377/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/9/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 2481/2010 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου με την οποία κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4273/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2110/2015 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/3/2017 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated377/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΥΔ.Α.Π.) που εκδόθηκε σε εκτέλεση της παραγράφου 2 του άρθρου 22 του νόμου 1068/1980, όπως τότε ίσχυε και ο οποίος εγκρίθηκε με το π.δ. 6/1986, δεν προβλεπόταν ρητά η επιβάρυνση με τέλη χρήσης υπονόμου, των κοινόχρηστων παροχών ύδατος, τούτο δεν αναιρεί τη διαπίστωση ότι από τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν η επιβάρυνση και των παροχών αυτών με τέλη χρήσης υπονόμου, εμφανιζόταν και τότε ως αυτονόητα νόμιμη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 377 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 377/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη - Εισηγητή, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Γ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας, παραστάθηκε με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΗΣ Ε.Υ.Δ.Α.Π. Α.Ε.", που εδρεύει στο Γαλάτσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαδημητρόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/9/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 2481/2010 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου με την οποία κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4273/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2110/2015 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/3/2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και του άρθρου 16 παρ. 1 εδ. α και παρ. 4 του νόμου 1068/1980 "Περί συστάσεως ενιαίου φορέως Υδρεύσεως - Αποχετεύσεως Πρωτευούσης", "συνιστάται Ανώνυμος Εταιρεία, ανήκουσα εξ ολοκλήρου εις το Κράτος λειτουργούσα χάριν του δημοσίου συμφέροντος, κατά τους κανόνας της ιδιωτικής οικονομίας, υποκειμένη εις τας περί Ανωνύμων Εταιρειών διατάξεις, εκτός αν άλλως ορίζεται υπό του παρόντος νόμου ή άλλων ειδικών διατάξεων, δια της συγχωνεύσεως του ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΗΣ (Ο.Α.Π.) και της ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΥΔΑΤΩΝ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ ΑΘΗΝΩΝ - ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΧΩΡΩΝ (Ε.Ε.Υ.)" (άρθρο 1 παρ. 1), "οι ιδιοκτήται των ακινήτων των συνδεομένων μετά των δικτύων υποχρεούνται εις την καταβολήν του τέλους χρήσεως υπονόμου και τέλους υδρεύσεως, εισπραττομένων δια των λογαριασμών καταναλώσεως ύδατος κατά τα εν άρθρω 19 του παρόντος οριζόμενα" (άρθρο 16 παρ. 1 εδ.
α). Τα τέλη χρήσης υπονόμου είναι εκείνα που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 εδ. γ του ν.δ/τος 2722/1953 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των διατάξεων, των αφορωσών τον Οργανισμόν Αποχετεύσεως της περιοχής. Πρωτευούσης", όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ. 1 του νόμου 4129/1961. Σε εκτέλεση της παραγράφου 4 του άρθρου 4 του νόμου 1068/1980 εκδόθηκε το π.δ. 85 της 7ης/23ης-3-1984 "Καθορισμός δικαιώματος χρήσεως υπονόμων σε ειδικές κατηγορίες ακινήτων", με το άρθρο 1 του οποίου εγκρίθηκε η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΥΔΑΠ με τον αριθμό 1523/1-8- 1983, συμφωνά με την οποία τα κλιμάκια εκπτώσεων, στα προαναφερόμενα τέλη (ή δικαιώματα) χρήσης υπονόμου, καθορίστηκαν για ειδικές κατηγορίες ακινήτων, όπως στη συνέχεια....Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι προϋπόθεση για την επιβολή τελών χρήσης υπονόμου, τα οποία επιβάλλονται με σκοπό την αντιμετώπιση δαπανών συντήρησης του αποχετευτικού δικτύου και την κάλυψη υπηρεσιών συντήρησης των εξωτερικών διακλαδώσεων των ακινήτων, των βιολογικών καθαρισμών, των αντλιοστασίων κ.λπ., αποτελεί να υφίσταται ακίνητο που να είναι συνδεδεμένο με τα δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης.
