376/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπό τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Legislator headnote
AI generated376/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Full text
Απόφαση 376 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 376/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Ελληνικός Γεωργικός Οργανισμός - ΔΗΜΗΤΡΑ" (ΕΛΓΟ - ΔΗΜΗΤΡΑ), ως καθολικού διαδόχου του (αρχικού διαδίκου) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Εθνικό Ίδρυμα Αγροτικής Έρευνας (ΕΘΙΑΓΕ)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Σφουντούρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου - καθού η κλήση: Ι. Χ. Π., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε προσηκόντως, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-2-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 482/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5725/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 26-2-2008 αίτησή του, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τις 16-12-2008, οπότε αναβλήθηκε για την δικάσιμο της 17-11-2009, κατά την οποία ματαιώθηκε. Την υπόθεση επανέφερε με κλήση του ο αναιρεσίβλητος για συζήτηση στις 11-1-2011, οπότε και πάλι ματαιώθηκε. Η υπόθεση επανήλθε για συζήτηση με νέα κλήση του αναιρεσιβλήτου για την δικάσιμο της 1-11-2011, κατά την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 16-10-2012.
Εκδόθηκε η 1638/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για νέα συζήτηση με την από 6-2-2013 κλήση του αναιρεσείοντος.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Αυγουλέας διάβασε την από 5-12-2008 έκθεση της Αρεοπαγίτου Βαρβάρας Κριτσωτάκη, η οποία έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι δύο πρώτοι λόγοι αναιρέσεως και να απορριφθεί ο τρίτος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι συζήτηση για την κρινόμενη αίτηση ορίσθηκε η 1-11-2011, κατά την οποία αναβλήθηκε για τις 16-10-2012. Η συζήτηση αυτή όμως κηρύχθηκε απαράδεκτη, με την υπ' αρ. 1638/2012 απόφαση του δικαστηρίου τούτου.
Ήδη, με την από 6-2-2013 κλήση του αναιρεσείοντα, εισάγεται εκ νέου για συζήτηση η κρινόμενη αίτηση. Κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης απόφασης δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο, ο αναιρεσείων παραστάθηκε με την από το άρθρο 242 ΚΠολΔ δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου του, ενώ ο αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση κατά την πιο πάνω διάταξη.
Όπως, όμως προκύπτει, από την υπ' αρ. …/24-4-2013 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών …, που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, ακριβές αντίγραφο της από 6-2-2013 κλήσης του τελευταίου με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου, για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης συνεδρίαση επιδόθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο.
Επομένως, εφόσον ο τελευταίος δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του.
2. Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, που απορρέει από το άρθρο 288 ΑΚ και στηρίζεται στα άρθρα 22 παρ. 1 του Συντάγματος και 119 της Συνθήκης της ΕΟΚ, επιβάλλει στον εργοδότη, όταν προβαίνει σε οικειοθελή παροχή σε ορισμένους εργαζόμενους, να μη εξαιρεί άλλους μισθωτούς του, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία, έχουν τα ίδια τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και παρέχουν κάτω από τις ίδιες εργασιακές συνθήκες τις ίδιες υπηρεσίες, εκτός αν η εξαίρεση είναι, κατά την καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη των συναλλακτικών ηθών, δίκαιη και εύλογη.
Βασική προϋπόθεση για την εφαρμογή της ανωτέρω αρχής είναι η παροχή του εργοδότη να είναι εκούσια ή οικειοθελής, δηλαδή να χορηγείται από δική του πρωτοβουλία και χωρίς να υπάρχει σχετική υποχρέωση. Αν ο εργοδότης έχει υποχρέωση από διάταξη νόμου ή από όρο ΣΣΕ ή ΔΑ ή από δικαστική απόφαση να χορηγήσει κάποια παροχή σε ορισμένους μισθωτούς, δεν πρόκειται για οικειοθελή παροχή και η εξαίρεση από αυτή άλλων μισθωτών που τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας.
Στις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, στις οποίες υπάρχει κανονισμός ή οργανισμός προσωπικού με ισχύ νόμου, η παράλειψη προαγωγής εργαζομένου από τα αρμόδια όργανα του εργοδότη ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια με βάση την διάταξη του άρθ. 281 ΑΚ για κατάχρηση δικαιώματος, η οποία υφίσταται, όταν κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης, παραλείφθηκε η προαγωγή εργαζομένου που υπερείχε καταφανώς κατά τα προβλεπόμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι άλλου συναδέλφου του, του οποίου καταχρηστικά προκρίθηκε η προαγωγή.
Στις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, όμως, όπου υπάρχει κανονισμός ή οργανισμός προσωπικού με συμβατική ισχύ, η παράλειψη προαγωγής εργαζομένου ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια με βάση τις διατάξεις των άρθ. 201 και 207 ΑΚ, στις περιπτώσεις δηλ. αυτές η προαγωγή τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της συνδρομής των προς προαγωγή όρων και δη της συνδρομής στο πρόσωπο του εργαζομένου των συμβατικά προβλεπομένων στον κανονισμό ή οργανισμό προϋποθέσεων και προσόντων προς προαγωγή.
