Legislator Case Law & Legislation
376/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against land expropriation compensation ruling, upholding that property owners are entitled to compensation only if their land benefits from the road widening. The court rejects the argument that Article 1 of Protocol 1 of the ECHR is violated. The appeal is dismissed as unfounded. The court rejects the appeal as unfounded. The court rejects the appeal as unfounded.

Case Number 376/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Government's appeal against a First Instance Court ruling regarding land expropriation for road widening. The Government argued that the lower court erred in finding no benefit to the property owners, violating their right to property under Article 1 of Protocol 1 of the ECHR. The court held that under the relevant law, compensation is due only if the property acquires a person on the new road, a criterion met here, and that the lower court's finding of no benefit was sufficient and correct. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the Government was ordered to pay the appellants' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1 and 3 of Law 653/1977; Article 1 of Protocol 1 of the ECHR: Property owners are entitled to compensation under the expropriation law only if their land acquires a person on the newly opened or widened road, and a finding of no benefit by the lower court is sufficient to deny compensation without requiring further detailed analysis of the property's dimensions or potential.

Keywords

AI generated
expropriation compensation road widening benefit property rights ECHR land acquisition administrative appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 1 of Law 653/1977
Article 1 of Protocol 1 of the ECHR
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 9, paragraph 4 of Law 1649/1986
Article 251 and 263 of the Civil Code
Article 10 and 29, paragraph 3 of Law 2882/2001
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 376 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 376/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Άννα Μαλιαρά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. θυγ. Γ. Μ., συζ. Α. Ρ. και 2) Ε. θυγ. Γ. Μ., συζ. Α. Κ., κατοίκων ... Φθιώτιδας, κληρονόμων της αρχικώς ενάγουσας και ήδη αποβιωσάσης στις 11-07-2016 Ε. χας Γ. Μ., το γένος Κ. Γ., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεοφάνη Παντελιά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 08-07-2014 αγωγή της ήδη αποβιωσάσης Ε. χας Γ. Μ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 164/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 125/2018 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-3-2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αικατερίνη Βλάχου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Kατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεων των παρόδιων ιδιοκτητών για την διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ." όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του ν. 947/1979, αναφορικά με την εφαρμογή του και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφισταμένων οδών πραγματοποιούμενων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων, καθώς και των επαρχιακών οδών για το μέχρι 20 μέτρων πλάτος αυτών, προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους κατάληψης 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων, με τη συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων.

Κατά τη διάταξη της παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, για την εφαρμογή του, θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγόμενων οδών, ενώ κατά τη διάταξη της παράγραφο 4 αυτού, όταν οι δικαιούχοι της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής, επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.

Οι προαναφερόμενες διατάξεις αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που, μετά την επικύρωσή της με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει κάθε άλλης διάταξης του ημεδαπού δικαίου, κατ' άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος και επομένως το καθιερούμενο με αυτές τεκμήριο ισχύει ως μαχητό.

Ο ισχυριζόμενος δε ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρόμενης ωφέλειας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του και ανατρέποντας το ως άνω μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 33 του μεταγενέστερου Ν. 2971/2001 προκύπτει ότι τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου διευρύνονται και ότι εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού, που προέβλεπε ο νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο που περιλαμβάνεται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, αρτιότητα και οικοδομησιμότητα αυτού.

Οι διατάξεις όμως του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 εφαρμόζονται για τις απαλλοτριώσεις οι οποίες κηρύσσονται μετά την έναρξη ισχύος του, ή έχουν κηρυχθεί μεν αλλά δεν έχει ολοκληρωθεί, έως την έναρξη ισχύος του, η συντέλεσή τους (ΟλΑΠ 7/2013, ΑΠ 465/2020, ΑΠ 325/2020).

