Supreme Court allows appeal on ancillary termination validity, overturning labor court's dismissal of late defense.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's partial rejection of the employer's claim. The employer argued that the employee's defense regarding the invalidity of an ancillary termination was inadmissible because it was raised late, after the three-month limitation period expired. The Court ruled that the defense was admissible because the ancillary termination was proven to be abusive by its timing, occurring just two days before the main lawsuit. Consequently, the Court partially set aside the lower court's decision and remitted the case for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 527 para. 6 of the Code of Civil Procedure; The defense of the invalidity of an ancillary termination of employment is admissible even if raised late, provided the abuse of right is evident from the chronological sequence of the main claim and the ancillary termination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 376 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 376/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 404/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 3 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία "CONSOLIDATED CONTRACTORS GROUP SAL (OFFSHORE) (CCC)", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον Λίβανο και διατηρεί γραφεία στο Μαρούσι Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Δούναβη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Π. Σ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Αυγουστίνας Αβραμά, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-11-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2425/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3709/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-2-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 3-2-2023 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 1072/85/ 2023) αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 3709/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 30-12-2019 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, υπ' αριθ. 2425/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 19-11-2018 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 112171/2954/2018) αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και επιδικάστηκαν στην τελευταία εντόκως α) το ποσό των 15.120 ευρώ ως μισθοί υπερημερίας και β) το ποσό των 1.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη εξαιτίας της προσβολής της προσωπικότητάς από την άκυρη (καταχρηστική) καταγγελία της σύμβασης εργασίας της εκ μέρους της εναγομένης.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 και 3 του Ν. 2112/1920, 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.
Σε περίπτωση ακυρότητας της καταγγελίας για οποιονδήποτε λόγο, δεν επέρχεται η λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης περιέρχεται σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του εργαζομένου, υποχρεούμενος να δέχεται τις υπηρεσίες του και να καταβάλλει τις αποδοχές αυτού, κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 του ΑΚ (ΑΠ 839/2019, 179/2016, 601/2013).
Η υπερημερία του εργοδότη και συνακόλουθα η υποχρέωση αυτού να καταβάλλει τις αποδοχές του μισθωτού κατά το διάστημα που τελεί σε υπερημερία και να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, παύει α) με την αποδοχή της εργασίας του μισθωτού, β) με τη δήλωση του εργοδότη ότι αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζομένου σύμφωνα με τους πριν την απόλυση όρους, γ) με την περιέλευση του εργαζομένου, για πραγματικούς ή νομικούς λόγους, σε κατάσταση αδυναμίας παροχής της εργασίας του, εκτός εάν η αδυναμία αυτή οφείλεται σε γεγονός για το οποίο ο εργοδότης υπέχει ευθύνη, και δ) με την καθ' οιονδήποτε τρόπο έγκυρη λύση της σύμβασης εργασίας, χωρίς να ενδιαφέρει ο λόγος λύσης.
Επομένως, όταν η υπερημερία του εργοδότη απορρέει από μία άκυρη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, αυτή παύει με μία έγκυρη νέα καταγγελία (ΑΠ 839/2019, 400/2017). Η νέα αυτή καταγγελία, η οποία μπορεί να γίνει από τον εργοδότη και επικουρικά, δηλαδή με την επιφύλαξη κάθε δικαιώματός του από την προηγούμενη καταγγελία και με σκοπό να αρθεί η υπερημερία στην οποία είχε περιέλθει ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού και ως προς την υποχρέωση καταβολής αποδοχών υπερημερίας, είναι επιτρεπτή από το νόμο και επιφέρει, από τη στιγμή που περιέρχεται στον μισθωτό (άρθρο 167 του ΑΚ), τη διαπλαστική της ενέργεια, ήτοι τη λύση της σύμβασης εργασίας (σε περίπτωση ακυρότητας της αρχικής καταγγελίας).
Το κύρος της καταγγελίας αυτής δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι έγινε κατά τον χρόνο που ο εργοδότης τελούσε σε υπερημερία ή σε χρόνο που η πρώτη καταγγελία δεν είχε ακόμη κριθεί τελεσίδικα ως άκυρη, αφού ευθέως ο εργοδότης αποβλέπει με αυτή στη λύση της εργασιακής σύμβασης και άρση της υπερημερίας του (ΑΠ 839/2019, 400/2017).
Η δεύτερη αυτή καταγγελία, που γίνεται επικουρικά, περιέχει επομένως αίρεση δικαίου, η οποία όμως είναι από το νόμο επιτρεπτή και, ανάλογα με τη νομική κατάσταση, αν μεν η πρώτη καταγγελία είναι έγκυρη, δεν έχει καμία αξία και έννομη επιρροή, αν δε είναι άκυρη, επιφέρει αυτή το πρώτον τη λύση της σύμβασης εργασίας (ΑΠ 860/2024, 839/2019, 277/2016).
