Legislator Case Law & Legislation
377/2019 AI generated

377/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 377/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα και Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

377/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).

Keywords

AI generated
overtime exceeding statutory hours reduction of salary pay policy staff reports of staff representatives excessive remuneration misappropriation of salary deductions
AI generated
172/2021
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Καλλιόπη Πανά και Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Αρεοπαγίτες.
78/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
1404/2009
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Σαράντη Δρινέα και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
6/2012
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
658/2009
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 377 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 377/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα και Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε" και με το διακριτικό τίτλο "... Ε.Π.Ε" που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, για την οποία παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος της Α. Ζ. ο οποίος διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο της τον Παναγιώτη Πατακιά, που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Δ. Λ. - Σ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Χειρδάρη, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/12/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 255/2015 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 30/8/2016 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 30.08.2016 και με αριθ. καταθ.22/30.08.2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 255/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης από 19.06.2013 εφέσεως της εναγόμενης (και ήδη αναιρεσίουσας) και της από 28.06.2013 εφέσεως της ενάγουσας (και ήδη αναιρεσίβλητης) κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 38/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, με την οποία είχε γίνει δεκτή κατά ένα μέρος η αγωγή. Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγιναν τυπικά δεκτές και κατ'ουσίαν οι ανωτέρω εφέσεις, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση και έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η από 5.12.2011 αγωγή. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 1632/2013).

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ( ΑΠ 84/2016 ΤΝΠ Νόμος).

Για ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ) οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998).

Σημειώνεται ότι ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος προϋποθέτει παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και δεν ιδρύεται επί παραβίασης κανόνα του δικονομικού δικαίου, ως η επικαλούμενη διάταξη του άρθρου 340 ΚΠολΔ ( ΑΠ 865/2017).

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ` του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 774/1996 ) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρισίμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 42/2002), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο) κατά τις παραπάνω διακρίσεις.

Για την ίδρυση πάντως του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 1134/1993). Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθησαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005).

Για τη πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρισίμου κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 54/2015).

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κλπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 841/2017, 638/2016, ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 559/2008, ΑΠ 141/2006).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1455/2009, ΑΠ 94/2008). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ ΑΠ 15/2006). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 455/2014). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποια, δηλαδή, στοιχεία αναγκαία για την επάρκειά τους λείπει και σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει (ΑΠ 121/2014, 1504/2011, 479/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε με την από 15.12.2011 αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, ότι με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσλήφθηκε από την εναγομένη εταιρία, που ασκεί επιχείρηση γενικού εμπορίου τροφίμων, ως βοηθός λογιστή, με μηνιαίο μισθό, προβλεπόμενο στις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας.

Ότι κατά τα έτη 2006 έως 2009 εργαζόταν από Δευτέρα έως Σάββατο, καθώς και δύο Κυριακές το μήνα, χωρίς να λαμβάνει αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης, χωρίς να αμείβεται για την παρασχεθείσα υπερεργασία και τις παράνομες υπερωρίες, την εργασία κατά τις Κυριακές και τη στέρηση της αναπληρωματικής ανάπαυσης, ενώ δεν της καταβάλλονταν τα δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα και επίδομα αδείας.

Ενόψει αυτών, ζήτησε για τις παραπάνω αιτίες, καθώς και για τις διαφορές αποδοχών των ετών 2006 και 2007, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 46.950,91 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την δήλη ημέρα καταβολής κάθε μερικότερου ποσού, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 38/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, με την οποία έγινε αυτή εν μέρει δεκτή.

Κατόπιν ασκήσεως εφέσεων αμφοτέρων των διαδίκων μερών, εκδόθηκε η προβαλλόμενη απόφαση με την οποία εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση και έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η από 15.12.2011 αγωγή. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε -μεταξύ των άλλων- τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα προσλήφθηκε την 1.3.2002 με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί ως βοηθός λογιστή στην ατομική επιχείρηση του Α.

