Legislator Case Law & Legislation
376/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to non-attendance of parties and lack of proof of causation between accident injuries and death.

Case Number 376/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against a traffic accident judgment because the appellant spouses failed to appear at the hearing without legal representation. The court found the lower court's ruling correct as it established no fault by the motorcyclist and no causal link between the pedestrian's injuries and his subsequent death. Consequently, the appeal was declared inadmissible for the absent parties and rejected for the attending party due to lack of substantive grounds.

Legislator headnote

AI generated

Articles 260 § 1 and 573 of the Code of Civil Procedure; Article 576 § 3 of the Code of Civil Procedure: If parties do not participate normally in the hearing, the discussion is voided; if one party is unrepresented, the case is divided and the appeal discussion proceeds only for represented parties unless the absence is proven to be an accident.

Keywords

AI generated
non-attendance of parties division of case causation in tort traffic accident liability inadmissible appeal Code of Civil Procedure legal representation

Cited Legislation

AI generated
Article 260 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 576 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 § 3 of the Code of Civil Procedure
Law 4335/2015

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 376 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 376/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Φ. του Π., κατοίκου ..., για τον εαυτό του ατομικά και ως ασκούντος από κοινού με τη σύζυγό του Α. Μ. τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους Π. Φ., 2) Α. Μ. του Π., συζ. Κ. Φ., κατοίκου ..., για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας από κοινού με το σύζυγό της τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους Π. Φ., που δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο και 3) Ι. Φ. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αργυρώ Κουνέλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΑΕ" και ήδη "... ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τσιτίδη με δήλωση του άρθρου 242 και ο οποίος, στην ως άνω από 5-10-2022 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας και 2) Ο. Λ. - Χ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-11-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 28-1-2015 αγωγή (αναγωγή) της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων, καθώς και με την προφορικώς ασκηθείσα στο ακροατήριο και διά των προτάσεων πρόσθετη παρέμβαση του ήδη 2ου των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2259/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1613/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-10-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η 3η των αναιρεσειόντων και η 1η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 260 § 1 του Κ.Πολ.Δ., το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, κατ' άρθρο 573 του ίδιου Κώδικα, αν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως δεν εμφανίζονται όλοι οι διάδικοι ή εμφανίζονται, αλλά δεν μετέχουν κανονικά στη συζήτηση, η συζήτηση ματαιώνεται. Εξ άλλου, κατά την παράγραφο 3 δεύτερο εδάφιο του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ., όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013 και ισχύει από την έναρξη του νόμου αυτού (20-3-2013), σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1026/2022, ΑΠ 63/2022, 1529/ 2021, ΑΠ 1093/2021).

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, εφόσον ορισμένοι από τους αναιρεσείοντες και αναιρεσίβλητους δεν εμφανίζονται κατά τη συζήτηση, αν πρόκειται για απλή ομοδικία, που υπάρχει και όταν ενάγουν ή ενάγονται περισσότεροι του ενός, ως εις ολόκληρον δικαιούχοι ή υπόχρεοι για αποζημίωση εξ αδικοπραξίας, ματαιώνεται η συζήτηση της υποθέσεως μόνο ως προς τους απολειπόμενους διαδίκους (ΑΠ 1440/2021, ΑΠ 49/2020, 1486/2017, 239/2017).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σε αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση αυτής.

Και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς, ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο παρέστησαν, νομίμως και προσηκόντως, η τρίτη αναιρεσείουσα Ι. Φ. και η πρώτη των αναιρεσιβλήτων ασφαλιστική εταιρεία, ενώ οι πρώτος και δεύτερη των αναιρεσειόντων Κ.

Φ. και Α. Μ., καθώς και ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων Ο. Λ.- Χ., δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Συνεπώς, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, πρέπει να ματαιωθεί η συζήτηση της υποθέσεως μεταξύ των ανωτέρω απολειπόμενων διαδίκων μόνο, επειδή υφίσταται εν προκειμένω απλή ομοδικία, σύμφωνα με όσα εκτίθενται κατωτέρω, ως προς το αντικείμενο της δίκης. Εξ άλλου, οι πρώτος και δεύτερη των αναιρεσειόντων, όπως προαναφέρθηκε, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως φέρονται να επέσπευσαν όλοι οι αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από την έκθεση επιδόσεως αυτής προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ο. Λ.- Χ., μετά από την έγγραφη παραγγελία της δικηγόρου Αργυρούς Κουνέλη, η οποία αναφέρεται στην έκθεση ως πληρεξουσία δικηγόρος όλων των αναιρεσειόντων.

