376/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/5/2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών. Εκδόθηκε η 105/2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13/9/2017 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated376/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατ' ακολουθίαν αυτών, ο πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, από το άρθρο 560 § 1 α,γ Κ.Πολ.Δ., αιτίαση με την επίκληση ότι, κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 922, 330, 332, 1224, 1235, 1243, 1256 ΑΚ, 35-39, 44 και 47 του ν.δ.
Full text
Απόφαση 376 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 376 / 2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη - Εισηγητή, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Π. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λαμπρόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/5/2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών.
Εκδόθηκε η 105/2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13/9/2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 560 § 1 α και γ Κ.Πολ.Δ., όπως αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθ. 3 ν. 4335/2015, προκύπτει ότι, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, που εκδόθηκαν κατά τις διατάξεις των μικροδιαφορών (άρθρα 466-472 Κ.Πολ.Δ.) δεν μπορεί να προβληθεί με αναίρεση ο απ' αυτήν προβλεπόμενος λόγος της παραβίασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου, απορριπτόμενου, στην περίπτωση (ενδεχομένης) προβολής αυτού, ως απαραδέκτου (ΑΠ 824/2015, ΑΠ 1054/2009).
Κατ' ακολουθίαν αυτών, ο πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, από το άρθρο 560 § 1 α,γ Κ.Πολ.Δ., αιτίαση με την επίκληση ότι, κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 922, 330, 332, 1224, 1235, 1243, 1256 ΑΚ, 35-39, 44 και 47 του ν.δ.
της 17-7/13-8-1923 η, κατά τις διατάξεις των μικροδιαφορών εκδοθείσα, προσβαλλόμενη (ειρηνοδικειακή) απόφαση απέρριψε ως αβάσιμη ουσιαστικά, την κατά της αναιρεσιβλήτου εγερθείσα και επί των ως άνω διατάξεων θεμελιωθείσα ένδικη, περί αποζημιώσεως, αγωγή αυτού κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, κατά τα προεκτεθέντα, δεν συγχωρείται η προβολή του λόγου αυτού κατά της, με την παραπάνω αιτίαση προσβαλλομένης, ως άνω αποφάσεως, που έχει εκδοθεί κατά τις διατάξεις των μικροδιαφορών.
Όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 455, 460, 461 και 462 ΑΚ, η σύμβαση εκχώρησης έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβίβαση της απαίτησης από τον εκχωρητή στον εκδοχέα, ο οποίος μετά την αναγγελία καθίσταται ο μόνος δικαιούχος αυτής. Επομένως, αν η απαίτηση έχει εκχωρηθεί, νομιμοποιείται πλέον να ασκήσει αγωγή κατά του οφειλέτη ο εκδοχέας και όχι ο εκχωρητής, ο οποίος έχει ήδη αποξενωθεί από την απαίτηση.
Το ίδιο ισχύει και επί εκχώρησης που γίνεται με σκοπό την εξασφάλιση του εκδοχέα (καταπιστευτική εκχώρηση), δηλαδή ο εκδοχέας καθίσταται πλέον το μόνο πρόσωπο που νομιμοποιείται να επιδιώξει δικαστικώς την αναγνώριση ή την επιδίκασή της σ' αυτόν (ΑΠ 114/2008, 480/2006, 937/2005, ΑΠ 1991/2007). Σύμφωνα δε με το άρθρο 459 ΑΚ με την εκχώρηση κύριας απαίτησης, αν δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, μεταβιβάζεται και η απαίτηση για τους καθυστερούμενους τόκους.
