Legislator Case Law & Legislation
377/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in car accident case, upholding lower court's finding of no liability for insurance company.

Case Number 377/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Chamber of the Patras Court of Appeal, ordering the return of the appeal bond and awarding costs. The appellant argued that material damages to his car resulted from a traffic accident caused exclusively by the first plaintiff, whose vehicle was insured by the respondent company. The lower court rejected this claim, stating that the appellant failed to prove the respondent's insured vehicle was involved in the accident or that the first plaintiff was at fault. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible as the lower court's decision was legally sound and based on insufficient evidence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 297, 300, 330, 914 of the Civil Code; The burden of proof lies on the party claiming liability, and an appeal is inadmissible if the lower court correctly found that the plaintiff failed to establish the necessary elements of tort liability.

Keywords

AI generated
tort liability burden of proof traffic accident insurance company appeal inadmissible civil code provisions damages assessment

Cited Legislation

AI generated
Articles 297, 298, 300, 330 and 914 of the Civil Code
Article 681A of the Code of Civil Procedure
Articles 577 paragraphs 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 paragraph 1 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 12/2020
Supreme Court Case 88/2019

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 377 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 377/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Π. του Λ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λαμπρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΑΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάζαρο Χατζηθέμελη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 08.12.2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 85/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 341/2014 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 22.12.2014 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 1179/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 304/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25.07.2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Ευστάθιο Νίκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[1] Εισάγεται προς συζήτηση η από 25.07.2019 (με αριθ. καταθ. 30/26-7-2019 στο Εφετείο Πατρών) με αριθμό δικογραφίας 1403/11-10-2019 αίτηση αναίρεσης της υπ' αρ. 304/2017 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ), η οποία έχει ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).

[2] Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 88/2019).

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη (ΑΠ 88/2019).

Αμέλεια, κατ’ άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος στην πρόκληση ή στην επαύξηση της ζημίας του, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 88/2019, ΑΠ 270/2018).

Οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος (ΑΠ 270/2018). Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ., για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 210/2013).

Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, δηλαδή για το ότι το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 548/2020, ΑΠ 403/2015, ΑΠ 1305/2014).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 270/2018).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά «έλλειψη αιτιολογίας», ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της «ανεπαρκής αιτιολογία», ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους «αντιφατική αιτιολογία» (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 367/2020).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 367/2020).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος, καθόσον ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 548/2020, ΟλΑΠ 861/1983).

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 1547/1997). Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν «αιτιολογία» της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 551/2020) ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 548/2020, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1751/2017, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1987/2007).

[3] Στην ερευνώμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την προσβαλλόμενη (εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ ) υπ'αρ. 304/2017 απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, αναφορικά με τα κρίσιμα και ουσιώδη για την ένδικη αίτηση αναίρεσης ζητήματα των συνθηκών υπό τις οποίες τελέστηκε το ένδικο ατύχημα, καθώς και της υπαιτιότητας ή μη και κυρίως της εμπλοκής σε αυτό ή μη του πρώτου εναγόμενου οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧ επιβατικού αυτοκινήτου ιδιοκτησίας του (ο οποίος δεν ήταν διάδικος στην κατ’ έφεση δίκη και κατά οποίου δεν στρέφεται η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης), το οποίο (με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧ επιβατικό αυτοκίνητο) ήταν ασφαλισμένο στην δεύτερη εναγομένη - εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία, τα εξής πραγματικά περιστατικά αυτολεξεί παρατιθέμενα:

«| […] Την 30.04.2008 ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος, κάτοικος …, συνταξιούχος, πρώην ιδιοκτήτης χωµατουργικών µηχανηµάτων, είχε στην αποκλειστική κυριότητά του το υπ’ αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ 5θέσιο αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής FUJI ΗΕΑVY [SUBARU] τύπου 89 TRIBECA, 3.000 cc, µε ηµεροµηνία πρώτης άδειας κυκλοφορίας την 03.05.2007, όπως προκύπτει από την προσκοµιζόµενη άδεια κυκλοφορίας αυτού, ενώ ο πρώτος εναγόµενος (µη διάδικος στην παρούσα δευτεροβάθµια δίκη) Α. Π., κάτοικος …, ο οποίος γνώριζε τον ενάγοντα διότι δραστηριοποιούνταν στον ίδιο επαγγελµατικό χώρο, αφού και αυτός επίσης διαθέτει χωµατουργικά µηχανήµατα, είχε στην αποκλειστική κυριότητά του το υπ’ αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής ΤΟΥΟΤΑ, το οποίο κατά το χρόνο εκείνο ήταν ασφαλισµένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εδρεύουσα στην Αθήνα, δεύτερη εναγοµένη και ήδη εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία µε την επωνυµία «ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ANTAΣΦAΛIΣΤΙΚH ΕΤΑΙΡΕΙΑ».

