Legislator Case Law & Legislation
376/2015 AI generated

376/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 376/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

376/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Ο Α. Τ., παππούς των διαδίκων, ήταν κύριος, νομέας και κάτοχος ενός οικοπέδου, εκτάσεως 1116,16 τμ., που βρίσκεται στον οικισμό "Παπαδιανά" του Δ.Δ.

Keywords

AI generated
unlawful entry right of habitation principle of accession building setback violation reception conditions neglect of maintenance obligations
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 376 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 376/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Π. συζ. Φ. Σ., το γένος Α. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Θαλάσση, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Α. Ν. του Δ., κατοίκου ... και 2)Β. Ν. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Καλαβρό.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-11-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 152/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 84/2013 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-6-2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 16-1-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού λόγου της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 785, 787, 795 εδ.α', 799, 1113 ΑΚ, προκύπτει ότι η συγκυριότητα περισσοτέρων εξ αδιαιρέτου κατ1 ιδανικά μέρη σε κοινό ακίνητο, επί της οποίας εφαρμόζονται παράλληλα και οι διατάξεις περί κοινωνίας, ως προς τις σχέσεις των συγκυρίων μεταξύ τους και τη νομική θέση αυτών αποκτάται, εκτός των άλλων, και με χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη), ο χρόνος, όμως, της οποίας δεν αρχίζει, αν ο αντιποιούμενος τη συννομή των άλλων συγκυρίων δεν τους καταστήσει γνωστό ότι στο εξής νέμεται το κοινό ακίνητο αποκλειστικά για τον εαυτό του.

Έτσι, ο συγκοινωνός, όπως είναι και ο εξ αδιαθέτου συγκληρονόμος, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 1045, 787, 974, 980, 981, 982, 994, 1884 ΑΚ, εφόσον κατέχει ολόκληρο το κοινό ακίνητο λογίζεται ότι νέμεται αυτό στο όνομα και των λοιπών συγκληρονόμων, και, επομένως, δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών κτητική ή αποσβεστική παραγραφή λόγω έκτακτης χρησικτησίας, πριν καταστήσει σ' αυτούς γνωστή τη βούλησή του, με οποιοδήποτε τρόπο, να νέμεται ποσοστό μεγαλύτερο από τη μερίδα του ή ολόκληρο το κοινό ακίνητο αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό.

Η αρχή αυτή προϋποθέτει νομίμως υφιστάμενη κοινωνία κληρονομικού δικαιώματος κατά το χρόνο έναρξης της νομής εκ μέρους ενός των συγκοινωνών που προβάλλει την κτητική ή αποσβεστική παραγραφή και δεν εφαρμόζεται (η παραπάνω αρχή), όταν οι κοινωνοί προβαίνουν σε άτυπη (εκούσια, με συμφωνία όλων των συγκυρίων) διανομή του επίκοινου ακινήτου, αφού έκτοτε ο καθένας από αυτούς με γνώση των λοιπών νέμεται αποκλειστικά για τον εαυτό του το περιελθόν σε αυτόν από την άτυπη διανομή, καθώς και όταν κάποιος από τους κοινωνούς εξωτερικεύει τη βούληση του να μην είναι συννομέας του επίκοινου ακίνητου.

Περαιτέρω η προστασία που παρέχεται στο συγκύριο κοινού ακινήτου, όταν η προσβολή των εξουσιών που απορρέουν από το δικαίωμα συγκυριότητάς του επάνω στην ιδανική του μερίδα προέρχεται από άλλο συγκύριο, μπορεί να είναι και εκείνη της αρνητικής αγωγής (άρθρο 1108 ΑΚ), όταν προσβάλλεται το δικαίωμα του "άλλως ή δι' αφαιρέσεως ή κατακρατήσεως του πράγματος" (δηλαδή κυρίως υπερβαίνει το δικαίωμά του για χρήση του κοινού πράγματος), δεδομένου ότι κάθε κοινωνός έχει δικαίωμα να κάνει χρήση του κοινού αντικειμένου, εφόσον δεν εμποδίζει τη σύγχρηση των λοιπών (άρθρο 787 ΑΚ).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αφορά πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Ο Α. Τ., παππούς των διαδίκων, ήταν κύριος, νομέας και κάτοχος ενός οικοπέδου, εκτάσεως 1116,16 τμ., που βρίσκεται στον οικισμό "Παπαδιανά" του Δ.Δ.

