Legislator Case Law & Legislation
377/2014 AI generated

377/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 377/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

377/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): H προβλεπομένη ως άνω διοικητική διαδικασία ενώπιον των οικείων υπηρεσιακών συμβουλίων και του ΑΣΕΠ δεν μπορεί να αποκλείσει, σύμφωνα με τα άρθ. 20, 26, 94 και 95 του Συντάγματος, το δικαίωμα των εργαζομένων να ζητήσουν, παρακάμπτοντας την διαδικασία αυτή, με αγωγή την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας τους, ότι δηλ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 377 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 377/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Μαουσίδη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Κοινωφελούς επιχείρησης με την επωνυμία "Κοινωφελής Επιχείρηση Κοινωνικής Προστασίας, Αλληλεγγύης, Πρόνοιας, Υγείας και Αστικής Συγκοινωνίας Κω", ως καθολικής διαδόχου της Δημοτικής Κοινωφελούς επιχείρησης με την επωνυμία "Κοινωφελής Επιχείρηση Αστικών Συγκοινωνιών Δήμου Κω", που εδρεύει στην πόλη της Κω και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Χατζηάμαλλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-4-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κω. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 458/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 16/2010 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-12-2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 3-9-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή αμφοτέρων των λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά τα ειδικότερα στο αιτιολογικό εκτιθέμενα.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324, 331 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.

Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντας αυτό ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.

Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννοµη σχέση που προβλήθηκε µε αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συµψηφισµού. Δεδικασμένο δημιουργείται ακόμη και εάν η προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση είναι για οποιονδήποτε λόγο εσφαλμένη, δυνάμενο τότε να ανατραπεί μόνο με την άσκηση κατ' αυτής των εκτάκτων ενδίκων μέσων, όχι, όμως, και ανυπόστατη ή ανύπαρκτη, αφού προϋπόθεση της δημιουργίας δεδικασμένου είναι υποστατή δικαστική απόφαση.

Κατά το άρθ. 313 § 1 περ. β' ΚΠολΔ ανυπόστατη είναι η δικαστική απόφαση, μεταξύ άλλων, εάν πολιτικό δικαστήριο αποφάσισε για αντικείμενο που δεν υπάγεται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Ειδικότερα, στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται, σύμφωνα με τα άρθ. 94 §§ 1 και 2 του Συντάγματος, 1 και 2 ΚΠολΔ και 1 ν. 1406/1983, ως ιδιωτικές διαφορές και εκείνες που αναφύονται από συμβάσεις εργασίας, οι οποίες συνάπτονται μεν με το Δημόσιο ή νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ανήκουν, όμως, από την φύση τους στο ιδιωτικό δίκαιο και ρυθμίζονται απ' αυτό, εφόσον δεν υπάγονται σε εξαιρετικό νομοθετικό καθεστώς.

Ιδιωτικού δικαίου διαφορά, υπαγομένη, άρα, στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, εισάγεται και με την αγωγή που έχει ως αίτημα την, σύμφωνα με τα άρθ. 648, 649, 669, 672 ΑΚ, αναγνώριση και την απόδοση του ορθού νομικού χαρακτηρισμού, κατ' εφαρμογή και του άρθ. 8 § 3 ν. 2112/1920, σε διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και δη ως ενιαίας σύμβασης αορίστου χρόνου (όταν οι συμβάσεις αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη).

Ο χαρακτηρισμός αυτός της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26 § 3 και 87 § 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και προκύπτουν στην συνέχεια και από την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση (κρίση που ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ) και κατά συνέπεια, εφόσον η διωκομένη αναγνώριση και απόδοση του ορθού νομικού χαρακτηρισμού αφορά σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, δημιουργείται διαφορά υπαγομένη, ως άνω, στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

Η δυνατότητα αυτή του ορθού νομικού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός από το δικαστήριο (όταν συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών) να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου σε αορίστου χρόνου.

