Supreme Court partially allows appeal against insurance company on future loss damages but dismisses claim against insurer.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision, ordering a remand for further trial regarding future loss damages against one defendant. The court found the appeal admissible against the insurance company but rejected it against the other party due to lack of specific factual allegations. Consequently, the case was remanded for retrial on the disputed damages while the appellant was ordered to pay costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 929 and 298 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: Future loss damages are recoverable based on probability rather than certainty, and an appeal is admissible only when the lower court's reasoning lacks clarity or fails to address specific evidence adduced by the appellant.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 377 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 377/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ......, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Χρίστου Ψαρράκη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, κατοίκου ......, 2) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΕΓΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ Α.Ε." που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Κυριακίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/4/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5155/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8446/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9/7/2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 4/11/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και την απόρριψη κατά τα λοιπά του ως άνω λόγου, καθώς και των λοιπών λόγων αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 929 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι αυτός που έπαθε στο σώμα ή στην υγεία του δικαιούται να αξιώσει και τη μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος), γιατί, λόγω της μειωμένης ικανότητας προς εργασία από βλάβη του σώματος ή της υγείας, χάνει τα εισοδήματα από την εργασία του, την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα ασκούσε στο μέλλον.
Δεν απαιτείται γι' αυτό βεβαιότητα, αλλά αρκεί πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πράγμα που πρέπει να προκύπτει από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, ιδίως δε από τα μέτρα που λήφθηκαν προς τούτο. Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας αναιρείται για έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για την εφαρμογή της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου την οποία το δικαστήριο εφάρμοσε και έτσι δεν είναι δυνατός, ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης αυτής.
Όμως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν η αντίστοιχη έλλειψη ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα αναφέρεται στην ανάλυση, στάθμιση, αξιολόγηση και γενικότερα στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, αρκεί ότι το πόρισμα του δικαστηρίου που έχει εξαχθεί από αυτές, εκτίθεται με σαφήνεια.
Εν προκειμένω, το Εφετείο, κρίνοντας ότι ο αναιρεσείων - ενάγων θα ελάμβανε, κατά το έτος 2006, το ίδιο ποσό που έλαβε και το έτος 2005 και το οποίο του επιδικάστηκε με την 827/1998 απόφασή του, ως αποζημίωση, λόγω της ανικανότητάς του να ασκήσει πλήρως το επάγγελμα του ιπταμένου αξιωματικού - πιλότου μαχητικών αεροσκαφών, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής : "...
Περαιτέρω, λαμβανομένων υπόψη α) του βασικού μισθού του σμηναγού, ο οποίος ελήφθη ως βάση και για τον υπολογισμό της διαφοράς του επιδόματος για το έτος 2005 και το οποίο δεν προκύπτει ότι μεταβλήθηκε και β) της σταθερότητας του πληθωρισμού, το Δικαστήριο κρίνει ότι κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, και με πιθανότητα, ο ενάγων θα ελάμβανε ως διαφορά του ως άνω επιδόματος κατά τα ανωτέρω για το έτος 2006, το ίδιο ποσό που έλαβε και το έτος 2005 (συνυπολογιζομένης και της συνυπαιτιότητας του), ήτοι 1096656 δρχ.
ή 3218 ευρώ ...". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν κι' έτσι δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Επομένως δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ η δε επικαλούμενη ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά τον προσδιορισμό του ύψους της ως άνω αποζημίωσης στην πραγματικότητα πλήττει την απόφαση κατά την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή στερείται νόμιμης βάσης.
Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ως άνω αιτιάσεις είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατά το μέρος που πλήττει την εκτίμηση των αποδείξεων και κατά τα λοιπά ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο αγνόησε τον αγωγικό ισχυρισμό περί περιορισμού του ποσοστού αύξησης του δείκτη τιμών καταναλωτή κατά το έτος 2006 σε 3%, κατά το οποίο ως έπρεπε να αυξηθεί η αποζημίωση για τη διαφορά του πτητικού επιδόματος, κατά το ανωτέρω έτος, είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη, έλαβε υπόψη τον πιο πάνω ισχυρισμό και τον απέρριψε με την αιτιολογία, ότι κατά το επίδικο έτος ο πληθωρισμός ήταν σταθερός.