Ζ. στους ..., με αντικείμενο γενικό εμπόριο τροφίμων, η οποία στη συνέχεια μετατράπηκε σε εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΠΕ" (εναγομένη). Στην ως άνω επιχείρηση η ενάγουσα απασχολήθηκε με την ίδια ιδιότητα έως τις 18.1.2011, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας. Κατά το επίδικο χρονικό διάστημα των ετών 2006-2009 οι ημέρες και ώρες εργασίας της είχαν ως εξής:

το έτος 2006 εργαζόταν κάθε εβδομάδα από Δευτέρα έως Παρασκευή, ενώ κατά τους μήνες Μάιο έως Οκτώβριο εργαζόταν και τα Σάββατα, καθώς και δύο Κυριακές το μήνα, χωρίς να της χορηγηθεί άλλη ημέρα ανάπαυσης εντός της εβδομάδος. Το δε ωράριό της ήταν το πρωί από τις 07:00 έως τις 14:30 και το απόγευμα από τις 19:00 έως τις 22:00, ήτοι συνολικά 10,5 ώρες ημερησίως.

Το έτος 2007 οι ημέρες εργασίας της ενάγουσας την εβδομάδα παρέμειναν ίδιες καθ' όλο το έτος, ενώ το ωράριό της ήταν το πρωί από τις 07:00 έως τις 14:30 και το απόγευμα από τις 17.00 έως τις 19.30, ήτοι 10 ώρες ημερησίως. Η ενάγουσα για την παραπάνω εργασία της, όπως συνομολογεί, ελάμβανε το ποσό των 750 ευρώ, πλην των μηνών από Μάιο έως Οκτώβριο κατά τους οποίους λάμβανε το ποσό των 850 ευρώ.

Από την συνεκτίμηση των ανωτέρω αποδεικτικών στοιχείων και, ιδίως από την παραπάνω διαφοροποίηση στο ύψος των αποδοχών της, αλλά και από τα τιμολόγια που προσκομίζει, ισχυριζόμενη ότι τα εξέδιδε η ίδια στα πλαίσια των καθηκόντων της, ως βοηθού λογιστή, τα οποία έχουν ημερομηνίες που αντιστοιχούν σε Σάββατα και Κυριακές, προκύπτει ότι η τελευταία εργαζόταν μόνο κατά τους ανωτέρω μήνες τις ημέρες αυτές.

Εξάλλου, τούτο είναι λογικό, καθόσον κατά τους μήνες της θερινής - τουριστικής περιόδου οι ανάγκες της επιχείρησης, λόγω του αντικειμένου της (χονδρική εμπορία ειδών τροφοδοσίας σε ξενοδοχεία, εστιατόρια κ.α.), ήταν αυξημένες. Η εκκαλουμένη, η οποία έκρινε ότι η ενάγουσα εργαζόταν τα Σάββατα και τις Κυριακές μόνον την ανωτέρω χρονική περίοδο και όχι ολόκληρο το έτος, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και ο σχετικός λόγος της έφεσης της ενάγουσας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ως προς το ωράριο εργασίας της ενάγουσας, τούτο αποδεικνύεται για μεν το έτος 2006 από την κατάθεση της μάρτυρος Μ. Π., που εξετάσθηκε στο ακροατήριο, η οποία εργαζόταν κατά το έτος εκείνο μαζί της στο λογιστήριο τις πρωινές και απογευματινές ώρες,; για δε το έτος 2007, από την ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος Ε. - Μ.

Π., που εργαζόταν στα γραφεία της εναγομένης από τον Ιανουάριο έως τον Νοέμβριο του έτους 2007, καθώς και από την ένορκη βεβαίωση της Α. - Α. Κ., η οποία, υπεύθυνη της διεύθυνσης ενός ξενοδοχείου στην περιοχή του ..., επισκεπτόταν σχεδόν καθημερινά την επιχείρηση της εναγομένης. Αντίθετα, η κατάθεση της μάρτυρος της εναγομένης, η οποία είναι σύζυγος ενός εκ των μελών της εναγομένης και η προσκομιζόμενη για πρώτη φορά στον παρόντα βαθμό ένορκη βεβαίωση του Μ.