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι το υπ’ αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο του ενάγοντος πράγµατι υπέστη εκτεταµένες υλικές ζηµίες και αρχικά µεταφέρθηκε στην αντιπροσωπεία της SUBARU στην … (επί της ΝΕ.Ο. ... αρ. …) και ακολούθως –σε χρόνο που δεν προκύπτει από το αποδεικτικό υλικό – εισήλθε προς επισκευή στο ευρισκόµενο στη ... αρ. … στην …, συνεργείο επισκευής αυτοκινήτων του Χ. Σ. και παρέµεινε εκεί τόσο την 15.05.2008, όταν κατ’ εντολή του ενάγοντος διενήργησε αυτοψία στο εν λόγω όχηµα ο µηχανολόγος–µηχανικός Α. Π. για να συντάξει την από 15.05.2008 τεχνική έκθεση του, όσο και την 05.06.2008, όταν µετέβη ο ερευνητής τροχαίων ατυχηµάτων, (Λ.-)Α. Δ. Σ., ο οποίος κατόπιν εντολής και για λογαριασµό της δεύτερης εναγοµένης και ήδη εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρείας, σε χρόνο προγενέστερο άσκησης της από 08.12.2008 (αριθ. εκθ. καταθ. 548-432/9-12-2008) αγωγής, διενεργούσε έρευνα για τις συνθήκες τέλεσης. Εν τέλει την 6-10-2008 το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο του ενάγοντος πωλήθηκε από τον τελευταίο –χωρίς ΦΠΑ µε το καθεστώς του άρθρου 45 του Ν. 2859/2000 – στην αντιπροσωπεία της SUBARU στην … και δη στην εταιρεία περιορισµένης ευθύνης µε την επωνυµία «... Ε.ΠΕ.-ΕΜΠΟΡΙΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΩΝ» αντί τιμήματος 15.000 ευρώ , όπως προκύπτει από το προσκοµιζόµενο υπ' αριθ. …/6-10-2008 τιµολόγιο αγοράς της ανωτέρω εταιρείας.

Όπως προεκτέθηκε στη µείζονα σκέψη, ο ζηµιωθείς τρίτος – ενάγοντας απευθείας τον ασφαλιστή κατά το άρθρο 10 § 1 Ν. 489/ 1976 – έχει το βάρος επίκλησης και απόδειξης (άρθρο 338 § 1 ΚΠολΔ) ότι η ζηµία προκλήθηκε στον τρίτο πράγµατι από το ασφαλισµένο στον εναγόµενο ασφαλιστή αυτοκίνητο.

Στην προκείµενη περίπτωση, δεν αποδεικνύεται από τον φέροντα το σχετικό δικονοµικό βάρος ενάγοντα ότι το ανωτέρω επιζήµιο αποτέλεσµα, ήτοι οι υλικές ζηµίες του υπ’ αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου του ενάγοντος, προκλήθηκαν στον τελευταίο πράγµατι από την εµπλοκή και δη την παρεµβολή του ασφαλισµένου στη δεύτερη εναγοµένη και ήδη εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία αυτοκίνητου λόγω αµελούς πράξης του πρώτου εναγοµένου-ασφαλισµένου της.

Τούτο διότι ενόψει της άρνησης της δεύτερης εναγοµένης και ήδη εκκαλούσας ως προς τις συνθήκες τέλεσης του ένδικου ατυχήµατος δεν δηµιουργείται ασφαλής και πλήρης δικανική πεποίθηση στο παρόν Δικαστήριο ότι τα κρίσιµα αµφισβητούµενα από τη δεύτερη εναγοµένη ασφαλιστική εταιρεία πραγµατικά περιστατικά –που αποτελούν στην προκείµενη δίκη και το αντικείµενο απόδειξης– έλαβαν χώρα έτσι όπως τα εκθέτει ο ενάγων στην από 08.12.2008 (αριθ.

εκθ. καταθ. 548-432/9-12-2008) αγωγή του. Ειδικότερα και σύµφωνα µε όσα προεκτέθηκαν στη µείζονα σκέψη, δεν αποδεικνύεται η τέλεση αδικοπραξίας από τον φερόµενο ως υπαίτιο της επικαλούµενης, προς θεµελίωση της αξίωσης αποζηµίωσης, πρώτο εναγόµενο και συνεπώς, αφού δεν θεµελιώνεται εµπλοκή του πρώτου εναγοµένου στην επέλευση του επικαλούµενου τροχαίου ατυχήµατος και των εξ αυτού αποτελεσµάτων, τότε δεν γεννάται σε βάρος της δεύτερης εναγοµένης και ήδη εκκαλούσας ασφαλιστικής του εταιρίας, υποχρέωση αποζηµίωσης του προβάλλοντας εαυτόν ως ζηµιωθέντα εκ του τροχαίου ατυχήµατος ενάγοντος.

Συγκεκριµένα, δεν αποδεικνύεται (µε την έννοια ότι δεν δηµιουργείται ασφαλής και πλήρης δικανική πεποίθηση στο παρόν Δικαστήριο) , ότι οι εκτεταµένες υλικές ζηµίες στο υπ’ αριθ. κυκλοφορίας ... IΧΕ οφείλονται στην παρεµβολή του υπ’ αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητου, εργοστασίου κατασκευής ΤΟΥΟΤΑ, του πρώτου εναγόµενου, Α.