Τέλος ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που αφορά την πλημμέλεια του αριθμού 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την 827/1998 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου όσον αναφορά την αύξηση του δείκτη τιμών καταναλωτή το έτος 2006, είναι αβάσιμος, διότι πράγματι από την αμέσως πιο πάνω προηγούμενη απόφαση του Εφετείου δεν προκύπτει το προβαλλόμενο δεδικασμένο.
ΙΙ. Προκειμένης αξίωσης εκείνου, που έπαθε βλάβη στο σώμα ή την υγεία του για τη μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος) κατά τα άρθρα 929 και 298 ΑΚ ο ζημιωθείς πρέπει να εκθέσει στην αγωγή του συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία πιθανολογούν τη μελλοντική ζημία του και θα καταστήσουν δυνατή στο δικαστή της ουσίας την εκτίμηση της πιθανότητας επέλευσης της ζημίας.
Εφόσον αυτό συμβαίνει, τότε η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη. Αν όμως από την έκθεση των περιστατικών η μελλοντική ζημία παρίσταται ως ενδεχόμενη απλά, τότε η αγωγή δεν είναι νόμιμη και δεν θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης. Είναι διαφορετικό το ζήτημα, ότι στην αγωγή η ζημία του ενάγοντος εμφανίζεται ως πιθανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, όμως, από τις αποδείξεις προκύπτει ότι αυτή είναι απλά ενδεχόμενη.
Στη τελευταία αυτή περίπτωση η αγωγή είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Πάντως, η τελεσίδικη απόφαση με την οποία απορρίπτεται η αγωγή ως προώρως ασκηθείσα δεν δημιουργεί, ως προς τούτο δεδικασμένο, γιατί δεν πρόκειται για τομή της διαφοράς (ΑΠ 122/2006, ΑΠ 2076/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 30-8-2004 αγωγή του, όπως απ' αυτή προκύπτει, ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι, όντας αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας και χειριστής αεριωθουμένων μαχητικών αεροσκαφών, εξαιτίας του τραυματισμού του κατά το τροχαίο ατύχημα που συνέβη στις 30-9-1994 από συντρέχουσα αμέλεια του πρώτου αναιρεσιβλήτου εναγομένου, τραυματίστηκε στο αριστερό του χέρι με αποτέλεσμα να καταστεί διαρκώς ανίκανος για το χειρισμό των ως άνω αεροσκαφών και να μεταταγεί από την κατηγορία Α-1 στην κατηγορία Β-3 του χειριστή ελικοφόρων - πυροσβεστικών - μεταγωγικών αεροσκαφών με περαιτέρω συνέπεια να λαμβάνει μειωμένο πτητικό επίδομα επικινδυνότητας, το οποίο προσδιορίζεται με βάση το εκάστοτε βασικό μισθό του σμηναγού με συντελεστή 10 για την Α-1 κατηγορία και με συντελεστή 7 για την Β-3 κατηγορία χειριστών.
Περαιτέρω, ισχυρίσθηκε ο αναιρεσείων-ενάγων ότι με την από 4-3-1996 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ζήτησε αφενός μεν ν' αναγνωρισθεί η αξίωση του για αποζημίωση λόγω της αναπηρίας του από το έτος 1996 μέχρι το έτος 2050, αφετέρου δε να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι εναγόμενοι να του καταβάλουν το σχετικό ποσό αποζημίωσης από το έτος 1996 και μέχρι το έτος 2025 που θα συνταξιοδοτηθεί, πλην όμως με την 827/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της ως άνω αγωγής, επιδικάστηκε σ' αυτόν αποζημίωση για την προαναφερθείσα αιτία μέχρι 31-12-2000 και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση των εναγομένων (αναιρεσιβλήτων) να του καταβάλουν μέχρι 31-12-2005 ως αποζημίωση το ποσό της διαφοράς μεταξύ του επιδόματος της Α-1 κατηγορίας, το οποίο θα ελάμβανε εάν δεν τραυματιζόταν κατά το ατύχημα και του επιδόματος της Β-3 κατηγορίας που λαμβάνει ως χειριστής ελικοφόρων, πυροσβεστικών και μεταγωγικών αεροσκαφών, η δε ως άνω αγωγή ως προς τα αγωγικά κονδύλια που αφορούν το χρονικό διάστημα μετά το 2005 κρίθηκε με την ανωτέρω απόφαση ότι ασκήθηκε πρόωρα.
