Supreme Court dismisses appeal for vague grounds failing to link specific legal errors to appealable provisions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding a property dispute. The appellant argued the lower court erred in rejecting a claim of abuse of right, but the court found the appeal grounds insufficiently specific. The court ruled that the appeal document failed to clearly identify the legal error and did not properly connect it to the specific appealable provisions required by law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground must be clearly and specifically formulated to describe the legal error and link it to a specific appealable provision, otherwise it is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 376 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 376/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη - Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου - Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Μ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Πέτρου και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Σ. χήρας Σ. Ε., το γένος Ν. Λ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κωνσταντίνου Σκάρπα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-11-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 455/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 225/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-12-2019 αίτηση και τους από 22-6-2021 προσθέτους λόγους αυτού.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται για συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου τούτου η από 24/12/2019 αίτηση αναίρεσης και οι από 22/06/2021 πρόσθετοι επ'αυτής λόγοι του Ε. Μ. κατά της Σ. Ε., για αναίρεση της αριθμ. 225/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Η εν λόγω αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1, 569 και 577 παρ.1 ΚΠολΔ, ΑΠ 153/2019,1192/2018) και πρέπει, αφού συνεκδικαστούν (άρθρ. 573 παρ. 1 και 246 ΚΠολΔ), να ερευνηθούν ως προς το βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ).
Α.1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Διαφορετικά, με αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου, ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος (ΑΠ.Ολ. 32/1996). Ειδικότερα, η διατύπωση του αναιρετικού λόγου συνίσταται στην περιγραφή των σφαλμάτων της προσβαλλόμενης απόφασης, που αποτελούν τις νόμιμες προϋποθέσεις για την συνδρομή ενός από τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αναφορά του αριθμού ή των αριθμών των λόγων αναίρεσης του παραπάνω άρθρου 559 ΚΠολΔ για τους οποίους ψέγει, με τα όσα αποδίδει, την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 100/2019,ΑΠ 563/2019), ενώ εξάλλου για το ορισμένο του λόγου δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, χωρίς προσδιορισμό κατά τα ως άνω των αναγκαίων στοιχείων που απαιτούνται κατ' αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος (ΑΠ 563/2019) .2.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, Ολ.ΑΠ 7/2006).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Για την πληρότητα των άνω λόγων πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ120/2017, 261/2016), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 1040/2010, 651/2010), 2) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης, 3)ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλειπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ ΑΠ 20/2005).Τέλος, η αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ 1265/2017, 674/2016).3.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος και έχοντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη (ΑΠ 93/2006). "Πράγματα", θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντέστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι έφεσης που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή μη έχοντα αυτοτέλεια επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ3/1997, ΑΠ 851/2015).
Κατά την ανωτέρω έννοια, δεν είναι "πράγμα" η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου αυτών (ΑΠ 827/2020, ΑΠ 760/2020, ΑΠ 633/2019, ΑΠ 625/2008). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που του συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 14/2004, Ολ.ΑΠ 12/1991, ΑΠ 230/2020, ΑΠ 892/2019, ΑΠ 573/2018). 4.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες έγγραφα κλπ.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 ΚΠολΔ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (Ολ.
Α.Π. 2/2008). Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αίτηση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Για την πληρότητα του λόγου αυτού πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη χωρίς να προσκομισθούν ή δεν έλαβε αυτά υπόψη, ενώ προσκομίστηκαν νόμιμα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους και να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 426/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 1185/2010, ΑΠ 333/2009).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης ότι το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη ένορκη βεβαίωση που ο αναιρεσείων προσκόμισε και επικαλέστηκε, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό αυτό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητα του και η νόμιμη λήψη αυτού (αριθμός, όνομα εξετασθέντος μάρτυρα, νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή παράσταση αυτού κατά την εξέταση του μάρτυρα), να προσδιορίζεται το περιεχόμενο της και το παραδεκτό της προσαγωγής της στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου το αποδεικτικό αυτό μέσο προσκομίστηκε (ΑΠ 176/2020 ΑΠ 1551/2008). 5.
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί γεγονότα προφανώς διαφορετικά, από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή, σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου "σφάλμα ανάγνωσης" με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολ.
ΑΠ 2/2008, ΑΠ 342/2021, ΑΠ 99/2020, ΑΠ 1025/2014, 495/2013, ΑΠ 567/2013). Εξάλλου, αντιφατικοί προς αλλήλους λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι. Τέτοια αντίφαση υπάρχει και όταν προβάλλεται ότι το δικαστήριο της ουσίας αφενός δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του κάποιο συγκεκριμένα έγγραφο, δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και αφετέρου παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ίδιου εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς, διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ(ΑΠ579/2007). Έγγραφα, κατά τον προκείμενο λόγο αναιρέσεως, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 επ.