Εξάλλου, με το ΠΔ 164/2004 που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και εκδόθηκε για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας, όσον αφορά το προσωπικό του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, προς τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 για την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων ορισμένου χρόνου, στο άρθ. 5 αυτού καθορίζονται οι περιπτώσεις της κατ' εξαίρεση σύναψης, υπό την ισχύ του, διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, ενώ στις μεταβατικές διατάξεις του άρθ. 11, στις οποίες υπάγονται και οι εργαζόμενοι στις δημοτικές και κοινοτικές επιχειρήσεις (§4), προβλέπεται η κατ' εξαίρεση μετατροπή των ήδη υφισταμένων διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου, ειδικότερα δε ορίζεται ότι (1) διαδοχικές συμβάσεις κατά το άρθ. 5 § 1 του ίδιου διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι αναφερόμενες εκεί προϋποθέσεις (§1) (2) αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα, ύστερ' από αίτηση του εργαζομένου προς τον οικείο φορέα υποβαλλομένη εντός αποκλειστικής προθεσμίας 2 μηνών από την έναρξη ισχύος του διατάγματος αυτού, εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, είναι το οικείο υπηρεσιακό συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό, και όπου δεν υπάρχει το διοικητικό συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία και ειδικά στις δημοτικές ή κοινοτικές επιχειρήσεις αρμόδιο όργανο σε κάθε περίπτωση είναι το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο του οικείου ΟΤΑ, ύστερ' από εισήγηση του διοικητικού συμβουλίου ή του διοικούντος οργάνου της επιχείρησης (§2) (3) οι ως άνω κρίσεις των αρμοδίων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών μηνών από την διαβίβαση σ' αυτό των σχετικών αιτήσεων (§3).

H προβλεπομένη ως άνω διοικητική διαδικασία ενώπιον των οικείων υπηρεσιακών συμβουλίων και του ΑΣΕΠ δεν μπορεί να αποκλείσει, σύμφωνα με τα άρθ. 20, 26, 94 και 95 του Συντάγματος, το δικαίωμα των εργαζομένων να ζητήσουν, παρακάμπτοντας την διαδικασία αυτή, με αγωγή την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας τους, ότι δηλ.

συνδέονται με το Δημόσιο ή ν.π. του ευρύτερου δημόσιου τομέα εξαρχής με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία (αγωγή) ως εισάγουσα διαφορά ιδιωτικού δικαίου υπάγεται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, ούτε, επομένως, από τα δικαστήρια αυτά την έρευνα της ύπαρξης των προϋποθέσεων που προσδίδουν στην σχετική σύμβαση τον χαρακτήρα σύμβασης αορίστου χρόνου, και δεν μπορεί να προσδώσει στις διαφορές αυτές τον χαρακτήρα διοικητικής διαφοράς.

Περαιτέρω, είναι αληθές, ότι ειδικά διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες υπό το κράτος της ισχύος των διατάξεων των άρθ. 103 §§ 7 και 8 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α' 85/18-4-2001) και απαγορεύουν σε κάθε περίπτωση την ακόμη και από το νόμο μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου, και 21 ν. 2190/1994, με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, στον οποίο υπάγονται, σύμφωνα με τα άρθ. 1 § 3 ν. 2527/1997 και 10 § 5 ν. 3051/2002, ως προς την πρόσληψη του προσωπικού τους (με εξαίρεση το επιστημονικό προσωπικό και τους διευθύνοντες υπαλλήλους) και οι επιχειρήσεις των ΟΤΑ, λογιζόμενες ως προς το ζήτημα αυτό φορείς του δημόσιου τομέα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε σύμβαση αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς (και όχι προσωρινές ή απρόβλεπτες) ανάγκες, ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά την δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού, έστω και αν συμβαίνει αυτό, ο εργοδότης με βάση τις πιο πάνω διατάξεις δεν έχει ευχέρεια για την σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου και ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής, ως εκ τούτου δε σε κάθε περίπτωση στις συμβάσεις αυτές υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων των άρθ. 103 του Συντάγματος και 21 ν. 2190/1994 δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της διάταξης του άρθ. 8 § 3 ν. 2112/1920, ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ κατά το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας συμμόρφωσης των εθνικών νομοθεσιών προς την Οδηγία αυτή) μέχρι την έναρξη ισχύος του ΠΔ 164/2004 (19-7-2004), αλλά ούτε και μετά τη έναρξη ισχύος αυτού (Ολ.ΑΠ 19 και 20/2007).