Σ.ς του Δήμου Πελεκάνου Νομού Χανίων και συνορεύει γύρωθεν με ιδιοκτησίες Η. Φ., Ι. Κ.,-Μ. Μ., Σ. Κ., με δημοτικό δρόμο και με ιδιοκτησία Ε. Τ., όπως αυτό απεικονίζεται στο από Σεπτέμβριος 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Δ. Κ.. Στο οικόπεδο αυτό υπήρχε η οικία του, ήτοι ένα συγκρότημα δωματίων και λοιπών βοηθητικών χώρων, μεταξύ των οποίων και μια κουζίνα, εμβαδού 28,96 τ.μ.

Στην οικία αυτή κατοικούσε με την οικογένεια του, την σύζυγο του και τα πέντε τέκνα του, Α. (πατέρα της ενάγουσας), Δ. (μητέρα των εναγομένων), Κ., Ε. και Γ., μέχρι το χρόνο του θανάτου το έτος 1944. Η οικία αυτή αποτελείτο από την προαναφερθείσα κουζίνα, ένα διώροφο κτίσμα (αποτελούμενος κάθε όροφος από ένα δωμάτιο) συνεχόμενο της κουζίνας από δυτικά, ένα άλλο δωμάτιο συνεχόμενο του διώροφου κτίσματος από δυτικά, δύο άλλα δωμάτια (συνεχόμενα μεταξύ τους) στο νότιο τμήμα του οικοπέδου και λοιπά βοηθητικά κτίσματα (φούρνος κ.λ.π.), όπως αυτά απεικονίζονται στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα.

Μετά τον θάνατο του Α. Τ. στην οικία αυτή συνέχισαν να κατοικούν οι παραπάνω κληρονόμοι του (σύζυγος και πέντε τέκνα) και όταν εξ αυτών η Δ. (μητέρα των εναγομένων) μετά την γερμανική κατοχή τέλεσε γάμο με τον Δ. Ν., διέμενε με το σύζυγο της και τα τέκνα της που απέκτησε εν τω μεταξύ, τα πρώτα χρόνια του γάμου τους στην ως άνω πατρική οικία της μέχρι το έτος 1957, που ολοκλήρωσαν την κατασκευή της δικής τους οικίας.

Συγκεκριμένα το έτος 1956 οι παραπάνω συγκληρονόμοι της Δ. Τ., της μεταβίβασαν άτυπα (λόγω προίκας) από το ακάλυπτο μέρος του παραπάνω οικοπέδου των 1.116,16 τ. μ. που δεν είχε οικοδομηθεί, ένα αυτοτελές και αυθύπαρκτο τμήμα αυτού, εμβαδού 100 τ.μ. περίπου, εκτεινόμενο ανατολικά της κουζίνας της πατρικής οικίας, προκειμένου να ανεγείρει με τον ιερέα σύζυγο της Δ.

Ν. (πατέρα των εναγομένων) μια οικία για να στεγάσουν την οικογένεια τους. Έτσι οι Δ. και Δ. Ν. (γονείς των εναγομένων) την διετία 1956-1957 ανέγειραν στο παραπάνω τμήμα του μείζονος οικοπέδου μια οικία τριών δωματίων και μια στεγασμένη αυλή (αίθριο) εμβαδού 83,72 τ.μ. περίπου, συνεχόμενη της κουζίνας της πατρικής οικίας και ανατολικά αυτής.