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 35, 36, 39, 44 και 47 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" (που κατά το άρθρο 41 ΕισΝΑΚ διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ) σε συνδυασμό με το άρθρο 1254 ΑΚ προκύπτουν τα εξής: Με ειδική ρύθμιση του πιο πάνω νομοθετικού διατάγματος για τη σύσταση υπέρ τράπεζας (ή άλλης ανώνυμης εταιρείας) ενεχύρου σε απαίτηση, ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου ή άλλης φύσεως, χρηματική ή μη, προς εξασφάλιση είτε απαιτήσεως της τράπεζας από δάνειο, ή από χορήγηση δανείου (πιστώσεως) με ανοικτό λογαριασμό, είτε απαιτήσεως οποιουδήποτε είδους του ίδιου πιστωτικού οργανισμού, προγενέστερης όμως βάσει του χρόνου γεννήσεώς της από τη σύσταση του ενεχύρου, απαιτείται σύμβαση ενεχυράσεως καταρτιζόμενη με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με ιδιωτικό έγγραφο, ανεξάρτητα αν τούτο έχει ή δεν έχει βέβαιη χρονολογία.
Με ειδικότερη δε ρύθμιση του ίδιου νομοθετικού διατάγματος αν η ενεχυραζόμενη απαίτηση είναι ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου, χρηματική δε ή μη, η ενεχύραση συνεπάγεται εκ του νόμου εκχώρηση αυτής της απαιτήσεως από τον ενεχυραστή προς την τράπεζα. Από την επίδοση αντιγράφου της συμβάσεως ενεχυράσεως στον τρίτο, η τράπεζα θεωρείται όχι οιονεί νομέας αλλά νομέας αυτής της απαιτήσεως, η οποία και της μεταβιβάζεται από εκείνον, η δε τράπεζα δικαιούται να εισπράξει όλη την ενεχυρασμένη απαίτηση, ενώ το μετά την εξόφλησή της τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο οφείλει να αποδώσει στον ενεχυραστή [ΑΠ 480/2006, ΑΠ 108/1997, ΑΠ 1669/1995].
Παράλληλα ο ενεχυρούχος δανειστής υποχρεούται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 1224 εδ. α', 1235 αριθμ. 1, 1243 αριθμ. 1 και 1256 του ΑΚ, να διαφυλάσσει την ενοχική απαίτηση του ενεχυραστή κατά του τρίτου, στην οποία έχει συσταθεί το ενέχυρο, έτσι ώστε να μην εξέλθει μερική ή ολική απόσβεση ή αποδυνάμωση αυτής, αν δε από πταίσμα του προκαλέσει την εν λόγω απόσβεση ή αποδυνάμωση και εντεύθεν ζημία του ενεχυραστή, αυτός δικαιούται αποζημίωση με βάση την ευθύνη από τη σύμβαση ενεχύρου κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 1232 ΑΚ (ΑΠ 1883/2014, 1388/2010 ΑΠ 512/2008) Πταίσμα του δανειστή περί την είσπραξη της απαιτήσεως εκδηλώνεται είτε με ενέργειες - πράξεις είτε με παραλείψεις, ένεκα των οποίων γίνεται αδύνατη η ικανοποίησή του από τον πρωτοφειλέτη.
Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, κατά τους ορισμούς της οποίας ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, θεσπίζει κανόνα που προσδιορίζει τον τρόπο εκπληρώσεως της παροχής. Η έννοια των χρηστών ηθών είναι νομική και εξετάζεται αντικειμενικώς, σύμφωνα προς την αντίληψη του εμφρόνως σκεπτόμενου ατόμου σε σχέση με το επιτρεπτό του σκοπού και των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν (ΑΠ 512/2008, ό.π.).
Σύμφωνα, λοιπόν, με τα προεκτιθέμενα, ο εκδοχέας δανειστής του άρθρου 39 παρ. 1 του ΝΔ 17.7/13.8.1923, επιδιώκοντας την ικανοποίηση του από την ενεχυρασθείσα απαίτηση, οφείλει να επιδείξει την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρα 288, 330 του ΑΚ), η δε παράβαση των υποχρεώσεών του συνιστά αθέτηση συμβατικών υποχρεώσεων και τον καθιστά υπόχρεο να αποκαταστήσει τη ζημία που τυχόν υπέστη ο εκχωρητής από την παράβαση αυτή (ΑΠ 1168/15).