Π. και τούτο παρά [α] τη δικαστική οµολογία του τελευταίου, αφού αυτός (πρώτος εναγόµενος) παριστάµενος πρωτοδίκως µετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του δήλωσε στο ακροατήριο ότι συνοµολογεί την αγωγή ως προς την υπαιτιότητα και τις συνθήκες τέλεσης του ατυχήµατος, και η οµολογία του αυτή ενεργεί κατ’ άρθρο 75 § 1 ΚΠολΔ, υποκειµενικά και δεν επηρεάζει τη θέση της ομοδίκου του , δεύτερης εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρείας, η οποία αρνήθηκε αιτιολογημένα την αγωγή και προέβαλε ένσταση απoκλειστικής υπαιτιότητας του ενάγοντος, άλλως συνυπαιτιότητας κατά ποσοστό 90% και [β] την εξώδικη ομολογία του πρώτου εναγόμενου, που απορρέει: [i] τόσο από την από 05.05.2008 υπεύθυνη δήλωση ατυχήματος που υπέβαλε ο ίδιος (ο πρώτος εναγόμενος) προς τη δεύτερη εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ασφαλιστική του εταιρεία, [ii] όσο και από την από 26.06.2008 υπεύθυνη δήλωσή του (δηλ.

πρώτου εναγόμενου) για τις συνθήκες τέλεσης του ατυχήματος προς τον ερευνητή τροχαίο ατυχημάτων, (Λ.-)Α. Δ. Σ., που κατόπιν εντολής και για λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρείας, σε χρόνο προγενέστερο άσκησης της από 08.12.2008 (αριθ. εκθ. καταθ. 548-432/9-12-2008) αγωγής, διενεργούσε έρευνα για τις συνθήκες τέλεσης του αναφερόμενου ατυχήματος.

Ειδικότερα η δεύτερη εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία, η οποία ως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, δεν βαρύνεται δικονομικά με τον ισχυρισμό ότι υπήρξε οποιαδήποτε συμπαικτική συμφωνία μεταξύ του φερόμενου ως ζημιωθέντος τρίτου (ενάγοντος) και του ασφαλισμένου (πρώτου εναγόμενου), αλλά προέβαλλε ανταποδεικτικά ότι το ασφαλισμένο σε αυτήν φερόμενο ως ζημιογόνο υπ’ αριθ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο δεν είχε καμία συμμετοχή στην πρόκληση του αναφερόμενου ατυχήματος και ότι το τελευταίο προκλήθηκε με άλλο τρόπο που δεν θεμελιώνει πάντως ευθύνη της –σημειωτέον ότι ο άλλος αυτός τρόπος εκφεύγει του αντικειμένου απόδειξης της παρούσας υπόθεσης– κατόρθωσε να κλονίσει μέσω των αντιφάσεων που επισημαίνει –για τις οποίες γίνεται λόγος κατωτέρω– την αξιοπιστία των αποδεικτικών μέσων του ενάγοντος, επιτρέποντας έτι περαιτέρω βάσει ισχυρών ενδείξεων που αποκλείουν τη διαδρομή των περιστατικών όπως τα εμφανίζει ο ενάγων το σχηματισμό της υπόνοιας ότι δεν πρόκειται για πραγματικό ατύχημα.

Τα στοιχεία που κλονίζουν την δικανική πεποίθηση του Δικαστηρίου είναι:

[α] δεν κλήθηκε η τροχαία, συνεπώς, πλην της µαρτυρίας των δύο φερόµενων ως εµπλεκόµενων οδηγών δεν επιβεβαιώνεται η παρουσία του φερόµενου ως ζηµιογόνου οχήµατος του δεύτερου εναγοµένου στον αναφερόµενο στην αγωγή ως τόπο του ατυχήµατος, αλλά µόνο η παρουσία του οχήµατος του ενάγοντος από τη βεβαίωση της εταιρείας οδικής βοήθειας,

[β] οι αντιφάσεις στην ώρα επέλευσης του φερόµενου τροχαίου ατυχήµατος,

[γ] οι φερόµενοι ως εµπλεκόµενοι οδηγοί γνωρίζονται επαγγελµατικά,

[δ] υπάρχουν αντιφάσεις ως προς την ύπαρξη συνεπιβατών,

[ε] είναι αµφίβολη η παρουσία του αναφερόµενου από τους δύο οδηγούς ως αυτόπτη µάρτυρα, Μ. Π. του Λ., ο οποίος τυγχάνει φίλος του ενάγοντος και δραστηριοποιείται επαγγελµατικά στον ίδιο χώρο τόσο µε τον ενάγοντα όσο και τον πρώτο εναγόµενο, και

[στ] παρά την ακινητοποίηση του οχήµατος του ενάγοντος και τις εκτεταµένες υλικές ζηµίες, ο ενάγων αρκείται στην υπόσχεση του εναγοµένου για τη σύνταξη σχετικής δήλωσης στη δεύτερη εναγοµένη και ήδη εκκαλούσα ασφαλιστική του εταιρεία, δήλωση η οποία συντάσσεται την 05.05.2008, ήτοι πέντε ηµέρες µετά το φερόµενο ατύχηµα (30.04.2008).

Αναλυτικότερα: Εντύπωση προξενεί το γεγονός ότι για το αναφερόµενο τροχαίο ατύχηµα δεν κλήθηκε η Τροχαία και ως εκ τούτου ουδέν σχετικό έγγραφο έχει συνταχθεί που να βεβαιώνει την παρουσία του υπ’ αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητου την 30.04.2008 και περί ώρα 00:45 (όπως αναφέρεται στο αγωγικό δικόγραφο και στην από 05.05.2008 υπεύθυνη δήλωση του πρώτου εναγόµενου οδηγού προς τη δεύτερη εναγοµένη και ήδη εκκαλούσα ασφαλιστική του εταιρεία, καθώς και στην από 05.05.2008 υπεύθυνη δήλωση του ενάγοντος προς τη δική του ασφαλιστική εταιρεία «ΕΟΣ», ενώ ώρα 00:35 αναφέρεται στην από 06.06.2008 υπεύθυνη δήλωσή του ενάγοντος για τις συνθήκες τέλεσης του ατυχήµατος προς τον ερευνητή τροχαίο ατυχηµάτων, (Λ.-)Α.