Στις περιπτώσεις αυτές (των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου που συνάπτονται υποχρεωτικά κατά νόμον ως ορισμένου χρόνου) απόφαση που κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αγωγής εργαζομένου αναγνωρίζει, ότι τέτοιες συμβάσεις κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό αποτελούν εξαρχής ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, είναι μεν εσφαλμένη, υποκειμένη για τον λόγο αυτόν σε ένδικα μέσα, όχι όμως και ανυπόστατη και δη λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, αφού το σχετικό αίτημα, ανεξάρτητ' από τη νομιμότητά του, εφόσον αφορά σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, δημιουργεί διαφορά υπαγομένη σε κάθε περίπτωση στην δικαιοδοσία των δικαστηρίων αυτών, και επομένως, εάν καταστεί τελεσίδικη παράγει δεδικασμένο που δεσμεύει το δικαστήριο σε μεταγενέστερη δίκη, στην οποία τίθεται ως κύριο ή προδικαστικό ζήτημα η φύση της συνδέουσας τους διαδίκους σύμβασης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου.

Στην προκειμένη περίπτωση: (1) Με την από 3-4-2008 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω (άρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ) κατά του ν.π.ι.δ. "Δημοτική Επιχείρηση Αστικής Συγκοινωνίας Κω" (στην θέση του οποίου υπεισήλθε το αναιρεσίβλητο ν.π.ι.δ. "Κοινωφελής Επιχείρηση Αστικής Συγκοινωνίας Δήμου Κω" (ΚΕΑΣ), καθολικός δε διάδοχος αυτού κατέστη στην συνέχεια η παραστάσα υπό την ιδιότητα αυτή κατά την συζήτηση της αναίρεσης "Κοινωφελής Επιχείρηση Κοινωνικής Προστασίας, Αλληλεγγύης, Πρόνοιας, Υγείας και Αστικής Συγκοινωνίας Κω" που συστάθηκε με την 485/2012 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Κω, ΦΕΚ Β' 577, με την συγχώνευση των εκεί αναφερομένων κοινωφελών επιχειρήσεων, άρθ. 107 και 109 ν. 3852/201, 263 ν. 3463/2006) ο αναιρεσείων εξέθεσε, ότι με την 581/2006 αμετάκλητη απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, εκδοθείσα επί της με αριθ.

έκθ. κατ. 336/ΜΕΙ17/2006 προηγουμένης αγωγής του κατά του αυτού εναγομένου, (α) κρίθηκε ότι οι αλλεπάλληλες συμβάσεις ορισμένου χρόνου που είχε συνάψει από 3-6-2002 με το εναγόμενο και με τις οποίες παρείχε τις υπηρεσίες του σ' αυτό ως οδηγός λεωφορείου συνιστούν εξαρχής μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι η γενομένη την 31-1-2006 καταγγελία της σύμβασης αυτής ήταν άκυρη (β) υποχρεώθηκε το εναγόμενο ν' αποδέχεται τις υπηρεσίες του, ότι σε εκτέλεση της αμετάκλητης αυτής απόφασης παρείχε τις υπηρεσίες του στο εναγόμενο ως οδηγός λεωφορείου, κατέχοντας μία από τις 15 οργανικές θέσεις οδηγών που προβλέπονταν από τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας του, μέχρι την 21-1-2008, όταν το εναγόμενο παράνομα και καταχρηστικά έπαψε ν' αποδέχεται τις υπηρεσίες του, χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση, επικαλούμενο ειδικότερα στην επιδοθείσα σ' αυτόν την ως άνω ημερομηνία εξώδικη δήλωση ότι "σύμφωνα όμως με την εκδοθείσα απόφαση της Ολομελείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου της 8-11-2006...