Τέλος, κατά διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, όπως αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 3 ν. 4335/2015, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά• (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που αιτιολογούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ του (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999) Με τον πρώτο, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα ή, από το άρθρο 560 § 6 Κ.Πολ.Δ., αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου τις, ουσιαστικού δικαίου, ως άνω διατάξεις καθόσον απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την κατά της αναιρεσιβλήτου εγερθείσα και επί των εν λόγω διατάξεων θεμελιωθείσα ένδικη αγωγή αυτού (με την οποία ζήτησε την καταψήφιση της τελευταίας (αναιρεσιβλήτου) στην καταβολή του ποσού των 2673,89 ευρώ ως αποζημίωσή του για την ισόποση ζημία που υπέστη από την εξ υπαιτιότητος των προστηθέντων υπαλλήλων αυτής (αναιρεσιβλήτου) επιδειχθείσα αντισυμβατική και αδικοπρακτική συμπεριφορά, συνισταμένη στην παράλειψη εισπράξεως των αναλογούντων στο κεφάλαιο των ενεχυρησθεισών προς αυτήν (αναιρεσίβλητο) απαιτήσεων του αναιρεσείοντος, τόκων υπερημερίας, δεχθείσα, με ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία, αφενός τη μη συνδρομή υπαιτιότητος, υπό τη μορφή του δόλου ή της βαρείας αμέλειας, στο πρόσωπο των ως άνω προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσιβλήτου, και αφετέρου την ουσιαστική, βασιμότητα της προς αντίκρουση της αγωγής προβληθείσης από την αναιρεσίβλητο (εναγόμενη) ενστάσεως απαλλαγής αυτής δυνάμει συμφωνημένης σχετικής (απαλλακτικής) ρήτρας, και για την (τυχόν επιδειχθείσα) ελαφρά αμέλεια των παραπάνω υπαλλήλων της, παρόλο που τα, ως αποδειχθέντα γενόμενα δεκτά, πραγματικά περιστατικά απέκλειαν την ως άνω (εξ αμφοτέρων των ζητημάτων) κρίση επιβάλλοντα την (μετ' απόρριψη της προταθείς ενστάσεως) αποδοχή της αγωγής ως ουσιαστικά βασίμου.
Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή (άρθρ. 561 § 2 Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, αυτή, μετ' εκτίμηση των εκατέρωθεν προσκομισθεισών αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικά με τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ως άνω ζητήματα, τ' ακόλουθα "Με την με αριθμό .../3-2-2000 σύμβαση πίστωσης ανοιχτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού η εναγόμενη τραπεζική εταιρεία (αναιρεσίβλητη) παρείχε πίστωση στην ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Α.
Α. και Σια Ο.Ε." με όριο πίστωσης το ποσό των 8.000.000 € με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες, που περιλαμβάνονται σε αυτή και τις πρόσθετες πράξεις και συμφωνίες. Δυνάμει της από 15-1-2008 σύμβασης κατασκευής έργου, που καταρτίστηκε εγγράφως μεταξύ του ενάγοντος (αναιρεσείοντος) και της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αχαΐας ανέλαβε ο πρώτος κατασκευή του έργου "Ολοκλήρωση-Ασφαλτόστρωση δρόμου προς ...
από ΕΟ Πατρών-Καλαβρύτων και τεχνικά στον οικισμό ..." αντί εργολαβικού ανταλλάγματος ποσού 170.862,74 €, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, σύμφωνα με τους λοιπούς όρους και συμφωνίες, που περιλαμβάνονται στην εν λόγω σύμβαση. Σε μερική εκτέλεση της άνω σύμβασης έργου και προκειμένου να καταβληθεί στον ανάδοχο μέρος του εργολαβικού ανταλλάγματος, υποβλήθηκαν, μεταξύ άλλων, οι 3ος και 4ος λογαριασμοί - πιστοποίηση εκτελεσθεισών εργασιών, για τους οποίους εκδόθηκαν την 10-4-2009 και την 21-5-2009, μετά από προηγούμενη πιστοποίησή τους, οι αντίστοιχες 3η και 4η εντολές πληρωμής της ΤΥΔΚ Ν.