Μ., ο οποίος είναι γαμπρός ενός εκ των μελών της εναγόμενης, οι οποίοι κατέθεσαν ότι η ενάγουσα εργαζόταν επί πενθήμερο από τις 8:00 π.μ. έως τις 16:00 μ.μ. δεν κρίνονται πειστικές λόγω της παραπάνω συγγενικής ..τους σχέσης. Επιπροσθέτως, οι προσκομιζόμενοι από την εναγομένη ετήσιοι πίνακες προσωπικού και ωρών εργασίας, που κατέθετε στο Τμήμα Επιθεώρησης Ζακύνθου, στους οποίους αναγράφεται ότι η ενάγουσα εργαζόταν επί πενθήμερο, οκτώ ώρες ημερησίως και ελάμβανε αποδοχές υπέρτερες των νομίμων, δεν μπορούν...να αναιρέσουν την πειστικότητα των παραπάνω καταθέσεων, καθόσον συντάχθηκαν από την εναγομένη, προφανώς για να εμφανίζεται απέναντι στις δημόσιες αρχές, ως συμμορφούμενη με τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, και, ως εκ τούτου, έχουν μειωμένη αποδεικτική ισχύ.

Τα επόμενα έτη, ήτοι τα έτη 2008 και 2009, η ενάγουσα εργαζόταν Δευτέρα έως Παρασκευή πρωί από ώρα 8:00 έως 14:00 και το απόγευμα από 17:00 έως 19:00

(8 ώρες ημερησίως) και τους μήνες Μάιο και Οκτώβριο από ώρα 07:00 έως 15:00 (8 ώρες ημερησίως), καθόσον ο σύζυγός της ξεκίνησε να λειτουργεί επιχείρηση - εστιατόριο, στο οποίο απασχολείτο και η ίδια τις απογευματινές ώρες. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι τα έτη 2008 και 2009 εργαζόταν στην επιχείρηση της εναγομένης επί τρίωρο τα Σάββατα, πλην όμως τούτο δεν αποδείχθηκε, καθόσον η μόνη μάρτυρας που αναφέρεται στην περίοδο αυτή, η Α. - Α.

Κ., στην ένορκη βεβαίωσή της καταθέτει ότι η ίδια είχε διαπιστώσει τις ημέρες και ώρες εργασίας της ενάγουσας μονάχα για τα έτη 2006 και 2007, ενώ για τα υπόλοιπα έτη δεν έχει ιδία γνώση, αλλά μόνο από πληροφόρηση της ενάγουσας. Η ανωτέρω κρίση δεν αναιρείται από τα προσκομιζόμενα τιμολόγια της περιόδου εκείνης, τα οποία έχουν ως παραλήπτη την επιχείρηση του συζύγου της (...

Ο.Ε), καθόσον ...η επιχείρηση της εναγομένης είχε και άλλους υπαλλήλους στο λογιστήριο, οι οποίοι μπορούσαν να εκδώσουν τιμολόγια, γεγονός το οποίο πιστοποιείται και από τη διαφορά των υπογραφών των παραπάνω τιμολογίων. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι η ενάγουσα εργαζόταν επί τρίωρο τα Σάββατα τα έτη 2008 και 2009 (χωρίς να της επιδικάσει το αντίστοιχο κονδύλιο, ελλείψει αιτήματος της αγωγής), εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και ως εκ τούτου ο σχετικός λόγος της έφεσης της εναγομένης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. .............Περαιτέρω η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι δεν έλαβε επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επίδομα αδείας των ετών 2006-2009.

