377/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated377/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή, ανέγνωσε την από 6-4-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Full text
Απόφαση 377 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 377/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, που εκπροσωπήθηκε από τον Εμμανουήλ Μουστάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Θ. χήρας Μ. Β., 2)Π. Β. του Μ., 3)Γ. Β. του Μ., 4)Σ. Β. του Μ., 5)Κ. Β. του Μ., 6)Β. Β. του Μ., 7)Ε. Β. του Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-5-1990 αίτηση των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στην Επιτροπή Απαλλοτριώσεων Νομού Θεσπρωτίας.
Εκδόθηκε η 9/2001 απόφαση της επιτροπής. Εναντίον της ασκήθηκε η από 29-10-2002 προσφυγή των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 137/2003 του ιδίου Δικαστηρίου, 15/2009 του Εφετείου Κέρκυρας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-8-2010 αίτησή του, την οποία επανέφερε προς συζήτηση με την από 24-11-2015 κλήση του μετά από ματαίωση.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, το αναιρεσείων παραστάθηκε όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή, ανέγνωσε την από 6-4-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
‘ Οπως προκύπτει από τις επικαλούμενες υπό του επισπεύδοντος καλούντος - αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας Φ. Μ., ..., όλες της 17-2-2016, στους απολειπομένους καθών η κλήση - αναιρεσιβλήτους έχει επιδοθεί ακριβές αντίγραφο της από 24-11-2015 κλήσεως με την οποία επανεισήχθη η υπόθεση για την δικάσιμο της 20-4-2016, μετ’ αναβολήν εκ του πινακίου της οποίας εκφωνήθηκε με την σειρά του οικείου πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της προκειμένης αποφάσεως δικάσιμο. Επομένως, η υπόθεση αυτή συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι ανωτέρω απουσιάζοντες διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι το Εφετείο Κέρκυρας με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ως ορισμένη την προσφυγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, με την οποία οι προσφεύγοντες (νυν αναιρεσίβλητοι) ζητούσαν την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων, (απορριπτικής επί αιτήσεως αναγνωρίσεως της συγκυριότητός τους επί του επιδίκου ακινήτου), ενώ έπρεπε, μη περιλαμβάνουσα τα κατ’ άρθρ. 216 ΚΠολΔ απαραίτητα στοιχεία, να την απορρίψει ως αόριστη, κατά παραδοχή του ισχυρισμού του, ότι δεν αναφερόταν ο χαρακτηρισμός του επιδίκου ως "εγκαταλελειμμένου" ή "ξένου", καθώς επίσης και τα επ’ αυτού ποσοστά συγκυριότητας των προσφευγόντων• καταλογίζει δε, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια (κατ’ εκτίμηση) του άρθρ. 559 αρ. 14 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, από την επισκόπηση, του δικογράφου της προσφυγής διαπιστώνεται, ότι οι προσφεύγοντες αναφέρονται στην ιδιοκτησιακή αναδρομή του επιδίκου ακινήτου, με αφετηρία τον απώτατο δικαιοπάροχό τους Γ. Β. και τις επακολουθήσασες εξ αδιαθέτου κληρονομικές διαδοχές μέχρι τον Μ. Β., σύζυγο της πρώτης και πατέρα των λοιπών προσφευγόντων, στην κληρονομία του οποίου υπεισήλθαν (ομοίως εξ αδιαθέτου) το 1959, αυτοί (προσφεύγοντες).
‘ Ετι περαιτέρω, τα ποσοστά συγκυριότητας των προσφευγόντων, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων, είναι θέμα μαθηματικού υπολογισμού, κατ’ αντιδιαστολή με τα βάσει διαθήκης κληρονομικώς ισχύοντα. Προσέτι, στην προσφυγή γίνεται μνεία, ότι το επίδικο ακίνητο περιελήφθη σε οριστική διανομή του 1957, ως τμήμα με αρ.
τεμαχίου 100, της μεγαλύτερης εκτάσεως, (αγροκτήματος ...), 1086 στρεμμάτων.
Συνεπώς, η προσφυγή από πλευράς εμπεριεχομένων σε αυτήν στοιχείων είναι ποσοτικώς επαρκής παρά τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται το αναιρεσείον, αβασίμως όμως. Το δε Εφετείο που με την προσβαλλομένη απόφασή του, μετ’ απόρριψιν του ισχυρισμού του ήδη αναιρεσείοντος περί αοριστίας της προσφυγής έκρινε αυτήν ότι είναι ορισμένη, δεν υπέπεσε σε πλημμέλεια και ο λόγος αυτός (1ος) της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον καταλογίζει, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της διατάξεως του άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ καθόσον παραβίασε το άρθρ. 246 παρ. 1 (σε συνδ. με 242 παρ. 1) του Αγρ. Κ., όπου αντιστοίχως προβλέπεται: 1) ‘ ‘ Περί της κυριότητος των κατά τον νόμον 4857 και το άρθρον 242 του παρόντος απαλλοτριουμένων κτημάτων αποφαίνεται επί τη αιτήσει των ενδιαφερομένων η αρμοδία Επιτροπή Απαλλοτριώσεων.
Εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως, τόσον το Δημόσιον όσον και οι ενδιαφερόμενοι δύνανται να προσφύγωσι κατά της αποφάσεως ταύτης, εις το αρμόδιον κατά τόπον Πρωτοδικείον ..." και 2) "Εάν εξ οιουδήποτε λόγον περιληφθούν ξένα τεμάχια εις την οριστικήν διανομήν, αύτη παραμένει έγκυρος και απρόσβλητος, τα δε ξένα ταύτα τεμάχια θεωρούνται ως απαλλοτριωθέντα λόγω δημοσίας ωφελείας ..".
Ακόμη, στην παρ. 2 του ιδίου άρθρου (242 Αγρ. Κ.) αναφέρεται, ότι "αν τα κατά την προηγουμένην παράγραφον τεμάχια αποτελούν ακέραιον τεμάχιον οριστικής διανομής ή τμήμα ενός μόνον τεμαχίου αυτής, αποδίδονται δι’ αποφάσεως του Υπουργού της Γεωργίας, μετά σύμφωνον γνώμην του Συμβουλίου Εποικισμού, αυτούσια εις τον πρώην κάτοχον αυτών, εφ’ όσον ταύτα παρέμειναν αδιάθετα...".
Προσέτι, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφασή του αναγνώρισε τους αναιρεσιβλήτους ιδανικούς (κατά τα αναφερόμενα ποσοστά) συγκυρίους του επιδίκου, (εμβαδού 24.000 τ.μ.), ως μέρους της μείζονος εκτάσεως των 1.086 στρεμμάτων του αγροκτήματος ..., που αφορά η οριστική διανομή του 1957, διέλαβε στην οικεία παραδοχή του, ότι από τις προμνησθείσες διατάξεις "προκύπτει ότι η αρμοδιότητα της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων στην περίπτωση, κατά την οποία περιλήφθηκαν στην οριστική διανομή ξένα τεμάχια, που θεωρούνται ως απαλλοτριωθέντα, περιορίζεται στην αναγνώριση ή μη της επί των τελευταίων κυριότητας των ιδιοκτητών τους".
Εξετέρου, το αναιρεσείον, επικαλείται ότι το επίδικο παρέμεινε αδιάθετο, διατείνεται ότι ως εκ τούτου εκφεύγει της υλικής αρμοδιότητος της Ε.Α.Θ. και καταλήγει ότι: "Τα ανωτέρω κρίνασα η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κατέστη αναιρετέα κατ’ άρθρ. 559 αρ. 1, αφού παραβίασε ουσιώδη διάταξη νόμου και ειδικότερα τις διατάξεις των άρθρων 246 παρ. 1 του Αγροτικού Κώδικα σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1 του ιδίου Αγροτικού Κώδικα".
Η εν λόγω όμως αιτίαση είναι αβάσιμη, δοθέντος ότι υπό τα εκτιθέμενα, κατά τα ως άνω, το επίδικο δεν αποτελεί ακέραιο τεμάχιο της οριστικής διανομής ή τμήμα ενός μόνον τεμαχίου αυτής, οπότε θα ήταν αποδοτέο με απόφαση του αρμοδίου Υπουργού, κατά τα ως άνω. Τα όσα δε το αναιρεσείον ισχυρίζεται, προκειμένου να θεμελιώσει τον αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως, δεν ανταποκρίνονται στην ακρίβεια των δεδομένων συγκεκριμένα, το γράμμα του νόμου είναι σαφές και το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του σαφώς ακολούθησε και τήρησε την γραμματική ερμηνεία των διατάξεων αυτών και δεν παρεξέκλινε απ’ την ανωτέρω εκπεφρασμένη, νομικώς δε ορθή τομή των εν θέματι διατάξεων.
Κατά συνέπεια, τα όσα το αναιρεσείον επικαλείται, ως εφαλτήριο των ισχυρισμών του, ενέχουν νομική ανακρίβεια και ο λόγος αυτός (2ος) της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
ΙV. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον πλήττει τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι: "Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα των προσφευγόντων, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως αυτού (το καθού δεν εξέτασε μάρτυρα) και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Στην κτηματική περιφέρεια του συνοικισμού ... του Δήμου ... του Νομού Θεσπρωτίας βρίσκεται ακίνητο εμβαδού 24.000 τ.μ., το οποίο συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησίες Κ. Α. και Χ. Β., ανατολικά με ιδιοκτησία ... και δυτικά με αγροτικό δρόμο. Το ακίνητο αυτό κατά τους χρόνους του οθωμανικού κράτους ήταν αγρός. Τον αγρό αυτό κατείχε και καλλιεργούσε με δημητριακά και βοσκώντας τα ζώα του σε περίοδο αγρανάπαυσης, από το έτος 1910, ο Σ.