Δ. Σ. και 00:30 αναφέρεται στην από 26.06. 2008 υπεύθυνη δήλωσή του φερόµενου ως αυτόπτη µάρτυρα Μ. Π. του Λ. για τις συνθήκες τέλεσης του ατυχήµατος προς τον ίδιο ως άνω ερευνητή) που φέρεται ότι έλαβε ώρα το επικαλούµενο, στην αγωγή τροχαίο ατύχηµα επί της επί της Παλαιάς Εθνικής Οδού Πατρών - Αιγίου και δη στη χθ 108.000 + 300 και µάλιστα υπό τις συνθήκες που αναφέρονται στην από 8-12-2008 (αριθ.

εκθ. καταθ. 548-432/9-12-2008) αγωγή. Το µόνο έγγραφο που υπάρχει και προσκοµίζεται είναι η οπό 26.05.2008 βεβαίωση της εδρεύουσας στην Καλλιθέα Αττικής, ανώνυµης εταιρείας οδικής βοήθειας, µε την επωνυµία «EXΤRA SERVICE S.A», στην οποία βεβαιώνεται ότι ο ενάγων κάλεσε την ανωτέρω εταιρεία στις 30.04.2008 και περί ώρα 00:35 κατόπιν τροχαίου ατυχήµατος και ότι ο συνεργάτης της που κλήθηκε να εξυπηρετήσει το περιστατικό µετέφερε το όχηµα του ενάγοντος από τον οικισµό Λαµπίρη (κάτω από τη γέφυρα Π.Ε.Ο.

Αιγίου - Πατρών) στην αντιπροσωπεία της SUBARU στην … . Από το ιδιωτικό όµως αυτό έγγραφο, στο οποίο δεν αναφέρονται οι συνθήκες του ατυχήµατος, ούτε εάν ενεπλάκησαν σε αυτό άλλα οχήµατα και ποια, αποδεικνύεται µόνο το γεγονός της παρουσίας του υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ. αυτοκίνητου του ενάγοντος την 30.04.2008 και περί ώρα 00:35 επί της επί της Παλαιάς Εθνικής Οδού Πατρών - Αιγίου, στη χθ 108.000 + 300, αλλά δεν αποδεικνύεται η παρουσία του υπ’ αριθ.

κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητου του πρώτου εναγοµένου.

Για το γεγονός ότι δεν κλήθηκε η Τροχαία, αρχικά ο ενάγων στην από 06.06.2008 υπεύθυνη δήλωσή του για τις συνθήκες τέλεσης του ατυχήµατος προς τον ερευνητή τροχαίο ατυχηµάτων, (Λ.-)Α. Δ. Σ., υποστήριξε ότι κάλεσε την αστυνοµία, απλά δεν µπορούσε να έρθει σε επικοινωνία διότι συνεχώς η τηλεφωνική γραµµή ήταν κατειληµµένη.

Όταν ο ανωτέρω ερευνητής ζήτησε από τον ενάγοντα να του προσκοµίσει την αναλυτική κατάσταση του κινητού του τηλεφώνου στην οποία θα αναγραφόταν η κλήση του στην Τροχαία, τότε ο ενάγων του αvέφερε ότι έκανε λάθος και ότι τηλεφώνησε ο αυτόπτης µάρτυρας του ατυχήµατος (εννοεί τον Μ. Π. του Λ.), διότι ο ίδιος µε τον άλλο οδηγό (πρώτο εναγόµενο) ρύθµιζαν την κίνηση των οχηµάτων έως ότου µεταβεί ο γερανός για να παραλάβει το όχηµά του για να µην προκληθεί άλλο ατύχηµα (βλ. 3η σελ.

της από 27.06.2006 έκθεσης έρευνας συνθηκών ατυχήµατος). Ερωτηθείς σχετικά δε ο Μ. Π. του Λ. από τον ανωτέρω ερευνητή τροχαίο ατυχηµάτων, Α. Δ. Σ., του ανέφερε συνεχώς ότι δεν θα παραστεί σε δικαστήριο εάν γίνει, διότι ο φίλος του [ο ενάγων] δεν είχε καλέσει την Τροχαία και δεν µπορούσε να αποδείξει ότι το ατύχηµα είναι πραγµατικό.