Η εναγόμενη προέβαλε την ένσταση εξοφλήσεως (όλων των αξιώσεων της ενάγουσας και επομένως και των επιδομάτων),πλην όμως αυτή τυγχάνει απορριπτέα, αφενός λόγω της αοριστίας της, αφού δεν αναφέρει συγκεκριμένα ποια ακριβώς ποσά όφειλε και πόσα κατέβαλε, αφετέρου λόγω της μη απόδειξής της, καθόσον δεν προσκόμισε κανένα έγγραφο που να αποδεικνύει την καταβολή των επιδομάτων αυτών.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δεν επιδίκασε τα ως άνω επιδόματα για το λόγο ότι "κανένας μάρτυρας δεν κατέθεσε κάτι επ' αυτού", εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις.... Έτσι, η ενάγουσα δικαιούται : 1) για επίδομα εορτών Πάσχα 2006, το ποσό των 525 ευρώ (912,90 ευρώ ο νόμιμος μισθός + 137 ευρώ ο μέσος όρος αμοιβής υπερεργασίας = 1.050 / 2 = 525 ευρώ), 2) για επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2006 το ποσό των 1.081,39 ευρώ (940,39 ευρώ ο νόμιμος μισθός + 141 ευρώ ο μέσος όρος αμοιβής υπερεργασίας = 1.081,39 ευρώ), 3) για επίδομα αδείας έτους 2006 το ποσό των 540,69 ευρώ (940,39 ευρώ ο νόμιμος μισθός + 141 ευρώ ο μέσος όρος αμοιβής υπερεργασίας = 1.081,39 ευρώ / 2 = 540,69 ευρώ), 4) για επίδομα εορτών Πάσχα 2007, το ποσό των 555,24 ευρώ (965,68 ευρώ ο νόμιμος μισθός + 144,80 ευρώ ο μέσος όρος αμοιβής υπερεργασίας =1.110,48 ευρώ /2 = 555,24 ευρώ), 5) για επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2007 το ποσό των 1.171,85 ευρώ (1.019,05 ευρώ ο νόμιμος μισθός + 152,80 ευρώ ο μέσος όρος αμοιβής υπερεργασίας = 1.171,85 ευρώ), 6) για επίδομα αδείας έτους 2007 το ποσό των 586 ευρώ (1.019,05 ευρώ ο νόμιμος μισθός + 152,80 ευρώ ο μέσος όρος αμοιβής υπερεργασίας = 1.171,85 ευρώ /2 = 586 ευρώ), 7) για επίδομα εορτών Πάσχα 2008 το ποσό των 571,30 ευρώ (1.142,61 ευρώ ο νόμιμος μισθός / 2 = 571,30 ευρώ), 8) για επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2008 το ποσό των 1.182,59 ευρώ, 9) για επίδομα αδείας έτους 2008 το ποσό των 591,29 ευρώ (1.182,59 ευρώ /2 = 591,29 ευρώ), 10) για επίδομα εορτών Πάσχα 2009 το ποσό των 603,12 ευρώ (1.206,24 ο νόμιμος μισθός / 2 = 603,12 ευρώ), 11) για επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2009 το ποσό των 1.314,86 ευρώ, και 12) για επίδομα αδείας έτους 2009 το ποσό των 657,43 ευρώ (1.314,86 ευρώ / 2 = 657,43 ευρώ).

Συνολικά, λοιπόν, για την ανωτέρω αιτία, η ενάγουσα δικαιούται το συνολικό ποσό των 9.380,76 ευρώ (525 ευρώ + 1.081,39 ευρώ + 540,69 ευρώ + 555,24 ευρώ + 1.171,85 ευρώ + 586 ευρώ + 571,30 ευρώ + 1.182,59 ευρώ -+ 591,29 ευρώ + 603,12 ευρώ + 1.314,86 ευρώ + 657,43 ευρώ), νομιμοτόκως α) για τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων από την 31 Δεκεμβρίου του έτους, που το καθένα αφορά και έπρεπε να καταβληθεί, β) για τα επιδόματα εορτών Πάσχα, από 30 Απριλίου του έτους, που το καθένα αφορά και έπρεπε να καταβληθεί και γ) για τα επιδόματα αδείας, από το τέλος του έτους, που το καθένα αφορά και έπρεπε να καταβληθεί.

Επομένως, η εναγομένη οφείλει για τις ανωτέρω ιτιές να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 7.087,66 ευρώ (8.839,22 + 6.816,80 + 2.050,88 + 9.380,76). Η εναγομένη παραδεκτώς πρόβαλε στο πρωτοβαθμιο δικαστηριο με το εφετήριό της την ένσταση εξοφλήσεως όλων των απαιτήσεων "της ενάγουσας. Η παραπάνω ένσταση τυγχάνει απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη, καθόσον η εναγομένη δεν προσκόμισε έγγραφες εξοφλητικές αποδείξεις, στις οποίες να αναφέρονται τα επιμέρους ποσά και την αιτία καταβολής τους.

Εξάλλου, από το από 8.8.2011 ιδιωτικό συμφωνητικό - απόδειξη καταβολής, ποσού 15.000 ευρώ, το οποίο προσκομίζει, υποδεικνύεται ότι η εναγομένη εξόφλησε τις απαιτήσεις της ενάγουσας που αφορούσαν μεταγενέστερο χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα από το Νοέμβριο του 2010 μέχρι και τον Ιούλιο του 2011, ενώ ρητώς επιφυλάχθηκε για τις επίδικες αξιώσεις.