Κ.Πολ.Δ. αναφερόμενα ως αποδεικτικά έγγραφα, τα παρέχοντα άμεση ή έμμεση απόδειξη. Υπό την έννοια αυτή έγγραφα αποτελούν και τα διαδικαστικά έγγραφα άλλης δίκης, όπως η απόφαση. Δεν αποτελούν όμως έγγραφα εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως οι ένορκες βεβαιώσεις (ΑΠ 1224/2018, ΑΠ 567/2013, 1613/2013, ΑΠ 25/2011).
Τέλος, λόγος αναίρεσης ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 455/2020, ΑΠ 1924/2017, ΑΠ 559/2015, ΑΠ 1611/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση (με την επισήμανση ότι η αρίθμηση των πρόσθετων αναιρετικών λόγων γίνεται από το Δικαστήριο) 1) με τους πρώτο και δεύτερο αναιρετικούς λόγους του κύριου δικογράφου της αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αντίστοιχα, οι, από τους αριθμούς 1α'και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες, 2) με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος, λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, 3) με τον πέμπτο, κατά ένα μέρος,λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια και 4)με τον τρίτο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθμός 1α' ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Ν.3741/2019 καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 1001, 1002, 1117 του ΑΚ, καθόσον αναγνώρισε στην ενάγουσα αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης στον επίδικο υπόγειο χώρο και στην επίδικη αυλή.
Οι ανωτέρω λόγοι είναι απαράδεκτοι εξαιτίας της αοριστίας τους, καθόσον, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ο κανόνας ή οι κανόνες του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν ευθέως με τους ως άνω 1ο και 5ο (πρόσθετο) λόγους και εκ πλαγίου με τους ως άνω 2ο και 1ο (πρόσθετο) λόγους, και μάλιστα ενάριθμα ορισμένο άρθρο, ορισμένου νόμου (ΑΠ Ολ18/2005), καθώς επίσης δεν παρατίθενται, καθόλου, οι παραδοχές της προσβαλλομένης στους ίδιους ως άνω 1ο (κύριο και πρόσθετο), 2ο, 3ο (πρόσθετο) και 5ο (πρόσθετο) λόγους.
Σε κάθε περίπτωση ο τρίτος πρόσθετος λόγος, είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της, δεν δέχθηκε ότι το υπόγειο και η αυλή ανήκουν κατ'αποκλειστική χρήση στην ενάγουσα αλλά αναγνώρισε ότι αυτά είναι κοινόκτητα και κοινόχρηστα(φυλ.5ο σελ.1η και 2η και φύλλο 6ο διατακτικό).
Επίσης, ο ανωτέρω 5ος (πρόσθετος) λόγος, είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, και κατά το μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 11γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την επίκληση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα τα οποία ο εναγόμενος - εκκαλών και ήδη αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε στο Εφετείο, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα.
Συνεπώς, οι ανωτέρω 1ος, 2ος αναιρετικοί λόγοι του κύριου δικογράφου και 3ος, 5ος λόγοι του δικογράφου των πρόσθετων λόγων είναι απορριπτέοι. Επίσης, ο τρίτος αναιρετικός λόγος του κύριου δικογράφου της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 8β'του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ενώπιον του προταθείσα ένσταση αοριστίας της αγωγής είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του την εν λόγω ένσταση και ρητά την απέρριψε (φύλλο 3ο, σελ. 2η).
Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων μέμφεται το Εφετείο επικαλούμενος κατά λέξη τα εξής: "όπως συνάγεται από την υφιστάμενη συμβολαιογραφική πράξη της σύστασης οροφοκτησίας, στην ένδικη οικοδομή, ουδέποτε καθορίστηκαν και εξατομικεύθηκαν τα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής, ούτε ποτέ συντάχθηκε Κανονισμός της πολυκατοικίας, με αναλογιστική μελέτη του Μηχανικού, με αποτέλεσμα, στην πραγματικότητα ο ένδικος υπόγειος χώρος να μην έχει αποκτήσει ποτέ κοινόχρηστο χαρακτήρα, με την βούληση των μερών, αφού στην πραγματικότητα αυτός ο υπόγειος χώρος αποτελεί τμήμα του διαμερίσματος του ισογείου ορόφου και ανήκει στην αποκλειστική κυριότητά μου, μαζί με αυτό, εφόσον οι δύο αυτοί χώροι συνδέονται μεταξύ τους, φυσικά και λειτουργικά μοναδικά με εσωτερική σκάλα, έτσι ώστε αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο της αποκλειστικής χρήσης μου και ηοποιαδήποτε μη αναφορά αυτού του ένδικου υπόγειου χώρου στην συμβολαιογραφική πράξη της οροφοκτησίας και στην τροποποίησή της αλλά ούτε και στην πράξη της γονικής παροχής, οφείλεται μοναδικά γεγονός, ότι αυτός ο υπόγειος χώρος ήταν αυθαίρετα κατασκευασμένος, πολεοδομικά, υφιστάμενος όμως στην πραγματικότητα, ανήκων στην αποκλειστική χρήση του διαμερίσματος του ισογείου ορόφου και ουδέποτε έτυχε, ούτε λογίστηκε, ως κοινόχρηστος χώρος της ένδικης οικοδομής, κατασκευασμένος αποκλειστικά με χρήματα του δικαιοπαρόχου μου - πωλητή, Α.
Λ. και ουδέποτε με χρήματα της μητέρας αυτού, όπως επίσης αυτός είχε κατασκευάσει αποκλειστικά με δικά του χρήματα και το διαμέρισμα του ισογείου ορόφου, το οποίο μου επώλησε, στην συνέχεια, παρότι δικαιοπρακτικά φαίνεται, ότι του το μεταβίβασε η μητέρα του, με γονική παροχή, δηλαδή όπως αποδεικνύεται από το περιεχόμενο της προσαγόμενης ένορκης βεβαίωσης του ιδίου δικαιοπαρόχου μου και την οποία, εσφαλμένα και παρά τον Νόμο, ουδέποτε έλαβαν υπόψη τους, τόσο η πρωτόδικη απόφαση, όσο η ανωτέρω προσβαλλόμενη αναιρεσιβαλλόμενη δικαστική απόφαση του δευτεροβάθμιου Μονομελούς Εφετείου Πατρών".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, λόγω αορίστίας, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ενάριθμα σε ποιο λόγο αναιρέσεως υπάγονται οι επικαλούμενες με το λόγο αυτό αιτιάσεις, από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται με αριθμούς 1 έως και 20 στο άρθρο 559 ΚΠολΔ (ενώ μάλιστα δεν αναφέρεται και το άρθρο 559 ΚΠολΔ) με αποτέλεσμα να μην μπορεί να διαγνωσθεί ποιο είναι το σφάλμα που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση και για ποιον από τους λόγους του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ζητά την αναίρεσή της. (ΑΠ 374/2020, ΑΠ 718/2020, ΑΠ 527/2020, 27/2020).
Σε κάθε περίπτωση εάν ήθελε εκτιμηθεί ότι αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 11γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ο λόγος αυτός είναι και πάλι αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο αριθμός της ένορκης βεβαίωσης, η οποία κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος δεν λήφθηκε υπόψη, το όργανο ενώπιον του οποίου αυτή δόθηκε, καθώς και η κλήτευση της αντιδίκου του.
Με το δεύτερο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο αποδίδοντας στην προσβαλλομένη τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 11γ', 20 και 8β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι: α) δεν έλαβε υπόψη κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος, την αριθμ. 2605/2012 ένορκη βεβαίωση του δικαιοπαρόχου του, αδελφού της ενάγουσας (αριθμός 11γ'), β)παραμόρφωσε το περιεχόμενό της (αριθμός 20) και γ) δεν έλαβε υπόψη "πράγμα" που προτάθηκε ήτοι το περιεχόμενο της εν λόγω ένορκης βεβαίωσης (αριθμός 8β').
Ο λόγος αυτός ως προς την πρώτη αιτίαση είναι αβάσιμος, καθόσον από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία ρητά βεβαιώνεται ότι το Εφετείο για το σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην των άλλων, και <<..... την αριθμ. 2605/2012 ένορκη βεβαίωση .....>>, σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες αυτής, καμιά αμφιβολία δεν καταλείπεται ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις την πιο πάνω ένορκη βεβαίωση, που ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε, κάνοντας ειδική αναφορά (2η σελίδα 5ου φύλλου της προσβαλλομένης), χωρίς, ωστόσο, να είναι υποχρεωμένο να κάνει χωριστή αξιολόγηση αυτής.