Εξάλλου, με το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Η δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Ε. Μ., με την από 08-07-2014 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, ισχυρίστηκε ότι δυνάμει της .../30-4-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας (βελτίωση-διαπλάτυνση της Εθνικής Οδού Αθηνών-Λαμίας-κόμβος ...) τμήμα ακινήτου της εμβαδού 6.092 τμ, με αριθμό κτηματολογικού καταλόγου ....

Ότι το όλο ακίνητο, πριν την απαλλοτρίωση, είχε εμβαδόν 8.001,94 τμ, εφαπτόταν της Εθνικής Οδού και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, ενώ μετά την απαλλοτρίωση απέμειναν δύο εδαφικά τμήματα 1.514,69 τμ και 395,25 τμ, εκ των οποίων το πρώτο είναι μεν, κατά παρέκκλιση, άρτιο αλλά μη οικοδομήσιμο λόγω της υψομετρικής διαφοράς από τις τρεις πλευρές του και της αδυναμίας προσπελάσεως σε οδό και το δεύτερο μη αξιοποιήσιμο.

Ότι από την απαλλοτρωθείσα ιδιοκτησία της αποζημιώθηκε για 5.119 τμ, ενώ για τα υπόλοιπα 973 τμ θεωρήθηκε αυτοαποζημιούμενη ως ωφελούμενη από τη διαπλάτυνση της Εθνικής οδού, αν και από το έργο ζημιώθηκε.

Ότι κατά του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου άσκησε ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Λαμίας την από 10-11-2000 αγωγή της, από κοινού με άλλους, προς ανατροπή του τεκμηρίου της ωφέλειας και καταβολή σ' αυτή ως αποζημίωσης του ποσού των 20.856.255 δραχμών.

Ότι η αγωγή εκείνη απορρίφθηκε με την 86/2004 απόφαση του πιο πάνω Δικαστηρίου ελλείψει των προϋποθέσεων της ομοδικίας.

Ότι εντός 60 ημερών από την επίδοση σ' αυτή της προαναφερόμενης απόφασης, άσκησε ενώπιον του αυτού Διοικητικού Δικαστηρίου την από 15-03-2005 ατομική αγωγή με το ίδιο περιεχόμενο και αίτημα (ως προς το ποσό της αποζημίωσης ζήτησε το ισόποσο σε ευρώ των 20.856.255 δραχμών, ήτοι 61.206,91 ευρώ).

Ότι επί της δεύτερης αγωγής της εκδόθηκαν α) η 139/2006 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Λαμίας που παρέπεμψε την υπόθεση στο Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, ως κατά τόπο αρμόδιο, β) η 11090/2008 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών που τη δέχτηκε εν μέρει, γ) η 1401/2009 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών που την απέρριψε λόγω παραγραφής και δ) η 2216/16-6-2014 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας που την απέρριψε για έλλειψη δικαιοδοσίας των διοικητικών δικαστηρίων, διαλαμβάνοντας παραδοχή ότι αυτή δικαιούται να την επανεγείρει ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων εντός δύο μηνών από την επίδοση της απόφασής του και ότι ασκεί πλέον την αγωγή της στα πολιτικά δικαστήρια υπό την προθεσμία και τις προϋποθέσεις του άρθρου 9 παρ. 4 του ν. 1649/1986. Κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απεβίωσε η ενάγουσα και τη δίκη συνεχίζουν οι αναιρεσείουσες ως νόμιμες κληρονόμοι της.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 164/2016 απόφασή του, αφού απέρριψε την ένσταση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου περί παραγραφής της ως άνω αξίωσης των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων λόγω παρόδου δεκαετίας από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης έως την άσκηση της ένδικης (από 08-07-2014) αγωγής ενώπιόν του, δεχόμενο την αντένσταση των τελευταίων περί διακοπής της παραγραφής με την άσκηση των προηγούμενων αγωγών της δικαιοπαρόχου τους στα διοικητικά δικαστήρια, δέχτηκε την αγωγή.

Κατά αυτής της απόφασης το εναγόμενο άσκησε έφεση, επαναφέροντας και την πιο πάνω ένστασή του και εκδόθηκε η προσβαλλομένη, 125/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, που κρίνοντας ομοίως, απέρριψε την έφεση.