Δεν αποδεικνύεται όμως ότι οι ως άνω απόντες αναιρεσείοντες έχουν δώσει ρητή πληρεξουσιότητα στην ανωτέρω δικηγόρο (που έδωσε την παραγγελία για την επίδοση) να επισπεύσει τη συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως και ως προς αυτούς, αφού δεν προσκομίζονται σχετικά συμβολαιογραφικά πληρεξούσια. Κατά συνέπειαν, ακύρως επισπεύστηκε, ως προς αυτούς, η συζήτηση της υπόψη αιτήσεως αναιρέσεως ενώ, περαιτέρω, δεν προκύπτει και ότι αυτοί κλητεύθηκαν από κάποιον από τους παρισταμένους διαδίκους (τρίτη αναιρεσείουσα ή αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία), προκειμένου να παραστούν στη συζήτησή της, κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.

Επομένως, εφόσον οι πρώτος και δεύτερη των αναιρεσειόντων, δεν επέσπευσαν νομίμως τη συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, ούτε κλητεύθηκαν νομίμως να παραστούν σ' αυτή, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτούς, οι οποίοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με την τρίτη αναιρεσείουσα, να κηρυχθεί, ως προς αυτούς, απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, ενώ για τους παρισταμένους προσηκόντως λοιπούς διαδίκους (τρίτη αναιρεσείουσα και πρώτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία) και τον νομίμως κλητευθέντα (βλ.

την υπ' αριθμ. 1754/30-7-2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή ... Φ. Κ.) δεύτερο αναιρεσίβλητο, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση, σαν να είναι και ο τελευταίος παρών.

Η υπό κρίση από 7-10-2019 (αρ. κατ. 9495/907/2019) αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 1613/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία αυτοκινητικών διαφορών), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της (άρθρα 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφιο β' και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 του Α.Κ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 521/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 605/2020, Α.Π. 551/2020).

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Α.Π. 1348/2021, Α.Π. 186/2021, Α.Π. 607/2020, Α.Π. 252/2020).

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό- τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 1204/2021, Α.Π. 521/2021, Α.Π. 301/2021, Α.Π. 551/2020).

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών οχημάτων που ενεπλάκησαν σε τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ. (Α.Π. 521/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 607/2020, Α.Π. 551/2020). Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του αποτελέσματος που επήλθε (Α.Π. 301/2021, Α.Π. 464/2020, Α.Π. 1337/2019, Α.Π. 623/2019).

Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 2 και 3 του Κ.Ο.Κ. (Ν. 2696/1999), "...2. Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του, λαμβάνων, συνεχώς, υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον, ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.

Υποχρεούται, επίσης, να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του... Την αυτή, επίσης, υποχρέωση έχει... αν πεζοί, που βρίσκονται στην τροχιά του, καθυστερούν να απομακρυνθούν...".

Κατά τη διάταξη δε της παρ. 2 του άρθρου 39 του ν. 2696/1999 "Αν σε σημασμένη διάβαση πεζών η κυκλοφορία των οχημάτων δεν ρυθμίζεται με φωτεινή σηματοδότηση ή με τροχονόμο, οι οδηγοί υποχρεούνται να πλησιάζουν στη διάβαση με ταχύτητα τόσο μικρή, ώστε να μην εκθέτουν σε κίνδυνο τους πεζούς που τη χρησιμοποιούν ή εισέρχονται σε αυτήν και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτουν την πορεία του οχήματός τους για να επιτρέπουν τη διέλευση των πεζών".

Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, η υποχρέωση του οδηγού να ελαττώνει την ταχύτητα του οχήματός του ή ακόμη και να διακόπτει πλήρως την πορεία του γεννάται μόνον, εφόσον διαπιστώσει την ύπαρξη πεζού (και μάλιστα υπό την πρόσθετη προϋπόθεση ότι αυτός ήδη κινείται ή εισέρχεται στην διάβαση), όχι δε και στην περίπτωση κατά την οποία ο πεζός δεν μπορεί να καταστεί αντιληπτός, ένεκα εμποδίου, το οποίο αποκλείει την οπτική επαφή με αυτόν, ή όταν δεν υπάρχει πεζός, λαμβανομένου περαιτέρω υπόψη ότι η αντίθετη εκδοχή αντιτίθεται στο σκοπό της εύρυθμης διεξαγωγής της κυκλοφορίας, τον οποίο υπηρετεί ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας, καθόσον οι συνθήκες κυκλοφορίας θα καθίσταντο δυσμενέστερες αν κάθε οδηγός όφειλε να ακινητοποιεί το όχημά του ή έστω να εκμηδενίζει την ταχύτητα του οχήματός του κάθε φορά που πλησιάζει σε διάβαση πεζών, την οποία, κατ' εκείνη ακριβώς την στιγμή, δεν την χρησιμοποιούν πεζοί ή δεν εισέρχονται σ' αυτήν, με την υπόνοια και μόνον ότι ενδέχεται κάποιος πεζός, μη ορατός μέχρι εκείνη την στιγμή, να εισέλθει ξαφνικά στο οδόστρωμα (ΑΠ 278/2018).

Εξ άλλου, κατά μεν τη διάταξη της παρ. 4 εδ. α' του άρθρου 38 ιδίου Κώδικα, οι πεζοί προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα υποχρεούνται, αν στο οδόστρωμα υπάρχουν διαβάσεις πεζών να χρησιμοποιούν αυτές, κατά δε τη διάταξη της παρ. 4 εδ. δ' αυτού, στις διαβάσεις, όπου η κυκλοφορία τόσο των πεζών όσο και των οχημάτων δεν ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες να μην κατέρχονται στο οδόστρωμα πριν λάβουν υπόψη τους την απόσταση και την ταχύτητα των οχημάτων που πλησιάζουν.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι στο έγγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και σε ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ.

θεμελιώνεται η προβαλλόμενη αιτίαση. Για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναιρέσεως, δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού, ούτε η επανάληψη του κειμένου της διατάξεως του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που προβλέπει το σχετικό λόγο, χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που σύμφωνα με αυτήν, απαιτούνται για την συγκρότηση του αντιστοίχου λόγου αναιρέσεως (Ολ.Α.Π. 20/2005, Α.Π. 1292/2021, Α.Π. 493/2020, Α.Π. 1190/2018, 1510/2017).

Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005, Α.Π. 980/2021, Α.Π 756/2021, Α.Π. 501/2021, Α.Π. 123/2021).

Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 3/2020, Α.Π. 1308/2021, Α.Π. 953/2021, Α.Π. 756/2021, Α.Π. 258/2021).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Α.Π. 123/2021, Α.Π. 28/2021, Α.Π.765/2020, Α.Π. 696/2020).

Δεν αρκεί, για το ορισμένο του λόγου αυτού, η ανάλυση της έννοιας που ο αναιρεσείων αποδίδει στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου, ούτε η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, διότι μόνο με βάση τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναιρέσεως, κατά το άρθρο 578 του Κ.Πολ.Δ.

Συνακόλουθα, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση, πρέπει να προκύπτει από την διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προαναφερθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στην αίτηση σχετικού λόγου αναιρέσεως.

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 1009/2021, Α.Π. 997/2021, Α.Π. 123/2021, Α.Π. 42/2020). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Επίσης, οι λόγοι αναιρέσεως που πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες, οι οποίες δεν στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το οποίο στηρίζεται επαρκώς στις, μη επιτυχώς πληττόμενες, αιτιολογίες αυτής, είναι αλυσιτελείς και ως εκ τούτου απαράδεκτοι (ΑΠ 1121/2021, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 189/2017, ΑΠ 125/2017, ΑΠ 142/2017).

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα Ι. Φ. επικαλείται πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 297, 298 300, 330 εδ. β' και 914 του Α.Κ. 39 παρ. 2 εδ. α' του ΚΟΚ, αλλά και με ανεπαρκείς αιτιολογίες, έκρινε ότι ο, κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, θανάσιμος τραυματισμός του πεζού συγγενούς της Π.