Αχαΐας, με τις οποίες ο αρμόδιος προϊστάμενος της υπηρεσίας αυτής εντέλλεται να πληρωθούν στον ανάδοχο αναιρεσείοντα ποσά 48.409,20 € και 30.345 € αντίστοιχα συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ.
Περαιτέρω στις 14-4-2009 και 27-5-2009 ο ανάδοχος ενάγων ατομικά με την ιδιότητα του ενεχυράζοντος, προς εξασφάλιση των απαιτήσεων κατά της πιο πάνω ομόρρυθμης εταιρείας από τη σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, συνέστησε υπέρ της εναγομένης ενέχυρο στις ονομαστικές απαιτήσεις του κατά της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αχαΐας, που απορρέουν από τις προαναφερόμενες εντολές πληρωμής, τα ποσά των οποίων δικαιούνταν ως εργολαβικό αντάλλαγμα από την μερική εκτέλεση του προαναφερόμενου έργου.
Με τις προαναφερόμενες συμβάσεις ενεχυριάσεως η εναγομένη τράπεζα μπορούσε να εισπράξει μόνη της, χωρίς οποιαδήποτε άλλη διατύπωση και χωρίς την μεσολάβηση του ενεχυράζοντος, τις εκχωρηθείσες λόγω ενεχύρου απαιτήσεις και να φέρει το προϊόν αυτών, μετά την αφαίρεση των εξόδων οποιασδήποτε φύσης σε πίστωση του λογαριασμού οποιασδήποτε από τις "Ασφαλιζόμενες- Απαιτήσεις" της άνω εταιρείας κατά την ελεύθερη κρίση της (βλ.
άρθρο 3 των συμβάσεων ενεχυράσεως απαιτήσεων). Οι επίμαχες συμβάσεις ενεχυρίασης αναγγέλθηκαν, μεταξύ άλλων, προς την οφειλέτιδα τρίτη, κυρία του έργου και ως εκ τούτου με την επίδοση της αναγγελίας επήλθαν οι έννομες συνέπειες της εκχώρησης. Έτσι σε εκτέλεση των συμβάσεων εκχώρησης, η εναγομένη (αναιρεσίβλητη) εισέπραξε την 23-6-2009 ποσό κεφαλαίου 40.680 € και την 27-12-2010 ποσό 7.729,20 € της 3ns εντολής πληρωμής της ΤΥΔΚ Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αχαΐας και την 4-9-2009 ποσό κεφαλαίου 30.345 € της 4ης εντολής πληρωμής της ΤΥΔΚ Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αχαΐας...
Περαιτέρω αποδείχθηκε η τελευταία όφειλε τόκους υπερημερίας, υπολογιζόμενους κατ' άρθρο 4 του Π.Δ. 166/2003 (όπως ίσχυε δυνάμει της υποπαρ. Ζ.14. της παρ. Ζ του άρθρου πρώτου του Ν.4152/2013, σύμφωνα με την οποία οι διατάξεις του παραμένουν ισχυρές για τις συμβάσεις που υπογράφηκαν κατά τη διάρκεια ισχύος του) από την επομένη έκδοσης των εντολών έως την αντίστοιχη ημεροχρονολογία είσπραξης των αντίστοιχων κεφαλαίων από την εναγομένη, ύψους 1.163,30 € για την απαίτηση της 3ης εντολής και 771,10 € για την απαίτηση που απορρέει από την 4η εντολή πληρωμής και συνολικού ποσού 2.673,89 €, στην είσπραξη του οποίου δεν προέβη η εναγομένη, η οποία δεν αρνείται ειδικά το ύψος αυτό.