Η στεγασμένη αυλή (αίθριο) κατασκευάσθηκε σε επαφή με τον ανατολικό τοίχο της κουζίνας της πατρικής οικίας, παρεμβάλλεται δηλαδή μεταξύ της κουζίνας της πατρικής οικίας και της οικίας των τριών δωματίων, που ανέγειραν οι γονείς των εναγομένων, έχει εμβαδόν 14,25 τ. μ. και αποτελεί το επίδικο στην ένδικη διαφορά.

Η κατασκευή της σκεπασμένης αυλής με τον παραπάνω τρόπο έγινε προκειμένου οι γονείς των εναγομένων να χρησιμοποιούν τη κουζίνα της πατρικής οικίας, διότι δεν είχαν τότε την οικονομική δυνατότητα να ανεγείρουν και κουζίνα, και για το λόγο αυτό διήνοιξαν τότε στον ανατολικό τοίχο της κουζίνας της πατρικής οικίας μια πόρτα, έτσι ώστε από την στεγασμένη αυλή τους να εισέρχονται κατευθείαν στη κουζίνα της πατρικής οικίας, διαφορετικά θα έπρεπε να εξέρχονται από τη στεγασμένη αυλή και να εισέρχονται στη κουζίνα από την είσοδο, που είχε αυτή στην δυτική πλευρά της.

Η μητέρα των εναγομένων Δ. Τ. από το έτος 1956, που της μετεβιβάσθηκε άτυπα το παραπάνω τμήμα του μείζονος οικοπέδου, κατείχε και νεμόταν αυτό με διάνοια κυρίου μέχρι το έτος 2001, που πέθανε, χωρίς να ενοχληθεί από κανένα. Συγκεκριμένα ανέγειρε μαζί με το σύζυγο της την παραπάνω οικία με τη στεγασμένη αυλή, στην οποία κατοικούσαν, την επισκεύαζαν και την συντηρούσαν, ενώ λίγα χρόνια πριν τον θάνατο της τοποθέτησε, στη μοναδική ελεύθερη πλευρά της στεγασμένης αυλής (νότια) αλουμινοκατασκευή.

Έτσι κατέστη κυρία με έκτακτη χρησικτησία του αυτοτελούς και διακεκριμένου τμήματος του μείζονος οικοπέδου, στο οποίο ανέγειρε την παραπάνω οικία και στεγασμένη αυλή, αφού μετά την άτυπη μεταβίβαση σ' αυτήν τμήματος του μείζονος οικοπέδου, διαμορφώθηκαν δύο ανεξάρτητα μεταξύ τους τμήματα, αυτό στο οποίο υπήρχε η πατρική οικία της Δ.ς Τ.

και αυτό που της παραχωρήθηκε, εμβαδού 100 τ.μ. περίπου στο οποίο ανέγειρε την συζυγική οικία της. Εξάλλου μετά το θάνατο της Δ. Τ., που επισυνέβη στις 15-9-2001, η κυριότητα του ως άνω οικοπέδου, εμβαδού 100 τ.μ. περίπου με την οικία των τριών δωματίων και τη στεγασμένη αυλή περιήλθε στους εναγομένους (τέκνα της) κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει της από 30-7-2001 ιδιόγραφης διαθήκης της, που δημοσιεύθηκε με τα με αρ. 415/2002 πρακτικά συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι την 23-8-1974, οπότε είχε ήδη αποβιώσει και η Β. Τ., σύζυγος του ως άνω Α. Τ., τα τέκνα αυτών, ως κληρονόμοι τους, προέβησαν σε άτυπη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας των γονέων τους, προς τούτο δε συνέταξαν και υπέγραψαν ιδιωτικά έγγραφα ("γιαφτάδες"). Από τα έγγραφα αυτά προκύπτει ότι δημιούργησαν ισάριθμα με τους κληρονόμους μερίδια, κάθε μερίδιο περιελάμβανε διάφορα αγροτικά ακίνητα και συγκεκριμένο τμήμα του οικοπέδου της πατρικής οικίας και στην συνέχεια έγινε κλήρωση των μεριδίων.

