Legislator Case Law & Legislation
376/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment regarding loan validity and property auction rights.

Case Number 376/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a financial institution against a first-instance judgment concerning a loan dispute and property auction. The appellant argued that the lender failed to verify the borrower's solvency and improperly auctioned the property, but the court found these arguments unsupported by evidence. Consequently, the court ruled that the lower court's decision was legally sound and the appeal lacked merit.

Legislator headnote

AI generated

Art. 560 para. 1, Art. 560 para. 2, Art. 560 para. 3 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must reject an appeal if the appellant fails to substantiate claims regarding procedural violations or substantive errors in the lower court's decision.

Keywords

AI generated
appeal dismissal loan validity property auction procedural error substantive error financial institution civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 576 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 769 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 762 of the Code of Civil Procedure
Art. 560 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 560 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 560 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 1 para. 1 of Law 3869/2010
Art. 9 para. 1 of Law 3869/2010
Art. 28 para. 4 of Law 2579/1998
Art. 746 of the Code of Civil Procedure
Art. 8 para. 6 of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 376 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 376/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ελένης Κλαουδάτου του Νικολάου, κατοίκου Πατρών και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Χριστοπούλου, ενώ η 2η δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-6-2013 αίτηση της 1ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 529/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 450/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 24-8-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και η 1η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της 1ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση, σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση, δεν επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου, που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 242/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. 8368Β/14-12-2021 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Δημητρίου Παπαδημητρίου, που επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 24-08-2021 αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα κι εμπρόθεσμα, κατά τα άρθρα 769 εδ. β' και 762 ΚΠολΔ, στη δεύτερη αναιρεσίβλητη.

Συνεπώς, εφόσον η τελευταία δεν παραστάθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, εκπροσωπούμενη από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης αυτής, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 3 Ν. 3869/2010, 739 επ., 741 ΚΠολΔ).

Επί της από 03-06-2013 αίτησης της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, την οποία απηύθυνε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πατρών κατά των καθ' ων η αίτηση, με αίτημα τη ρύθμιση των προς αυτούς χρεών της κατά τις διατάξεις του Ν. 3869/2010, εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας η υπ' αριθμ. 529/2018 απόφαση του ανωτέρω Ειρηνοδικείου, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση και ρυθμίστηκαν τα χρέη της αιτούσας προς τους καθ' ων σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 8 και 9 του Ν. 3869/2010.

Κατόπιν έφεσης εκ μέρους του πρώτου καθ' ου η αίτηση κατά της πρωτόδικης απόφασης, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 450/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Κατά της απόφασης αυτής το πρώτο καθ' ου - εκκαλούν άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία είναι παραδεκτή (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ).

Πρέπει επομένως να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577§3 ΚΠολΔ). Με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ.1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών του και να απαλλαγεί από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και που δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.

Ο Ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του.

Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "Με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης, καθώς και όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".

Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει αυτήν.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος, που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (ΟλΑΠ 4/2010, ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 77/2021, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (ΑΠ 677/2010).

Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη, κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.

Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφ. α' του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 προκύπτει, ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη αυτής.

Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει, ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 70/2020, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017).

Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/2015).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με αυτόν το λόγο δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007). Άλλωστε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ίδιου Κώδικα, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (30-08-2021), η οποία είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔικ, κατά των προαναφερομένων αποφάσεων (των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων), αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο πιο πάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το Ν. 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΑΠ 59/2021, 71/2020). Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος, για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007, ΑΠ 44/2003).

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα εξής περιστατικά: "Η αιτούσα (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) έχει γεννηθεί το έτος 1964 και είναι άγαμη και άτεκνη.

Εργάζεται από το έτος 1997 ως μόνιμη δημόσιος υπάλληλος στο Γ.Ν.Π. "ΑΓΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ", και λαμβάνει καθαρές μηνιαίες αποδοχές ύψους 922 ευρώ περίπου κατά μέσο όρο. Μέχρι το έτος 2013 απασχολείτο και στα ολοήμερα ιατρεία του νοσοκομείου, λαμβάνοντας επιπλέον, κατά μέσο όρο μηνιαίως, περί τα 266 ευρώ. Επίσης, μέχρι τη χορήγηση της 296/2013 προσωρινής διαταγής του Ειρηνοδίκη Πατρών, παρακρατείτο από το μισθό της, υπέρ του ήδη εκκαλούντος (και ήδη αναιρεσείοντος), το ποσό της τοκοχρεωλυτικής δόσης του κατωτέρω περιγραφόμενου δανείου, ήτοι ποσό 380,59 ευρώ.