Η νομιμότητα και το παραδεκτό της προβολής του περί ακυρότητας της κάθε καταγγελίας ισχυρισμού κρίνεται αυτοτελώς, βάσει των συνθηκών που ισχύουν κατά την άσκηση της καθεμίας από αυτές.
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, όπως το δεύτερο εδάφιο αυτής προστέθηκε με το άρθρο 19 του Ν. 435/1976, ορίζεται ότι "πάσα αξίωσις μισθωτού πηγάζουσα εξ ακύρου καταγγελίας της σχέσεως εργασίας τυγχάνει απαράδεκτος, εφ' όσον η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της λύσεως της σχέσεως εργασίας.
Η διάταξις της παρούσης εφαρμόζεται μόνον επί καταγγελίας σχέσεων εξηρτημένης εργασίας". Η προθεσμία αυτή, η οποία είναι αποσβεστική, αποσκοπεί στην ταχεία άρση κάθε αβεβαιότητας σχετικά με το κύρος της καταγγελίας και στην εκκαθάριση εντός σύντομου χρονικού διαστήματος των αξιώσεων των εργαζομένων, που πηγάζουν από τυχόν άκυρη καταγγελία, ώστε να μη δημιουργούνται δυσβάστακτες συνέπειες για τον εργοδότη, όταν παρέλθει δε άπρακτη η αποσβεστική αυτή προθεσμία, επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος προσβολής της καταγγελίας για ακυρότητα (ΟλΑΠ 1338/1985, ΑΠ 215/2023, 839/2019, 121/2017, 429/2016).
Η ως άνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, για την άσκηση αγωγής περί ακυρότητας της καταγγελίας και απόληψης μισθών υπερημερίας, λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο (άρθρο 280 ΑΚ) και έχει εφαρμογή σε κάθε καταγγελία της σχέσης εξαρτημένης εργασίας, είτε αορίστου είτε ορισμένου χρόνου είναι αυτή, καταλαμβάνει δε κάθε αξίωση του μισθωτού που πηγάζει από την, για οποιονδήποτε λόγο, ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής σχέσης από τον εργοδότη (ΑΠ 215/2023, 839/2019, 359/2015).
Στον ίδιο ως άνω χρονικό περιορισμό υπόκειται και η ένσταση ή αντένσταση περί ακυρότητας της καταγγελίας (ΟλΑΠ 1338/1985, ΑΠ 215/2023, 839/2019, 121/2017, 429/2016). Η μη κοινοποίηση, δηλαδή, της αγωγής περί ακυρότητας της καταγγελίας στον εργοδότη εντός της ανωτέρω τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας ή η μη προβολή σχετικής ένστασης στο πλαίσιο εκκρεμούς δίκης, καθιερώνει απαράδεκτο, το οποίο αφορά την ουσία της διαφοράς και κατά κύριο λόγο πλήττει το δικαίωμα της επίκλησης και προσβολής της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ως άκυρης και κατ' ανάγκη τις συνεχόμενες με αυτό ουσιαστικές αξιώσεις της καταβολής αποδοχών υπερημερίας και πραγματικής απασχόλησης του μισθωτού.
Ως εκ τούτου, εάν παρέλθει άπρακτη η εν λόγω προθεσμία, η καταγγελία αυτή καθίσταται έγκυρη (του εργαζομένου δικαιούμενου να ζητήσει μόνο την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης) και η σχετική αγωγή ή ένσταση απορρίπτεται ως (ουσιαστικά) απαράδεκτη (ΑΠ 215/2023, 839/2019, 121/2017, ΑΠ 429/2016).
Εξάλλου, αν ο εργοδότης, κατά τη συζήτηση της αγωγής με αντικείμενο την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και την επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας, προκειμένου να απαλλαγεί, επικαλεστεί κατ' ένσταση νέα (δεύτερη) έγκυρη καταγγελία και συνακόλουθα ανυπαρξία υπερημερίας του, ο ισχυρισμός του μισθωτού για την ακυρότητα της καταγγελίας αυτής αποτελεί αντένσταση, η οποία πρέπει να προβληθεί κατά νόμιμο και παραδεκτό τρόπο.