Ο ίδιος πιο πάνω λόγος ως προς τη δεύτερη αιτίαση είναι απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, αφενός είναι αντιφατικός έναντι του ίδιου λόγου ως προς την πρώτη αιτίαση, με την οποία, όπως ήδη αναφέρθηκε, προβάλλεται η από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, της μη λήψης υπόψη από την αναιρεσιβαλλομένη του αμέσως πιο πάνω αποδεικτικού μέσου ήτοι της αριθμ. 2605/2012 ένορκης βεβαίωσης (ΑΠ 537/2012) και αφετέρου δεν είναι αποδεικτικό έγγραφο, κατά την παραπάνω έννοια, η εν λόγω ένορκη βεβαίωση (ΑΠ 25/2011, ΑΠ 1613/2013, ΑΠ 567/2013).
Τέλος, ο ανωτέρω λόγος, ως προς την τρίτη αιτίαση είναι απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη,δεν αποτελεί ''πράγμα'', η επίκληση του περιεχομένου της άνω με αριθμό 2605/2012 ένορκης βεβαίωσης.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων είναι, στο σύνολό του, απορριπτέος. Β. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δε μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νόμιμη κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που έχει ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός στον οποίο αυτός στηρίζεται είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσης του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Το γεγονός εξάλλου ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία γιατί στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβιάζει μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο ισχυρισμός αυτός δεν έχει προταθεί νόμιμα από το διάδικο εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562§ 2 Κ.Πολ.Δ..
Έτσι η νομική, ποσοτική και ποιοτική αοριστία της αγωγής, που εξετάζονται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας και ελέγχονται αναιρετικώς η πρώτη από την αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και οι λοιπές από τους αρ. 8 ή 14 του ίδιου άρθρου για να στηρίξουν επαρκώς τους προβλεπόμενους από τις διατάξεις αυτές λόγους αναιρέσεως πρέπει να έχουν προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα νομίμως σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Πολ.Δ.
Νομίμως δε θεωρείται ότι έχει προταθεί στην τακτική διαδικασία ο περί αοριστίας ισχυρισμός από τον εναγόμενο εκκαλούντα μόνο με το δικόγραφο της έφεσης ή των πρόσθετων λόγων αυτής (ΑΠ 590/2020, ΑΠ 353/2020, ΑΠ 1377/2014, ΑΠ 1188/2014). Στην προκείμενη περίπτωση με τον ανωτέρω 1ο (πρόσθετο) λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε την αγωγή της αναιρεσιβλήτου λόγω αοριστίας, συνισταμένη στο ότι δεν αναφέρεται στο αγωγικό δικόγραφο ο Κωδικός
Αριθμός Εθνικού Κτηματολογίου (ΚΑΕΚ) της μελλοντικής με στοιχεία Κ2-Ο οριζόντιας ιδιοκτησίας της ενάγουσας. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός περί αοριστίας, που στηρίζει τον σχετικό (πρόσθετο)αναιρετικό λόγο, προτάθηκε στο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση, από τον αναιρεσείοντα-εναγόμενο και εκκαλούντα με λόγο έφεσης. Σε κάθε περίπτωση ο ανωτέρω 1ος (πρόσθετος ) λόγος, είναι αβάσιμος, κατά το μέρος αυτό, διότι η επικαλούμενη ως άνω έλλειψη της ιστορικής βάσης της αγωγής δεν καθιστά αόριστη την ένδικη αγωγή (ΑΠ 581/2018).
Συνεπώς ο λόγος αυτός (1ος πρόσθετος) είναι απορριπτέος στο σύνολό του. Γ. Από το άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι είναι απαράδεκτοι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττονται κεφάλαια της προσβαλλόμενης αποφάσεως,που είναι διάφορα και δεν συνέχονται αναγκαίως με κανένα από τα προσβληθέντα με την αναίρεση κεφάλαια (ΑΠ 2093/2013, ΑΠ 405/2004).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον έκτο πρόσθετο λόγο της αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε την προταθείσα από τον αναιρεσείοντα ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής, με αιτίαση από τον αριθμό 1α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., της ευθείας, δηλαδή, παραβίασης της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, συνισταμένη, όπως, επί λέξη, αναφέρεται στο λόγο αυτό, στο ότι: "η ανωτέρω προσβαλλόμενη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών έσφαλε όταν θεώρησε, ότι ορθά, νόμιμα και αιτιολογημένα η πρωτόδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών απέρριψε την προβαλλόμενη ένστασή μου και τον ισχυρισμό μου, περί την καταχρηστική άσκηση δικαιώματος της ανωτέρω αντιδίκου ενάγουσας εφεσίβλητης αναιρεσίβλητης, παρότι απέδειξα, ότι η αγωγή και η αξίωση της αντιδίκου αναιρεσίβλητης υπερβαίνουν, προφανώς, την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, τυγχάνουν δε καταχρηστικές και αντικείμενες στις διατάξεις του άρθρου 281 A.Κ., εφόσον απέδειξα, ότι ο δικαιοπάροχός μου Α.