Φ. οφείλεται αποκλειστικά σε υπαιτιότητα του ιδίου. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι παντελώς αόριστος και, συνεπώς, απορριπτέος ως απαράδεκτος, ενόψει του ότι δεν καθορίζεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται το αποδιδόμενο νομικό σφάλμα, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δίκαιου που εφαρμόστηκαν, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που περιλαμβάνονται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, και ποια η επίδραση αυτού στο διατακτικό, αλλά γίνεται μόνο γενική αναφορά, περί παραβίασης των ως άνω διατάξεων.

Με το λόγο αυτό, κατ' επίφαση μόνο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αρ. 1, ενώ στην πραγματικότητα αποδίδεται πλημμέλεια ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την κατάληξη του Εφετείου σε διαφορετικό πόρισμα από το θεωρούμενο ορθό από την αναιρεσείουσα. Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του ως άνω πρώτου λόγου αναιρέσεως, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 1613/2019 απόφασή του, δέχθηκε, ανέλεγκτα, ως προς τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και την υπαιτιότητα του οδηγού του φερόμενου ως ζημιογόνου αυτοκινήτου και του τραυματισθέντος κατ' αυτό πεζού, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις …-6-2014 και περί ώρα … πρωινή, ο Ο.

Λ. - Χ. εκινείτο επί της οδού ..., στην …, με κατεύθυνση προς την οδό Α., οδηγώντας το υπ' αρ κυκλ. ΡΝΑ- ... δίκυκλο μοτοποδήλατο, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία. Εκινείτο με ταχύτητα που δεν υπερέβαινε την επιτρεπόμενη των 30 χιλ/ώρα, φορούσε προστατευτικό κράνος και πλησίαζε στο σημείο όπου βρίσκεται διάβαση πεζών, έξω από το σούπερ μάρκετ "...".

Η οδός ... είναι μονής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες κυκλοφορίας. Κατά τον χρόνο εκείνο υπήρχαν παρκαρισμένα οχήματα και στις δύο πλευρές της οδού, και ειδικότερα έξω από το σούπερ μάρκετ "..." ήταν σταθμευμένο ένα φορτηγάκι του σούπερ μάρκετ, το οποίο εμπόδιζε την ορατότητα στους οδηγούς των διερχομένων οχημάτων.

Τον ίδιο χρόνο βρισκόταν στο δεξιό (ως προς την πορεία της μοτοσικλέτας) πεζοδρόμιο της οδού, έξω από το σούπερ μάρκετ "...", ο πεζός Π. Φ., ηλικίας 81 ετών, ο οποίος επιχειρούσε να διασχίσει κάθετα την οδό ... μέσω της διάβασης πεζών, προκειμένου να μεταβεί στο απέναντι πεζοδρόμιο. Ο πεζός όμως κατήλθε στο οδόστρωμα χωρίς να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων στο οδόστρωμα, εξερχόμενος μάλιστα ανάμεσα από παρκαρισμένα αυτοκίνητα και μάλιστα κινούμενος μπροστά από το σταθμευμένο φορτηγάκι του σούπερ μάρκετ "...", αιφνιδιάζοντας με την κίνηση του αυτή, τον οδηγό του μοτοποδηλάτου Ο.

Λ. - Χ., ο οποίος κατά τη στιγμή εκείνη προσέγγιζε στο σημείο κινούμενος με πολύ χαμηλή ταχύτητα. Το γεγονός ότι ο πεζός εξήλθε ανάμεσα από παρκαρισμένα οχήματα, καθιστούσε αδύνατο στους οδηγούς των οχημάτων που εκινούντο στην οδό να τον διακρίνουν πριν κατέλθει στο οδόστρωμα. Αποτέλεσμα της αμελούς αυτής συμπεριφοράς του πεζού, και της έλλειψης προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει προτιθέμενος να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα, ήταν να παρεμβληθεί αυτός αιφνίδια στην πορεία του μοτοποδηλάτου που οδηγούσε ο Ο.

Λ. - Χ.. Ο τελευταίος, μολονότι οδηγούσε με πολύ χαμηλή ταχύτητα, που δεν υπερέβαινε τα 30 χλμ/ώρα και πραγματοποίησε άμεσα τροχοπέδηση και ταυτόχρονο ελιγμό αριστερά, δεν μπόρεσε να αποφύγει την πρόσκρουση με τον πεζό. Ειδικότερα το μοτοποδήλατο επέπεσε με την δεξιά εμπρόσθια πλευρά του στο αριστερό μέρος του σώματος του πεζού, με συνέπεια να πέσουν στο οδόστρωμα τόσο ο πεζός όσο και το μοτοποδήλατο με τον οδηγό του.

