Legislator Case Law & Legislation
377/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding labor dispute procedural errors.

Case Number 377/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the company's appeal against the Athens Regional Court of Labor's judgment. The appellant argued that the court erred in counting union members and improperly weighed witness testimony versus documentary evidence. The court rejected these claims as inadmissible because the member count was a matter of fact subject to proof, and the court's free evaluation of evidence is final.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 340 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that factual assertions regarding the number of registered union members are subject to proof and that the court's free evaluation of conflicting evidence is not subject to appellate review.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal free evaluation of evidence labor dispute union membership count witness testimony weight Code of Civil Procedure procedural error

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 340 of the Code of Civil Procedure
Article 579 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 6 paragraph 1 of Law 3198/1955

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 377 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 377/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο ..., που εδρεύει στην ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Δημήτριο Λαδά και Φωκίωνα Τσίντο, οι οποίοι ανακάλεσαν τις από 20/9/2021 δηλώσεις του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσαν προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Καψόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., o oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/06/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3131/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 5238/2017 μη οριστική και 5597/2019 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 24/10/2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 24.10.2019 και με αριθμό κατάθεσης 10075/969/2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 5597/7.10.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθμό 3131/29.11.2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, επίσης, δίκασε αντιμωλία των διαδίκων και δέχθηκε κατά ένα μέρος την από 12.6.2012 (και με αριθμό κατάθεσης 108052/2709/2012) αγωγή του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου.

Ειδικότερα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι η ως άνω αγωγή έχει ασκηθεί μέσα στην τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955 από την ημερομηνία της εκ μέρους εναγομένης -αναιρεσείουσας καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος- αναιρεσίβλητου, δεχόμενο ότι η εν λόγω καταγγελία έλαβε χώρα στις 12.3.2012 και όχι στις 9.3.2012, όπως ισχυριζόταν η εναγομένη-αναιρεσείουσα, αναγνώρισε ότι η επίδικη καταγγελία είναι άκυρη ως καταχρηστική και υποχρέωσε την εναγομένη -αναιρεσείουσα να καταβάλει στον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο το ποσό των 7.735 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, για μισθούς υπερημερίας της χρονικής περιόδου από 12.3.2012 μέχρι 12.10.2012.

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, καλούμενο να αποφανθεί επί της από 3.1.2014 (με αριθμό κατάθεσης 34/2014) έφεσης της εναγομένης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας και επί της από 11.6.2014 (με αριθμό κατάθεσης 3771/2014) έφεσης του ενάγοντος -εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της ως άνω 3131/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξέδωσε αρχικά τη με αριθμό 5238/2017 μη οριστική του απόφαση, με την οποία, αφού συνεκδίκασε τις εφέσεις, διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης, προκειμένου κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση να εξετασθεί συμπληρωματικά ο πρωτοδίκως εξετασθείς μάρτυρας του ενάγοντος και οι διάδικοι να παρέχουν εξηγήσεις επί των θεμάτων που αυτό έθεσε.

Στη συνέχεια, με την προσβαλλόμενη, με αριθμό 5597/7.10.2019, απόφασή του, το Εφετείο συνεκδικάζοντας τις ως άνω αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της με αριθμό 3131/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την από 3.1.2014 έφεση της εναγομένης -εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας και δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την από 11.6.2014 έφεση του ενάγοντος -εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου.