Λ. κατασκεύασε, αποκλειστικά με δικά του χρήματα, τον επίδικο υπόγειο χώρο, που κατείχε ευθύς εξαρχής, από το έτος 1987 και συνεχώς έκτοτε, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από την αντίδικο αναιρεσίβλητη, δηλαδή χωρίς ποτέ αυτή να διαμαρτυρηθεί, ούτε να προβάλλει κάποια αντίρρηση στην διαρκή και αποκλειστική χρήση του επίδικου, από τον δικαιοπάροχό μου, παρότι γνώριζε, εξ' αρχής, όλα τα παραπάνω περιστατικά, με αποτέλεσμα η, για χρονικό διάστημα άνω της 20ετίας, αδράνεια της αντιδίκου αναιρεσίβλητης, σε συνδυασμό με όλα τα ανωτέρω γεγονότα αποδοχής, να δημιουργήσουν στον δικαιοπάροχό μου και κατ' επέκταση, σε εμένα, την ασφαλή και εδραία πεποίθηση, ότι αυτή αποδέχεται όλες τις ανωτέρω πράξεις αποκλειστικής χρήσης και κυριότητας του επίδικου υπόγειου χώρου της οικοδομής και ότι δεν θα προσβάλλει ποτέ αυτά τα αποκλειστικά δικαιώματα του δικαιοπαρόχου μου και στην συνέχεια εμού του ιδίου, δηλαδή διέλαθε τοιαύτη προσβαλλόμενη αναιρεσίβλητη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, αναφορικά με την απόρριψη της ένστασης και του προαναφερόμενου ισχυρισμού μου, περί την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της αντιδίκου αναιρεσίβλητης, παρότι εγώ δεν περιορίστηκα μόνο στην προβολή της αδράνειας της αντιδίκου αναιρεσίβλητης, για την άσκηση της αγωγής της, για μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλά, επιπρόσθετα προέβαλα και απέδειξα τα πραγματικά περιστατικά της γνώσης, της αποδοχής και της μηδέποτε διαμαρτυρίας της για την συνεχώς αποκλειστική χρήση του επίδικου υπόγειου χώρου, από τον δικαιοπάροχό μου, από 20ετίας και πλέον και όχι μόνον από εμένα, από το έτος 2010, δηλαδή σε χρόνο, από την μεταβίβαση και την χρήση του, σε εμένα και εντεύθεν, όπως εσφαλμένα δέχθηκε η ανωτέρω προσβαλλόμενη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου Μονομελούς Εφετείου Πατρών, η οποία και για αυτούς τους λόγους πρέπει να εξαφανιστεί και να αναιρεθεί, κατ' άρθρο 559 αρ. 1 Κ.
Πολ. Δ., εφόσον παραβιάστηκε, καταφανώς και κατά τα ανωτέρω, από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, περί την καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, κατ' άρθρο 281 A. Κ. εκ μέρους της αντιδίκου ενάγουσας εφεσίβλητης αναιρεσίβλητης και για τους παραπάνω εκτιθέμενους, αναλυτικά και ορισμένα, από εμένα, νόμιμους λόγους.".
Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος διότι με το δικόγραφο της αναίρεσης, που παραδεκτώς επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ουδόλως προσβάλλεται η απόφαση ως προς την απόρριψη της ένστασης αυτής, η οποία είναι αυτοτελής, ούτε συνέχεται αναγκαίως με κανένα από τους λοιπούς αναιρετικούς λόγους με τους οποίους προσβάλλεται με την αναίρεση η απόφαση.
Σε κάθε δε περίπτωση ο ίδιος λόγος είναι και αβάσιμος καθόσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της, δεν απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την εν λόγω ένσταση, δηλαδή ως μη αποδειχθέντων των επικαλούμενων για τη θεμελίωσή της πραγματικών περιστατικών, αλλά ως μη νόμιμη (φύλλο 5, σελίδα 2η).
Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι επ' αυτής λόγοι να απορριφθούν, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24/12/2019 αίτηση αναίρεσης και τους από 22/06/2021 πρόσθετους επ' αυτής λόγους του Ε. Μ. για αναίρεση της 225/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πάτρας.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