Σε περίπτωση, δε, που το ακίνητο αυτό έχει υπαχθεί στο θεσμό της οριζόντιας ιδιοκτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ και του νόμου 3741/1929, τα τέλη χρήσης υπονόμου δεν επιβάλλονται μόνο στις αυτοτελείς και ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες της πολυώροφης οικοδομής, καθεμία από τις οποίες είναι αυτοτελώς συνδεδεμένη με τα δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης, αλλά επιβάλλονται στο ακίνητο , ("οι ιδιοκτήται των ακινήτων των συνδεομένων μετά των δικτύων......." - άρθρο 16 παρ. 1 εδ.
α του νόμου 1068/1980), δηλαδή και κατά το μέρος που υφίσταται σύμφωνα με το νόμο αναγκαστική συγκυριότητα στο έδαφος και τα κοινά μέρη του ακινήτου. Κατά συνέπεια, η αυτοτελής παροχή ύδρευσης που έχει χορηγηθεί σε πολυώροφη οικοδομή, η οποία έχει υπαχθεί στο θεσμό της οριζόντιας ιδιοκτησίας, νομίμως επιβαρύνεται με τέλη χρήσης υπονόμου, ανάλογα με την ένδειξη του υδρομετρητή της παροχής αυτής που αφορά την κατανάλωση ύδατος για καθεμία τιμολογούμενη χρονική περίοδο, ακόμη και στην περίπτωση που η παροχή αυτή χρησιμοποιείται αποκλειστικά για το πότισμα του κοινόχρηστου κήπου της πολυκατοικίας, οπότε κατά κανόνα - εάν δεν υφίστανται σ' αυτόν τεχνητά έργα, όπως τεχνητές λίμνες, σιντριβάνια, υδατοδεξαμενές κ.λπ.
που απαιτούν αποστράγγιση και παροχέτευση του νερού που περιέχουν στο αποχετευτικό δίκτυο- το νερό που καταναλώνεται, απορροφάται από το έδαφος και δεν αποχετεύεται στο δίκτυο της ΕΥΔΑΠ. Τούτο συνάγεται από τις προαναφερόμενες διατάξεις και ειδικότερα από τη διάταξη του άρθρου 1 αριθ. 2 του π.δ/τος 85 της 7ης/23ης-3-1984, με την οποία προβλέπεται έκπτωση 30% επί των τελών χρήσης υπονόμου ως προς τις παροχές που συνυδρεύουν σπίτια και ποτίζουν συνεχόμενους με τα σπίτια κήπους, με επιφάνεια μεγαλύτερη των 200 μ2, καθώς επίσης και ως προς τις παροχές που ποτίζουν αποκλειστικά κήπους, με επιφάνεια μεγαλύτερη των 200 μ2.
Άρα, η επιβολή τελών χρήσης υπονόμου σε περιπτώσεις παροχών ύδατος, μέσω των οποίων ποτίζονται αποκλειστικά κήποι, είναι νόμιμη, απλώς παρέχεται έκπτωση 30% επί των τελών χρήσης υπονόμου στην περίπτωση, κατά την οποία οι κήποι που ποτίζονται έχουν επιφάνεια μεγαλύτερη των 200 τετραγωνικών μέτρων. Παρά το γεγονός δε ότι στον κανονισμό λειτουργίας του δικτύου υπονόμων ακαθάρτων και βρόχινων νερών περιοχής αρμοδιότητας Εταιρείας Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως Πρωτευούσης (Ε.
ΥΔ.Α.Π.) που εκδόθηκε σε εκτέλεση της παραγράφου 2 του άρθρου 22 του νόμου 1068/1980, όπως τότε ίσχυε και ο οποίος εγκρίθηκε με το π.δ. 6/1986, δεν προβλεπόταν ρητά η επιβάρυνση με τέλη χρήσης υπονόμου, των κοινόχρηστων παροχών ύδατος, τούτο δεν αναιρεί τη διαπίστωση ότι από τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν η επιβάρυνση και των παροχών αυτών με τέλη χρήσης υπονόμου, εμφανιζόταν και τότε ως αυτονόητα νόμιμη.