Στη συνέχεια μεταρρύθμισε (εξαφάνισε εν μέρει) τη με αριθμό 3131/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη διάταξή της με την οποία είχε απορριφθεί ως μη νόμιμο το αίτημα της 12.6.2012 (με αριθμό κατάθεσης 108052/2709/2012) αγωγής του ενάγοντος -εκκαλούντος -αναιρεσείοντος, να υποχρεωθεί η εναγομένη -εφεσίβλητη -αναιρεσείουσα να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του με την απειλή χρηματικής ποινής 1.000 ευρώ για κάθε ημερήσια παράβαση της υποχρέωσής της αυτής και ως ουσιαστικά αβάσιμο το αίτημα της ως άνω αγωγής να υποχρεωθεί η εναγομένη-εφεσίβλητη-αναιρεσείουσα να του καταβάλει το ποσό των 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης και, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε κατά ένα μέρος την από 12.6.2012 αγωγή και συγκεκριμένα αναγνώρισε (και πάλι) ότι η εκ μέρους της εναγομένης- εφεσίβλητης -αναιρεσείουσας καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος -εκκαλούντος-αναιρεσίβλητου, έγινε στις 12.3.2012 και όχι στις 9.3.2012 και ότι είναι άκυρη ως καταχρηστική και υποχρέωσε την εναγομένη- εφεσίβλητη-αναιρεσείουσα να επαναπροσλάβει (εννοείται να απασχολεί) τον ενάγοντα-εκκαλούντα-αναιρεσίβλητο με την απειλή χρηματικής ποινής 500 ευρώ για κάθε μηνιαία παράβαση της ως άνω διάταξής του και να του καταβάλει το πρωτοδίκως επιδικασθέν ποσό των 7.735 ευρώ για μισθούς υπερημερίας, αλλά με το νόμιμο τόκο από το τέλος του μήνα που κάθε μισθός έπρεπε να καταβληθεί, καθώς και το ποσό των 1.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, για χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η προσβαλλόμενη με αριθμό 5597/2019 οριστική απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει η επίδοση, δημοσιεύθηκε την 7.10.2019 και η ένδικη αίτηση κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών την 25.10.2019 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανόμενων σε αυτή λόγων αναίρεσης (577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 ορίζεται ότι κάθε αξίωση μισθωτού που πηγάζει από άκυρη καταγγελία της σχέσης εξαρτημένης εργασίας είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιηθεί μέσα σε τρίμηνη ανατρεπτική προθεσμία από την λύση της σχέσης.

Η προθεσμία αυτή είναι αποσβεστική, διότι, όταν παρέλθει άπρακτη, επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος του μισθωτού να προσβάλλει την καταγγελία ως άκυρη (άρθρο 279 ΑΚ). Η ως άνω προθεσμία λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρο 280 ΑΚ), αποσκοπεί δε στην ταχεία άρση κάθε αβεβαιότητας σχετικά με το κύρος της καταγγελίας και στην εκκαθάριση εντός συντόμου χρονικού διαστήματος των αξιώσεων των εργαζομένων, που πηγάζουν από τυχόν άκυρη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αυτών, ανεξαρτήτως του εάν η σύμβαση εργασίας είναι αορίστου ή ορισμένου χρόνου, ώστε να μην δημιουργούνται δυσβάστακτες συνέπειες για τον εργοδότη (ΟλΑΠ 1338/1985, ΑΠ 1003/2017, ΑΠ 429/2016, ΑΠ 2234/2013, ΑΠ 705/2013, ΑΠ 404/2008).

Η μη κοινοποίηση, δηλαδή, της αγωγής περί της ακυρότητας της καταγγελίας στον εργοδότη μέσα στην παραπάνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία καθιερώνει ουσιαστικό απαράδεκτο, το οποίο κατά κύριο λόγο πλήττει το δικαίωμα της επίκλησης και προσβολής της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ως άκυρης και κατ` ανάγκη τις συνεχόμενες με αυτήν ουσιαστικές αξιώσεις, όπως την αξίωση καταβολής αποδοχών υπερημερίας ή απασχόλησης του μισθωτού.

Ως εκ τούτου, αν παρέλθει άπρακτη η εν λόγω προθεσμία, η καταγγελία αυτή καθίσταται έγκυρη (του εργαζομένου δικαιουμένου να ζητήσει μόνο την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης) και η σχετική εκ της ακυρότητας αγωγή απορρίπτεται ως ουσιαστικά απαράδεκτη (ΑΠ 1003/2017, ΑΠ 1387/2015, ΑΠ 705/2013, ΑΠ 1619/2006). Η καθιερούμενη δε ως άνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία, προσδιοριζομένη σε μήνες, αρχίζει από την επομένη της ημέρας που έλαβε χώρα η καταγγελία της σύμβασης από τον εργοδότη και περιήλθε στο μισθωτό, που αποτελεί το εναρκτήριο γεγονός αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 241 του ΑΚ που εφαρμόζεται και στη περίπτωση αυτή, και λήγει με την παρέλευση ολόκληρης της ημέρας του τελευταίου μήνα, η οποία αντιστοιχεί σε αριθμό με την ημέρα που άρχισε, αν δε αυτή (τελευταία ημέρα της προθεσμίας) είναι κατά νόμο εορτάσιμη (μη εργάσιμη), με τη παρέλευση ολόκληρης της επόμενης εργάσιμης ημέρας, σύμφωνα με τα άρθρα 242 και 243 εδ.