εφαρμοστέες είναι οι αμετάκλητες αποφάσεις μόνο αν αφορούν αγωγές που είχαν ασκηθεί πριν την δημοσίευση του ΠΔ 164/2004 δηλαδή πριν την 19-7-2004... διότι μετά την εν λόγω ημερομηνία οι αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων είναι ανίσχυρες, καθότι παρακάμπτεται η διαδικασία του άρθρου 11 ΠΔ 164/2004 με το οποίο ορίζεται ως αποκλειστικά αρμόδιο όργανο για τον χαρακτηρισμό των σχέσεων εργασίας ως τέτοιων αορίστου χρόνου το ΑΣΕΠ και κατ' επέκταση τα Διοικητικά Δικαστήρια και ότι δεν έχουν έκτοτε δικαιοδοσία τα πολιτικά δικαστήρια για την εκδίκαση αυτών των υποθέσεων", ότι η καταγγελία αυτή της σχέσης εργασίας του με το εναγόμενο είναι άκυρη λόγω (α) παραβίασης εκ μέρους του εναγομένου του δεδικασμένου από την αμετάκλητη 581/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω (β) μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης (γ) μη τήρησης της προβλεπομένης από τον Εσωτερικό Κανονισμό του εναγομένου διαδικασίας απόλυσης, σε κάθε δε περίπτωση οι αναφερόμενοι στην ως άνω εξώδικη δήλωση λόγοι καταγγελίας είναι μη νόμιμοι, προσχηματικοί και καταχρηστικοί, καθόσον από την διάταξη του άρθ. 1 ν. 3068/2002 που επιβάλλει την συμμόρφωση της διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις συνάγεται ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο δεν δικαιούται να ελέγξει τη νομιμότητα των δημιουργικών της δαπάνης πράξεων, εφόσον το ζήτημα αυτό έχει κριθεί με απόφαση του αρμοδίου δικαστηρίου, ενώ η κατά το άρθ. 11 ΠΔ 164/2004 διαδικασία των οικείων υπηρεσιακών συμβουλίων και του ΑΣΕΠ για την μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου δεν αποκλείει το δικαίωμα των εργαζομένων να προσφύγουν στα πολιτικά δικαστήρια για την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα της εργασιακής σχέσης τους ως σύμβασης αορίστου χρόνου και οι σχετικές διαφορές ανήκουν στην δικαιοδοσία των δικαστηρίων αυτών, με βάση δε τα παραπάνω ζήτησε (1) ν' αναγνωρισθεί ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι άκυρη και καταχρηστική (2) να υποχρεωθεί το εναγόμενο (α) ν'αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του, όπως και πριν την απόλυσή του, με απειλή χρηματικής ποινής (β) να του καταβάλει το ποσό των 10.666,6 ευρώ ως μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 21-1-2008 έως 21-9-2008 (γ) να του καταβάλει το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την παράνομη συμπεριφορά του εναγομένου, άλλως και επικουρικά, σε περίπτωση που κριθεί ότι η καταγγελία της σύμβασής του είναι έγκυρη, το ποσό των 4.666,72 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης.

Με την 458/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή αυτή και ειδικότερα αναγνωρίσθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος ενάγοντος είναι άκυρη και υποχρεώθηκε το εναγόμενο ν' αποδέχεται την πραγματική απασχόληση του ενάγοντος και να καταβάλει σ' αυτόν ως μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 21-1-2008 έως 21-9-2008 το ποσό των 10.666,8 ευρώ κ.λπ. (2) Το Εφετείο Δωδεκανήσου (που συνεδρίασε στην μεταβατική έδρα της Κω), κρίνοντας επί της αγωγής ύστερ' από έφεση του εναγομένου, με την προσβαλλομένη 16/2010 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι o ενάγων με τέσσερις διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οκτάμηνης διάρκειας, προσλήφθηκε από το εναγόμενο ν.π.ι.δ. "Δημοτική Επιχείρηση Αστικής Συγκοινωνίας Κω" και προσέφερε ανελλιπώς τις υπηρεσίες του σ' αυτό ως οδηγός λεωφορείου με βάση τις συμβάσεις αυτές από 3-6-2002 έως 3-2-2003, από 12-5-2003 έως 11-1-2004, από 24-5-2004 έως 23-1-2005 και από 1-6-2005 έως 31-1-2006, έναντι των εκάστοτε συμφωνηθεισών μηνιαίων αποδοχών, ότι μετά την λήξη της τέταρτης ως άνω σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου οκτάμηνης διάρκειας την 31-1-2006 το εναγόμενο έπαυσε ν' αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος, ότι ο ενάγων άσκησε κατά του εναγομένου στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κω την από 1-1-2006 και με αριθ.