Η παράλειψή της, όμως, να προβεί στην είσπραξη των τόκων υπερημερίας των εκχωρηθεισών απαιτήσεων, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα των εκπροσώπων της για τους εξής λόγους: Ο με αριθμ. 3.02 συνομολογημένος όρος των επίμαχων συμβάσεων ενεχύρασης, που είχε υπογραφεί από τον ενεχυράζοντα ανάδοχο και σύμφωνα με τον οποίο "Σε καμία περίπτωση δεν θα είναι δυνατόν να αποδοθεί στην Τράπεζα αμέλεια για τη μη είσπραξη των απαιτήσεων που εκχωρούνται" είναι έγκυρος, μη αντικρουόμενος από τη διάταξη του άρθρου 332 ΑΚ, στο βαθμό που δεν αποκλείεται η ευθύνη της εναγομένης από βαριά αμέλεια ή δόλο.
Στην προκειμένη περίπτωση δεν αποδείχθηκε όχι η εναγομένη δολίως παρέλειψε να εισπράξει τόκους υπερημερίας των ενεχυρασθεισών απαιτήσεων, που απορρέουν από τις προαναφερόμενες εντολές πληρωμής, αποβλέποντας στη διόγκωση των χρεών της πιστούχου ομόρρυθμης εταιρείας προκειμένου να διατηρηθεί το καθεστώς ανατοκισμού σε βάρος της, ούτε ότι οι υπάλληλοι της βαρύνονται με βαριά αμέλεια αθετώντας, κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος, την υποχρέωσή τους για προστασία της περιουσίας της πιστούχου, όπως αβάσιμα διατείνεται ο ενάγων.
Αντίθετα αποδείχθηκε: α) ότι η εναγομένη για να την είσπραξη των τόκων υπερημερίας θα έπρεπε να επιδοθεί σε μακροχρόνιους δικαστικούς αγώνες με ένδικα βοηθήματα ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πατρών, δεδομένης της διοικητικής φύσεως της διαφοράς, ο χαρακτήρας της οποίας δεν μεταβάλλεται στην περίπτωση εκχωρήσεως της απαιτήσεως (βλ.
ΑΕΔ 2/2002, ΣτΕ 1495/2008), β)ποσά που θα έπρεπε να αναζητήσει ως τόκους υπερημερίας, ως επί το πλείστον, είναι μικρότερα από τα ποσά δικαστικής δαπάνης που θα κατέβαλλε η εναγομένη και θα επιβάρυνε εν τέλει τους λογαριασμούς της πιστούχου, γ) η εναγομένη προέβη σε δικαιολογημένη, λόγω της διχογνωμίας της νομολογίας, διαφορετική ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων του π.δ. 166/2003 διατάγματος, της παρ. 10 του άρθρου 5 του ν. 1418/1984 και του άρθρου 53 παρ. 9 του Κώδικα της νομοθεσίας περί κατασκευής δημοσίων έργων, θεωρώντας ότι απαιτείτο έγγραφη όχληση για την έναρξη της τοκοφορίας, κατ' εφαρμογή του άρθρου 53 παρ.9 του Ν.3669/2008 (βλ.
προτάσεις εναγομένης) και καλοπίστως θεωρούσε ότι απαιτείτο ο ανάδοχος να οχλήσει τον κύριο του έργου για τους τόκους, δεδομένου, μάλιστα ότι οι συμβάσεις ενεχύρασης συνήφθησαν μετά την έκδοση των εντολών πληρωμής (βλ. ΣτΕ 4027/2015 ο.π. κατά την οποία δεν απαιτείται όχληση και αντίθετες ΑΠ 271/2016, κατά τις οποίες "σε περίπτωση καθυστέρησης της πληρωμής χωρίς υπαιτιότητα του αναδόχου, οφείλεται αυτοδικαίως ο τόκος υπερημερίας από το χρόνο υποβολής της σχετικής οχλήσεως και με το επιτόκιο που ορίζεται από το άρθρο 4 παρ. 4 π.δ. 166/2003").
Άλλωστε, ο ίδιος ο εκχωρητής, εφόσον, διαπίστωσε ότι η εναγομένη δεν είχε προβεί στην είσπραξη των τόκων, δεν την ενημέρωσε εγγράφως για την διαφύλαξη των δικαιωμάτων του, δεν ζήτησε, όπως είχε δικαίωμα, την επανεκχώρηση των απαιτήσεων, προκειμένου να προβεί αυτός στην άσκηση των αγωγών για τους τόκους υπερημερίας, ενώ είχε διαθέσιμο χρόνο, παρά μόνο και αφού είχαν υποπέσει σε παραγραφή, άσκησε την υπό κρίση αγωγή πολλά χρόνια, μετά από την είσπραξη των ανωτέρω απαιτήσεων από την εναγομένη.