Όταν ο ανωτέρω ερευνητής ζήτησε από τον Π. Μ. να του προσκοµίσει την αναλυτική κατάσταση του κινητού του τηλεφώνου στην οποία θα αναγραφόταν η κλήση του στην Τροχαία σύµφωνα µε τα όσα του είχε δηλώσει ο ενάγων, τότε ο Μ. Π. ανέφερε στον ανωτέρω ερευνητή ότι δεν είχε τηλεφωνήσει στην Τροχαία. Και οι δύο φερόµενοι ως εµπλεκόµενοι οδηγοί ήτοι ενάγων -εφεσίβλητος και ο πρώτος εναγόµενος, οι οποίοι γνωρίζονται επαγγελµατικά αλλά δεν συνδέονται συγγενικά, αφού όπως δήλωσε ο ενάγων τον πρώτο εναγόµενο τον γνώριζε πριν το φερόµενο ατύχηµα διότι ήταν πρώην συνάδελφος του αφού διέθετε χωµατουργικά µηχανήµατα, υποστήριξαν µε τις από 06.06.2008 και 26.06.2008 υπεύθυνες δηλώσεις του αναφορικά µε τις συνθήκες τέλεσης του επικαλούµενου ατυχήµατος προς τον ερευνητή τροχαίο ατυχηµάτων, (Λ.-)Α.

Δ. Σ., την παρουσία αυτόπτη µάρτυρα και δη του Μ. Π. του Λ., γεγονός όµως το οποίο ουδείς εξ αυτών αναφέρει στις από 05.05.2008 υπεύθυνες δηλώσεις τους προς την ασφαλιστική του εταιρεία έκαστος, ενώ υποπίπτουν σε αντιφάσεις τόσο αναφορικά µε το χρώµα αυτοκινήτου του φερόµενου ως αυτόπτη, αφού ο µεν ενάγων αναφέρεται σε «αγροτικό όχηµα µάρκας VW TARO χρώµατος πράσινου», ο δε πρώτος εναγόµενος αναφέρεται σε «λευκό αγροτικό», ενώ ο ίδιος ο Μ.

Π. αναφέρει ότι οδηγούσε το «όχηµά του µάρκας VW TARO χρώµατος λευκού», ενώ κατά τη συνάντηση του µε τον εν λόγω ερευνητή στις 27.06.2008 στο … ισχυρίστηκε ότι οδηγούσε «όχηµά του µάρκας VW Kaddy χρώµατος λευκού».

Σε αντιφάσεις εξάλλου υποπίπτουν οι φερόµενοι ως εµπλεκόµενοι οδηγοί και αναφορικά µε την απουσία συνεπιβατών στα φερόµενα ως εµπλακέντα οχήµατα και συγκεκριµένα µε τον μεν ενάγοντα και το φερόµενο αυτόπτη µάρτυρα να υποστηρίζουν την απουσία συνεπιβατών και τον πρώτο εναγόµενο να αναφέρει ως συνεπιβάτη στο δικό του όχηµα µία γυναίκα, τα στοιχεία της οποίας αρνήθηκε να αποκαλύψει.

Περαιτέρω, ο φερόµενος ως αυτόπτης µάρτυρας, Μ. Π. του Λ., ο οποίος δραστηριοποιείται επαγγελµατικά στον ίδιο χώρο µε τους φερόµενους ως εµπλεκόµενους οδηγούς (χωµατουργικές εργασίες) και τυγχάνει φίλος του ενάγοντος, στην από 26.06.2008 υπεύθυνη δήλωση προς τον ερευνητή τροχαίων ατυχηµάτων (Λ.-)Α. Δ. Σ. αναφέρει ότι σε συνοµιλία που είχε µε τον ενάγοντα µετά ο συµβάν ο τελευταίος (ενάγων) του ανέφερε ότι ο λόγος που ο πρώτος εναγόµενος εισήλθε στην λωρίδα κυκλοφορίας του ενάγοντος ήταν διότι µπήκε ένα έντοµο στο όχηµά του, ενώ ο ενάγων- εφεσίβλητος και ο πρώτος εναγόµενος δήλωσαν σχετικά ότι ο λόγος που ο πρώτος εναγόµενος εισήλθε στην λωρίδα κυκλοφορίας του ενάγοντος–εφεσιβλήτου ήταν διότι έπεσε από τον πρώτο εναγόµενο στο κάθισµα του αυτοκινήτου του το τσιγάρο που κάπνιζε.

Είναι δε χαρακτηριστικό ότι όταν ζητήθηκε από τον φερόµενο ως αυτόπτη µάρτυρα Π. Μ. να αναφέρει τις πραγµατικές συνθήκες του ατυχήµατος στον ερευνητή εν τέλει δήλωσε στον τελευταίο ότι δεν είδε καλά εάν το όχηµα µάρκας TOYOTA Corollα (του πρώτου εναγοµένου) εισήλθε στο αντίθετο ρεύµα κυκλοφορίας του ενάγοντος.

Οι δε µαρτυρίες τρίτων προσώπων και δη του µάρτυρα που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθµιου δικαστηρίου µηχανικού αυτοκινήτων Ν. Τ. ή περιέχονται στις ανωτέρω αναφερόµενες ένορκες βεβαιώσεις και δη του Π. Ν., γαµπρού του ενάγοντος βασίζονται στις διηγήσεις του τελευταίου (ενάγοντος) και συνεπώς ουδέν εισφέρουν στο πρωταρχικό κρίσιµο αµφισβητούµενο από τη δεύτερη εναγοµένη και ήδη εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία πραγµατικό περιστατικό της εµπλοκής του υπ' αριθ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητου του πρώτου εναγόµενου. Σηµειωτέον ότι αντικείµενο απόδειξης δεν είναι το πώς προκλήθηκαν οι εκτεταµένες πράγµατι υλικές ζηµίες στο υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ του ενάγοντος, αλλά εάν αυτές οφείλονται στην παρεµβολή του υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητου του πρώτου εναγόµενου, Α.

