Legislator Case Law & Legislation
377/2006 AI generated

377/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 377/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/11/1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, η οποία κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η απόφαση 3539/2000 του ιδίου Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία εκήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο καθ' ύλη αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Στη συνέχεια εκδόθηκαν οι αποφάσεις 875/2001 του παραπάνω δικαστηρίου και η 4878/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την τελευταία αυτή απόφαση προσέβαλε ο αναιρεσείων με την από 30 Ιουνίου 2003 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

377/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 24 του ν. 1958/1991 η "χρονική διάρκεια του συμβολαίου αθλητή με αμοιβή δεν επιτρέπεται με ποινή ακυρότητας, να είναι μικρότερη από 11 μήνες και μεγαλύτερη από 5 χρόνια. Σε κάθε περίπτωση, η λήξη της χρονικής διάρκειας του συμβολαίου πρέπει να συμπίπτει με την τελευταία, πριν την έναρξη της μεταγγραφικής περιόδου, ημέρα.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 377 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 377/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος : Θ. Α. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κων/νο Βασματζή βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ. Δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης : Ανώνυμης Καλαθοσφαιρικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΚΑΕ Γυμναστικός Σύλλογος Περιστερίου", που εδρεύει στο Περιστέρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κων/νο Ιωαννίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/11/1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, η οποία κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η απόφαση 3539/2000 του ιδίου Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία εκήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο καθ' ύλη αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Στη συνέχεια εκδόθηκαν οι αποφάσεις 875/2001 του παραπάνω δικαστηρίου και η 4878/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την τελευταία αυτή απόφαση προσέβαλε ο αναιρεσείων με την από 30 Ιουνίου 2003 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χλαμπουτάκης, ανάγνωσε την από 29/10/2004 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 1958/1991 "όπου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος ή των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδιδομένων κανονιστικών πράξεων επιτρέπεται σε αθλητικά σωματεία η διατήρηση αθλητών με αμοιβή, τα σωματεία αυτά έχουν την υποχρέωση να ιδρύσουν και οργανώσουν ειδικό, κατά περίπτωση, τμήμα αμειβόμενων αθλητών, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος", κατά δε το άρθρο 19 του ίδιου νόμου η "σύμβαση παροχής υπηρεσιών αθλητή αποτελεί ιδιόμορφη σύμβαση παροχής αθλητικών υπηρεσιών, η οποία διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του παρόντος και των σε εκτέλεση αυτού εκδιδομένων κανονιστικών γενικά πράξεων, μη εφαρμοζομένων σε καμία περίπτωση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας".

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 24 του ν. 1958/1991 η "χρονική διάρκεια του συμβολαίου αθλητή με αμοιβή δεν επιτρέπεται με ποινή ακυρότητας, να είναι μικρότερη από 11 μήνες και μεγαλύτερη από 5 χρόνια. Σε κάθε περίπτωση, η λήξη της χρονικής διάρκειας του συμβολαίου πρέπει να συμπίπτει με την τελευταία, πριν την έναρξη της μεταγγραφικής περιόδου, ημέρα.

Με την επιφύλαξη των διατάξεων των προηγούμενων παραγράφων η χρονική διάρκεια του συμβολαίου καθορίζεται ελεύθερα από τα συμβαλλόμενα μέρη. Αν η χρονική διάρκεια του αρχικού συμβολαίου είναι μικρότερη από 5 χρόνια, μπορεί να συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων δικαίωμα μονομερούς ανανέωσης του συμβολαίου από το αθλητικό σωματείο ή την αθλητική εταιρία, για τον μέχρι τη συμπλήρωση της 5ετίας χρόνο.

Σ' αυτήν την περίπτωση πρέπει να καθορίζονται υποχρεωτικά και οι οικονομικοί όροι της ανανέωσης. Συμφωνία των συμβαλλομένων κατά την υπογραφή του αρχικού συμβολαίου για ανανέωση αυτού, για χρόνον πέραν της 5ετίας, είναι άκυρη". Περαιτέρω κατά το άρθρο 5 της με αριθμό 37495/1991 αποφάσεως του Υπουργού Πολιτισμού, που εκδόθηκε σε εκτέλεση του άρθρου 21 του ν. 1958/1991 ορίσθηκε ότι α) Με την επιφύλαξη των διατάξεων των επομένων παραγράφων, η χρονική διάρκεια του συμβολαίου καθορίζεται ελεύθερα από τα συμβαλλόμενα μέρη β) το πρώτο (αρχικό) συμβόλαιο ερασιτέχνη καλαθοσφαιριστή ανεξαρτήτως προέλευσης (είτε προέρχεται δηλαδή από το ίδιο σωματείο, είτε από άλλο με μεταγραφή), είναι διάρκειας τουλάχιστον 1 έτους με δικαίωμα του σωματείου για μονομερή ανανέωση μέχρι 5 έτη γ) Συμβόλαια, που συνάπτουν οι αμειβόμενοι καλαθοσφαιριστές με οποιοδήποτε σωματείο, είτε ύστερα από μεταγραφή που γίνεται κατόπιν κοινής συμφωνίας των ενδιαφερομένων σωματείων, είτε κατά τη διαδικασία της προσφοράς και αντιπροσφοράς σύμφωνα με το άρθρο 7 του παρόντος κανονισμού είναι σε κάθε περίπτωση διάρκειας τουλάχιστον 1 έτους, με δικαίωμα του σωματείου για μονομερή ανανέωση μέχρι 3 έτη.