β του ΑΚ (ΑΠ 1003/2017, ΑΠ 429/2016, ΑΠ 1387/2015, ΑΠ 2234/2013, ΑΠ 404/2008, 1938/2007). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 167, 168 και 169 του ΑΚ προκύπτει ότι η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης και απευθυντέα δικαιοπραξία και αναπτύσσει την άμεση διαπλαστική της ενέργεια από τότε που ο παραλήπτης μισθωτός δύναται να λάβει γνώση της βούλησης του εργοδότη για λύση της σύμβασης (ΑΠ 1003/2017, ΑΠ 2234/2013, ΑΠ 1619/2006).

Η καταγγελία μπορεί να γίνει και σιωπηρά, δηλαδή με πράξεις ή ενέργειες από τις οποίες προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο και σαφή η βούλησή του εργοδότη για λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, όπως συμβαίνει στη περίπτωση που ο εργοδότης, επικαλούμενος οικειοθελή παραίτηση του μισθωτού, αρνείται να αποδεχθεί την προσφερόμενη από αυτόν εργασία.

Και στην τελευταία περίπτωση η ως άνω τρίμηνη προθεσμία αρχίζει από την επομένη ημέρα της γνώσης από τον μισθωτό της εκδηλωθείσας βούλησης του εργοδότη του να λύσει τη σύμβαση εργασίας με καταγγελία ( ΑΠ 1003/2017).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 144/2019, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Εξάλλου, παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, αν και κατά την ανέλεγκτη προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα επίσης διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 192/2020, ΑΠ 968/2018, ΑΠ 416/2018).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. (ΑΠ 368/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση με το πρώτο σκέλος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ του πρώτου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, αν και διαπίστωσε ασάφεια ως προς την από 9.3.2012 μονομερή απευθυντέα δήλωσή της προς τον αναιρεσίβλητο, με την οποία αυτή κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ειδικότερα ως προς το εάν πρόκειται για απλή ενημέρωση επικείμενης καταγγελίας ή για προφορική καταγγελία με διήμερη προθεσμία ή για προφορική καταγγελία χωρίς καθόλου προθεσμία, παρέλειψε να προσφύγει για την ερμηνεία της στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, στις οποίες, εάν προσέφευγε θα αποφαινόταν ότι πρόκειται περί προφορικής καταγγελίας χωρίς λόγο και θα απέρριπτε την ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου, που επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα την 13.6.2012, ως ασκηθείσα μετά πάροδο της κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955 τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμία.

Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ίδιου λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι με ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία δέχθηκε ότι στις 12.3.2012 η αναιρεσείουσα κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος και κατόπιν αυτού έκρινε ότι η αγωγή του έχει ασκηθεί εμπροθέσμως, εντός, δηλαδή, της κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955 τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας.

Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, για τον αναιρετικό έλεγχο του πρώτου λόγου αναίρεσης, προκύπτει ότι ως προς το χρόνο της εκ μέρους της εναγομένης -εκκαλούσας-αναιρεσείουσας καταγγελίας της αορίστου χρόνου σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) κατά λέξη τα ακόλουθα (βλ.7ο φύλλο αυτής): "Η έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του τελευταίου (εννοείται του ενάγοντος-αναιρεσίβλητου) από την εναγομένη (αναιρεσείουσα) του κοινοποιήθηκε με δικαστικό επιμελητή στις 12.3.2012, ημερομηνία κατά την οποία η εκκαλούσα (αναιρεσείουσα) έπαψε να αποδέχεται και τις υπηρεσίες του, όπως εξάλλου αναφέρεται και στο ίδιο το έγγραφο (της καταγγελίας).