Π., κρίσιµο αµφισβητούµενο από τη δεύτερη εναγοµένη και ήδη εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία πραγµατικό γεγονός, το οποίο στην προκείµενη περίπτωση δεν αποδείχθηκε, όπως ουδεµία συµµετοχή του εν λόγω οχήµατος στο επιζήµιο αποτέλεσµα αποδείχθηκε.

Συνεπώς εν προκειµένω δεν µπορεί να γίνει λόγος για ειδικότερες συνθήκες τέλεσης του επικαλούµενου ατυχήµατος, αφού δεν αποδείχθηκε καν η ύπαρξη του φερόµενου ως ζηµιογόνου ογήµατος υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητου του πρώτου εναγόµενου, Α. Π. στον φερόµενο τόπο τέλεσης του. Περαιτέρω ενόψει του ότι δεν αποδείχθηκε ότι το φερόµενο ως ζηµιογόνο υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... Ι.X.E. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του πρώτου εναγοµένου, το οποίο είναι ασφαλισµένο στην δεύτερη εναγοµένη και ήδη εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία, ενεπλάκη στο ένδικο ατύχηµα, ο ενάγων ουδεµία αξίωση διατηρεί κατά της δεύτερης εναγοµένης και ήδη εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρείας και η από 08.12.2008 (αριθ. εκθ. καταθ. 548-432/9-12-2008) αγωγή του έπρεπε να απορριφθεί ως προς τη δεύτερη εναγοµένη ασφαλιστική εταιρεία, ως κατ’ ουσίαν αβάσιµη.

Εποµένως, το πρωτοβάθµιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε εν µέρει την αγωγή ως και κατ' ουσίαν βάσιµη και υποχρέωσε τη δεύτερη εναγοµένη, εις ολόκληρον µε τον πρώτο εναγόµενο, να καταβάλει νοµιµότοκα στον ενάγοντα, το ποσό των 40.000 ευρώ µε το νόµιµο τόκο από την επίδοση της αγωγής µέχρι την εξόφληση, εσφαλµένως τις αποδείξεις εκτίµησε. Γι’ αυτό, κατά παραδοχή και ως κατ’ ουσίαν βάσιµου των σχετικών πρώτου και δεύτερου λόγων της ένδικης από 27.09.2010 (αριθ. εκθ. καταθ. 58/27-9-2010) έφεσης, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουµένη απόφαση κατά το µέρος που εκκαλείται και δη µόνο προς τη δεύτερη εναγοµένη - εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία. Ακολούθως, αφού κρατηθεί και εκδικαστεί η από 08.12.2008 (αριθ. εκθ. καταθ. 548-432/9-12-2008) αγωγή από το Δικαστήριο τούτο μόνο ως προς τη δεύτερη εναγοµένη, πρέπει να απορριφθεί η ανωτέρω αγωγή ως προς αυτήν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Τα δικαστικά έξοδα [...] |» .

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιµους τους πρώτου και δεύτερο λόγους της από 27.09.2010 (αριθ. εκθ. καταθ. 58/27-9-2010) έφεσης της τώρα αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε εν μέρει και δη µόνο προς τη δεύτερη εναγοµένη - εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία την πρωτόδικη υπ'αριθ. 85/2010 εκκαλουµένη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου και στην συνέχεια, αφού διακράτησε την υπόθεση και δίκασε την από 08.12.2008 (αριθ. εκθ. καταθ. 548-432/9-12-2008) αγωγή μόνο ως προς τη δεύτερη εναγοµένη, απέρριψε την ως άνω αγωγή ως αβάσιμη ως προς την δεύτερη εναγοµένη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία.

[4] Ήδη, με τον μοναδικό λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και αληθώς μόνο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα των ειδικότερων συνθηκών του ατυχήματος και ιδιαίτερα στο κρίσιμο ζήτημα της εμπλοκής του αναιρεσείοντος και του εναγομένου, μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, οδηγού Α. Π. και της τυχόν υπαιτιότητάς τους, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για το αν εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι οι διατάξεις των άρθρων 297, 300, 330 και 914, αναφορικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης παραπάνω ζήτημα.

Ειδικότερα, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο:

1) δεν διευκρινίζει επαρκώς για ποίο λόγο οδηγούν αναγκαίως στην κρίση ότι υπήρξε συμπαιγνία στην κατασκευή εικονικού ατυχήματος μεταξύ του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείντος και του πρώτου εναγομένου (που δεν είναι διάδικος στην αναιρετική δίκη), το ΙΧΕ αυτοκίνητο του οποίου ήταν ασφαλισμένο στην τώρα αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, οι ακόλουθες παραδοχές της προσβαλλόμενης, ότι δηλαδή:

Α) δεν κλήθηκε η τροχαία παρότι δεν υπήρχε τραυματισμός ώστε να υφίσταται σχετική υποχρέωση ,