Οι ερασιτέχνες αθλητές ηλικίας 21 ετών έχουν υποχρέωση να υπογράψουν το κατά την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου αρχικό συμβόλαιο με το σωματείο στο οποίο αρχικά ανήκουν, εφόσον αυτό το επιθυμεί. Στην περίπτωση που το σωματείο δεν υπογράφει ένα τέτοιο συμβόλαιο, ο καλαθοσφαιριστής καθίσταται ελεύθερος να μεταγραφεί ως αμειβόμενος σε άλλο σωματείο".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η προαναφερόμενη ρύθμιση κείται εντός των ορίων της παρατεθείσης εξουσιοδοτικής διατάξεως και δεν παραβιάζει την οικονομική και ειδικότερα τη συμβατική ελευθερία, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά ούτε και τα άρθρα 4 και 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αφού το μεν καθορίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις ασκήσεως των σχετικών συμβατικών δικαιωμάτων των συμβαλλομένων μέσα στα πλαίσια της διαπραγματευτικής ελευθερίας τους, το δε αποβλέπει στην εξυπηρέτηση γενικότερου συμφέροντος, ήτοι στην εξασφάλιση σχετικής σταθερότητας στο δυναμικό του κάθε σωματείου καλαθοσφαιριστών και στην αποφυγή εκμεταλλεύσεως, από τα οικονομικώς ισχυρά σωματεία, των μικρών τοιούτων, δεδομένου ότι η εν λόγω ρύθμιση προϋποθέτει, ως προς τους επ' αμοιβή αθλητές, την προηγούμενη συμφωνία των συμβαλλομένων, ως προς τους οικονομικούς όρους της ανανεώσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση με την ένδικη αγωγή, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι στις 20.6.1994 κατάρτισε με την εναγομένη "ΚΑΕ Γυμναστικός Σύλλογος Περιστερίου" σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αθλητικών υπηρεσιών, ως επ' αμοιβή αθλητής, για το χρονικό διάστημα από 20/6/1994 έως 20/6/1995 με δικαίωμα μονομερούς ετήσιας ανανέωσης της συμβάσεως εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης για τρία ακόμη χρόνια, κατά τους όρους του άρθρου 6 της συμβάσεως, με την οποία ορίσθηκε ο μισθός, καθώς και το πριμ της ανανέωσης σε 34.936.997 δραχμές και ότι, συνεπεία της εκ μέρους της εναγομένης μονομερούς ανανέωσης της συμβάσεως για τρία ακόμη χρόνια, που έγινε, σε εκτέλεση των άνω διατάξεων του άρθρου 24 του ν. 1958/1991 και των κατ' εξουσιοδότηση του νόμου αυτού εκδοθεισών υπουργικών αποφάσεων, που τέθηκαν κατά παράβαση των άνω διατάξεων του Συντάγματος και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρώπινων Δικαιωμάτων, ο ενάγων υπέστη ζημία, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή, εκ δραχμών 180.000.000 ως και ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας απαιτείται το ποσό των 50.000.000 δραχμών.

Ζητεί δε με την αγωγή, όπως προαναφέρθηκε, να αναγνωρισθεί, λόγω της αντισυνταγματικότητας των διατάξεων του άρθρου 24 του ν. 1958/1991, η ακυρότητα του όρου μονομερούς ανανεώσεως της εν λόγω συμβάσεως, και να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ως άνω ποσό των 230.000.000 δραχμών ως αποζημίωση. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή, ως μη νόμιμη, καθόσον η ρύθμιση του άρθρου 24 του Ν. 1959/1991, ως και των εξουσιοδοτικών διατάξεων της με αριθμό 37945/1990 αποφάσεως του ΥΠΠΟ, δεν παραβιάζουν τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, και κατόπιν τούτου απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντα με τα παραπάνω ειδικότερα αιτήματά της.

Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως (κατά το πρώτο μέρος του) προβάλλεται η αιτίαση ότι με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τους παραπάνω ουσιαστικού δικαίου κανόνες. Σύμφωνα όμως με όσα εκτέθηκαν τόσον η ρύθμιση του άρθρ. 24 του Ν. 1959/1991 όσον και οι εξουσιοδοτικές διατάξεις της 37495/1991 αποφάσεως του ΥΠΠΟ δεν παραβιάζουν τις διατάξεις των άρθρ. 5 παρ. 1 του Συντάγματος και 4 και 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και συνεπώς ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επειδή, κατά το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου, δεν ιδρύεται δε όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή (ή η ένσταση) κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη (ή αόριστη).

Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναιρέσεως (κατά το β' μέρος του) με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διέλαβε καθόλου αιτιολογίες επί του ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ζητήματος ότι η αναιρεσίβλητη είναι μικρής δυναμικότητας αθλητικό σωματείο και ήταν αναπόφευκτο για την αγωνιστική της σταθερότητας να δεσμευθεί με μονομερείς όρους παράτασης των συμβάσεων των αθλητών της προκειμένου να εξασφαλισθεί η ανταγωνιστικότητά της έναντι των άλλων ισχυροτέρων σωματείων, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της αγωγής αλλά την απέρριψε ως μη νόμιμη.

Επειδή, από τη διάταξη της παραγρ. 1 του άρθρου 95 Ν. 2725/99, που ορίζει ότι "στις επαγγελματικές ενώσεις ή στις ολομέλειες τμημάτων αμειβομένων αθλητών του οικείου κλάδου άθλησης συγκροτούνται, με διετή θητεία, με απόφαση του διοικητικού τους συμβουλίου πρωτοβάθμιες επιτροπές επίλυσης οικονομικών διαφορών, που ανακύπτουν μεταξύ των επαγγελματιών αθλητών ή των αθλητών με αμοιβή ή των προπονητών και των Α.Α.Ε.

ή των σωματείων που διατηρούν Τ.Α.Α., σύμφωνα δε με την παραγρ. 9 του ιδίου άρθρου επιτρέπονται προσφυγές στα πολιτικά δικαστήρια, όσον αφορά οικονομικές διαφορές μεταξύ επαγγελματιών αθλητών ή αθλητών με αμοιβή ή προπονητών και Α.Α.Ε. ή σωματείων που διατηρούν Τ.Α.Α. μόνο μετά την περαίωση των διαδικασιών ενώπιον των παραπάνω επιτροπών.

Αγωγή που ασκείται ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων πριν από την εξάντληση της παραπάνω διαδικασίας απορρίπτεται ως απαράδεκτη", σαφώς προκύπτει ότι η αγωγή, με την οποία φέρεται ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων προς επίλυση οικονομική διαφορά, που προέκυψε μεταξύ των επαγγελματιών αθλητών ή των αθλητών με αμοιβή και των σωματείων που διατηρούν Τμήματα Αμειβομένων Αθλητών, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, όταν δεν εξαντλήθηκε προηγουμένως η προβλεπομένη από το ως άνω άρθρο διαδικασία ενώπιον των πρωτοβαθμίων επιτροπών, ως διαιτητικών οργάνων, και στην περίπτωση κατά την οποία η οικονομική διαφορά προέκυψε από την ερμηνεία όρου της συμβάσεως και την εγκυρότητα ή μη αυτού, κατά τις διατάξεις του ΑΚ.

Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, που παρείχε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη καλαθοσφαιρική Ανώνυμη Εταιρεία, η οποία διατηρεί τμήμα αμειβόμενων αθλητών, ζήτησε α) ν' αναγνωρισθεί ότι ο όρος του άρθρ. 2 της από 20/6/1994 υφιστάμενης μεταξύ τους σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, με την οποία παρασχέθηκε στην εναγομένη ΚΑΕ, το δικαίωμα της μονομερούς ανανέωσης της συμβάσεώς το για τρία (3) ακόμη χρόνια από την αρχική λήξη της, είναι άκυρος σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 178, 179 και 281 ΑΚ και β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των 230.000.000 δρχ ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτή προκύπτει, έκρινε ότι η αγωγή, κατά το κεφάλαιο αυτό, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, για το λόγο ότι ασκήθηκε πριν από την εξάντληση της παραπάνω διαδικασίας του άρθρ. 95 του Ν. 2725/1999, και μετά από επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει όμοια, κατά το σημείο τούτο, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντα - ενάγοντα.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν κήρυξε, σύμφωνα με τα παραπάνω, παρά το νόμο απαράδεκτο το δικόγραφο της αγωγής, κατά το άνω κεφάλαιο, και συνεπώς ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμ. 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30 Ιουνίου 2003 αίτηση του Θ. Α. για αναίρεση της 4878/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης από επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 28 Φεβρουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