Για όλους τους παραπάνω λόγους δεν βαρύνεται η εναγομένη με δόλο, ή βαριά αμέλεια αναφορικά με την παράλειψή της είσπραξης τόκων υπερημερίας του κεφαλαίου από τις εκχωρούμενες απαιτήσεις, αλλά ούτε και με ελαφρά αμέλεια λόγω του έγκυρου περί του αντιθέτου συνομολογημένου όρου των συμβάσεων ενεχύρασης, οι οποίες, παρά τον αντίθετο ισχυρισμό του ενάγοντος, αποτέλεσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης από αντισυμβαλλόμενο που ήταν έμπειρος περί τούτου.
Ειδικότερα η απαλλακτική ρήτρα δεν τέθηκε στις συμβάσεις χωρίς τη βούληση του ασθενέστερου μέρους, όπως αβάσιμα διατείνεται ο ενάγων, καθώς ο εκχωρητής και η πιστούχος, που σαφώς δεν αποτελούσαν το ασθενέστερο μέρος, ούτε είχαν διαπραγματευτική αδυναμία, ήταν σημαντικοί πελάτες της εναγομένης, όπως προκύπτει από το μέγεθος της πίστωσης που είχε χορηγηθεί, στην τελευταία δε εκχωρούσαν συστηματικά, μεγάλης αξίας απαιτήσεις από δημόσια έργα που αναλάμβαναν, οι συμβάσεις ενεχύρασης που είχαν υπογράψει ήταν αρκετές, έτσι ώστε να είχαν λάβει γνώση του όρου απαλλαγής της εναγομένης και να τον είχαν αποδεχθεί.
Εξάλλου και με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, λόγω της. πολύχρονης και εκτεταμένης επαγγελματικής του δραστηριότητας είχε αποκτήσει ο ενάγων και τις ειδικές νομικές γνώσεις που απαιτούνταν για την σύναψη αφενός συμβάσεων με δημόσιους φορείς για την εκτέλεση έργων και αφετέρου με τρίτους ιδιώτες-τράπεζες για την παροχή πιστώσεων.
Επιπλέον η πιστούχος εταιρεία και ο εκχωρητής κατά το περιοδικό κλείσιμο της πίστωσης αναγνώρισαν ανεπιφύλακτα τις χρεωπιστώσεις του λογαριασμού, όπως προέκυπταν από τα αντίγραφα κίνησής του που τους απέστειλε η εναγομένη και ουδέποτε προέβησαν σε εξώδικη διαμαρτυρία σχετικά με τα ποσά της πίστωσης..." Έτσι που έκρινε το Δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση δεν υπέπεσε στον αποδιδομένη με τον παραπάνω αναιρετικό λόγο (από το άρθρο 560 § 6 Κ.Πολ.Δ.) λόγο πλημμέλεια καθόσον, μετ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων, απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την κατά της αναιρεσιβλήτου εγερθείσα και επ' αυτών (διατάξεων) -θεμελιωθείσα ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος δεχθείσα, με πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία της ελάσσονος προτάσεως του δικανικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου αφενός τη μη συνδρομή στο πρόσωπο των προστηθέντων υπαλλήλων (στους οποίους αποδίδεται η περιγραφόμενη αντισυμβατική και αδικαιοπρακτική συμπεριφορά) υπατιότητας με την μορφή του δόλου ή της βαρείας αμέλειας με την υποστηρίζουσα την παραδοχή αυτή ορθή αιτιολογία: " Στην προκειμένη περίπτωση δεν αποδείχθηκε όχι η εναγομένη δολίως παρέλειψε να εισπράξει τόκους υπερημερίας των ενεχυρασθεισών απαιτήσεων, που απορρέουν από τις προαναφερόμενες εντολές πληρωμής, αποβλέποντας στη διόγκωση των χρεών της πιστούχου ομόρρυθμης εταιρείας προκειμένου να διατηρηθεί το καθεστώς ανατοκισμού σε βάρος της, ούτε ότι οι υπάλληλοι της βαρύνονται με βαριά αμέλεια αθετώντας, κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος, την υποχρέωσή τους για προστασία της περιουσίας της πιστούχου, όπως αβάσιμα διατείνεται ο ενάγων.