έκθ. κατ. 336/2006 αγωγή του, με την οποία ζήτησε (α) ν' αναγνωρισθεί ότι με την εργασία του κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ότι με το εναγόμενο τον συνδέει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ήταν άκυρη, και (β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο ν' αποδέχεται την εργασία του, ότι επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 581/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω, η οποία δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή, αναγνώρισε ότι οι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που είχαν συνάψει οι διάδικοι συνιστούν μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου κατά τα άρθ. 1, 3 και 8 ν. 2112/1920 και υποχρέωσε το εναγόμενο ν' αποδέχεται την εργασία του ενάγοντος, ότι σε εκτέλεση της απόφασης αυτής, που κοινοποιήθηκε την 7-4-2006 στο εναγόμενο, το οποίο δεν άσκησε κατ' αυτής ένδικο μέσο, ο ενάγων άρχισε να προσφέρει εκ νέου τις υπηρεσίες του ως οδηγός λεωφορείου σ' αυτό, μέχρι την 21-1-2008, όταν το εναγόμενο έπαυσε ν' αποδέχεται τις υπηρεσίες του, επιδίδοντας σ' αυτόν αυθημερόν την υπό την ιδία ημεροχρονολογία εξώδικη δήλωσή του, με την οποία δήλωσε στον ενάγοντα ότι αρνείται ν' αποδέχεται στο εξής την εργασία του, ότι υπό τα δεδομένα αυτά, και σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην μείζονα σκέψη της αναιρεσιβαλλομένης, μετά την κατά την 19-7-2004 ισχύ των μεταβατικών διατάξεων του άρθ. 11 του ΠΔ 164/2004, που έχει γνήσια αναδρομική ισχύ και καταλαμβάνει και την σύμβαση του ενάγοντος, ως ενεργό κατά τον χρόνο ισχύος αυτού, κατά την τρίτη οκτάμηνη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου (24-5-2004 έως 23-1-2005), θεσπίζεται ειδική πλέον διοικητική διαδικασία κρίσης των προϋποθέσεων μετατροπής των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, με την υποβολή της σχετικής αίτησης του εργαζομένου, εντός αποκλειστικής προθεσμίας 2 μηνών από την έναρξη ισχύος του ως άνω ΠΔ, δηλ.

μέχρι 19-9-2004, μόνο στο οικείο υπηρεσιακό συμβούλιο ή στο όργανο που εξομοιώνεται με αυτό, και αν δεν υπάρχει στο διοικητικό συμβούλιο ή στο διοικούν όργανο του εναγομένου ν.π.ι.δ., με την τελική διοικητική κρίση να εναπόκειται στο ΑΣΕΠ, στο οποίο και μόνο, κατά ρητή άλλωστε συνταγματική επιταγή, αναγνωρίζεται πλέον η αποκλειστική αρμοδιότητα να κρίνει ποιές συμβάσεις ορισμένου χρόνου θα μετατραπούν σε αορίστου χρόνου, και όχι κατά παράκαμψη της αποκλειστικής αυτής διοικητικής διαδικασίας στα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία στερούνται της αρμοδιότητας (προφανώς νοείται:

δικαιοδοσίας) όχι μόνο να κρίνουν αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του πιο πάνω ΠΔ και να επιλύουν την τυχόν ανακύψασα αμφισβήτηση, σχετικά με το αν κάτω από τις διαδοχικά ανανεούμενες συμβάσεις ορισμένου χρόνου του ενάγοντος υποκρύπτεται σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, αλλά και να ελέγξουν τις πράξεις που εκδίδονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθ. 11 του ΠΔ 164/2004, οι οποίες έχουν τον χαρακτήρα εκτελεστών διοικητικών πράξεων και οι διαφορές που γεννώνται από την αμφισβήτηση του κύρους και της νομιμότητας αυτών είναι διοικητικές διαφορές υπαγόμενες στην δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, ότι γι' αυτό είναι ανίσχυρη η ως άνω με αριθ. 581/2006 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω κατ' άρθ. 313 § 1 περ.

β' ΚΠολΔ, αφού αυτό εστερείτο της δικαιοδοσίας να κρίνει επί των προϋποθέσεων ότι οι ως άνω μεταξύ των διαδίκων διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συνιστούν μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ενόψει του ότι η τρίτη διαδοχική σύμβαση ήταν ενεργός κατά την ισχύ των μεταβατικών διατάξεων του άρθ. 11 του ΠΔ 164/2004 (19-7-2004) και αρμόδια όργανα για να διαπιστώσουν, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις, είναι αποκλειστικά τα αναφερόμενα στην §2 του άρθ. 11 του ως άνω ΠΔ όργανα και επομένως η απόφαση αυτή (581/2006) δεν παράγει καμία έννομη συνέπεια είτε ενδοδιαδικαστικά είτε στον χώρο του ουσιαστικού δικαίου, ούτε δεδικασμένο κατά τα άρθ. 321 επ.

ΚΠολΔ, ότι κατά συνέπεια, εφόσον με την απόφαση αυτή "δεν δημιουργήθηκε με δύναμη δεδικασμένου η μετατροπή των προαναφερθεισών διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου εργασίας του ενάγοντος σε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου", οι σε εκτέλεση της ανίσχυρης αυτής απόφασης (581/2006) προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος στο εναγόμενο ως οδηγού λεωφορείου κατά το χρονικό διάστημα από την πρόσληψή του σε εκτέλεση της απόφασης αυτής μέχρι και την 21-1-2008 που έπαυσε το εναγόμενο ν' αποδέχεται την εργασία του, είναι υπηρεσίες με απλή σχέση εργασίας, δοθέντος ότι δεν τηρήθηκε η αποκλειστική ειδική διοικητική διαδικασία που προβλέπεται στο άρθ. 11 του ΠΔ 164/2004, λόγω του ότι ο ενάγων δεν υπέβαλε σχετική αίτηση εντός δύο μηνών από την ισχύ του, η οποία δεν μπορεί να παρακαμφθεί ή αποκατασταθεί ενόψει του επιδιωκομένου με αυτή σκοπού, ο οποίος συνίσταται στην εξυπηρέτηση δημοσίου συμφέροντος με την κατά ενιαίο τρόπο στελέχωση με το κατάλληλο προσωπικό όλων των φορέων του δημόσιου τομέα, και αυτό διότι δεν αποφάνθηκαν περί της συνδρομής των προϋποθέσεων του ως άνω ΠΔ τα μόνα αρμόδια όργανα, που ήταν αφενός το υπηρεσιακό συμβούλιο για θέματα υπαλλήλων ΟΤΑ του νομού Δωδεκανήσου και αφετέρου το ΑΣΕΠ, στο οποίο εναπόκειται η τελική διοικητική κρίση, ο έλεγχος της οποίας υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ότι συνακόλουθα αφού ο ενάγων προσέφερε με απλή σχέση εργασίας τις υπηρεσίες του από τον Απρίλιο του 2006 μέχρι και την 21-1-2008, που έπαυσε το εναγόμενο ν' αποδέχεται τις υπηρεσίες του, δεν δικαιούται τα ζητούμενα με την ένδικη αγωγή ως άνω κονδύλια, ότι συνεπώς η εκκληθείσα απόφαση, η οποία δέχθηκε ότι από την ανωτέρω ανίσχυρη 581/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω δημιουργήθηκε δεδικασμένο για το θέμα ότι οι ως άνω τέσσερεις διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου του ενάγοντος συνιστούν μία ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου καταρτισθείσα το πρώτον την 3-6-2002, έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθ. 313 § 1 περ.