Την 9.3.2012 η τελευταία απλώς τον ενημέρωσε ότι μεταξύ των επικείμενων απολύσεων επρόκειτο να συμπεριληφθεί και η δική του, χωρίς ωστόσο να σταματήσει να αποδέχεται τις υπηρεσίες του και χωρίς να προσδιορίζει χρονικά την ημερομηνία της απόλυσής του. Η ενημέρωση ότι επίκειται η απόλυσή του ήταν αυτή που προκάλεσε την παρέμβαση του σωματείου.

Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι στις 9.3.2012 τον κάλεσαν να παραλάβει το έγγραφο της καταγγελίας του και ότι αυτός αρνήθηκε. Εάν ωστόσο τούτο ήταν αληθές, τότε η αναγραφόμενη στο έγγραφο της καταγγελίας ημερομηνία απόλυσής του θα ήταν αυτή της 9.3.2012. Ωστόσο το έγγραφο της καταγγελίας αναγράφει ως ημερομηνία απόλυσης την 12.3.2012, ημερομηνία που συμπίπτει με την κοινοποίηση με δικαστικό επιμελητή προς τον ενάγοντα του άνω εγγράφου και ημερομηνία κατά την οποία η εναγομένη έπαψε να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του.

Εξάλλου και η εναγομένη στο έγγραφο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του αναφέρει ως τελευταία ημέρα εργασίας την 12.3.2012.

Συνεπώς και με βάση τα ανωτέρω προκύπτει ότι η ημερομηνία καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ήταν αυτή της 12.3.2012, οπότε και λύθηκε η σχέση εργασίας του και συνεπώς η υπό κρίση αγωγή του, που κοινοποιήθηκε στην εναγομένη την 13.6.2012, ασκήθηκε εντός της τρίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας". Με τις σκέψεις αυτές το Μονομελές Εφετείο Αθηνών απέρριψε τον σχετικό πρώτο λόγο της από 3.1.2014 έφεσης της εναγομένης-εκκαλούσας -αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας τη με αριθμό 3131/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί ότι η από 12.6.2012 αγωγή του ενάγοντος -εφεσίβλητου -αναιρεσίβλητου ασκήθηκε μέσα στην τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955.

Υπό τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955, 167, 168, 169, 241, 279, 280 του ΑΚ, που αναπτύσσονται στην προηγηθείσα σκέψη, καθόσον δέχθηκε ότι την 12.3.2012 έλαβε χώρα και ανέπτυξε τη διαπλαστική της ενέργεια η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου του εργαζόμενου -αναιρεσίβλητου.

Διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ακριβή ημερομηνία της εκ μέρους της εναγομένης -αναιρεσείουσας ως άνω καταγγελίας της και ως προς την, ως εκ τούτου, εμπρόθεσμη, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955, άσκηση της ένδικης αγωγής του ενάγοντος-αναιρεσίβλητου.

Περαιτέρω, το δικαστήριο της ουσίας ορθά δεν προσέφυγε στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, για την ερμηνεία της δικαιοπρακτικής βούλησης της εναγομένης-αναιρεσείουσας καθόσον, κατά τις παρατεθείσες παραδοχές του, την 12.3.2012 η εναγομένη -αναιρεσείουσα δήλωσε με πληρότητα και σαφήνεια τη βούλησή της να καταγγείλει τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας, ενώ την 9.3.2012 "απλώς" ενημέρωσε τον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο "ότι μεταξύ των επικείμενων απολύσεων επρόκειτο να συμπεριληφθεί και δική του, χωρίς ωστόσο να σταματήσει να αποδέχεται τις υπηρεσίες του και χωρίς να προσδιορίζει χρονικά την ημερομηνία της απόλυσής του".