Αντίθετα αποδείχθηκε: α) ότι η εναγομένη για να την είσπραξη των τόκων υπερημερίας θα έπρεπε να επιδοθεί σε μακροχρόνιους δικαστικούς αγώνες με ένδικα βοηθήματα ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πατρών, δεδομένης της διοικητικής φύσεως της διαφοράς, ο χαρακτήρας της οποίας δεν μεταβάλλεται στην περίπτωση εκχωρήσεως της απαιτήσεως β)τα ποσά που θα έπρεπε να αναζητήσει ως τόκους υπερημερίας, ως επί το πλείστον, είναι μικρότερα από τα ποσά δικαστικής δαπάνης που θα κατέβαλλε η εναγομένη και θα επιβάρυνε εν τέλει τους λογαριασμούς της πιστούχου, γ) η εναγομένη προέβη σε δικαιολογημένη, λόγω της διχογνωμίας της νομολογίας, διαφορετική ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων του π.δ. 166/2003 διατάγματος, της παρ. 10 του άρθρου 5 του ν. 1418/1984 και του άρθρου 53 παρ. 9 του Κώδικα της νομοθεσίας περί κατασκευής δημοσίων έργων, θεωρώντας ότι απαιτείτο έγγραφη όχληση για την έναρξη της τοκοφορίας, κατ' εφαρμογή του άρθρου 53 παρ.9 του Ν.3669/2008 (βλ.
προτάσεις εναγομένης) και καλοπίστως θεωρούσε ότι απαιτείτο ο ανάδοχος να οχλήσει τον κύριο του έργου για τους τόκους, δεδομένου, μάλιστα ότι οι συμβάσεις ενεχύρασης συνήφθησαν μετά την έκδοση των εντολών πληρωμής. Άλλωστε, ο ίδιος ο εκχωρητής, εφόσον, διαπίστωσε ότι η εναγομένη δεν είχε προβεί στην είσπραξη των τόκων, δεν την ενημέρωσε εγγράφως για την διαφύλαξη των δικαιωμάτων του, δεν ζήτησε, όπως είχε δικαίωμα, την επανεκχώρηση των απαιτήσεων, προκειμένου να προβεί αυτός στην άσκηση των αγωγών για τους τόκους υπερημερίας, ενώ είχε διαθέσιμο χρόνο, παρά μόνο και αφού είχαν υποπέσει σε παραγραφή, άσκησε την υπό κρίση αγωγή πολλά χρόνια, μετά από την είσπραξη των ανωτέρω απαιτήσεων από την εναγομένη.
Για όλους τους παραπάνω λόγους δεν βαρύνεται η εναγομένη με δόλο, ή βαριά αμέλεια αναφορικά με την παράλειψή της είσπραξης τόκων υπερημερίας του κεφαλαίου από τις εκχωρούμενες απαιτήσεις." και αφετέρου την ουσιαστική βασιμότητα της, προς αντίκρουση της ενδίκου αγωγής, προβληθείσης από την αναιρεσίβλητο ενστάσεως απαλλαγής αυτής, δυνάμει συμφωνημένης - με τον αναιρεσείοντα σχετικό (απαλλακτικής) ρήτρας, και για ελαφρά αμέλεια των παραπάνω προστηθέντων υπαλλήλων της με την υποστηρίζουσα των εν λόγω παραδοχή ορθή αιτιολογία ότι "...