Β) οι διαφοροποιήσεις ως προς την ακριβή ώρα κατά την οποία φέρεται ότι συνέβη το ένδικο τροχαίο ατύχημα, αφού: (α) στο μεν αγωγικό δικόγραφο και στην από 05.05.2008 υπεύθυνη δήλωση του πρώτου εναγόµενου οδηγού προς τη δεύτερη εναγοµένη και εκκαλούσα ασφαλιστική του εταιρεία αναγράφεται ώρα 00:45, (β) ενώ στην από 06.06.2008 υπεύθυνη δήλωση του ενάγοντος για τις συνθήκες τέλεσης του ατυχήµατος προς τον ερευνητή τροχαίο ατυχηµάτων (Λ.-)Α. Δ. Σ. αναγράφεται ώρα 00:35, (γ) στην δε από 26.06.2008 υπεύθυνη δήλωσή του φερόµενου ως αυτόπτη µάρτυρα Μ. Π. του Λ. για τις συνθήκες τέλεσης του ατυχήµατος προς τον ίδιο ως άνω ερευνητή αναγράφεται ώρα 00:30. Ότι η ως άνω παραδοχή της απόφασης σε σχέση με τις διαφοροποιήσεις στην ώρα είναι ασαφής και με λογικά κενά.

Γ) το γεγονός ότι ο ενάγων και ο πρώτος εναγόμενος γνωρίζονταν επαγγελματικά, αλλά δεν συνδέονταν συγγενικά, ήταν πρώην συνάδελφοι.

Δ) το γεγονός ότι ο μεν ενάγων και ο φερόμενος αυτόπτης μάρτυς Μ. Π. υποστήριζαν την απουσία συνεπιβατών ενώ ο πρώτος εναγόµενος ανέφερε ότι υπήρχε συνεπιβάτης στο δικό του όχηµα µία γυναίκα, τα στοιχεία της οποίας αρνήθηκε να αποκαλύψει.

Ε) το γεγονός ότι ο φερόµενος ως αυτόπτης µάρτυρας του ατυχήματος Μ. Π. (στα πλαίσια της από 05.06.2008 έρευνας του προαναφερθέντος Λ.-Α. Δ. Σ.) τυγχάνει φίλος του ενάγοντος.

ΣΤ) παρά την ακινητοποίηση του οχήµατος του ενάγοντος και τις εκτεταµένες υλικές ζηµίες, ο ενάγων αρκέστηκε στην υπόσχεση του εναγοµένου για τη σύνταξη σχετικής δήλωσης στη δεύτερη εναγοµένη ασφαλιστική του εταιρεία, δήλωση η οποία συντάχθηκε την 05.05.2008, ήτοι πέντε ηµέρες µετά το φερόµενο ατύχηµα (30.04.2008).

Ότι το Εφετείο:

2) δεν διευκρινίζει πώς έγινε το ατύχημα και πώς προκλήθηκαν οι (κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης) εκτεταμένες υλικές ζηµίες στο αυτοκίνητο του ενάγοντος - ήδη αναιρεσείοντος,

3) δεν διευκρινίζει ποία ιδιαίτερη σχέση συνδέει τον ενάγοντα με τον πρώτο εναγομένο (που δεν είναι διάδικος στην αναιρετική δίκη), το ΙΧΕ αυτοκίνητο του οποίου ήταν ασφαλισμένο στην τώρα αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, ώστε αυτός, παρότι ήταν απλός γνωστός του ενάγοντος, προκειµένου να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα του ενάγοντος, να κάνει ψευδή δήλωση ατυχήματος προς την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία και να προβεί σε δικαστική ομολογία προς το πρωτοβάθµιο δικαστήριο με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητά του στην πρόκληση του επίδικου ατυχήματος.

4) Ότι το Εφετείο, αντιφατικά αφενός δέχεται ότι ο πρώτος εναγόµενος (µη διάδικος στην παρούσα δευτεροβάθµια δίκη) Α. Π., το ΙΧΕ αυτοκίνητο του οποίου ήταν ασφαλισμένο στην τώρα αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία προέβη σε συμπαικτική δήλωση ατυχήματος προς την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία επειδή ήταν γνωστός και συνάδελφος του ενάγοντος, αφετέρου δέχεται ότι ο ενάγων δεν κάλεσε την αστυνομία και αρκέστηκε στην υπόσχεση του ίδιου πρώτου εναγόµενου Α. Π., που ήταν απλός γνωστός του ενάγοντα και δεν συνδεόταν με συγγενική σχέση με αυτόν (ενάγοντα) για τη σύνταξη σχετικής δήλωσης στη δεύτερη εναγοµένη ασφαλιστική του εταιρεία, δήλωση η οποία συντάχθηκε την 05.05.2008, ήτοι πέντε ηµέρες µετά το φερόµενο ατύχηµα (30.04.2008).

5) Ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι δεν αποδεικνύεται (με την έννοια της δημιουργίας ασφαλούς και πλήρους δικανικής πεποίθησης στο δικαστήριο) ότι οι εκτεταμένες υλικές ζηµίες στο αυτοκίνητο του ενάγοντος - ήδη αναιρεσείοντος οφείλονται στην παρεμβολή του φερόμενου ως ζημιογόνου υπ' αριθ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητου του πρώτου εναγόμενου που ήταν ασφαλισµένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τώρα αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, για τον λόγο ότι υπάρχουν αντιφάσεις μεταξύ των καταθέσεων του ενάγοντος, του (συνομολογήσαντος την υπαιτιότητά του) πρώτου εναγόμενου και του φερόµενου ως αυτόπτη µάρτυρα του ατυχήματος Μ.