Κατόπιν τούτων, ο αναιρεσείων-ενάγων με την από 30-8-2004 αγωγή του, όπως αυτή παραδεκτά περιορίστηκε και επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ζήτησε: α) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι (αναιρεσίβλητοι) να του καταβάλουν για το χρονικό διάστημα από το έτος 2006 μέχρι το έτος 2012 ως αποζημίωση τα λεπτομερώς αναφερόμενα σ' αυτή χρηματικά ποσά που προκύπτουν από τη διαφορά του ως άνω πτητικού επιδόματος μεταξύ της Α-1 και Β-3 κατηγορίας, με βάση τον βασικό μισθό του σμηναγού, προσαυξημένο κατά 3% ετησίως λόγω της μεταβολής του δείκτη τιμών καταναλωτή και β) ν' αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να του καταβάλουν την ως άνω αποζημίωση από το έτος 2012 μέχρι τη συνταξιοδότησή του το έτος 2024.
Το Εφετείο, ύστερα από παραδοχή της έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απορριπτικής απόφασης, αφού εξαφάνισε αυτή κράτησε και δίκασε την υπόθεση και δέχτηκε την αγωγή κατά ένα μέρος, επιδικάζοντας στον αναιρεσείοντα - ενάγοντα ως αποζημίωση για τη προεκτεθείσα αιτία το ποσό των 3.218 Ευρώ, που αυτός ζημιώθηκε κατά το έτος 2006, ενώ κατά τα λοιπά απέρριψε την αγωγή με την αιτιολογία ότι ασκήθηκε πρόωρα.
Όμως, κρίνοντας έτσι το Εφετείο αξίωσε περισσότερα στοιχεία, απ' όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος για αποζημίωση του ενάγοντος, λόγω της μελλοντικής ζημίας που θα υποστεί, αφού με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή η ως άνω ζημία δεν είναι απλά ενδεχόμενη, αλλά εμφανίζεται ως πιθανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.
Ως εκ τούτου, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, αφού παραβίασε τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν των άρθρων 929 και 298 του ΑΚ, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατ' εκτίμηση, πλημμέλειες από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
IΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247 251, 298, 914 και 937 Α.Κ. συνάγεται ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννιέται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημίωσης για την όλη ζημία, θετική και αποθετική παρούσα ή μέλλουσα αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και όσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξίωσης αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες, ενιαίως από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση, διετής δε, από την επομένη της ημέρας του ατυχήματος, ως προς την υποχρέωση αποζημίωσης της ασφαλιστικής εταιρείας κατ' άρθρο 10 παρ. 2 του ν. 489/1976.
Εξάλλου, από τις συνδυαζόμενες διατάξεις των άρθρων 261 εδ. α ΑΚ και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση άσκησης αγωγής για μέρος μόνο της αξίωσης για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται, αντιστοίχως, εκκρεμοδικία, ενώ από τη διάταξη του άρθρου 268 εδ.
α ΑΚ προκύπτει ότι, αν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, η ύπαρξη αξίωσης για θετική και αποθετική ζημιά από αδικοπραξία, η οποία υπόκειται κατ' αρχήν στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ, 1 ή στη διετή παραγραφή του άρθρου 10 παρ.2 του ν. 489/1976, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης για αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση και αυτό γιατί και το μέρος αυτό της αξίωσης, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται, ότι έχει βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου (αρθρ. 331 ΚΠολΔ) με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημίωσης του παθόντος γενικά, για κάθε ζημία του από την αδικοπραξία.