Συγκεκριμένα αναφορικά με το οικόπεδο και την υπάρχουσα σ' αυτό πατρική οικία στο πρώτο μερίδιο (που κληρώθηκε στην Κ.) περιλαμβάνεται ο οντάς και το κατόϊ κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, στο μερίδιο που κληρώθηκε στους κληρονόμους Γ., περιλαμβάνεται το βουϊδόσπιτο και ο αγγιναρόκηπος, στο μερίδιο που κληρώθηκε στον Β.

περιλαμβάνεται ο οντάς και το κατόϊ κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, στο μερίδιο που κληρώθηκε στην Ε. περιλαμβάνεται το αλιτριβίδιο, ο μαγατζές συν 1/2 Γρας Λακκούδι (οικόπεδο), στο μερίδιο που κληρώθηκε στον Α. (πατέρα της ενάγουσας) περιλαμβάνεται το μαγειρείο συν 1/2 Γρας Λακκούδι, οικόπεδο και στο μερίδιο που κληρώθηκε στην Π. (μητέρα των εναγομένων) αναγράφεται ότι παραχωρήθηκαν άνευ κληρώσεως τα σπίτια (3 δωμάτια) προς Ανατολάς, άτινα έκτισαν ο Π.

Δ.. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι με την ως άνω άτυπη διανομή διαμορφώθηκαν ανεξάρτητα μεταξύ τους τμήματα του οικοπέδου, έτσι ώστε καθένα από αυτά να αποτελεί αυτοτελή και διακεκριμένη ιδιοκτησία και ότι σε κάθε κληρονόμο περιήλθε κατά κυριότητα συγκεκριμένο τμήμα του οικοπέδου με τα επ' αυτού κτίσματα.

Η ενάγουσα ισχυρίσθηκε με την αγωγή της ότι η ως άνω άτυπη διανομή αφορούσε μόνο τον τρόπο χρήσεως των συγκεκριμένων τμημάτων, παραμένοντας όλοι οι συγκληρονόμοι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου στο μείζον οικόπεδο, ότι στην μητέρα των εναγομένων περιήλθε η χρήση των τριών συνεχόμενων δωματίων, τα οποία εκτίστηκαν το έτος 1975 και ότι οι εναγόμενοι, οι οποίοι τοποθέτησαν κλειδαριά στην πόρτα, που βρίσκεται στην ανατολική πλευρά της κουζίνας, από την οποία εισερχόταν στην κουζίνα (της οποίας έχει τη χρήση) διαμέσου της στεγασμένης αυλής, προσβάλλουν με αυτό τον τρόπο τη συγκυριότητά της στο κοινό οικόπεδο και κουζίνα.

Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι αποδείχθηκε ότι στη μητέρα των εναγομένων παραχωρήθηκε το ως άνω αυτοτελές και διακεκριμένο τμήμα του οικοπέδου το έτος 1956 κατά κυριότητα και όχι κατά χρήση, το οποίο από τότε κατείχε και νεμόταν διάνοια κυρίου και για το λόγο αυτό στα ως άνω ιδιωτικά έγγραφα αναγράφεται ότι της παρεχωρήθησαν άνευ κληρώσεως τα σπίτια (3 δωμάτια) προς ανατολάς, άτινα έκτισε ο Π.

Δ.. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται από την από 30-7-2001 ιδιόγραφη διαθήκη της μητέρας των εναγομένων Δ., στην οποία αναφέρει ότι το σπίτι στο χωριό Σ. μαζί με το οικόπεδο του το αφήνει από μισό σε καθένα από τους εναγόμενους, καθώς και από το με αρ. .../8-10-1990 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Παγώνας Ζερβουδάκη, με το οποίο οι κληρονόμοι του Ε..