Ο πεζός είχε μόλις διανύσει ελάχιστα βήματα επί της διάβασης, όταν συνέβη το ατύχημα, καθώς και η αιφνίδια κάθοδος του στο οδόστρωμα, εξερχόμενος πίσω από το σταθμευμένο όχημα, που απέκλειε την ορατότητα του από μακριά, δεν παρείχε ούτε τον χρόνο, ούτε τη δυνατότητα αντίδρασης περισσότερο αποτελεσματικής, στον οδηγό του μοτοποδηλάτου, από ότι ο τελευταίος έπραξε, ήτοι της άμεσης τροχοπέδησης και του ελιγμού προς αριστερά, πλην όμως η απόσταση μεταξύ των εμπλακέντων ήταν τόσο μικρή, που ήταν αδύνατον να αποφευχθεί η πρόσκρουση. [...].

Για το ανωτέρω ατύχημα αποκλειστικά υπαίτιος είναι ο ίδιος ο πεζός Π. Φ., ο οποίος επιχείρησε απερίσκεπτα να διασχίσει την οδό, έστω και από διάβαση πεζών, χωρίς όμως να ελέγξει εάν την συγκεκριμένη στιγμή πλησίαζαν στο σημείο οχήματα, που θα ήταν ανέφικτο να ανακόψουν την ταχύτητα τους και έγκαιρα, για να τον αποφύγουν, και μάλιστα κατερχόμενος από το πεζοδρόμιο στο οδόστρωμα αιφνίδια, ανάμεσα από παρκαρισμένα αυτοκίνητα, αποκλείοντας έτσι την δυνατότητα των οδηγών να τον αντιληφθούν εγκαίρως, κατά παράβαση της διάταξης του αρθρ. 38 παρ. 4 εδ.

δ' του ΚΟΚ. Αντιθέτως, ουδεμία συνυπαιτιότητα ως προς την επέλευση του ατυχήματος φέρει ο οδηγός του ασφαλισμένου στην εναγομένη, μοτοποδηλάτου, καθώς σε ουδεμία οδηγική αμελή συμπεριφορά υπέπεσε, αφού εκινείτο με πολύ χαμηλή ταχύτητα, και αιφνιδιαζόμενος από την ξαφνική παρουσία του πεζού, αντέδρασε άμεσα, όπως προαναφέρθηκε, μειώνοντας έτσι στο ελάχιστο τις συνέπειες της παράσυρσης του πεζού...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και τον εξ αυτού θανάσιμο τραυματισμό του, ήταν ο ίδιος ο θανών και, κατόπιν τούτου, απέρριψε κατ' ουσίαν την από 4-9-2015 έφεση των εναγόντων-εκκαλούντων, μεταξύ των οποίων και της ήδη αναιρεσείουσας (ως προς την οποία και μόνο εξετάζεται η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, μετά την κήρυξη απαράδεκτης της συζητήσεως ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες), κατά της πρωτόδικης 2259/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, με όμοια κρίση, είχε απορρίψει ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την ένδικη από 8-11-2014 αγωγή.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις εφαρμοσθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298 300, 330 εδ. β' και 914 του Α.Κ. 39 παρ. 2 εδ. δ' του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή τους και, συνεπώς, δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων περιστατικών για να αιτιολογηθεί, χωρίς αμφιβολία, η αποκλειστική υπαιτιότητα του θανάσιμα τραυματισθέντος κατά το ένδικο ατύχημα πεζού και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς αυτού και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος, καθώς επίσης και η έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, οδηγού της ασφαλισμένης στην πρώτη αναιρεσίβλητη μοτοσυκλέτας.

Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του με σαφήνεια και επάρκεια τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, την οποία επέδειξε ο θανατωθείς ως άνω πεζός, που βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, δεχόμενο ότι αυτός 1) πριν από την κάθοδό του στο οδόστρωμα, βρισκόταν επί του δεξιού, σε σχέση με την πορεία της μοτοσυκλέτας, πεζοδρομίου, προς το οποίο ο οδηγός της μοτοσυκλέτας, λόγω των σταθμευμένων οχημάτων, δεν διέθετε την οποιαδήποτε οπτική επαφή, με συνέπεια να μην μπορεί να γίνει αντιληπτός από αυτόν και 2) κατά την κάθοδό του στο οδόστρωμα, στο ύψος της διαβάσεως των πεζών, όπου η κυκλοφορία των οχημάτων δεν ρυθμίζεται με φωτεινή σηματοδότηση ή με τροχονόμο, δεν στάθηκε παραπλεύρως των, κατά τα προεκτεθέντα, σταθμευμένων οχημάτων, προκειμένου να προβεί σε έλεγχο της κυκλοφορίας, λαμβάνοντας υπόψη την απόσταση και την ταχύτητα των κινουμένων οχημάτων, αλλά επιχείρησε, αμέσως και χωρίς προηγούμενο έλεγχο, να διασχίσει, καθέτως, το οδόστρωμα, κινούμενος μεταξύ σταθμευμένων οχημάτων, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 38 αρ. 4 εδ.

δ' του Κ.Ο.Κ. Ακόμη, ως προς την συμπεριφορά του οδηγού της μοτοσυκλέτας, το Δικαστήριο έκρινε ότι το ένδικο τροχαίο ατύχημα δεν συνδέεται αιτιωδώς με κάποια αμελή ενέργεια ή παράλειψή του, δεχόμενο: 1) ότι αυτός εκινείτο κανονικά, με ταχύτητα μη υπερβαίνουσα την επιτρεπόμενη των 30 χ/ω, αμέσως δε μόλις αντιλήφθηκε τον πεζό να κινείται μπροστά του, σε ελάχιστη απόσταση, τροχοπέδησε άμεσα και επιχείρησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, 2) ότι παρά την διενέργεια του ως άνω ελιγμού δεν κατάφερε να αποφύγει το ένδικο τροχαίο ατύχημα και επέπεσε επί του πεζού με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα της μοτοσυκλέτας στο αριστερό μέρος του σώματος του πεζού, ο οποίος έπεσε στο οδόστρωμα, 3) ότι η αναποτελεσματικότητα της τροχοπέδησης και του ως άνω αποφευκτικού ελιγμού οφείλεται αφ' ενός μεν στην ελάχιστη απόσταση που χώριζε τον πεζό από τη μοτοσυκλέτα, όταν αυτός έγινε αντιληπτός από τον οδηγό της μοτοσυκλέτας, αφ' ετέρου δε στο γεγονός ότι δεν ήταν δυνατόν να γίνει νωρίτερα αντιληπτή η παρουσία του, αφού το οπτικό πεδίο του οδηγού προς τα δεξιά εμποδιζόταν από τα σταθμευμένα οχήματα και 4) ότι ο οδηγός της μοτοσυκλέτας δεν μπορούσε ευλόγως να αναμένει και να προβλέψει την αιφνίδια κίνηση του πεζού να διασχίσει το οδόστρωμα μεταξύ των σταθμευμένων οχημάτων.

Δεν συντρέχει δε η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα πλημμέλεια της παραθέσεως ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών στην προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή, όπως αυτή (αναιρεσείουσα) διατείνεται: α) δεν αιτιολογεί επαρκώς εάν η οδική συμπεριφορά του οδηγού του μοτοποδηλάτου ήταν σύννομη, αφού δεν αναφέρει αα) αν είχε τεταμένη την προσοχή του και ββ) πόσα μέτρα είχε διανύσει ο πεζός στο οδόστρωμα, μετά την κάθοδό του από το πεζοδρόμιο και από ποια απόσταση μπορούσε ο οδηγός να διακρίνει την κίνηση των πεζών στη διάβαση, ώστε να κριθεί το αιφνίδιο ή μη της εισόδου του πεζού στο οδόστρωμα και η δυνατότητα ή μη αντίδρασης του οδηγού για να αποτρέψει το ατύχημα, β) έχει αντιφατικές αιτιολογίες σε σχέση με την κίνηση του πεζού, αφού σε ένα σημείο της αναφέρει ότι κινήθηκε πίσω από το σταθμευμένο φορτηγό και σε άλλο σημείο μπροστά από αυτό, γ) δεν αιτιολογεί γιατί η ταχύτητα των 30 χιλιομέτρων με την οποία εκινείτο το μοτοποδήλατο ήταν η ενδεδειγμένη, ενόψει των συνθηκών που επικρατούσαν, δ) δεν αναφέρει το πλάτος του οδοστρώματος και σε ποια λωρίδα κυκλοφορίας εκινείτο η μοτοσυκλέτα και ε) δεν διευκρινίζει αν το φορτηγό ήταν σταθμευμένο επάνω στη διάβαση ή πριν από αυτήν και πόση απόσταση είχε ο πεζός από το φορτηγό.