ούτε και με..." ελαφρά αμέλεια βαρύνεται η εναγόμενη λόγω του έγκυρου συνομολογούμενου ως άνω όρου των συμβάσεων ενεχύρασης, οι οποίες, παρά τον αντίθετο ισχυρισμό του ενάγοντος, αποτέλεσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης με αντισυμβαλλόμενο που ήταν έμπειρος περί τούτου. Ειδικότερα η απαλλακτική ρήτρα δεν τέθηκε στις συμβάσεις χωρίς τη βούληση του ασθενέστερου μέρους, όπως αβάσιμα διατείνεται ο ενάγων, καθώς ο εκχωρητής και η πιστούχος, που σαφώς δεν αποτελούσαν το ασθενέστερο μέρος, ούτε είχαν διαπραγματευτική αδυναμία, ήταν σημαντικοί πελάτες της εναγομένης, όπως προκύπτει από το μέγεθος της πίστωσης που είχε χορηγηθεί, στην τελευταία δε εκχωρούσαν συστηματικά, μεγάλης αξίας απαιτήσεις από δημόσια έργα που αναλάμβαναν, οι συμβάσεις ενεχύρασης που είχαν υπογράψει ήταν αρκετές, έτσι ώστε να είχαν λάβει γνώση του όρου απαλλαγής της εναγομένης και να τον είχαν αποδεχθεί.
Εξάλλου και με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, λόγω της πολύχρονης και εκτεταμένης επαγγελματικής του δραστηριότητας είχε αποκτήσει ο ενάγων και τις ειδικές νομικές γνώσεις που απαιτούνταν για την σύναψη αφενός συμβάσεων με δημόσιους φορείς για την εκτέλεση έργων και αφετέρου με τρίτους ιδιώτες-τράπεζες για την παροχή πιστώσεων.
Επιπλέον η πιστούχος εταιρεία και ο εκχωρητής κατά το περιοδικό κλείσιμο της πίστωσης αναγνώρισαν ανεπιφύλακτα τις χρεοπιστώσεις του λογαριασμού, όπως προέκυπταν από τα αντίγραφα κίνησής του που τους απέστειλε η εναγομένη και ουδέποτε προέβησαν σε εξώδικη διαμαρτυρία σχετικά με τα ποσά της πίστωσης..." Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η περαιτέρω, δια του ως άνω λόγου προβαλλόμενη από τον αναιρεσείοντα, αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη στερείται αιτιολογίας ως προς την απόρριψη της (αντ)ενστάσεως ακυρότητος της συμφωνημένης ως άνω απαλλακτικής ρήτρας (για ελαφρά αμέλεια) απορρέουσα από το γεγονός ότι η ευθύνη της αναιρεσιβλήτου τράπεζας προέρχεται από την άσκηση επιχειρήσεως για την οποία παρεσχέθηκε σχετική άδεια της αρχής, κατ'άρθ. 332 γ ΑΚ, κρίνεται απορριπτέα ως απαράδεκτη αφού από την επισκόπηση τόσο του αγωγικού δικογράφου όσο και των ενώπιον του Ειρηνοδικείου κατατεθεισών προτάσεων του αναιρεσείοντος δεν προκύπτει - ούτε άλλωστε γίνεται τέτοια επίκληση από τον αναιρεσείοντα - η προβολή του επικαλουμένου προς θεμελίωση της ως άνω αιτιάσεως ισχυρισμού ενώπιων του δικαστηρίου της ουσίας. (άρθρο 562 § 2 Κ.Πολ.Δ.) Υπό τις πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, οι οποίες διακαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα, υπό την έννοια της ορθής υπαγωγής που ανελέγκτως γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου) και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο δεν ευρίσκουν έρεισμα εφαρμογής οι προβαλλόμενες από άρθ. 560 αρ.6 Κ.Πολ.Δ.
αιτιάσεις οι οποίες, για το λόγο αυτό, κρίνονται απορριπτέες ως αβάσιμες.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί, στο σύνολο της η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρ. 495 § 4 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 του 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την (από 13-9-2017 και με αριθ. καταθ. 4/2017) αίτηση αναιρέσεως της 105/2017 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πατρών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Απριλίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