Ειδικότερα το Εφετείο, ως προς την άρση του τεκμηρίου της ωφέλειας, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά ως προς τα πραγματικά γεγονότα κρίση του, τα ακόλουθα:

«| Με την υπ' .../30- 4-1992 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (ΦΕΚ 461/Δ/20-5-1992) κηρύχθηκε αναγκαστικά απαλλοτριωτέα για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για τη βελτίωση-διαπλάτυνση της εθνικής οδού Αθηνών- Λαμίας, στο τμήμα Υλίκης-Λαμίας (υποτμήμα Κόμβος ...), έκταση συνολικού εμβαδού 191.497 τ.μ., η οποία βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια της πρώην Κοινότητας, πρώην Δημοτικού Διαμερίσματος και ήδη Τοπικής Ενότητας ...

του πρώην Δήμου και ήδη Δημοτικής Ενότητας ... του Δήμου ... της πρώην Νομαρχίας και ήδη Περιφερειακής Ενότητας Φθιώτιδας της Περιφέρειας Θεσσαλίας-Στερεάς Ελλάδος και απεικονίζεται με κλίμακα 1:500 στο από Δεκεμβρίου 1990 κτηματολογικό διάγραμμα και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα τα οποία συνέταξε ο μηχανικός Ν.

Θ. και έχουν θεωρηθεί στις 16-04-1991 από τον Διευθυντή της Διεύθυνσης Απαλλοτριώσεων και Τοπογραφήσεων του Κ. Δ.. Η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ του Δημοσίου και με δαπάνες αυτού καθώς και των παρόδιων ωφελουμένων ιδιοκτησιών, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του νόμου. Μεταξύ των ακινήτων που απαλλοτριώνονται είναι και τμήματα του με αριθμό ΚΠ ...

ακινήτου, ιδιοκτησίας της δικαιοπαρόχου των εναγουσών. Με την υπ. αριθμ. 783/1992 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδος απαλλοτρίωσης για το ακίνητο της αρχικώς ενάγουσας στο ποσό των 14.000 δραχμών/τ.μ. ενώ με την υπ' αριθμ. αμετάκλητη 5757/1995 απόφαση του Εφετείου Αθηνών καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για το ως άνω ακίνητο στο ποσό των 10.000 δραχμών ή 29,35 €/τ.μ.

Όπως αποδεικνύεται από τα ανωτέρω αναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, από το υπ1 αριθμόν ΚΠ ... ακίνητο (ελαιώνα), ιδιοκτησίας της δικαιοπαρόχου των εναγουσών, εμβαδού 8.001 τ.μ., κείμενου εκτός σχεδίου, εκτός οικισμού ... αλλά εντός ζώνης αυτού, άρτιου και οικοδομήσιμου ως εφαπτόμενου εν μέρει του ορίου της απαλλοτριώσεως της ΕΟ.