Τ. πώλησαν στην δεύτερη εναγόμενη, το ακίνητο που είχε λάβει ο Ε. Τ. κατά την άτυπη διανομή το έτος 1974 και στο οποίο συμβόλαιο αναφέρεται ότι οι πωλητές έχουν στην πλήρη και αποκλειστική κυριότητά τους μια παλαιά λιθόκτικτη διώροφη οικία με τους εξωτερικούς βοηθητικούς χώρους εμβαδού της οικίας 35 τ.μ. ανά όροφο.

Σύμφωνα με τα ως άνω αποδειχθέντα η ενάγουσα, ως κληρονόμος δυνάμει της δημοσιευθείσας με τα με αρ. 197/1993 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων διαθήκης του πατέρα της Α. Τ., που πέθανε το έτος 1993 είναι αποκλειστικά κυρία της ως άνω κουζίνας, οι δε εναγόμενοι είναι αποκλειστικοί κύριοι των τριών συνεχόμενων δωματίων με τη στεγασμένη αυλή, δηλαδή είναι κύριοι αυτοτελών και διακεκριμένων τμημάτων του μείζονος οικοπέδου και όχι συγκύριοι εξ αδιαιρέτου του μείζονος οικοπέδου, έχοντας απλώς ο καθένας τους τη χρήση συγκεκριμένου κτίσματος".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι ο παππούς διαδίκων Α. Τ. ήταν κύριος, νομέας και κάτοχος ενός οικοπέδου 1116, 16 τμ., εντός του οποίου υπήρχε η οικία του που αποτελούνταν από ένα συγκρότημα δωματίων και λοιπών βοηθητικών χώρων, μεταξύ των οποίων και μια κουζίνα 28,96 τμ. Ότι στην οικία αυτή κατοικούσε ο ίδιος με τη σύζυγο του Β.

και τα πέντε τέκνα τους Α. (πατέρα της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας), Δ. (μητέρα των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων), Κ., Ε. και Γ.. Ότι μετά το θάνατο του Α. Τ., κατά το έτος 1944, εξακολουθούσαν να κατοικούν στην πιο πάνω οικία ως κληρονόμοι του οι προαναφερθέντες συγγενείς του, οι οποίοι κατά το έτος 1956 μεταβίβασαν άτυπα στη Δ.

Τ. (λόγω προίκας) αυτοτελές τμήμα, εμβαδού 100 τμ., από τον ακάλυπτο χώρο του όλου οικοπέδου, εκτεινόμενο ανατολικά της πατρικής οικίας. Ότι στο εν λόγω εδαφικό τμήμα η Δ. Τ. και ο σύζυγος της Δ. Ν. (γονείς των αναιρεσιβλήτων) κατά τη διετία 1956-1957 έκτισαν μια οικία τριών δωματίων 83,72 τμ περίπου, και μια στεγασμένη αυλή 14,25 τμ. (επίδικη), σε επαφή με τον ανατολικό τοίχο της κουζίνας της πατρικής οικίας, προκειμένου να τη χρησιμοποιούν, διότι δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να κτίσουν δική τους κουζίνα.

Ότι για το λόγο αυτό άνοιξαν μια πόρτα στον ανατολικό τοίχο της κουζίνας της πατρικής οικίας, ώστε να εισέρχονται κατευθείαν σε αυτή από τη στεγαζόμενη αυλή της οικίας τους. Ότι από την άτυπη μεταβίβαση σε αυτή, κατά το έτος 1956, του αυτοτελούς τμήματος των 100 τμ. η μητέρα των αναιρεσιβλήτων κατείχε και νεμόταν αυτό με διάνοια κυρίου μέχρι το έτος 2001 που πέθανε, χωρίς να ενοχληθεί από κανένα-Ότι, συγκεκριμένα, έκτισε με το σύζυγο της την πιο πάνω οικία με τη στεγασμένη αυλή, την επισκεύαζαν και τη συντηρούσαν, ενώ λίγα χρόνια πριν το θάνατο της τοποθέτησε αλουμινοκατασκευή στη νότια πλευρά της επίδικης αυλής.