Εξάλλου, η ακόλουθη φράση του Εφετείου (βλ πρόσθια σελίδα 9ου φύλλου της προσβαλλόμενης απόφασης): "Συνεπώς η ανωτέρω δραστηριότητά του (εννοείται του ενάγοντος-αναιρεσίβλητου) ως μέλους της διοίκησης του κλαδικού σωματείου ήταν η αιτία που δεν εργάσθηκε το υπόλοιπο της βάρδιάς του την Παρασκευή 9.3.2012, καθώς και ο λόγος που τη Δευτέρα στις 12.3.2012 το πρωί ο δικαστικός επιμελητής τον βρήκε στο σπίτι του και όχι στην εργασία του και όχι επειδή είχε αποδεχθεί την απόλυσή του", την οποία αποσπασματικά παραθέτει η αναιρεσείουσα, συνιστά κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης απορρέουσα από τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ως προς τη γνώση της εναγομένης-εκκαλούσας -αναιρεσείουσας της συνδικαλιστικής δράσης του ενάγοντος-εφεσίβλητου -αναιρεσίβλητου και, έτσι, κατέληξε να απορρίψει τον περί του αντιθέτου τέταρτο λόγο της έφεσής της.

Το ως άνω πόρισμα, δηλαδή, δεν συνάγεται από πραγματικό περιστατικό σχετικό με το κρίσιμο ζήτημα της ημερομηνίας της εκ μέρους της αναιρεσείουσας-εργοδότριας καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του αναιρεσίβλητου -εργαζόμενου και δεν αντιφάσκει ούτε αποδυναμώνει την κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ως προς την παραδοχή του ότι η επίδικη καταγγελία έγινε στις 12.3.2012, με την επίδοση του φέροντος την ίδια ημερομηνία εγγράφου της στον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο.

Κατά συνέπεια, ο προαναφερθείς πρώτος αναιρετικός λόγος, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, τα δε λοιπά υποστηριζόμενα στον ίδιο λόγο αναίρεσης πλήττουν υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικής πλημμέλειας την ουσία της υπόθεσης, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, όπως βάσιμα υποστηρίζει και ο αναιρεσίβλητος με τις από 15.10.2021 προτάσεις του, και συνεπώς προβάλλονται απαραδέκτως (αρθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης) με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά επί εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό διελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 720/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά για αυτό καθορίζει ο νόμος, όχι, όμως, και στην περίπτωση που, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (ΚΠολΔ 340), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με τα άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία, διότι η εκτίμηση αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 96/2019, ΑΠ 570/2016).

Επιπλέον, από το συνδυασμό των διατάξεων 393 παρ. 2 του ΚΠολΔ, 438 και 440 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι τα κατά το άρθρο 438 του ίδιου Κώδικα δημόσια έγγραφα αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους, ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται, όμως, ανταπόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να προσβληθούν για πλαστότητα (ΑΠ 97/2018, ΑΠ 749/2017, ΑΠ 361/2004), η ανταπόδειξη δε διεξάγεται και με μάρτυρες, αφού δεν πρόκειται για σύμβαση ή συλλογική πράξη ούτε για απόδειξη κατά περιεχομένου εγγράφου, για τα οποία υπάρχει ο περιορισμός του άρθρου 393 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 455/1993).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι το Εφετείο, δεχόμενο "πέραν πάσης αμφιβολίας" ότι το κλαδικό σωματείο με την επωνυμία "ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ ΕΡΓΑΤΟΫΠΑΛΛΗΛΩΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΚΙΝΗΣΗΣ ΤΥΠΟΠΟΙΗΜΕΝΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΓΑΛΑΚΤΟΣ, ΠΟΤΩΝ, ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ" κατά τον κρίσιμο χρόνο των αρχαιρεσιών του (27.11/05.12.2011) είχε 1.341 εγγεγραμμένα μέλη, σύμφωνα με το αποκαλούμενο "μητρώο μελών" του σωματείου, το οποίο αναβαθμίζει ως το επίσημο τοιούτο, και όχι 650 εγγεγραμμένα μέλη, όπως αναγράφεται στο με αριθμό 855-27.11/05.12.2011 πρακτικό αρχαιρεσιών του, που υπογράφεται από πέντε δικαστικούς λειτουργούς, αφενός προέβη σε "απροκάλυπτη και προκλητική παραμόρφωση του ακριβούς και αληθινού περιεχομένου των ως άνω κρίσιμων και ουσιωδών εγγράφων" και αφετέρου προσέδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη στο έγγραφο που αυτό εξέλαβε ως το "επίσημο μητρώο μελών".

Ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης κατά το σκέλος του από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην μείζονα σκέψη είναι απαράδεκτος. Τούτο διότι η προβαλλόμενη αιτίαση δεν αφορά σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση των ως άνω εγγράφων από το δικαστήριο της ουσίας, αλλά αναφέρεται στο αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο αυτό κατέληξε από την εν λόγω ανάγνωση και το οποίο είναι διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό.

Επί πλέον δε επισημαίνεται ότι από την επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο του με επίκληση προσκομιζομένου ως άνω με αριθ. 855-27.11/05.12.2011 πρακτικού αρχαιρεσιών, για το οποίο προβάλλεται η αιτίαση περί παραμόρφωσης του περιεχομένου του από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι ο αυτός αριθμός (650) αναγράφεται στο εν λόγω πρακτικό τόσο ως αριθμός των εγγεγραμμένων και ταμειακά εντάξει μελών του εν λόγω εργατικού σωματείου, όσο και ως αριθμός εγκύρων ψηφοδελτίων (με μηδέν άκυρα) που κατ' ακολουθία αντιστοιχεί στους ψηφίσαντες, όπερ άτοπο, γεγονός που επιστηρίζει επαρκώς την παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασης (βλ.

φύλλο 8° αυτής) ότι "...εκ προφανούς παραδρομής του συντάκτη αναγράφηκε ότι τα συνολικά εγγεγραμμένα μέλη είναι 650, αριθμός που ωστόσο αντιστοιχεί στους ψηφίσαντες" και ότι, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της προσβαλλόμενης, ο αριθμός των εγγεγραμμένων μελών του σωματείου, με βάση το καταχωρημένο στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών μητρώο μελών, ανερχόταν σε 1341 (μέλη).

Επίσης, ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το σκέλος του από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, διότι, κατά την προηγηθείσα σκέψη, η προβαλλόμενη αιτίαση αναφέρεται στο πραγματικό γεγονός του αριθμού των εγγεγραμμένων μελών του προαναφερθέντος κλαδικού σωματείου που αναγράφεται σε καθένα από τα ως άνω έγγραφα, για την αλήθεια του οποίου επιτρέπεται ανταπόδειξη.

Με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι με βάση τις παρατιθέμενες παραδοχές του το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, με το να αποδώσει στην κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος (αναιρεσιβλήτου) Α.

Γ., που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, μεγαλύτερη αξιοπιστία και βαρύτητα σε σχέση με τη με επίκληση προσκομισθείσα από την εναγομένη (αναιρεσείουσα) τηλεομοιοτυπία, με την οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, το πρώτον στις 12.3.2012 ενημερώθηκε για την εκλογή του ενάγοντος -αναιρεσίβλητου στο Διοικητικό Συμβούλιο του προαναφερθέντος κλαδικού σωματείου.

Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι τα ως άνω αποδεικτικά μέσα έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη και εκτιμώνται, κατά τον κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ, ελεύθερα από το δικαστήριο της ουσίας. Σύμφωνα, λοιπόν, με όσα προεκτέθηκαν και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η από 24.10.2019 και με αριθμό κατάθεσης 10075/969/2019 αίτηση αναίρεσης.

Κατόπιν αυτού παρέλκει το αίτημα της αναιρεσείουσας, το οποίο υπέβαλε με το αναιρετήριο, περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση (άρθρο 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ), ζητώντας να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος στην επιστροφή του ποσού που του κατέβαλε σε εκτέλεση της προσωρινώς εκτελεστής διάταξης της με αριθμό 3131/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Τέλος, η αναιρεσείουσα, που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, γενομένου δεκτού του σχετικού του αιτήματος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24.10.2019 και με αριθμό κατάθεσης 10075/969/25.10.2019 αίτηση αναίρεσης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 3 Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