Ορθά, λοιπόν, η εκκαλουμένη απέρριψε σιωπηρά την ένσταση εξοφλήσεως και γι' αυτό ο αντίστοιχος λόγος εφέσεως της εναγομένης, με την οποία υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. ...." Η αναιρεσείουσα με το πρώτο λόγο του πρώτου κεφαλαίου της αναίρεσης επικαλείται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι με την εσφαλμένη παραδοχή ότι "η κατάθεση της μάρτυρος της εναγομένης , - οποία είναι σύζυγος ενός εκ των μελών της εναγομένης και η προσκομιζομενη για πρώτη φορά στον παρόντα βαθμό ένορκη βεβαίωση του Μ.

Μ., ο οποίος είναι γαμπρός ενός εκ των μελών της εναγομένης, οι οποίοι κατέθεσαν ότι η ενάγουσα εργαζόταν επί πενθήμερο από τις 8:00 π.μ έως τις 16:00 μ.μ δεν κρίνονται πειστικές λόγω της παραπάνω συγγενικής τους σχέσης" παραβιάσθηκε η διάταξη του άρθρου 340 ΚΠολΔ. Ο πρώτος αυτός λόγος για παράβαση του άρθρου 340 ΚΠολΔ είναι, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, απαράδεκτος, γιατί η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου.

Ο λόγος είναι απαράδεκτος και επειδή πλήττει την ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο του πρώτου κεφαλαίου του δικογράφου της αναίρεσης προβάλλει τις αιτιάσεις, α) ότι η προσβαλλομένη απόφαση παρέλειψε να λάβει υπ` όψη της αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα την κατάθεση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου της μάρτυρα Κ.

Τ. β) παρέλειψε να λάβει υπόψη της ως αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα την με αριθμο …897/2015 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Μ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Ζ. Β., η μη λήψη υπόψη των οποίων ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αναφορικά με την κρίση της προσβαλλομένης "ως προς το ωράριο εργασίας της ενάγουσας, ήτοι ότι εργαζόταν επί πενθήμερο και μόνον από την 08.00 έως την 16.00 και ελάμβανε όλες τις αποδοχές της".

Ο ως άνω αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 11γ` του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος διότι, σύμφωνα με όσα αναφερθήκαν, το Εφετείο, την εκ της ουσίας κρίση του σχημάτισε με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα και δη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, συνεπώς και την ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ένορκη κατάθεση της μάρτυρα της εναγόμενης Κ.

Τ., τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη ένορκες βεβαιώσεις μεταξύ των οποίων και την με αριθμό …897/2015 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Μ. Μ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Ζ. Β.), αλλά και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, όπως τούτο καθίσταται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης.

Η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο του πρώτου κεφαλαίου της αναίρεσης επικαλείται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚπολΔ, ισχυριζόμενη ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκή αιτιολογία ως προς τον χρόνο εργασίας τα αναιρεσίβλητης. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας γιατί δεν διαλαμβάνονται επαρκή πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από την προσβαλλόμενη, δεδομένου μάλιστα ότι δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή της αναιρεσείουσας, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση.

Πέραν αυτού, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι και κατά τα εκτιθέμενα ανωτέρω υπό την επίφαση της συνδρομής του άνω αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ πλήττει την ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του δευτέρου κεφαλαίου της αναίρεσης επικαλείται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη επί λέξει ότι " η αναιρεσιβαλλομένη παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου και τα διδάγματα της κοινής πείρας, αφού απορρίπτοντας την ένσταση εξοφλήσεως θα έπρεπε να την εκτιμήσει και να την εξετάσει και να τη λάβει υπόψιν ως άρνηση και να την αξιολογήσει σαν προταθέντα ισχυρισμό...".

Ο λόγος αυτός είναι απαραδεκτος λόγω αοριστίας γιατί δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου και τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν καθώς και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα.

Η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο του δευτέρου κεφαλαίου της αναίρεσης επικαλειται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό περί εξοφλήσεως των απαιτήσεων της ενάγουσας. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτόν και τον απέρριψε και επομένως ο ως άνω λόγος είναι αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρ. 559 αρ. 10 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο απ' αυτήν προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 242/2014, ΑΠ 273/11, ΑΠ 701/2008) χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογείται το καθένα χωριστά (ΑΠ 865/2017, ΑΠ 217/2016, 2031/2007, ΑΠ 499/2007).