Β., απώτερος δικαιοπάροχος των προσφευγόντων, μέχρι το θάνατο του το έτος 1942. Στον ανωτέρω ο αγρός αυτός είχε περιέλθει με ανάμειξη λόγω κληρονομίας του αποβιώσαντος το έτος 1910 πατέρα του, Γ. Β., ο οποίος τον κατείχε και νεμόταν με καλή πίστη και διάνοια κυρίου από τριακονταετίας τουλάχιστον, με τον ίδιο τρόπο, δηλαδή καλλιεργώντας τον με δημητριακά και βοσκώντας τα ζώα του σε περίοδο αγρανάπαυσης.
Έτσι, ο Σ. Β., με την κατοχή και καλλιέργεια του αγρού επί δέκα χρόνια, τα οποία συμπληρώθηκαν πριν από το έτος 1917, στα οποία προσμετρείται και ο χρόνος της κατοχής και καλλιέργειας του εξουσιάζοντος πατέρα του επί τριάντα τουλάχιστον χρόνια, το δικαίωμα του οποίου μετέβη σ’ αυτόν με την υπεισέλευση στην κληρονομία του, απέκτησε δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως κατά τις διατάξεις του άρθρου 78 του οθωμανικού νόμου "περί Γαιών" και στη συνέχεια πλήρη κυριότητα του αγρού, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 49 του ν. 2052/1920, 2 του ν.4229/1929 και 101-104 του δ/τος της 11/12-11-1929, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του ν. 1540/1938.
Το έτος 1942, μετά το θάνατο του αρχικού κυρίου του ακινήτου, υπεισήλθε στην κληρονομία αυτού και αναμείχθηκε στα περιουσιακά της στοιχεία, μεταξύ των οποίων και το επίδικο, ο υιός του Μ. Β., ο οποίος εξακολούθησε να εκμεταλλεύεται το επίδικο σύμφωνα με τη φύση του και τον προορισμό του, καλλιεργώντας τον με δημητριακά και βοσκώντας τα ζώα του σε περίοδο αγρανάπαυσης.
Μερικές χρονιές η ευρύτερη έκταση, η οποία επίσης αποτελείται από ιδιοκτησίες, τις οποίες εκμεταλλεύονταν κατά τον ίδιο τρόπο και άλλοι κάτοικοι του συνοικισμού ..., πλημμύριζε λόγω της συγκέντρωσης νερών από τα γύρω βουνά και δεν ήταν δυνατή η καλλιέργεια αυτής. Μετά όμως την απόσυρση των νερών, το επίδικο εξακολουθούσαν να καλλιεργούν οι ανωτέρω νομείς του.
Το έτος 1959, ο Μ. Β. απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από τους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, ήτοι την σύζυγο και τα έξι τέκνα του (προσφεύγοντες), κατά το 1/4 ή 2/8 εξ αδιαιρέτου από την πρώτη και ανά 1/8 εξ αδιαιρέτου από τον καθένα εκ των λοιπών, οι οποίοι και αποδέχθηκαν την κληρονομία αυτή δυνάμει της ...2002 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Ηγουμενίτσας Ευαγγελίας Γιαννούλη, την οποία και μετέγραψαν νόμιμα, και εξακολούθησαν να καλλιεργούν αυτόν με δημητριακά και βοσκώντας τα ζώα τους σε περίοδο αγρανάπαυσης, νεμόμενοι αυτόν με καλή πίστη και διάνοια κυρίου.
Το καθού η προσφυγή Ελληνικό Δημόσιο περιέλαβε στην οριστική διανομή του αγροκτήματος ... του έτους 1957 το παραπάνω αγροτικό ακίνητο, όπως και τη μείζονα έκταση των 1086 στρεμμάτων, ως τμήμα του με αριθμό 100 τεμαχίου διανομής της έκτασης, η οποία είναι γνωστή ως ... ..., αμφισβητώντας την συγκυριότητά τους επ’ αυτού.
Τούτο δεν προέκυψε ότι έχει διατεθεί σε τρίτον. Όμως, εκτός του νόμιμου τρόπου, κατά τον οποίο, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, έγιναν κύριοι ο άμεσος και απώτερος δικαιοπάροχος των προσφευγόντων, οι ίδιοι έγιναν κύριοι αυτού, αφού νέμονταν τούτον επί χρόνο μεγαλύτερο των είκοσι ετών από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23.2.1946), με συνυπολογισμό και του χρόνου νομής του άμεσου δικαιοπαρόχου τους, ο οποίος νεμόταν τον αγρό με διάνοια κυρίου, πριν δε από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα και με καλή πίστη, από την ανάμειξη στην κληρονομία του πατέρα του.