Τούτο δε, διότι οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα ως άνω ανεπάρκειες και αντιφάσεις, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), καθ' όσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.

Σε κάθε περίπτωση, οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, ενόψει του ότι αιτιολογείται επαρκώς στην προσβαλλόμενη απόφαση το σύννομο της οδικής συμπεριφοράς του οδηγού της μοτοσυκλέτας, αφού αναφέρεται ότι α) αντιλήφθηκε το πρώτον την κίνηση του πεζού, μόλις ο τελευταίος διένυσε ελάχιστα βήματα επί του οδοστρώματος, κινούμενος μεταξύ σταθμευμένων οχημάτων, που του απέκλειαν προηγουμένως την ορατότητα, β) έχοντας τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, αντέδρασε άμεσα, με τροχοπέδηση και αποφευκτικό ελιγμό, χωρίς όμως να κατορθώσει να αποτρέψει το ατύχημα, λόγω της ελάχιστης απόστασης που τον χώριζε από τον πεζό και γ) η ταχύτητα των 30 χ/ω, με την οποία εκινείτο, ήταν η ενδεδειγμένη, αφού ο πεζός δεν μπορούσε να γίνει αντιληπτός νωρίτερα, λόγω των σταθμευμένων αυτοκινήτων, που απέκλειαν την οπτική επαφή του οδηγού με αυτόν, ενόψει και του ότι, κατά τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η υποχρέωση του οδηγού να ελαττώνει την ταχύτητα του οχήματός του ή ακόμη και να διακόπτει πλήρως την πορεία του γεννάται μόνον, εφόσον διαπιστώσει την ύπαρξη πεζού που κινείται ή εισέρχεται στην διάβαση, όχι δε και στην περίπτωση, όπως εν προκειμένω, κατά την οποία ο πεζός δεν μπορεί να καταστεί αντιληπτός, ένεκα εμποδίου, που αποκλείει την οπτική επαφή με αυτόν.

Κατ' ακολουθίαν, ο συναφής πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος. Οι ως άνω δε ανέλεγκτες παραδοχές -με βάση τις οποίες, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και τον εξ αυτού θανάσιμο τραυματισμό ήταν ο ίδιος ο θανών- αρκούσαν για την κατ' ουσίαν απόρριψη της ένδικης από 8-11-2014 αγωγής επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης.

Το Εφετείο, δέχτηκε περαιτέρω ότι "... Επιπροσθέτως των ως άνω, πρέπει να σημειωθεί ότι δεν αποδείχθηκε ούτε η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου του θανάτου του Π. Φ. με το ένδικο ατύχημα. Ειδικότερα ενώ στις …-6-2014 στο νοσοκομείο διαγνώσθηκαν εντελώς ελαφρές κακώσεις ο Π. Φ. εισήχθη στο νοσοκομείο εκ νέου, σχεδόν ένα μήνα αργότερα, ήτοι την 20-7-2014.

αιτιόμενος συγχυτικό επεισόδιο και μούδιασμα των άκρων, διαγνώσθηκε δε τότε, κατόπιν αξονικής τομογραφίας, ρωγμώδες κάταγμα μετωπιαίου οστού δεξιά με υποσκληρίδιο και επισκληρίδιο αιμάτωμα. Δηλαδή βρέθηκε αιμάτωμα στο δεξιό σημείο του κρανίου, ενώ μετά το ατύχημα υπήρχαν μόνο εκδορές και αυτές στο αριστερό βρεγματικό οστό.