Ήδη, με τον κανονισμό λειτουργίας δικτύου αποχέτευσης (Κ.Λ.Δ.Α.) της ΕΥΔΑΠ που εκδόθηκε σε εκτέλεση της παραγράφου 2 του άρθρου 22 του νόμου 1068/1980, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 8 παρ. 4 του νόμου 3481/2006 και εγκρίθηκε με την απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων με τον αριθμό ΔΙ6γ/010/178/Γ/21-4-2009, με τον οποίο καταργήθηκε ο κανονισμός που είχε εγκριθεί με το π.δ. 6/1986, τούτο προβλέπεται ρητά.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 αριθ. 1.2 της υπουργικής απόφασης, οι δαπάνες αποχέτευσης που βαρύνουν τους κυρίους των ακινήτων που αποχετεύονται στο δίκτυο αποχέτευσης της γεωγραφικής περιοχής δραστηριότητας της ΕΥΔΑΠ περιλαμβάνουν και τη δαπάνη που αντιστοιχεί στο "τέλος ή δικαίωμα χρήσεως υπονόμου".
Η δαπάνη αυτή είναι το ποσό που βάσει της παραγράφου Ια του άρθρου 11 και του άρθρου 16 του νόμου 1068/1980 εισπράττεται από την ΕΥΔΑΠ από το χρονικό σημείο που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 5 του νόμου 3212/2003, από κάθε ακίνητο που αποχετεύει καθ' οιονδήποτε τρόπο, άμεσα ή έμμεσα, τα ακάθαρτα του εσωτερικού του δικτύου στο δίκτυο αποχέτευσης, ανεξάρτητα εάν το ακίνητο αυτό υδρεύεται ή όχι, εν όλω ή εν μέρει, από το δίκτυο της ΕΥΔΑΠ, το τέλος δε αυτό, όταν το ακίνητο υδρεύεται από την ΕΥΔΑΠ, εισπράττεται με τους λογαριασμούς κατανάλωσης ύδατος που αντιστοιχούν σε όλους τους υδρομετρητές των παροχών του ακινήτου, συμπεριλαμβανομένου του υδρομετρητή της κοινόχρηστης παροχής.
Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας Του ουσιαστικού δίκαιου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005 ΑΠ 1355/2018).
Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 16 παρ.1 εδαφ.α', ν.1068/1980, 1 π.δ.85 7/23-3-84, 12 παρ.12 της Δ16γ/010/178/Γ/21-4-2009. Αποφάσεως του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ, 904 ΑΚ απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την κατά της αναιρεσιβλήτου εγερθείσα και επί των ως άνω διατάξεων επιχειρηθείσα να θεμελιωθεί ένδικη δε του αδικαιολογήτου πλουτισμού, αγωγή - αυτού δεχθείσα τη μη συνδρομή της απαιτουμένης για την επιστήριξή της επί των διατάξεων αυτών προϋποθέσεως της - ελλείψεως - νομίμου αιτίας της επελθούσης - περιουσιακής μετακινήσεως, παρόλο που η ορθή ερμηνεία αυτών απέκλειε την παραπάνω [περί νομικής αβασιμότητος] κρίση επιβάλλουσα την αποδοχή της αγωγής ως και νομικά βασίμου.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή, δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα τ'ακόλουθα: "Ο ενάγων-εκκαλών (αναιρεσείων ) άσκησε την από 18-9-2008 αγωγή του εναντίον της εναγομένης-εφεσίβλητης (αναιρεσίβλητης) με την οποία -αγωγή- ισχυρίστηκε ότι είναι κύριος διαμερίσματος στην πολυώροφη οικοδομή που περιγράφεται στην αγωγή και έχει εκλεγεί ως διαχειριστής της συνιδιοκτησίας της πολυκατοικίας αυτής, για αόριστο χρόνο.
Η συνιδιοκτησία της πολυκατοικίας έχει καταρτίσει σύμβαση με την εναγομένη για την ύδρευση των κοινόχρηστων χώρων αυτής και για το σκοπό αυτό έχει παραχωρηθεί από την εναγομένη αυτοτελής (κοινόχρηστη) παροχή ύδρευσης, από την οποία εξυπηρετείται το πότισμα του κοινόχρηστου κήπου της πολυκατοικίας.
