Legislator Case Law & Legislation
377/2010 AI generated

377/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 377/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

377/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα έγγραφα προκύπτει τα εξής: Τμήμα της εναγόμενης και εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ", και δη ο κατασκευαστικός κλάδος της μεταβιβάστηκε με απορρόφηση στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΜΕΤΟΧΙ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ-ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΕΡΓΩΝ".

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 377 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 377/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Παπανικολάου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΚΤΩΡ Α.Τ.Ε.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΑΚΤΩΡ ΑΕ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1η και 2η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ιωάννα Ράπτη και η 3η από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Παναγιώτου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-2-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 250/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 2667/2007 μη οριστική και 776/2008 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-3-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας διάβασε την από 12-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 558 Κ.Πολ.Δ. η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4 παρ.1 του Π.Δ. 178/2002 "Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου", οι διατάξεις του οποίου κατά το άρθρο 2 αυτού, εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων σε άλλον εργοδότη, "δια της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται στο διάδοχο.

Ο μεταβιβάζων και μετά τη μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με το διάδοχο, για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος Εξάλλου, κατά το άρθρο 75 παρ.1 και 2 του ν. 2190/1920, που προστέθηκε ως άνω με το άρθρο 12 του Π.Δ. 498/1987, από την καταχώρηση στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της εγκριτικής απόφασης της συγχώνευσης, οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται αυτοδικαίως από την απορροφούσα εταιρεία ή κατ' αυτής χωρίς καμία ειδικότερη διατύπωση.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα έγγραφα προκύπτει τα εξής: Τμήμα της εναγόμενης και εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ", και δη ο κατασκευαστικός κλάδος της μεταβιβάστηκε με απορρόφηση στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΜΕΤΟΧΙ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ-ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΕΡΓΩΝ".

Η μεταβίβαση αυτή εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. ΕΜ -28720/2007 απόφαση του Νομάρχη ..., η οποία και καταχωρήθηκε στις 10-12-2007 στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών. Ακολούθως, η "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ" συγχωνεύτηκε με απορρόφηση από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΟΔΟΜΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η δε συγχώνευση αυτή εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ....

απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης, η οποία και καταχωρήθηκε στις 13-12-2007 στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών. Στη συνέχεια, η πρώτη από τις πιο πάνω εταιρείες που απορρόφησε τον κατασκευαστικό κλάδο της εναγομένης, μετονομάστηκε σε "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ" και είναι η πρώτη των αναιρεσιβλήτων, ενώ η δεύτερη, με την οποία συγχωνεύτηκε η εναγομένη μετονομάστηκε σε "ΕΛΛΑΚΤΩΡ ΑΕ" και είναι η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων.

Επομένως, ενόψει του ότι, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 4 του Π.Δ.178/2002, η εναγομένη παλαιά "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ", ως μεταβιβάσασα τον κατασκευαστικό κλάδο, ευθυνόταν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τη διάδοχο "ΜΕΤΟΧΙ ΑΕ" για τις μέχρι τη μεταβίβαση υποχρεώσεις της από τις συμβάσεις εργασίας, η ευθύνη αυτή από της συγχωνεύσεώς της με απορρόφηση από την "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΟΔΟΜΙΚΗ ΑΕ" μεταβιβάστηκε στη διάδοχό της τελευταία αυτή εταιρεία και ακολούθως στη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων "ΕΛΛΑΚΤΩΡ ΑΕ".

Κατά συνέπεια, εφόσον εδώ, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αγωγής, πρόκειται για εργατικές απαιτήσεις που γεννήθηκαν πριν από το έτος 2007, που αποσχίστηκε ο κατασκευαστικός κλάδος, στον οποίο ανήκε ο ενάγων, η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων νομιμοποιείται παθητικά και ορθώς στρέφεται και εναντίον της η κρινόμενη αναίρεση.