Η νέα όμως αυτή (εικοσαετής) παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια του άρθρου 268 ΑΚ, την ύπαρξη αξίωσης που δεν έχει ήδη υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια, (πενταετή ή διετή) παραγραφή και τούτο διότι, κατά μεν το άρθρο 272 ΑΚ που ορίζει ότι με τη συμπλήρωση της παραγραφής ο οφειλέτης δικαιούται να αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής, με την συμπλήρωση της, ο οφειλέτης έχει κεκτημένο δικαίωμα έναντι του δανειστή για άρνηση της παροχής προς αυτόν, εφόσον δε, κατά το μεταγενέστερο μέρος της, η αξίωση δεν είχε καταστεί επίδικη, το παραχθέν με βάση την αρχική αγωγή - ως προς το μέρος της προγενέστερης ζημίας, - δεδικασμένο δεν εξοβελίζει το ως άνω κεκτημένο δικαίωμα προς απόκρουση της αξίωσης κατά το μη προβληθεν με την αρχική αγωγή μέρος της, αφού τέτοια συνέπεια δεν προβλέπεται από το άρθρο 268 ΑΚ ούτε, άλλωστε, δυνατότητα άσκησης του δικαιώματος αυτού είχε ο οφειλέτης στην αρχική δίκη, όταν δημιουργήθηκε το δεδικασμένο.
Η άποψη αυτή, ότι δηλαδή η έναρξη εικοσαετούς παραγραφής κατά το άρθρο 268 ΑΚ προϋποθέτει τη μη συμπλήρωση της αρχικής συντομότερης παραγραφής μέχρι την τελεσιδικία, ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο νομοθέτης του ΑΚ. εντάσσοντας την άνω διάταξη μεταξύ των ρυθμιζόμενων στον Κώδικα "τρόπων διακοπής" της παραγραφής (260-269 ΑΚ), αποδίδει και στην τελεσίδικη βεβαίωση, την έννοια, υπό την οποία λαμβάνει την "διακοπή" της παραγραφής, ήτοι της παύσης της διαδρομής αυτής, πριν από τη συμπλήρωση του κατά νόμο χρόνου της, καθώς και του μη υπολογισμού του, διαδραμόντος μέχρι το γεγονός της διακοπής, χρόνου (αρθρ. 270 ΑΚ) (Ολ ΑΠ 24/2003, 38/1996, 23/1994).
Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι η απόρριψη της αγωγής για το λόγο ότι αυτή ασκήθηκε πρόωρα αποτελεί λόγο μη ουσιαστικό με την έννοια της ΑΚ 263 (ΑΠ 16/1967). Κατά συνέπεια, η παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση τέτοιας αγωγή θεωρείται κατ' άρθρο 263 ΑΚ σαν να μη διακόπηκε, εκτός εάν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, οπότε η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, κρίνοντας την προβληθείσα από την τρίτη εναγομένη - αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία ένσταση περί διετούς παραγραφής, δέχτηκε ανελέγκτως ότι απεδείχθησαν τα εξής "... Το ατύχημα έλαβε χώρα στις 30-9-1994 και η με αριθ. 827/1998 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία έκρινε τελεσιδίκως επί προγενέστερης αγωγής του ενάγοντος δημοσιεύθηκε (τελεσιδίκησε) στις 30-1-1998.
Οι νέες (μεταγενέστερες) αξιώσεις του ενάγοντος ασκήθηκαν με την κρινόμενη από 30-8-2004 αγωγή, η οποία κατατέθηκε στις 23-9-2004 και επιδόθηκε στον πρώτο εναγόμενο (Ψ1) στις 14-10-2004 και στις λοιπές εναγόμενες στις 30-9-2004 ... οι αξιώσεις κατά της τρίτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας έχουν παραγραφεί, καθόσον δεν έχουμε 20ετη επιμήκυνση διότι αυτές (υποκείμενες σε διετή παραγραφή κατ' άρθρο 10 παρ. 2 του Ν. 489/1976) πριν από την τελεσιδικία, που επήλθε στις 30-1-1998, είχαν ήδη παραγραφεί από 30-9-1996.