Κατ’ ακολουθίαν, το επίδικο, που περιλήφθηκε στην οριστική διανομή ήταν "ξένο" ακίνητο, που ανήκε κατά συγκυριότητα στους προσφεύγοντες και ως τέτοιο θα έπρεπε να μην περιληφθεί στην οριστική διανομή, που διενήργησε το καθού η προσφυγή, άλλως θα έπρεπε να κινήσει τη διαδικασία απαλλοτριώσεως, γεγονός το οποίο δεν έπραξε, και η Επιτροπή Απαλλοτριώσεων Θεσπρωτίας έπρεπε να αναγνωρίσει την επ’ αυτού συγκυριότητα των προσφευγόντων".
Περαιτέρω, το αναιρεσείον προσάπτει, ότι "αναγνωρίζοντας τους αντιδίκους συγκυρίους και κατά το ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου την πρώτη και 1/8 εξ αδιαιρέτου τον καθένα εκ των υπολοίπων της επίδικης έκτασης, χωρίς όμως αυτοί ... να επικαλεσθούν και να προσκομίσουν "ταπί" ή έγκυρο τίτλο της Διοίκησης για την αναγνώριση ιδιωτικού δικαιώματός τους στην επίδικη δασική έκταση, ούτε δικαστική απόφαση η οποία να εκδόθηκε σε δίκη με το Δημόσιο και με την οποία έχουν, αυτοί ή κάποιος από τους απώτερους δικαιοπαρόχους τους αναγνωρισθεί δικαιούχος, αφενός μεν, παραβίασε ουσιώδεις διατάξεις νόμου, αφετέρου έλαβε, παρά το νόμο, υπόψη πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και επιπλέον στερείται νομίμου βάσεως και αιτιολογίας.
Κατά συνέπεια είναι αναιρετέα για παράβαση του άρθρου 559 περ. 1, 10 και 19". Εν τούτοις, η προρρηθείσα συλλήβδην (χωρίς συγκεκριμενοποίηση) αναφορά στις πλημμέλειες αυτές ενέχει αοριστία. Αυτή συνίσταται στην ελλείπουσα περιπτωσιολογική εξειδίκευση και αντιστοίχιση εκάστης των προπαρατεθεισών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης με εκάστη (κατά αιτιώδη συνάφεια) εκ των φερομένων πλημμελειών που προδιαλαμβάνονται, μη αρκούσης της ανωτέρω, αδιακρίτως, γενικολογίας.
Ο δε λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αόριστος. V. Με τον τέταρτο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον καταλογίζει στο Εφετείο ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του παραβίασε το άρθρο 242 παρ. 1 εδ. 3 Αγρ. Κ. και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. Στην προαναφερθείσα διάταξη του Αγρ.
Κ., (πέραν των, κατά τα ως άνω, εκτιθεμένων, ότι τα περιληφθέντα σε οριστική διανομή ξένα τεμάχια θεωρούνται, ως απαλλοτριωθέντα λόγω δημοσίας ωφελείας), προβλέπεται στο άνω (τρίτο) εδάφιο της πρώτης παραγράφου, ότι "το δικαίωμα κυριότητος επί των ξένων τεμαχίων αποσβέννυται, εφόσον από το χρόνο κύρωσης της οριστικής διανομής έχει παρέλθει εικοσαετία".
Κατά δε την διάταξη του άρθρου 191 του ιδίου αυτού Αγρ. Κ. η οριστική διανομή κυρούται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας. Στην προκειμένη περίπτωση, στον εν θέματι λόγο αναιρέσεως δεν αναφέρεται το γεγονός της εκδόσεως και η ημεροχρονολογία της κυρωτικής της οριστικής διανομής υπουργικής αποφάσεως, ώστε να είναι διαπιστώσιμη η αφετηρία (έναρξη) της διαδρομής του χρονοδιαγράμματος της εικοσαετούς (αποσβεστικής) παραγραφής, περί της οποίας διατείνεται το αναιρεσείον, ότι έλαβε χώρα και ότι υπέκυψε σε αυτήν (εικοσαετή παραγραφή) το διαφιλονικούμενο δικαίωμα των αναιρεσιβλήτων.
Επομένως ο τέταρτος (τελευταίος) λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αόριστος.
VI. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος προς διερεύνηση ετέρου λόγου, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως ν’ απορριφθεί, συμφώνως προς το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-8-2010 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου περί αναιρέσεως της 15/2009 αποφάσεως του Εφετείου Κέρκυρας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