Άλλη πηγή εισοδήματος δεν αποδείχθηκε ότι διαθέτει η αιτούσα. Τα εισοδήματα που δήλωσε κατά τα οικονομικά έτη 2005 και 2009 έως 2014 και κατά τα φορολογικά έτη 2014 έως 2016, ανέρχονται σε 14.432,99 €, 17.385,46 €, 16.969,73 €, 14.782,72 €, 14.048,95 €, 14.090,25 €, 15.592,22 €, 12.794,25 €, 11.342,58 € και 11.458,77 € αντίστοιχα. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης, η αιτούσα είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη, τα οποία τόσο αυτά προς τους ανέγγυους όσο και αυτά προς τους ενέγγυους πιστωτές κατά πλάσμα του νόμου, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης, με εξαίρεση τα εμπραγμάτως ασφαλισμένα στεγαστικά δάνεια, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της παρούσας απόφασης (άρθ. 6 παρ. 3 v. 3869/10).

Ειδικότερα, από το 1ο μετέχον "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", η αιτούσα έχει λάβει με την υπ' αριθ. 1/99487/21-92004 σύμβαση, ενυπόθηκο στεγαστικό δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής στις 25-9-2017 συνολικού ποσού 62.692,45 ευρώ. Η απαίτηση του 1ου μετέχοντος από το ως άνω στεγαστικό δάνειο είναι εξοπλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια και συγκεκριμένα με υποθήκη κύριας κατοικίας.

Από την μετέχουσα "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." έχει λάβει με την υπ' αριθ. 22551256260 σύμβαση, καταναλωτικό δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής στις 8-3-2013, 4.863,31 ευρώ (κεφάλαιο 4.863,31 €, τόκους 0 € και έξοδα 0 €). Τα παραπάνω εισοδήματα της αιτούσας, δεν επαρκούν για την εξυπηρέτηση των ληξιπρόθεσμων δανειακών της υποχρεώσεων, η δε αρνητική αυτή σχέση μεταξύ της ρευστότητας και των οφειλών της κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο δεν αναμένεται να βελτιωθεί τουλάχιστον στο εγγύς μέλλον.

Έτσι συντρέχει στην περίπτωση των αιτούσας μόνιμη και διαρκής πραγματική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της προς τις μετέχουσες πιστώτριες. Το εκκαλούν προβάλει την ένσταση της δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, την οποία στηρίζει στο ότι η μηνιαία δόση για την αποπληρωμή των δανείων της ήταν εξ αρχής αρκετά υψηλή και στο ότι χωρίς να έχει την σχετική οικονομική δυνατότητα προχώρησε στη σύναψη των επίδικων δανείων.

Η ένσταση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, και τούτο διότι, κατά το χρόνο που ανέλαβε τις παραπάνω οικονομικές υποχρεώσεις, οι οικονομικές της δυνατότητες αρκούσαν για την εξυπηρέτηση των επίδικων δανείων, και αυτό ευχερώς αποδεικνύεται από το γεγονός ότι τα πιστωτικά ιδρύματα, όπως και το εκκαλούν, ενέκριναν τη χορήγηση των επίδικων δανείων, και άρα για να προβούν στην έγκριση αυτή δεν μπορεί παρά να έκαναν σχετικό έλεγχο της πιστοληπτικής ικανότητας της αιτούσας, η οποία προφανώς και πληρούσε τότε τις προϋποθέσεις για τη χορήγησή τους.

Η εκκαλουμένη λοιπόν απόφαση που έκρινε με τον ίδιο τρόπο για το ανωτέρω ζήτημα, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο εφάρμοσε, και άρα κρίνονται αβάσιμα και ως εκ τούτου απορριπτέα όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζεται το εκκαλούν με τους 2ο και 4ο λόγους έφεσης. Περαιτέρω, το 1ο μετέχον ισχυρίζεται ότι η παρακράτηση από τις αποδοχές της αιτούσας της δόσης του προς ρύθμιση στεγαστικού δανείου, διενεργείται δυνάμει σύμβασης εκχώρησης, η ισχύς της οποίας δεν θίγεται από την εφαρμογή του Ν. 3869/2010.