Ο μισθωτός έχει βέβαια, και στην περίπτωση αυτή, τη δυνατότητα να επικαλεστεί την ακυρότητα της καταγγελίας και τους λόγους που τη θεμελιώνουν, καθ' υποφορά με το δικόγραφο της αγωγής επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας, οπότε πρόκειται για εκ προοιμίου αντένσταση κατά της τυχόν ένστασης του εργοδότη περί καταγγελίας της σύμβασης.
Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός (ακυρότητας της καταγγελίας), που προβάλλεται από τον εργαζόμενο με αντένσταση προς απόκρουση του ισχυρισμού του εργοδότη, για να είναι παραδεκτός, πρέπει, όπως προελέχθη, να προβληθεί μέσα στην ανατρεπτική προθεσμία των τριών μηνών από την περιέλευση στον μισθωτό της καταγγελίας (ΟλΑΠ 1338/1985, ΑΠ 839/2019, 121/2017, ΑΠ 429/2016).
Τα ανωτέρω τυγχάνουν εφαρμογής και στην περίπτωση επικουρικής καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη, για την περίπτωση που η αρχική καταγγελία ήθελε κριθεί τελεσιδίκως άκυρη. Από καμία διάταξη, εξάλλου, δεν προκύπτει ότι κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας για την αναγνώριση ως άκυρης της αρχικής καταγγελίας αναστέλλεται η κατά τα άνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 για την εκ μέρους του εργαζομένου προσβολή ως άκυρης της επικουρικής καταγγελίας, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, οι προϋποθέσεις του παραδεκτού της κατά τα άνω προσβολής ερευνώνται αυτοτελώς για κάθε καταγγελία ΑΠ 839/2019).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου (με αντιφατικές αιτιολογίες) παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 648, 656, 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 και 3 του Ν. 2112/1920, 1, 2 και 6 του Ν. 3198/1955, οι οποίες συνίστανται στο ότι το Εφετείο έκρινε παραδεκτή την αντένσταση της ενάγουσας - εφεσίβλητης περί καταχρηστικότητας της επικουρικής καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, την οποία (επικουρική καταγγελία) η εναγομένη - εκκαλούσα εργοδότρια προέβαλε κατ' ένσταση με τις πρωτόδικες προτάσεις της, αλλά και προφορικά με καταχώριση στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, επανέφερε δε με σχετικό λόγο έφεσης, παρά το γεγονός ότι η εν λόγω αντένσταση προτάθηκε για πρώτη φορά με την προσθήκη στις πρωτόδικες προτάσεις της ενάγουσας, στις 14-10-2019, ενώ η επικουρική καταγγελία είχε λάβει χώρα στις 6-12-2018, ήτοι προτάθηκε μετά την πάροδο της τρίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: ".... η εναγόμενη πρότεινε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο την ένσταση επικουρικής καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, που έλαβε χώρα με την επίδοση, στις 6-12-2018, προς την ενάγουσα της σχετικής από 5-12-2018 εξώδικης δήλωσης της εναγόμενης.
Πλην όμως, η εν λόγω καταγγελία είναι επίσης καταχρηστική, ήτοι έλαβε χώρα κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του εν λόγω εργοδοτικού δικαιώματος της εναγόμενης (άρθρο 281 ΑΚ) και επομένως είναι άκυρη (άρθρα 174 και 180 Α.Κ.), διότι οφείλεται σε λόγους εκδίκησης, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης -αλλά μη αρεστής στην εργοδότρια- συμπεριφοράς της ενάγουσας, η οποία μόλις προ διημέρου, στις 4-12-2018, είχε επιδώσει στην εναγόμενη την κρινόμενη αγωγή.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η αντένσταση ακυρότητας της επικουρικής καταγγελίας, που πρόβαλε παραδεκτώς η ενάγουσα, δεδομένου ότι: α) Κατά τον χρόνο της επικουρικής καταγγελίας (6-12-2018) υφίστατο εκκρεμής δίκη (από 4-12-2018) για την επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας του χρονικού διαστήματος μετά την επικουρική καταγγελία (6/12/2018- 30/6/2019), επομένως η ενάγουσα στερήθηκε πρακτικά της δυνατότητας να προβάλει, εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 Ν. 3198/1955 από την περιέλευση σ' αυτήν της επικουρικής καταγγελίας, ισχυρισμό περί ακυρότητας αυτής ως καταχρηστικής, i) είτε "καθ' υποφοράν" με την κρινόμενη αγωγή αναγνώρισης ακυρότητας της αρχικής από 10-9-2018 καταγγελίας (επειδή κατά την επίδοση της αγωγής, στις 4-12-2018, δεν είχε ακόμη επισυμβεί η από 6-12-2018 επικουρική καταγγελία, επομένως ούτε είχε ξεκινήσει η αποσβεστική προθεσμία προσβολής της δεύτερης), ii) είτε