Η συνιδιοκτησία της πολυκατοικίας κατά τη χρονική περίοδο κατανάλωσης από τις 4-6-2003 μέχρι και τις 10-12-2007, έχει καταβάλει στην εναγομένη, μέσω των λογαριασμών που η τελευταία κατά τακτά χρονικά διαστήματα εκδίδει και αποστέλλει στους αντισυμβαλλομένους της, το συνολικό ποσό των 1.804,29 ευρώ με τη μορφή τελών αποχέτευσης και των 327,43 ευρώ με τη μορφή φόρου προστιθέμενης αξίας που αναλογεί στα προαναφερόμενα τέλη, δηλαδή το συνολικό ποσό των 2.131,72 ευρώ, χωρίς νόμιμη αιτία και τούτο διότι η κατανάλωση που πραγματοποιείται μέσω της προαναφερόμενης παροχής ύδατος, δεν συνδέεται με οποιονδήποτε τρόπο με κανένα έργο κατασκευής, συντήρησης ή διατήρησης αποχέτευσης, αφού το πότισμα του κήπου δεν αφορά τις υπηρεσίες αυτές, ούτε βέβαια είναι συνδεδεμένος ο κήπος της πολυκατοικίας με το δίκτυο αποχέτευσης.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σ' αυτόν, με την ιδιότητά του ως διαχειριστή της συνιδιοκτησίας της πολυκατοικίας, το συνολικό ποσό των 2.131,72 ευρώ.....
Με το προαναφερόμενο ιστορικό και αίτημα η αγωγή κρίνεται νομικά αβάσιμη καθόσον ο [αγωγικός] ισχυρισμός ότι η κοινόχρηστη παροχή ύδατος που έχει χορηγηθεί από την εναγομένη στην πολυώροφη οικοδομή, η οποία έχει υπαχθεί στο θεσμό της οριζόντιας ιδιοκτησίας και στην οποία ο ενάγων ασκεί τα καθήκοντα του διαχειριστή της συνιδιοκτησίας, δεν -πρέπει να- βαρύνεται με τέλη χρήσης υπονόμου, δεδομένου ότι το νερό που καταναλώνεται μέσω αυτής της παροχής απορροφάται από το έδαφος και δεν αποχετεύεται στο δίκτυο της εναγομένης, δεν βρίσκει σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν [οι οποίες ταυτίζονται με αυτές της μείζονος σκέψεως της παρούσης] έρεισμα στο νόμο.
Επομένως, υφίσταται νόμιμη αιτία για την επικαλούμενη στο δικόγραφο της αγωγής περιουσιακή μετακίνηση και συγκεκριμένα για την είσπραξη από την εναγομένη των ποσών που με τη μορφή τελών χρήσης υπονόμου έχουν συμπεριληφθεί στους λογαριασμούς που έχουν εκδοθεί και αφορούν την κατανάλωση ύδατος από την κοινόχρηστη παροχή της πολυώροφης οικοδομής, κατά το αναφερόμενο στην αγωγή χρονικό διάστημα...
Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση (4273/2013 Π.Πρ.Α) δέχθηκε την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού αγωγή ως νομικά βάσιμη, απορρίπτοντας την ως κατ'ουσίαν αβάσιμη εσφαλμένα ερμηνεία και εφάρμοσε το νόμο....". Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη με τον παραπάνω [από το άρθρο 559 αρ.1α ΚΠολΔ] αναιρετικό λόγο πλημμέλεια καθόσον, μετ'ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων, απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την κατά της αναιρεσιβλήτου εγερθείσα και επί των εν λόγω διατάξεων επιχειρηθείσα να θεμελιωθεί ένδικη, εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, αγωγή αυτού δεχθού (το Εφετείο) τη μη κατάφαση των θεμελιωτικών της ασκουμένης αγωγικής [εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού] αξιώσεως προϋποθέσεων και ειδικότερα αυτής της μη συνδρομής παρανόμου αιτίας της περιγραφομένης στην αγωγή περιουσιακής μετακινήσεως με την ορθή αιτιολογία ότι τα τέλη χρήσεως υπονόμου επί ακινήτων υδρευομένων από την αναιρεσίβλητο (ΕΥΔΑΠ) βαρύνουν τους ιδιοκτήτες των ιδιοκτησιών στις οποίες εχει χορηγηθεί από την τελευταία παροχή ύδατος και εισπράττονται με τους σχετικούς λογαριασμούς που αντιστοιχούν στους υδρομετρητές των παροχών του ακινήτου, συμπεριλαμβανομένου και του υδρομετρητή τις κοινοχρήστου παροχής, ανεξαρτήτως της χρήσεως του αποχετευτικού δικτύου της αναιρεσιβλήτου, με αποτέλεσμα, κατά την σχετική