Αθηνών-Λαμίας, απαλλοτριώθηκε η υπό στοιχεία Ι6-Β4-Γ4-Δ4-69-68-Η6-Θ6-Ι6 έκταση, εμβαδού 6.092,00 τ.μ, η οποία συμπεριλαμβάνει και: α) το υπό στοιχεία Η6-Θ6-Ι6-41-42-4344-Η6 τμήμα, εμβαδού 763,00 τ.μ, και β) το υπό στοιχεία Β4-Γ4-Δ475-74-73-84 τμήμα, εμβαδού 210,00 τ.μ., για τα οποία δεν καταβλήθηκε αποζημίωση στην αρχικώς ενάγουσα, επειδή αυτή θεωρήθηκε ωφελούμενη παρόδια ιδιοκτήτρια κατ' άρθρο 1 παρ. 1, 3, 4 ν. 653/1977, βαρυνόμενη με συμμετοχή στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης για την κατασκευή του συγκεκριμένου έργου, με αποτέλεσμα να επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ενώ απέμειναν εκτός απαλλοτρίωσης δύο τμήματα, ήτοι το 62 Α τμήμα, εμβαδού 1.514,69 τ.μ., σχήματος πολυγώνου, το οποίο είναι άρτιο κατά παρέκκλιση ως προερχόμενο από την απο μείωση άρτιου και οικοδομήσιμου γηπέδου, αλλά πλέον δεν οικοδομείται λόγω της εν επιχώματι υψομετρικής διαφοράς (4-5 μ.) από τις τρεις πλευρές και εντεύθεν αδυναμίας προσπελάσεως σε οδό, καθώς και διοχετεύσεως σε αυτό ομβρίων υδάτων από τις οδούς με αποτέλεσμα να παραμένει κατάλληλο μόνο για καλλιέργεια και το υπό στοιχείο 62 Β τμήμα, εμβαδού 395,25 τ.μ., το οποίο πλέον δεν οικοδομείται ούτε ως αγρός μπορεί να αξιοποιηθεί, ενώ το τμήμα αυτού, εμβαδού 93 τ.μ., καταλαμβάνεται από το πρανές των οδών.

Σημειωτέον ότι με την υπ. αριθμ. 6576/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών καθορίστηκε ιδιαίτερη αποζημίωση για τα ανωτέρω τμήματα της ιδιοκτησίας της δικαιοπαρόχου των εναγουσών λόγω ουσιώδους μειώσεως της αξίας τους, η οποία ορίστηκε για το 62 Α τμήμα, υφιστάμενο ουσιώδη μείωση της αξίας του κατά 20%, σε 2.000 και για το 62 Β τμήμα, υφιστάμενο ουσιώδη μείωση της αξίας του κατά 90%, σε 9.000 δραχμές/τ.μ.

Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά πρέπει να αρθεί το τεκμήριο ωφέλειας της επίδικης ιδιοκτησίας και η υποχρέωση επιβάρυνσης με αυτοαποζημίωση πρέπει να εξαλειφθεί πλήρως και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στις ενάγουσες το χρηματικό ποσό που αντιστοιχεί στο ποσοστό που τους αναλογεί από την απαλλοτριωθείσα και μη αποζημιωθείσα έκταση των 973,00 τ.μ (763 τμ + 210 τμ), με βάση την οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως που καθορίστηκε με τη με αριθμό 5757/1995 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, δηλαδή αυτήν του ποσού των [(763 + 210)=973 τμ Χ 10.000 δραχμές/τ.μ.)]= 9.730.000 δραχμών ή (973,00 τ.μ.

χ 29,35 ευρώ/τ.μ.)= 28.557,55 ευρώ, η οποία δεν καταβλήθηκε στην αρχικώς ενάγουσα γιατί η ως άνω έκταση χαρακτηρίστηκε ως αυτοαποζημιούμενη. Τούτο διότι αποδείχθηκε ότι με την απαλλοτρίωση η ιδιοκτησία της τελευταίας, πέραν της έμμεσης ωφέλειας που προέκυψε από την κατασκευή του ως άνω έργου για τα ακίνητα και τους κατοίκους της περιοχής, δεν απέκτησε άλλη άμεση ωφέλεια, αλλά αντίθετα ζημιώθηκε, αφού κατά τα ανωτέρω αναφερθέντα το ακίνητο δεν έχει πρόσβαση σε οδό, δημιουργήθηκαν αρνητικές επιπτώσεις στη χρήση του, κατέστη μη οικοδομήσιμο|».