Αν, επομένως, ο εργοδότης ή τα όργανά του, που ορίζονται στον κανονισμό ή οργανισμό, παρέλειψαν, αντίθετα προς την καλή πίστη, να προαγάγουν ορισμένο εργαζόμενο, μολονότι αυτός συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις και τ' αναγκαία τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, η αίρεση λογίζεται ότι έχει πληρωθεί, είναι δε αντίθετη προς την καλή πίστη η παράλειψη προαγωγής ορισμένου υποψηφίου, αν αυτός υπερείχε καταφανώς έναντι έστω και ενός προκριθέντος συναδέλφου του.
Απ' αυτά καθίσταται φανερό ότι, είτε εφαρμοσθεί το άρθρο 281 ΑΚ (επί κανονισμού ή οργανισμού προσωπικού με ισχύ νόμου) είτε το άρθ. 207 ΑΚ (επί κανονισμού ή οργανισμού με συμβατική ισχύ ή όταν η προαγωγή προβλέπεται από την σύμβαση), ο έλεγχος της παράλειψης προαγωγής γίνεται με το ίδιο νομικό κριτήριο της αντίθεσης ή μη αυτής προς τις αρχές της καλής πίστης και ειδικότερα με το κριτήριο της καταφανούς ή όχι υπεροχής του παραλειφθέντος, ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα, έναντι προαχθέντος συναδέλφου του (Ολ.ΑΠ 32/ 2002).
Περαιτέρω, με το άρθρο 3 Ν. 1845/1989, συστήθηκε το Εθνικό Ίδρυμα Αγροτικής Έρευνας (ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε), στη θέση του οποίου, μετά την κατάργησή του, με το άρθρο 66 παρ. 1 του Ν. 4002/2011, υπεισήλθε το ΝΠΙΔ, με την επωνυμία "Ελληνικός Γεωργικός Οργανισμός - ΔΗΜΗΤΡΑ" (ΕΛΓΟ - ΔΗΜΗΤΡΑ), το οποίο με σχετική δήλωσή του, συνεχίζει τη δίκη.
Με το άρθρο 16 του ως άνω νόμου (1845/1989), προβλέπεται η διαδικασία διορισμού ή πρόσληψης και προαγωγής του ερευνητικού προσωπικού του εν λόγω ιδρύματος, με τις εκεί οριζόμενες διαδικασίες και προϋποθέσεις. Κατά συνέπεια, στο αναιρεσείον ίδρυμα υπήρχε κανονισμός με την ισχύ νόμου και σύμφωνα με όσα αναφέρονται πιο πάνω, η παράλειψη προαγωγής των υπηρετούντων σ' αυτό, ελέγχεται με βάση τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Εξάλλου, ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η οποία θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο που προβλέπεται από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, συντελείται, όταν το δικαστήριο εφαρμόζει τέτοιον κανόνα, μολονότι κατά τις παραδοχές της σχετικής απόφασής του δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, όταν αυτό δεν εφαρμόζει τέτοιον κανόνα, αν και σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασής του υπήρχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, επί αγωγής του αναιρεσίβλητου κατά του αναιρεσείοντος, με αντικείμενο αξιώσεις του από παράνομη παράλειψή του προαγωγής του σε τακτικό ερευνητή α' βαθμίδας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει δέχτηκε ότι ο αναιρεσίβλητος στις 6-4-1978 προσλήφθηκε ως δασολόγος στο Υπουργείο Γεωργίας και τοποθετήθηκε στη Διεύθυνση Δασών Ηρακλείου Κρήτης.
Τον Οκτώβριο του έτους 1981 μετατέθηκε στη Διεύθυνση Δασών, Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου και τοποθετήθηκε Προϊστάμενος του Τμήματος Δασικών Βιομηχανικών προϊόντων. Το έτος 1992 ύστερα από αίτησή του, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 11 του ν. 1845/1989 και την υπ' αρ. 322193/19-3-1993 πράξη του Υπουργού Γεωργίας εντάχθηκε στο ερευνητικό προσωπικό του αναιρεσείοντος, ως ερευνητής και τοποθετήθηκε στο Ινστιτούτο Μεσογειακών Δασικών Οικοσυστημάτων και Τεχνολογίας Δασικών προϊόντων.
Από τις αρχές του 1999 ανέλαβε ως προϊστάμενος το τμήμα Δασικής Έρευνας στην Κεντρική Υπηρεσία του εναγομένου με αρμοδιότητα την παρακολούθηση και το συντονισμό των εκτελουμένων ερευνητικών κέντρων από τα δύο εξειδικευμένα ινστιτούτα Δασικής Έρευνας, στα οποία υπηρετούν περισσότεροι από 50 ερευνητές.
Το ερευνητικό του έργο επέκτεινε ο αναιρεσίβλητος και στο Εξωτερικό συμμετέχοντας ως εθνικός εκπρόσωπος σε Διεθνείς Οργανισμούς. Στις 25-6-2001, έχοντας συμπληρώσει την απαιτούμενη τετραετία στη βαθμίδα β' υπέβαλε στο αναιρεσείον αίτηση με την οποία ζητούσε να προαχθεί στη βαθμίδα α', ισχυριζόμενος ότι διέθετε τόσο τα τυπικά όσο και τα ουσιαστικά προς τούτο προσόντα.