παραδοχή της προσβαλλόμενης, "να υφίσταται νόμιμη αιτία για την επικαλούμενη στην αγωγή περιουσιακή μετακίνηση και συγκεκριμένα για την είσπραξη από την εναγομένη (αναιρεσίβλητο) των ποσών που με την μορφή χρήσης υπονόμου έχουν συμπεριληφθεί στους λογαριασμούς που έχουν εκδοθεί και αφορούν την κατανάλωση ύδατος από την κοινόχρηστη παροχή της πολυωρόφου οικοδομής της οποίας ο ενάγων (αναιρεσείων) είναι διαχειριστής" απορριπτομένου του αντιθέτου ισχυρισμού ότι η κοινόχρηστη παροχή δεν πρέπει να επιβαρυνθεί με τέλη χρήσεως υπονόμου επειδή το νερό που καταναλώνεται μέσω αυτής δεν παροχετεύεται στο δίκτυο της εναγομένης (αναιρεσιβλήτου).
Υπό τις πλήρεις παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης αποφάσεως οι οποίες δικαιολογούν την εξενεχθείσα κρίση υπό την έννοια της ορθής υπαγωγής των εκτιθεμένων στην αγωγή στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο δεν ευρίσκει έρεισμα εφαρμογής η προσβαλλόμενη από το αρθ.559 αρ.1 ΚΠολΔ αιτίαση η οποία για το λόγο αυτό, κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδαφ. β' ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήτοι τις γενικές αρχές για την εξέλιξη των φυσικών φαινομένων και των βιοτικών σχέσεων, που συνάγονται επαγωγικά από την εμπειρία, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα, μόνο όμως αναφορικά με την ανεύρεση δια αυτών της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν τις παραδοχές του και όχι για τη συναγωγή εμμέσου αποδείξεως ή αναφορικά με την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν (ΑΠ 208/11).
Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσδόθηκε σ' αυτόν από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων, χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, η ορθή, κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος, έννοια που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τά οποία ο δικαστής είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν (ΑΠ 225/09, ΑΠ 574/10).
Κατ’ ακολουθίαν αυτών ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η από το άρθρο 559 αρ. 1β ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι "το Εφετείο με το να δεχθεί ότι και στην περίπτωση που το νερό, από παροχή υδρομετρητή, το οποίο χρησιμοποιείται αποκλειστικά για το πότισμα κήπου πολυωρόφου οικοδομής και το οποίο απορροφάται εξ ολοκλήρου από το έδαφος, ο χρήστης της παροχής αυτής βαρύνεται με τέλη χρήσεως υπονόμου παρεβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας αφού από την εννοιολογική και τελολογική ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 16 παρ.22 ν.1068/1980, 8 ν.3481/07 16 Ν.3212/2013 και 1 ΠΔ 85/84 συνάγεται σαφώς ότι το τέλος αποχέτευσης θεσπίστηκε....και παραμένει ανταποδοτικό και μόνο ο χρήστης του αποχετευτικού δικτύου υποχρεούται στην καταβολή τέλους...." κρίνεται απορριπτέος ως ενδεής της επικλήσεως του κατά την παραπάνω μείζονα σκέψη απαιτουμένου για την πληρότητά αυτού [λόγου] στοιχείου του προσδιορισμού των διδαγμάτων της κοινής πείρας, [υπό την έννοια των γενικών αρχών για την εξέλιξη των βιοτικών σχέσεων που συνάγονται επαγωγικά από την εμπειρία, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα] - τα οποία (διδάγματα) κατά την προβαλλομένη ως άνω αιτίαση φέρονται ότι παραβιάστηκαν από την πληττομένη απόφαση.
Κατ'ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την [από 10-3-17 και με αριθμ.καταθ.150/17] αίτηση αναιρέσεως της 2110/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Απριλίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