Με το άρθρο 62 του Ν. 2214/1994 προβλέπεται ότι για την εξυπηρέτηση και ασφάλεια των χορηγούμενων από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων τοκοχρεωλυτικών δανείων για την απόκτηση πρώτης κατοικίας, προς τους δημοσίους υπαλλήλους, κάθε δανειζόμενος υποχρεούται να εκχωρεί υπέρ του δανειστού μέχρι τα 6/10 όλων γενικά των μηνιαίων απολαβών του (μισθός, επιδόματα κ.λπ.).

Η εν λόγω εκχώρηση με τη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 θα εξακολουθεί να ισχύει και απλώς θα μεταβάλλεται το ποσοστό του μισθού που παρακρατείται, το οποίο προφανώς θα είναι κατώτερο του ποσοστού των 6/10, καθότι η οφειλέτιδα ευρισκόμενη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, και φέροντας στο δικαστήριο προς ρύθμιση τα χρέη της, συμπεριλαμβανομένης και της οφειλής προς το εν λόγω Ταμείο, θα αιτείται και σε περίπτωση ευόδωσης της αίτησης θα καθορίζεται ποσοστό μικρότερο των 6/10.

Ακόμη, με το άρθρο 25 παρ. 6 του Ν. 3867/2010, παρέχεται στους δανειολήπτες του εν λόγω Ταμείου η δυνατότητα ρύθμισης των οφειλών τους και καθορίζονται οι όροι της εν λόγω ρύθμισης, σύμφωνα με τους οποίους το διοικητικό συμβούλιο του Ταμείου αποφασίζει τους όρους ρύθμισης. Η εν λόγω ρύθμιση δεν αποκλείει την προκειμένη ρύθμιση του Ν. 3869/2010, καθότι κατά την πρώτη (Ν. 3867/2010) προβλέπεται μια ρύθμιση των μελών του Ταμείου με απόφαση του Δ.Σ., ενώ στην προκειμένη περίπτωση προβλέπεται ρύθμιση, η οποία είναι απότοκος δικαστικής κρίσης (...).

H εκκαλουμένη λοιπόν απόφαση κρίνοντας με τον ίδιο τρόπο για το ανωτέρω ζήτημα, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο εφάρμοσε, και συνεπώς, τα αντίθετα υποστηριζόμενα από το εκκαλούν με τον 3ο λόγο έφεσης κρίνονται απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμα. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι τα περιουσιακά στοιχεία της αιτούσας είναι τα εξής:

α) η πλήρης και αποκλειστική κυριότητα επί μίας οριζόντιας ιδιοκτησίας - διαμερίσματος, 3ου ορόφου πολυκατοικίας, κείμενης στην Πάτρα επί της συμβολής των οδών Εμμανουήλ Παππά αρ. 7 και Ιεράς Μονής Φιλοσόφου αρ. 14, επιφάνειας 53 τ.μ., μετά βοηθητικού χώρου (θέσης στάθμευσης, επιφάνειας 12,50 τ.μ., επί της οποίας διαθέτει δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης), που έχει λάβει ΚΑΕΚ 06 167 23 64 007/0/20 και αποτελεί την κύρια κατοικία της αιτούσας, β) η πλήρης και αποκλειστική κυριότητα του δικαιώματος υψούν επί του 2ου ορόφου πολυκατοικίας κτισμένης σε οικόπεδο, που βρίσκεται στο Δήμο Πατρέων Αχαΐας, επιφάνειας 304,50 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 17,90%, γ) η κυριότητα επί ενός Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου, μάρκας FIAT, 1.108 κ.ε., με έτος πρώτης κυκλοφορίας το 2000 καθώς και επί ενός δικύκλου, μάρκας PIAGGIO, 121 κ.ε., με έτος πρώτης κυκλοφορίας το 1996. Πέραν των ανωτέρω η αιτούσα δεν αποδείχθηκε ότι διαθέτει άλλα κινητά ή ακίνητα περιουσιακά στοιχεία. Το παραπάνω δικαίωμα υψούν της αιτούσας, κρίνεται ότι πρέπει να εξαιρεθεί από την εκποίηση, δεδομένου ότι η εκποίηση αυτού, υπό τις συνθήκες που επικρατούν σήμερα στην αγορά ακινήτων, θα αποφέρει δυσανάλογα μικρό όφελος στις πιστώτριες της, συγκριτικά με τα έξοδα της διαδικασίας ρευστοποίησης (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεων κλπ.).