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 3 του ν. 653/1977, που εφαρμόζονται στην ένδικη υπόθεση, αφού, κατά τις παραδοχές, η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε και συντελέστηκε πριν την ισχύ του ν. 2971/2001, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ διέλαβε στην απόφασή του αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς και επαρκείς, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών και συγκεκριμένα ως προς την ανυπαρξία ωφέλειας στα τμήματα της ιδιοκτησίας των αναιρεσιβλήτων που απομένουν μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση που επιβλήθηκε από το αναιρεσείον, κατ' ανατροπή του μαχητού πλέον τεκμηρίου ωφέλειας και συνεπώς δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, με κριτήρια καθοριστικά της έλλειψης ωφέλειας αυτών, που αφορούν κυρίως τη μη απόκτηση προσώπου επί της εθνικής οδού, αφού, υπό τις παραδοχές, πρόκειται για διαπλάτυνση της οδού και το ακίνητο των ανιαρεσιβλήτων πριν την απαλλοτρίωση εφαπτόταν της εθνικής οδού, είχε δηλαδή πρόσωπο στην τελευταία οδό αλλά και την αδυναμία πρόσβασης από τα εδαφικά τμήματα που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση σε οδό λόγω υψομετρικής διαφοράς από τις τρεις πλευρές τους, συνεπεία της οποίας το τμήμα των 1.514,69 τμ, παρότι, κατά παρέκκλιση άρτιο, κατέστη μη οικοδομήσιμο και το τμήμα των 395.25 τμ μη αξιοποιήσιμο, κατέληξε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ερευνώντας πρωτίστως το κριτήριο του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 653/1977, στο σαφές και επαρκές αποδεικτικό πόρισμά του ότι η απαλλοτριωμένη επίδικη ιδιοκτησία ουδεμία ωφέλεια αποκόμισε από την απαλλοτρίωση και τη βελτίωση-διαπλάτυνση της ως άνω οδού και ότι δεν υφίσταται γι' αυτή τεκμήριο ωφέλειας, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από το αναιρεσείον.

Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν απαραίτητο να εξειδικεύονται στην προσβαλλομένη οι διαστάσεις του αρχικού ακινήτου, τα πολεοδομικά δεδομένα της περιοχής για την οικοδομησιμότητα αυτού (βάθος, πρόσοψη) και των εναπομεινάντων τμημάτων, ούτε οι δυνατότητες χρήσης του και οι επιπτώσεις σ' αυτές του έργου της απαλλοτρίωσης, γιατί αυτά τα προσδιοριστικά στοιχεία δεν απαιτούνταν για να χαρακτηριστεί ο παρόδιος ιδιοκτήτης ως ωφελούμενος κατά το ν. 653/1977, ο οποίος αρκείται μόνον στην απόκτηση προσώπου του ακινήτου στη νέα οδό ώστε ο παρόδιος ιδιοκτήτης να θεωρηθεί ωφελούμενος, σε αντίθεση με το μεταγενέστερο ν. 2771/2001, που απαιτεί τα διευρυμένα κριτήρια για τα οποία αιτιάται το αναιρεσείον, ο οποίος όμως δεν εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση. Κατά συνέπεια, ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το εφετείο, με το να δεχτεί ότι η παραγραφή της ένδικης αξίωσης των αναιρεσιβλήτων διακόπηκε με την άσκηση της αρχικής, υπ' αριθμ. καταθ. 264/20-11-2000, αγωγής ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, αν και η τελευταία, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, δεν είχε την αυτή με την επίδικη νομική βάση αλλά τη διάταξη του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις των άρθρων 9 παρ. 4 του ν. 1649/1986, 251 και 263 του ΑΚ και 10 και 29 παρ. 3 του ν. 2882/2001.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (αναπόδεικτος), γιατί το αναιρεσείον δεν προσκομίζει, όπως όφειλε, την πιο πάνω αρχική αγωγή της δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, προκειμένου να ελεγχθεί η βασιμότητα ή μη του ως άνω λόγου, πέραν του ότι με βάση τις παραδοχές της προσβαλλομένης επρόκειτο για αγωγή με το ίδιο αντικείμενο.

Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον που νικήθηκε στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 3 του ν. 2882/2001, εφαρμόζεται και στην παρούσα αναιρετική δίκη, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-03-2019 (αριθμ. εκθ. καταθ. 4/28-3-2019) αίτηση για αναίρεση της 125/19-11-2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Φεβρουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