Π., στις καταθέσεις που δόθηκαν υπ'αυτών στα πλαίσια της από 5-6-2008 έρευνας του προαναφερθέντος ερευνητή τροχαίου ατυχήματος Λ.-Α. Δ. Σ., σε σχέση με τον λόγο για τον οποίο δεν κλήθηκε η τροχαία στον τόπο του ενδίκου ατυχήματος, σε σχέση με το χρώμα του αυτοκινήτου του φερόµενου ως αυτόπτη µάρτυρα, σε σχέση με την απουσία ή μη συνεπιβατών στα εμπλεκόμενα οχήματα, και σε σχέση με την αιτία για την οποία φέρεται ο πρώτος εναγόμενος ότι εισήλθε στην λωρίδα κυκλοφορίας του ενάγοντος , ενώ ο ερευνητής του τροχαίου ατυχήματος Λ.-Α.

Δ. Σ. στην κατάθεσή του στο πρωτοβάθµιο δικαστήριο και στην από 05.06.2008 έρευνά του περιορίζεται στην επισήμανση αντιφάσεων μεταξύ των ληφθεισών από τον ίδιο δηλώσεων του ενάγοντος (τώρα αναιρεσείοντος) και του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη οδηγού του φερόμενου ζημιογόνου αυτοκινήτου και της δήλωσης (Μ.) Π., ο οποίος εξετάστηκε από τον ως άνω ερευνητή ως αυτόπτης μάρτυρας προταθείς από τον ενάγοντα (τώρα αναιρεσείοντα), ενώ δεν προτάθηκε από τον ενάγοντα ή τον πρώτο εναγόμενο ως αυτόπτης μάρτυς στον εν λόγω ερευνητή, ή στο δικαστήριο, δεν εξετάστηκε στο δικαστήριο και δεν έδωσε ένορκη βεβαίωση στα πλαίσια της ένδικης υπόθεσης.

Ο μοναδικός αυτός λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτος, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, καθόσον, με την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας από το λόγο αυτόν, προβάλλονται αιτιάσεις (που ανάγονται σε διεξοδική ανάλυση λεπτομερειών) για την κατ’ άρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες ο αναιρεσείων έχει διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα που εκτίθεται σαφώς, ως προς το ζήτημα των συνθηκών τέλεσης του ατυχήματος, και ιδιαίτερα της μη εμπλοκής σε αυτό του φερόμενου ως ζημιογόνου οχήματος που ήταν ασφαλισμένο στην τώρα αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία.

Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος καθόσον το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά τα ανωτέρω στο οικείο κεφάλαιο της παρούσης αυτολεξεί παρατεθέντα, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες (αιτιολογίες) καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των επικαλούμενων διατάξεων των άρθρων 297, 300, 330 και 914 ΑΚ και ειδικότερα ως προς τους έχοντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμούς του ενάγοντος - εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος ότι οι υλικές ζημιές που υπέστη το ΙΧΕ αυτοκίνητό του οφειλονται στο φερόμενο ως γενόμενο κατά τις περιγραφόμενες στην ένδικη αγωγή συνθήκες ένδικο τροχαίο ατύχημα , φερόμενο ως οφειλόμενο σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγόμενου Α.

Π., το φερόμενο ως ζημιογόνο όχημα του οποίου ήταν ασφαλισμένο στην δεύτερη εναγομένη- εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, αιτιολόγησε δε το Εφετείο με σαφήνεια και πληρότητα τους λόγους για τους οποίους έκρινε ότι οι εκτεταµένες πράγµατι υλικές ζηµίες στο υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε.

του ενάγοντος δεν οφείλονται στην παρεµβολή του υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητου του πρώτου εναγόµενου, Α. Π. (που δεν ήταν διάδικος στην κατ'έφεση και στην παρούσα δίκη), ότι ουδεµία συµµετοχή του εν λόγω οχήµατος στο επιζήµιο αποτέλεσµα αποδείχθηκε, ότι δεν αποδείχθηκε κάν η ύπαρξη του φερόµενου ως ζηµιογόνου ογήµατος υπ' αριθ.

κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου του προαναφερθέντος Α. Π. στον φερόµενο τόπο τέλεσης του και ότι, συνακόλουθα, ενόψει του ότι δεν αποδείχθηκε ότι το φερόµενο ως ζηµιογόνο υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... Ι.X.E. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του ως άνω πρώτου εναγοµένου, το οποίο ήταν ασφαλισµένο στην δεύτερη εναγοµένη - εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, ενεπλάκη στο ένδικο ατύχηµα, ο ενάγων ουδεµία αξίωση διατηρεί κατά της δεύτερης εναγοµένης εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και η από 08.12.2008 (αριθ.

εκθ. καταθ. 548-432/9-12-2008) αγωγή του έπρεπε να απορριφθεί ως προς τη δεύτερη εναγοµένη-εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, ως κατ' ουσίαν αβάσιµη.

[5] Εν όψει των προαναφερθέντων, ο προαναφερθείς μοναδικός λόγος αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και κατ’ ορθή εκτίμηση μόνο από τον αριθμό 19 του ιδίου άρθρου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, κατά τα προαναφερθέντα. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει). Τέλος, ο αναιρεσείων που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της παριστάμενης αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25.07.2019 αίτηση αναίρεσης του Γ. Π. του Λ. κατά της υπ’ αριθμ. 304/2017 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