Επομένως, η αγωγή, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της τρίτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, πρέπει να απορριφθεί ως παραγεγραμμένη ...". Με την κρίση αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις πιο πάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση ενώ δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και συγκεκριμένα ότι η παραγραφή διακόπηκε με την έγερση της αγωγής.
Επομένως δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες από τα εδάφια 1, 19 και 8του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Συνακόλουθα, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες αυτές είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ο ίδιος (τρίτος) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από το εδάφιο 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ διότι τάχα το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους προβληθέντες από τον αναιρεσείοντα ισχυρισμούς περί παραιτήσεως από την παραγραφή της εναγομένης-αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας και περί αναγνωρίσεως της υποχρεώσεώς της για αποζημίωση είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι ο αναιρεσείων ναι μεν επικαλείται με το αναιρετήριο ότι τους ως άνω ουσιώδεις ισχυρισμούς του προέβαλε παραδεκτά τόσο με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όσο και με τις κατατεθείσες προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, πλην όμως από τις προσκομιζόμενες αυτές προτάσεις του δεν προκύπτει ότι αυτός προέβαλε τους ανωτέρω ισχυρισμούς, καθώς και τα απαραίτητα για τη θεμελίωσή τους πραγματικά περιστατικά.
Επίσης, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που προβάλλονται πλημμέλειες από τους αριθμούς 14 και 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, αναφορικά με την προβληθείσα από την ως άνω αναιρεσίβλητη ένσταση παραγραφής των επιδίκων αξιώσεων κατ' αυτής, που είναι διαφορετικές από εκείνες που κρίθηκαν με την προηγούμενη 827/1998 απόφαση του ίδιου Εφετείου, από την οποία φέρεται ότι πηγάζει το προβαλλόμενο δεδικασμένο, είναι απορριπτέος, πρωτίστως ως αόριστος, αφού δεν γίνεται επίκληση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, που να συγκροτούν τις πλημμέλειες αυτές.
Τέλος, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη έγγραφα (αποδείξεις πληρωμής της αποζημίωσης που επιδικάστηκε με την 827/1998 απόφαση του Εφετείου, καθώς και της αποζημίωσης για το έτος 2006), που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων για ν' αποδείξει τους ισχυρισμούς του περί παραιτήσεως από την παραγραφή της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας και περί αναγνωρίσεως της υποχρεώσεως αυτής για αποζημίωση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, όπως προαναφέρθηκε ο αναιρεσείων δεν προέβαλε στο δικαστήριο της ουσία τους ως άνω ισχυρισμούς, και, ως εκ τούτου, δεν ιδρύεται στην προκειμένη περίπτωση ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, αφού για την ίδρυση του λόγου αυτού πρέπει το αποδεικτικό μέσο, που δεν λήφθηκε υπόψη, να είναι χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό προσβληθέντα και λυσιτελή, δηλαδή που επ9ιδράς το διατακτικό. 'Υστερα από αυτά η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΕΓΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ Γ.
ΣΙΔΕΡΗΣ ΑΕ". Αντίθετα, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως, πρέπει ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο - εναγόμενο Ψ1 να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και, συγκεκριμένα, μόνο κατά το κεφάλαιο αυτής που απέρριψε ως προώρως ασκηθέντα τα αγωγικά κονδύλια για το χρονικό διάστημα από 2007 έως 2024, που αφορούν τη ζημία που θα υποστεί ο αναιρεσείων ενάγων εξαιτίας της ανικανότητάς του για την άσκηση του επαγγέλματος του χειριστή αεριωθουμένων μαχητικών αεροσκαφών.
Στη συνέχεια, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, μόνο κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-7-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 8446/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αφορά την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΑΕΓΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ ΑΕ".
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της ως άνω αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Αναιρεί ως προς τον αναιρεσίβλητο Ψ1 εν μέρει την 8446/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει κατά το αναιρούμενο και αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον ως άνω αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