Με τον τριτο λόγο του δευτέρου κεφαλαίου της αναιρέσεως προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε, για τη διατύπωση του αποδεικτικού της πορίσματος, ως αληθείς τους προβληθέντες από την αναιρεσίβλητη αγωγικούς ισχυρισμούς προς θεμελίωση της από 15.12.2011 αγωγής αυτής (περί επιδικάσεως σ' αυτην χρηματικών ποσών για επιδόματα και Δώρα), συνιστώντες πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ 10 ΚΠολΔ, (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1209/10), χωρίς να προσκομισθεί σχετική περί αυτών απόδειξη εκ μέρους της βαρυνομένης αναιρεσίβλητης - ενάγουσας.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος αφού, από την παραδεκτή (αρθ. 561 παρ 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, το αποδεικτικό πόρισμα αυτής διαμορφώθηκε με βάση τις προσκομισθείσες από τους διαδίκους αποδείξεις και ειδικότερα, κατά τη διαλαμβανομένη σ' αυτήν ρητή παραδοχή "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (βλ.

πρακτικά συνεδριάσεως), την υπ' αριθμ. ..990/6.9.2012 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα της ενάγουσας, Α. - Α. Κ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Α. Γ., την υπ' αριθμ. Φ. 663/11/2012 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα της ενάγουσας Ε. - Μ. Π. ενώπιον του γενικού Προξένου της Ελλάδος στο Σύδνεϊ, που λήφθηκαν μετά από προηγούμενη κλήτευση της εναγομένης (άρθρο 671 παρ.1 ΚΠολΔ), την υπ' αριθμ.

…897/3.3.2015 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα της εναγομένης Μ. I. Μ.., που λήφθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Ζ. Β., μετά από προηγούμενη I κλήτευση της ενάγουσας, προσκομιζόμενη για πρώτη φορά στο δεύτερο βαθμό παραδεκτώς (άρθρο 529 ΚΠολΔ) και από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι προσκομίζουν..". Δεν μπορεί να θεμελιώσει τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο η, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και εσφαλμένη, δικαστική κρίση, αφού η τελευταία, ως αναφερομένη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (πραγμάτων) είναι ανέλεγκτη αναιρετικά, κατ' αρθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 865/2017, ΑΠ 941/1992).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 13 του ΚΠολΔ, ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου για το βάρος της αποδείξεως, που θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως, νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 ΚΠολΔ κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους αποδείξεως, που προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας απόφασης περί αποδείξεως. Τέτοια όμως απόφαση δεν εκδίδεται, μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως με τα άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2915/2001 (AΠ 433/2007), στην ειδική διαδικασια των εργατικών διαφορών. Επομένως, ο τέταρτος λόγος του δευτέρου κεφαλαίου της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί το Εφετείο δεν εξέδωσε παρεμπίπτουσα απόφαση περί αποδείξεως, αλλά δίκασε με τη διαδικασία του άρθρου 270 ΚΠολΔ, και επομένως ο λόγος από το αρθρ.559 αριθ. 13 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (ΑΠ 811/2014, ΑΠ 433/2007, 276/2007).

Τέλος, η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο του δευτέρου κεφαλαίου της αναίρεσης επικαλείται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ ισχυριζόμενη ότι με την άνω εσφαλμένη εκτίμηση ως προς την παραδοχή των επιδομάτων η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκή αιτιολογία. Ο λόγος αυτός είναι επίσης απαράδεκτος λόγω αοριστίας γιατί δεν διαλαμβάνονται επαρκή πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από την προσβαλλόμενη, δεδομένου μάλιστα ότι δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή της αναιρεσείουσας, αλλά πρέπει στο σχετικό λόγο να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση. Πέραν αυτού, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος γιατί και κατά τα εκτιθέμενα ανωτέρω υπό την επίφαση της συνδρομής του ως άνω αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ πλήττει την ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας.

Κατ`ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει ν`απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττώμενη διάδικος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (αρθρ.176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30.08.2016 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ`αριθμ.255/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2019.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