Από τις διατάξεις της υπ' αριθ. 8900/46 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, όπως αυτή ερμηνεύτηκε με την 25825/51 απόφαση των ιδίων Υπουργών, σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 1 του β.δ. 748/96, 2 του ν. 435/76 και 904 του ΑΚ, προκύπτει ότι εκείνος που εργάζεται την Κυριακή, επιτρεπτώς ή μη, δικαιούται να λάβει για κάθε Κυριακή προσαύξηση 75% στο 1/25 επί του νομίμου μηνιαίου μισθού του, ήτοι επί των θεσπισμένων ελαχίστων ορίων των αποδοχών τους, που περιλαμβάνουν το βασικό μισθό και τα κατά νόμο επιδόματα, ενώ παράλληλα πρέπει να του χορηγηθεί και αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση διάρκειας 24 συνεχών ωρών σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας που άρχισε την Κυριακή.

Η εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά την ημέρα της εβδομαδιαίας αναπαύσεως, η οποία απαγορεύεται από τους ως άνω κανόνες δημοσίας τάξεως, είναι άκυρη και γεννά απαίτηση αποδόσεως της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας, κατά τις αρχές του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Η ωφέλεια αυτή συνίσταται στις αποδοχές τις οποίες ο εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλο μισθωτό, που θα απασχολούνταν με έγκυρη σύμβαση εργασίας, κατά τις παραπάνω ημέρες, υπό τις ίδιες συνθήκες με τον μισθωτό που απασχολήθηκε ακύρως κατά τον αυτό χρόνο.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, συνάγεται ότι στοιχεία για την πληρότητα του σχετικού περί εξοφλήσεως ισχυρισμού αλλά και του αιτιολογικού της αποφάσεως που δέχεται τον ισχυρισμό αυτόν, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος της καταβολής.

Όταν δε με την αγωγή ασκούνται πλείονες αξιώσεις πηγάζουσες από διαφορετικές αιτίες, όπως στην περίπτωση των εργατικών αξιώσεων, δεν αρκεί να αναφέρεται στην απόφαση που δέχεται σχετικό περί εξοφλήσεως ισχυρισμό του εναγομένου, ότι οι συγκεκριμένες αξιώσεις του ενάγοντος εξοφλήθηκαν, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται το δικαιούμενο καθώς και το καταβληθέν για κάθε αξίωση ποσό.

Διαφορετικά καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, αφού ενδέχεται το καταβληθέν ποσό να είναι μικρότερο του οφειλόμενου. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε και ως προς τη μη συνδρομή τους, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση περιέχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε, σχετικά με την αγωγική αξίωση του αναιρεσείοντος για επιδίκαση αμοιβής και προσαυξήσεως 75% λόγω εργασίας του κατά τις Κυριακές, ότι αυτός, που είχε προσληφθεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από την κοινοπραξία "Κ/Ξ ΤΕΑΑΕ- ΘΕΜΕΛΙΟΔΟΜΗ ΑΕ ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ" στις οιμ22-6-2000 και εργάστηκε ως τεχνίτης οικοδόμος στο εργοτάξιό της στη ...

μέχρι τις 20-1-2001, οπότε και απολύθηκε, απασχολήθηκε κατά το χρονικό αυτό διάστημα επί δύο Κυριακές το μήνα και ότι για την εργασία του αυτή έλαβε την αμοιβή και την προσαύξηση του ημερομισθίου του κατά 75%. Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες διότι δεν εκθέτει συγκεκριμένα τα ποσά που εδικαιούτο ο αναιρεσείων για αμοιβή και προσαύξηση του ημερομισθίου του κατά 75% λόγω εργασίας του κατά τις Κυριακές καθώς και τα ποσά που του καταβλήθηκαν για την αιτία αυτή.

Επομένως, ο μοναδικός από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που έκρινε επί του αναφερόμενου στην αμοιβή και προσαύξηση 75% για εργασία κατά τις Κυριακές αγωγικού αιτήματος και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 776/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