με αντένσταση, επειδή η κρινόμενη αγωγή περί αναγνώρισης ακυρότητας της αρχικής από 10-9-2018 καταγγελίας εκδικάσθηκε σε πρώτο βαθμό στη δικάσιμο της 9-10-2019, ήτοι μετά την πάροδο τριμήνου από την επικουρική καταγγελία της 6-12-2018, β) αρκεί η γενόμενη προβολή της εν λόγω αντένστασης με την προσθήκη - αντίκρουση της ενάγουσας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, χωρίς να απαιτείται προφορική δήλωση και καταχώρησή της στα πρακτικά συνεδρίασης του ίδιου δικαστηρίου, ενόψει της ρύθμισης των άρθρων 115 παρ. 3 και 591 παρ. 1 δ' και στ' ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους από το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ. 2 και άρθρο τέταρτο Ν. 4335/2015 (που εφαρμόζεται εν προκειμένω, καθώς μετά την έναρξη ισχύος του από 1-1-2016 ασκήθηκε η κρινόμενη αγωγή), δεδομένου ότι, πλέον, στην εδώ τηρούμενη ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, η κατάθεση προτάσεων είναι υποχρεωτική και καταχωρούνται στα πρακτικά μόνο τα περιεχόμενα στις προτάσεις μέσα επίθεσης και άμυνας, ενώ οι διάδικοι μπορούν έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης (ήδη πέμπτης) εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση να καταθέσουν προσθήκη στις προτάσεις τους, με την οποία προτείνονται αυτοτελείς ισχυρισμοί -επομένως και αντενστάσεις- για την αντίκρουση ισχυρισμών, μεταξύ των οποίων και ενστάσεων που προτάθηκαν κατά την συζήτηση και γ) ακόμη και αν θεωρηθεί ως απαραδέκτως προβληθείσα στον πρώτο βαθμό η αντένσταση ακυρότητας της επικουρικής καταγγελίας, εντούτοις παραδεκτώς προβάλλεται για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, κατ' άρθρο 527 παρ. 6 ΚΠολΔ (όπως ισχύει από 1-1-2016 με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο Ν. 4335/2015), διότι αποδεικνύεται εγγράφως, καθώς από μόνη τη χρονική ακολουθία της επίδοσης της αγωγής (4-12-2018) και της επικουρικής καταγγελίας (6-12-2018) προκύπτει σαφώς η εκδικητικότητα, λόγω άσκησης μόλις προ 2ημέρου της κρινόμενης αγωγής, επομένως και καταχρηστικότητα της δεύτερης χρονικά καταγγελίας.
Επομένως ο 5ος λόγος έφεσης περί απαραδέκτου της αντένστασης ακυρότητας της επικουρικής καταγγελίας, λόγω μη καταχώρησής της στα πρακτικά, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος".
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε στην προκειμένη περίπτωση τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, με το να δεχθεί ότι παραδεκτώς προβλήθηκε από την ενάγουσα με την προσθήκη στις πρωτόδικες προτάσεις της, μετά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής στις 9-10-2019, η αντένσταση περί καταχρηστικότητας της επικουρικής καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, παρά το γεγονός ότι η εν λόγω καταγγελία έλαβε χώρα στις 6-12-2018 και, συνεπώς, κατά τον χρόνο προβολής της ως άνω αντένστασης είχε παρέλθει η τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία που τάσσει η προαναφερθείσα διάταξη, η πάροδος της οποίας πλήττει το δικαίωμα της επίκλησης και προσβολής της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ως άκυρης, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε.
Επομένως, είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το σκέλος της που αφορά την από 6-12-2018 επικουρική καταγγελία της σύμβασης εργασίας της αναιρεσίβλητης και την επιδίκαση μισθών υπερημερίας από την ως άνω ημερομηνία, καθώς και ως προς την, αρρήκτως συνδεόμενη με το ως άνω αναιρεθέν μέρος, διάταξη αυτής περί επιβολής δικαστικών εξόδων σε βάρος της εκκαλούσας - εναγομένης, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης (του πρώτου λόγου κατά το δεύτερο σκέλος του εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, του δευτέρου λόγου εκ του αριθμού 8 και του τρίτου λόγου εκ των αριθμών 8 και 14 του ιδίου άρθρου), καθότι με αυτούς πλήττεται το αναιρούμενο μέρος της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, λόγω του δυσερμήνευτου των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν στην προκειμένη περίπτωση, πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων (άρθρα 179 εδ.
α', 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 3709/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