Επιπροσθέτως, τα ανωτέρω οχήματα, πρέπει επίσης να εξαιρεθούν από την εκποίηση του άρθρου 9 παρ. 1 του Ν.3869/2010, δεδομένου ότι αυτά λόγω του τύπου και της παλαιότητας τους δεν αναμένεται να προκαλέσουν αγοραστικό ενδιαφέρον, ούτε και να αποφέρουν κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των πιστωτριών της αιτούσας.

Η εκκαλουμένη λοιπόν απόφαση κρίνοντας με τον ίδιο τρόπο για το ανωτέρω ζήτημα, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο εφάρμοσε, και συνεπώς, τα αντίθετα υποστηριζόμενα από το εκκαλούν με τον 6ο λόγο έφεσης κρίνονται απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμα. Περαιτέρω, η αιτούσα για το παραπάνω υπό στοιχείο (α) περιγραφόμενο διαμέρισμα, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, αποτελεί την κύρια κατοικία της, υπέβαλε αίτημα υπαγωγής του στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 ρύθμιση για την εξαίρεσή του από την εκποίηση.

Η αντικειμενική αξία της παραπάνω κύριας κατοικίας ανέρχεται σε (31.482 € + 1.125 € ) 32.607 ευρώ (βλ. δήλωση ΕΝ.Φ.Ι.Α. 2016 και τα από 26-9-2017 φύλλα υπολογισμού αξίας ακινήτων της συμβολαιογράφου Πατρών Ιωάννας Συμεωνίδη - Μπονέλη). Η εκκαλουμένη λοιπόν απόφαση κρίνοντας ότι η αιτούσα για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της πρέπει να καταβάλει στο ήδη εκκαλούν το συνολικό ποσό των 26.085,60 ευρώ, που αντιστοιχεί στο 80% της αντικειμενικής αξίας της, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο εφάρμοσε, και άρα κρίνονται απορριπτέα όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζεται το εκκαλούν με τον 5ο λόγο έφεσης".

Ακολούθως, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση κατά της υπ' αριθμ. 450/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης και ρυθμίστηκαν οι οφειλές της σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 8 και 9 του Ν 3869/2010.

Το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ υποστηρίζει, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, καθόσον δέχθηκε μόνιμη αδυναμία της αιτούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης για την πληρωμή α) της κατά πλάσμα δικαίου ληξιπρόθεσμης οφειλής της προς το αναιρεσείον και β) της χρηματικής οφειλής της προς τη 2η αναιρεσίβητη Εθνική Τράπεζα, χωρίς να αναφέρεται το ληξιπρόθεσμο ή μη της δεύτερης οφειλής της.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, όλες οι οφειλές της αιτούσας κατέστησαν ληξιπρόθεσμες με την κοινοποίηση της από 03-06-2013 αίτησής της κατ' άρθρο 6 παρ. 3 του Ν. 3869/2010, το οποίο ορίζει, ότι οι απαιτήσεις των ιδιωτών πιστωτών, που δεν είναι εξασφαλισμένες με ειδικό προνόμιο ή εμπράγματο δικαίωμα (όπως είναι η απαίτηση της 2ης αναιρεσίβλητης), παύουν με την κοινοποίηση της αίτησης να παράγουν νόμιμους ή συμβατικούς τόκους, θεωρούνται ληξιπρόθεσμες και υπολογίζονται με την τρέχουσα κατά το χρόνο της κοινοποίησης της αίτησης αξία τους.

