377/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated377/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 377 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 377/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ό.-Μ. Α. συζ. Φ. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σακελλαρίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Της αναιρεσιβλήτου: ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "Γ.Δ ΓΕΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΕ", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παντελή Καρβαγιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-11-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 2939/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-6-2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου, ανέγνωσε την από 15-3-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι στις προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης περιλαμβάνονται ο παράνομος χαρακτήρας της πράξεως και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αυτής και της ζημίας. Παράνομη είναι και η έκδοση ακάλυπτης επιταγής, σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933, (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 1325/1972), κατά το οποίο τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ` αυτό ποινές εκείνος που εκδίδει επιταγή χωρίς να έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα κατά το χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής της επιταγής.
Από την ποινική αυτή διάταξη, που θεσπίστηκε για την προστασία όχι μόνο του δημόσιου αλλά και του ιδιωτικού συμφέροντος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 επ. του ΑΚ, προκύπτει, ότι εκείνος που εκδίδει εν γνώσει του ακάλυπτη επιταγή, ζημιώνοντας έτσι παράνομα και υπαίτια άλλον, υποχρεούται να τον αποζημιώσει.
Δικαιούχος της αποζημιώσεως είναι όχι μόνο ο κομιστής της επιταγής κατά το χρόνο της εμφανίσεώς της (τελευταίος κομιστής), αλλά και κάθε υπογραφέας που πλήρωσε την επιταγή, ως εξ αναγωγής υπόχρεος, και έγινε κομιστής, αφού αυτός υφίσταται τελικά τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία του είναι απότοκος της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή (ΟλΑΠ 23/2007).
Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση που ο κομιστής της επιταγής τη μεταβιβάσει σε άλλον λόγω ενεχύρου, οπότε δικαίωμα να την εμφανίσει προς πληρωμή έχει ο τελευταίος (ενεχυρούχος δανειστής), (άρθρ. 1255 ΑΚ). Αν, η επιταγή δεν πληρωθεί και την πληρώσει ο ενεχυράσας οφειλέτης, αποκτώντας εκ νέου τον τίτλο, εκείνος που ζημιώνεται και πάλι από τη μη πληρωμή της επιταγής είναι ο τελευταίος.
Επομένως, έχει αξίωση αποζημιώσεως κατά του εκδότη, ως αμέσως ζημιωθείς από την παράνομη και υπαίτια πράξη του τελευταίου, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικοπραξιών (Ολ.ΑΠ 23/2007, ΑΠ 1841/2011, 1353/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, τα ακόλουθα: "Η εναγομένη (σημ: εδώ αναιρεσείουσα)...μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων της ως νόμιμης εκπροσώπου...εταιρείας...
εξέδωσε...για λογαριασμό της εταιρείας αυτής κατά τις ημερομηνίες 31-7-1995, 31-8-1995, 30-9-1995 και 31-10-1995 επιταγές...ποσού 29.933,97 ευρώ ή 10.200.000 δρχ εκάστη, σε διαταγή της ενάγουσας (σημ: εδώ αναιρεσίβλητης) ως αμοιβή για την εκτέλεση εκτυπωτικών και άλλων συναφών εργασιών που θα εκτελούσε για λογαριασμό της. Οι επιταγές αυτές παραδόθηκαν στην ενάγουσα, η οποία αν και τις εμφάνισε προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα μέσα στη νόμιμη για καθεμιά προθεσμία και συγκεκριμένα την 3-8-1995 την πρώτη, την 6-9-1995 τη δεύτερη, τη 2-10-1995 την τρίτη και την 1-11-1995 την τέταρτη, δεν πληρώθηκαν διότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια, όπως σημειώνεται πάνω στο σώμα τους.
Την έλλειψη αυτή γνώριζε η εναγομένη κατά την έκδοση των επιταγών, γι' αυτό και εκδόθηκαν μεταχρονολογημένες...ενώ και κατά το χρόνο εμφάνισης τους προς πληρωμή υπήρχε η ίδια γνώση, δεδομένου ότι ήδη ο οικείος τραπεζικός λογαριασμός είχε κλείσει από 11-7-1995...Επομένως, συνέτρεξαν όλα τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της άδικης πράξης που προβλέπεται στο άρθρο 79 του Ν. 5960/1933, για την παράνομη διάπραξη της οποίας η εναγομένη έχει καταδικαστεί τελεσιδίκως...Το γεγονός, εξ άλλου, ότι οι ανωτέρω επιταγές ήταν μεταχρονολογημένες δεν απαλλάσσει την εναγομένη από την υποχρέωση αποζημίωσης, αφού...και στην περίπτωση αυτήν είναι ευρύτερα τα χρονικά όρια στα οποία οφείλει ο εκδότης να έχει επαρκή προς εξόφληση της επιταγής κεφάλαια...Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης η ενάγουσα ζημιώθηκε κατά το ποσό...
των 119.735,78 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η αξία των τεσσάρων επιταγών. Από το ποσό αυτό η ενάγουσα έχει εισπράξει το ποσό των 9.000 ευρώ ...και συνεπώς η αποζημίωση την οποία η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα περιορίζεται στο ποσό των 110.735,88 ευρώ...Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που...έκρινε όμοια όσον αφορά τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας και την επιδικασθείσα αποζημίωση ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε...και τα αντίθετα υποστηριζόμενα στην έφεση της εναγομένης κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, ως και η έφεση στο σύνολο της...".
Υπό τα δεδομένα αυτά, προβάλλονται αβασίμως και δη αλυσιτελώς όλοι οι (τέσσερεις) αναιρετικοί λόγοι (υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1, 1, 20 και 19 Κ.Πολ.Δ., αντίστοιχα). Τούτο δε, διότι έχουν ως κοινό έρεισμα την εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) εταιρεία δεν εδικαιούτο αποζημιώσεως και δεν ενομιμοποιείτο στην άσκηση της ένδικης αγωγής κατά της αναιρεσειούσης, για τον λόγο ότι οι μεν επιταγές δεν εμφανίσθηκαν στην πληρώτρια από την ενάγουσα - αναιρεσίβλητη αλλά από την τράπεζα στην οποία εκάστη εξ αυτών είχε μεταβιβασθεί με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου από τη λήπτρια τους (ενάγουσα), η δε τελευταία "κατέστη κομίστρια των τεσσάρων επιδίκων επιταγών κατόπιν εξοφλήσεως τους στα αναφερόμενα πιστωτικά ιδρύματα" . Επομένως, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, να απορριφθεί και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 13-6-2006 αίτηση της Ό. - Μ. Α. συζ. Φ. Τ., για αναίρεση της 2939/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
-Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