδών από τη μη εκτέλεση της μισθωτικής σύμβασης λόγω υπερημερίας των εναγομένων-εκμισθωτών και ήδη αναιρεσιβλήτων για την άρση του πραγματικού ελαττώματος του μισθίου που εμφανίστηκε μετά τη συνομολόγηση της μίσθωσης, η οποία (αποζημίωση), ως αποτελούσα κοινό αναγκαίο ιστορικό και νομικό υπόβαθρο και των δύο δικών αίρει την υποχρέωση των αναιρεσιβλήτων προς καταβολή της.
Ειδικότερα, η, αναφορικά με το ως άνω κρίσιμο ζήτημα, κρίση της με αριθμ. 72/2015 τελεσίδικης απόφασης, αποτελεί, παρά τα αντιθέτως από τον αναιρεσείοντα προβαλλόμενα, δεδικασμένο και για την ένδικη μεταγενέστερη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον, με την ως άνω τελεσίδικη απόφαση κρίθηκε ότι δεν υπάρχει συμβατική ευθύνη των εναγομένων - εκμισθωτών, ώστε να επιδικασθεί στον ενάγοντα αποζημίωση (θετική ή αποθετική κατ' άρθρο 578 παρ. 2 του ΑΚ) από την μη εκτέλεση της μισθωτικής σύμβασης, αφού δεν κατέστησαν οι εκμισθωτές υπερήμεροι ως προς την άρση του ως άνω πραγματικού ελαττώματος, που εμφανίστηκε κατά την διάρκεια της λειτουργίας της μισθωτικής σύμβασης.
Το γεγονός ότι η αξίωση προς αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας του ενάγοντος είχε σε πρωθύστερο στάδιο απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, δεν ασκεί επιρροή καθόσον, με τη διάγνωση με δύναμη δεδικασμένου, της έλλειψης συμβατικής ευθύνης των εναγομένων- εκμισθωτών, κρίθηκε αρνητικά η ίδια δικαιολογική σχέση, από την οποία μπορούσε να παραχθεί δικαίωμα αποζημίωσής του, τόσο για την αποκατάσταση της θετικής όσο και της αποθετικής ζημίας του.
Δηλ. στη μεταγενέστερη ένδικη δίκη κρίθηκε στην ουσία η ίδια δικαιολογική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό της προγενέστερης αποφάσεως και η επ` αυτού κρίση, αποτελεί, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, αναγκαία προϋπόθεση του ζητήματος της μεταγενέστερης ένδικης δίκης. Επομένως, ο μοναδικός, από τον αριθμ. 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου, απορρέοντος από την με αριθμ. 72/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Μετά από αυτά, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του, κατατεθέντος για την άσκηση αυτής, παραβόλου, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε` του ΚΠολΔ όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016).
Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την, από 12-3-2021 [αριθμ. καταθ. 4/19-3-2021], αίτηση για αναίρεση της με αριθμ. 120/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου (ειδικής διαδικασίας μισθωτικών διαφορών).
Διατάσσει, την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αιτήσεως παραβόλου.
Επιβάλλει, σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2022.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαρτίου 2023.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