Ως εκ τούτου, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ούτε εκ πλαγίου, τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του Ν. 3869/2010, ενώ διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για το αν οι διατάξεις αυτές εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι και, έτσι, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση και, ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ακολούθως, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, επειδή, όπως υποστηρίζει, διαλαμβάνεται ανεπαρκής αιτιολογία ως προς το ζήτημα της χωρίς δόλο περιέλευσης σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής της 1ης αναιρεσίβλητης, σε σχέση με το οποίο (το αναιρεσείον) με λόγο της έφεσής του είχε επικαλεσθεί, αφενός μεν ότι αυτή δημιούργησε χρέη δυσανάλογα με την οικονομική της κατάσταση, αφού η δόση του δανείου προς το αναιρεσείον Ταμείο ήταν υψηλή σε σύγκριση με το μισθό της, αφετέρου δε ότι δεν περιήλθε σε γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στην προσβαλλόμενη εκτίθενται όλα τα απαραίτητα στοιχεία, από τα οποία το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε τη χωρίς δόλο περιέλευση της αιτούσας και ήδη 1ης αναιρεσίβλητης σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της και δη ο χρόνος λήψης των ένδικων δανείων (2004), το είδος καθενός δανείου (ένα ενυπόθηκο στεγαστικό και ένα καταναλωτικό δάνειο), τα οφειλόμενα ποσά των δανείων (62.692,45 € για το στεγαστικό και 4.863,31 € για το καταναλωτικό δάνειο), οι οικονομικές δυνατότητες της αιτούσας από την εργασία της, που ανέρχονταν στο ποσό των 1.250 ευρώ περίπου μηνιαίως κατά το χρόνο λήψης των δανείων και επαρκούσαν για την εξυπηρέτησή τους, τα εισοδήματά της (από το έτος 2004, οπότε έλαβε τα δάνεια, έως και το έτος 2016), το ύψος της τοκοχρεωλυτικής δόσης προς το ήδη αναιρεσείον ΤΠΚΔ (380,69 ευρώ), καθώς και ο μηνιαίος μισθός της κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησής της, που μειώθηκε στο ποσό των 922 ευρώ και προκάλεσε αρνητική σχέση μεταξύ των εισοδημάτων και των οφειλών της, οδηγώντας αυτήν σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των δανειακών υποχρεώσεών της.

Ειδικά ως προς την έλλειψη δόλου στο πρόσωπο της αιτούσας για την υπερχρέωσή της κατά το χρόνο της δανειοδότησής της, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε με την πληττόμενη απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, ότι κατά το χρόνο λήψης των ένδικων δανείων οι οικονομικές δυνατότητες της αιτούσας επαρκούσαν για την εξυπηρέτηση αυτών, ενώ η μεταγενέστερη μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών υποχρεώσεών της οφείλεται στη σημαντική μείωση του μισθού της και ακολούθως απέρριψε κατ' ουσίαν την ένσταση του δόλου του εκκαλούντος.

Η παραδοχή της προσβαλλόμενης, ότι "τα πιστωτικά ιδρύματα, όπως και το εκκαλούν, ενέκριναν τη χορήγηση των επίδικων δανείων, και άρα για να προβούν στην έγκριση αυτή δεν μπορεί παρά να έκαναν σχετικό έλεγχο της πιστοληπτικής ικανότητας της αιτούσας, η οποία προφανώς και πληρούσε τότε τις προϋποθέσεις για τη χορήγησή τους", συνιστά πλεοναστική αιτιολογία, που δεν ήταν αναγκαία για την κρίση της ένδικης διαφοράς, καθόσον σύμφωνα με την κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης έγινε δεκτό, ότι οι οικονομικές δυνατότητες της αιτούσας αρκούσαν για την εξυπηρέτηση των επίδικων δανείων κατά το χρόνο χορήγησής τους.

Ως εκ τούτου, ο τρίτος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, λόγω παράβασης του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, με τον οποίο πλήττει το αναιρεσείον την προσβαλλόμενη απόφαση, με τις αιτιάσεις ότι αξίωσε πρόσθετα στοιχεία για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά το χρόνο λήψης του χρέους και διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες για το ζήτημα αυτό, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Τέλος, εξαιρώντας το δευτεροβάθμιο δικαστήριο από την εκποίηση το δικαίωμα υψούν, που ανήκει στην αιτούσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, στο 2ο όροφο πολυκατοικίας κτισμένης σε οικόπεδο, που βρίσκεται στο Δήμο Πατρέων Αχαΐας, επιφάνειας 304,50 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 17,90%, επειδή έκρινε, ότι "υπό τις συνθήκες που επικρατούν σήμερα στην αγορά ακινήτων, θα αποφέρει δυσανάλογα μικρό όφελος στις πιστώτριές της, συγκριτικά με τα έξοδα της διαδικασίας ρευστοποίησης (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεων κλπ.)", δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 1 του Ν 3869/2010, καθ' όσον διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από το αναιρεσείον, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα.

Συνακολούθως, πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός λόγος αναίρεσης, ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον ΝΠΔΔ δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση, κατ' άρθρο 28 παρ. 4 του Ν 2579/1998 (ΑΠ 1047/2021, ΑΠ 1150/2019).

Επίσης, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ.

β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 930/2021, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 507/2020).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-08-2021 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 265/30-08-2021, αίτηση για αναίρεση της 450/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που δίκασε ως Εφετείο .

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Σελίδα 18 της 376/2024 πολιτικής απόφασης του Αρείου Πάγου Ε.Λ.