Ότι έτσι κατέστη κυρία με έκτακτη χρησικτησία του διακεκριμένου τμήματος του μείζονος οικοπέδου μετά της επ' αυτού οικίας των 3 δωματίων και της στεγασμένης αυλής, τα οποία μετά το θάνατο της περιήλθαν κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στα δύο τέκνα της (αναιρεσιβλήτους), ως εκ διαθήκης κληρονόμους της και ότι οι τελευταίοι είναι αποκλειστικοί κύριοι των διακεκριμένων αυτών τμημάτων και όχι συγκύριοι εξ αδιαιρέτου του μείζονος οικοπέδου, έχοντας απλώς τη χρήση συγκεκριμένου κτίσματος.

Ότι με την άτυπη διανομή που έλαβε χώρα κατά το έτος 1974 μεταξύ των κληρονόμων (τέκνων) του Α. και της Β. Τ., μετά το θάνατο τους, περιήλθαν κατά κυριότητα σε καθένα από αυτούς (κληρονόμους) διακεκριμένα ακίνητα της κληρονομιαίας περιουσίας, στα οποία περιλαμβάνονται και συγκεκριμένα τμήματα του προαναφερθέντος μείζονος οικοπέδου μετά των επ' αυτών κτισμάτων.

Ότι κατόπιν κληρώσεως, η αποκλειστική κυριότητα της κουζίνας της πατρικής οικίας περιήλθε, μεταξύ άλλων, στον πατέρα της αναιρεσείουσας Α. Τ., στην κληρονομιά του οποίου υπεισήλθε μετά το θάνατο του το έτος 1993 η αναιρεσείουσα, ως εκ διαθήκης κληρονόμος του, ενώ η αποκλειστική κυριότητα του διακεκριμένου αυτοτελούς τμήματος του μείζονος οικοπέδου (εμβαδού 100 τμ.) μετά των επ' αυτού κτισμάτων (οικίας και στεγασμένης αυλής), τα οποία ήδη κατείχε και νεμόταν με διάνοια κυρίου από το έτος 1956 η μητέρα των αναιρεσιβλήτων Δ.

Τ., παραχωρήθηκε, χωρίς κλήρωση, στην τελευταία. Κατόπιν αυτών, το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αρνητική αγωγή κυριότητας της αναιρεσείουσας, με την οποία ζητούσε, μεταξύ άλλων, να αναγνωριστεί ότι είναι συγκύρια, κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου του μείζονος οικοπέδου των 1116,16 τμ., επί του οποίου βρίσκεται η κουζίνα και η στεγασμένη αυλή και να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι να αφαιρέσουν την κλειδαριά που τοποθέτησαν στην πόρτα που υπάρχει στην ανατολική πλευρά της πιο πάνω κουζίνας, αφού δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων ως κατ' ουσία βάσιμη, και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντίθετα.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της μη απόκτησης δικαιώματος συγκυριότητας της αναιρεσείουσας κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου επί του μείζονος οικοπέδου των 1116,16 τμ., μετά της επ' αυτού στεγασμένης αυλής της οικίας των αναιρεσιβλήτων εμβαδού 14,25 τμ.

και της κουζίνας της πατρικής οικίας, εμβαδού 28,96 τμ. καθώς και της απόκτησης αποκλειστικής κυριότητας των αναιρεσιβλήτων επί διακεκριμένου τμήματος του πιο πάνω μείζονος ακινήτου, εμβαδού 100 τμ., μετά της επ' αυτού οικίας και της στεγασμένης αυλής με έκτακτη χρησικτησία. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, αναφορικά με τον τρόπο κτήσης κυριότητας των αναιρεσιβλήτων επί της επίδικης στεγασμένης αυλής, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26/6/2013 αίτηση της Π. Σ. για αναίρεση της 84/2013 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