Βρέθηκαν δε και δύο μικρότερα αιματώματα αριστερά μετωπιαία τα οποία όμως δεν απασχόλησαν τους ιατρούς και δεν χειρουργήθηκαν, καθώς σοβαρό κρίθηκε το αιμάτωμα δεξιά. Ο Π. Φ. χειρουργήθηκε στις 22-7-2014 ήτοι έγινε κρανιοανάτρηση και παροχέτευση του αιματώματος. Στις 27-7-2014 παρουσίασε δυσαρθρία και διακομίσθηκε στο νοσοκομείο Μυτιλήνης, όπου έγινε συντηρητική αγωγή, εξήλθε εκ νέου και επανήλθε στις 5-8-2014 στο νοσοκομείο … για αποκατάσταση, εξήλθε στις 8-8-2014 και τελικά απεβίωσε στις 10-8-2014 από επισκληρίδιο αιμάτωμα και καρδιακή ανακοπή.

Από όλα τα ανωτέρω δεν προκύπτει αιτιώδης σύνδεσμος του ενδίκου ατυχήματος με τον θάνατο του Π. Φ., καθώς η διάγνωση αυθημερόν του ατυχήματος αφορούσε ελαφρές κακώσεις, ενώ οι κακώσεις που ανευρέθησαν μετά από ένα μήνα, αφορούσαν κάταγμα του μετωπιαίου οστού αλλά σε διαφορετική πλευρά από αυτήν που υπήρχαν οι εκδορές, ενώ είναι εξόχως απίθανο, επί τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, ο θανών να μην είχε παρουσιάσει κάποιο σύμπτωμα, εάν οι κακώσεις ήταν τόσο σοβαρές εξαρχής, και είχαν διαλάθει της προσοχής των ιατρών στο νοσοκομείο κατά την πρώτη διάγνωση, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο, να οδηγείται στο συμπέρασμα ότι οι βαρύτερες αυτές κακώσεις δεν αποδεικνύεται ότι έχουν προκληθεί από το ένδικο ατύχημα.

Συνεπώς απορριπτέοι κρίνονται, ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι οι αγωγικοί ισχυρισμοί στο σύνολό τους, καθώς δεν αποδείχθηκε, ούτε η υπαιτιότητα του οδηγού του μοτοποδηλάτου στην επέλευση του ατυχήματος, ούτε ο αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στις κακώσεις που υπέστη ο πεζός κατά το ατύχημα και στον θάνατό του...". Ενόψει όμως του ότι η ανωτέρω κύρια παραδοχή, της ελλείψεως οποιασδήποτε υπαιτιότητας του εναγομένου, ήδη δευτέρου αναιρεσιβλήτου, οδηγού της μοτοσυκλέτας, στηρίζει πλήρως το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η περαιτέρω παραδοχή αυτής, της ελλείψεως δηλαδή αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των κακώσεων που υπέστη ο πεζός κατά το ατύχημα και του επελθόντος μεταγενέστερα θανάτου αυτού, είναι πλεοναστική και δεν επιδρά στη διαμόρφωση του διατακτικού της αποφάσεως. Κατά συνέπειαν, οι λοιποί λόγοι της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, και συγκεκριμένα ο δεύτερος, από το άρθρο 559 αρ. 20, ο τρίτος, από τον αριθμό 11 γ' του 559 και ο τέταρτος, από το 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους πλήττεται η πλεοναστική αιτιολογία ότι ο θάνατος του πεζού δεν οφείλεται στον τραυματισμό του κατά το ένδικο ατύχημα, είναι απορριπτέοι, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενοι.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της, παρούσας κατά τη συζήτηση, πρώτης των αναιρεσιβλήτων, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει ματαιωμένη τη συζήτηση της από 7-10-2019 (αρ. κατ. 9495/907/2019) αιτήσεως αναιρέσεως, μεταξύ των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσειόντων Κ. Φ. και Α. Μ., συζ. Κ. Φ. και του δευτέρου των αναιρεσίβλητων Ο. Λ.- Χ..

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, ως προς τους πρώτο και δεύτερο των αναιρεσειόντων, Κ. Φ. και Α. Μ., συζ. Κ. Φ., κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΑΕ".

Απορρίπτει την από 7-10-2019 (αρ. κατ. 9495/907/2019) αίτηση για αναίρεση της 1613/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία αυτοκινητικών διαφορών), κατά το μέρος που ασκείται από την τρίτη αναιρεσείουσα. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της πρώτης των αναιρεσιβλήτων ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΑΕ", τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2022.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαρτίου 2023.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