β' ΚΠολΔ, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά και κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της έφεσης του εναγομένου ν.π.ι.δ. (δημοτικής επιχείρησης) εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, εφόσον δέχθηκε ότι με την 581/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω αναγνωρίσθηκε ότι οι μεταξύ των αυτών σε αμφότερες τις δίκες διαδίκων διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συνιστούσαν μία ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου καταρτισθείσα την 3-6-2002: (Α) Εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθ. 94 του Συντάγματος, 1 ν. 1406/1983 και 11 του ΠΔ 164/2004, δεχθέν ειδικότερα ότι τα πολιτικά δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να προβούν σε αναγνώριση, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, του πραγματικού χαρακτήρα διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα ως ενιαίας σύμβασης αορίστου χρόνου και επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

Ο αυτός λόγος, καθόσον μέρος του προσάπτεται με αυτόν η ίδια αναιρετική πλημμέλεια σε σχέση και με τις διατάξεις των άρθρων του ΚΠολΔ 313 § 1 περ. β' (η οποία, εξάλλου, απλά προβλέπει μία από τις περιπτώσεις ανυπόστατης δικαστικής απόφασης) και 16 αριθ. 2 (που αναφέρεται στο όλως άσχετο ζήτημα της εξαιρετικής καθ' ύλην αρμοδιότητας του μονομελούς πρωτοδικείου για την εκδίκαση διαφορών από την παροχή εξαρτημένης εργασίας), πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι οι προαναφερθείσες διατάξεις αποτελούν κανόνες δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου, ως αβάσιμος δε σε σχέση με τις μη εφαρμοστέες διατάξεις των άρθ. 8 ν. 2112/1920 και 1 ν. 3068/2002 (η οποία αναφέρεται στην υποχρέωση του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ, καθώς και των ΝΠΙΔ του ευρύτερου δημόσιου τομέα που ανήκουν εξ ολοκλήρου στο Δημόσιο να συμμορφώνονται προς τις δικαστικές αποφάσεις). (Β) Δεχθέν εσφαλμένα, όπως προαναφέρθηκε, ότι τα πολιτικά δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας ως προς τις ως άνω διαφορές, δέχθηκε περαιτέρω ότι δεν παρήχθη δεδικασμένο από την όχι μόνο τελεσίδικη αλλά και αμετάκλητη, κατά τις παραδοχές του, με αριθ. 581/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω, την οποία για τον λόγο αυτόν (έλλειψη δικαιοδοσίας) θεώρησε ανίσχυρη (ανύπαρκτη) και με την οποία (ανεξάρτητ' από την ορθότητά της) αναγνωρίσθηκε σε προηγουμένη δίκη μεταξύ των αυτών διαδίκων ότι οι καταρτισθείσες μεταξύ τους διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου συνιστούσαν μία ενιαία εξαρχής σύμβαση αορίστου χρόνου, πλην όμως τούτο (άρνηση της ύπαρξης δεδικασμένου) κατά παράβαση του νόμου, καθόσον ως προς την φύση της μεταξύ των διαδίκων εργασιακής σχέσης, που αποτελούσε προδικαστικό ζήτημα στην παρούσα δίκη κριθέν αμετακλήτως ως άνω, δημιουργήθηκε πράγματι δεδικασμένο από την προαναφερομένη απόφαση.

Επομένως, είναι βάσιμος και ο δεύτερος (και τελευταίος) λόγος αναίρεσης, αληθώς μόνο από τον αριθ. 16 του άρθ. 559 ΚΠολΔ.

Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση (και δη ως προς το κύρος της ένδικης καταγγελίας κ.λπ.), προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθ. 580 § 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε τελικά με το άρθ. 65 § 1 ν. 4139/2013) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 16/2010 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου (μεταβατική έδρα Κω).

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2014. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