Συγκεκριμένα ο αναιρεσίβλητος πέραν των αναφερομένων προσόντων είναι διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Aberden Scotland και ομιλεί άριστα την Αγγλική και μέτρια τη Γαλλική και Γερμανική γλώσσα, έχει δε αναγνωριστεί διεθνώς για τη συμβολή του σε επιστημονικούς τομείς της ειδικότητάς του, μέσα από αρκετές αναφορές σε επιστημονικά περιοδικά.
Έχει να επιδείξει πλούσιο συγγραφικό έργο σε μονογραφίες και δημοσιεύσεις σε περιοδικά αναγνωρισμένου κύρους διεθνώς, πολλές συνθετικές εργασίες, μελέτες και επεξεργασία προτύπων του ΕΛΟΤ. Έτσι οι παραπάνω Επιτροπές γνωμοδότησαν ομόφωνα θετικά υπέρ της προαγωγής του αναιρεσιβλήτου στη βαθμίδα α'.
Το Επιστημονικό Συμβούλιο του αναιρεσείοντος, αποφάσισε κατά τη συνεδρίαση της 12-12-2003 με πλειοψηφία πέντε μελών (επί επτά παρόντων) και πρότεινε στο Διοικητικό Συμβούλιο τη μη προαγωγή του αναιρεσιβλήτου στη βαθμίδα α' για το λόγο ότι: α) δεν έχει σε ικανοποιητικό βαθμό, έργο δημοσιευμένο σε περιοδικά διεθνώς αναγνωρισμένου κύρους και β) το έργο του δεν έχει αναγνώριση από άλλους ερευνητές σε διεθνές επίπεδο.
Το Διοικητικό Συμβούλιο του αναιρεσείοντος, αποδέχτηκε την εν λόγω γνωμοδότηση του Επιστημονικού Συμβουλίου και με την υπ' αρ. 1/8-1-2004 απόφασή του έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος έπρεπε να παραμείνει στην ίδια βαθμίδα. Αντίθετα, κατά την ίδια συνεδρίασή του έκρινε προακτέους τον Φ. Ξ. και την Ο. Κ., οι οποίοι υπηρετούν στο Ινστιτούτο Βάμβακος και Βιομηχανίας Φυτών και είναι κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος, υστερούν όμως του αναιρεσιβλήτου τόσο στην ικανότητα να οργανώνουν ερευνητικά προγράμματα όσο και να συντονίζουν και να κατευθύνουν την έρευνα στα επί μέρους έργα του ερευνητικού προγράμματος.
Στη συνέχεια, αφού παρατίθενται αναλυτικά τα προσόντα του αναιρεσιβλήτου και των ως άνω συγκρινόμενων το Εφετείο καταλήγει, με αναφορά στις διατάξεις του άρθρου 22 του Συντάγματος και 119 εδ. α' της ιδρυτικής Συνθήκης της Ε.Ο.Κ., ότι ο αναιρεσίβλητος υπερέχει σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι των ως άνω προαχθέντων συναδέλφων του και ως εκ τούτου η απόφαση του αναιρεσείοντος για την προαγωγή των τελευταίων και την μη προαγωγή του αναιρεσιβλήτου στην ίδια συνεδρίαση συνιστά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως των εργαζομένων που ασχολούνται στο αναιρεσείον κάτω από παρόμοιες συνθήκες, εφόσον όλοι είναι επιστήμονες με ισότιμο έργο, έχουν ανάλογα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα με υπεροχή, όπως προαναφέρθηκε του αναιρεσιβλήτου, όπως εξάλλου δέχτηκαν τόσο η πρωτοβάθμια όσο και η δευτεροβάθμια, επιτροπές αξιολόγησής του.
Συνδρομή επαρκούς αντικειμενικού λόγου που να δικαιολογεί τη μη προαγωγή του αναιρεσιβλήτου στην α' βαθμίδα δεν προέκυψε γι' αυτό το αναιρεσείον έπρεπε να προαγάγει αυτόν στη στην εν λόγω βαθμίδα ασύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 12 του ν. 1845/1989. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του αναιρεσίβλητου με την αυτή αιτιολογία.
Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, παραβίασε ευθέως τις προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου τις οποίες εφάρμοσε, μολονότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Αντιθέτως, εφαρμογή είχαν οι διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, για τη συνδρομή ή μη των όρων των οποίων, ουδέν διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως κατά το συναφές πρώτο σκέλος του είναι βάσιμος. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών αιτιάσεων, που περιέχονται στην κρινόμενη αίτηση. Τέλος, η δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος του ηττώμενου αναιρεσίβλητου (176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την από 26-2-2008 αίτηση αναιρέσεως.
Αναιρεί την υπ' αρ. 5725/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει, προς εκδίκαση την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2014. Και Δημοσιεύτηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