376/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated376/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 1/1999). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 138 παρ.1 ΑΚ "Δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονικά) είναι άκυρη".
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 376 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ).
Αριθμός 376/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αλέξανδρο Στρίμπερη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΜΙΚΟΥΘΕΡΜ Ανώνυμος Βιοτεχνία και Εμπορική Εταιρεία Προϊόντων Εξοικονομήσεως Ενέργειας", και υπό τον διακριτικό τίτλο "ΜΙΚΟΥΘΕΡΜ ΑΒΕΕ" που εδρεύει στον Δήμο …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από κανένα πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-3-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2948/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 5131/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-7-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου, ανέγνωσε την από 3-2-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Παραβιάζεται δε ο κανόνας δικαίου αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005, 36/1988).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Λόγος αναιρέσεως για ανεπαρκή αιτιολογία ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της (Ολομ.
ΑΠ 1/1999). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 138 παρ.1 ΑΚ "Δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονικά) είναι άκυρη".
Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι η απευθυντέα δήλωση βούλησης είναι εικονική, όταν ο δηλών και ο αποδέκτης είναι σύμφωνοι να μην ισχύσει σοβαρά αυτή ή να ισχύσει κατ` ουσίαν μεταξύ των ετέρα σύμβαση, καλυπτόμενη υπό αυτήν. Η εικονικότητα δεν εμποδίζεται και όταν η δήλωση βούλησης έγινε ενώπιον συμβολαιογράφου, αφού αυτός είναι εντεταλμένος απλώς να πιστοποιεί την δήλωση των δικαιοπρακτούντων, όπως αυτή εμφανίζεται εξωτερικά και όχι να συμπράττει με τη βούληση του στην δικαιοπραξία.
Στην περίπτωση δε εικονικότητας μιας σύμβασης, ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και συμφωνία όλων των, κατά τον χρόνο της κατάρτισης της, συμβληθέντων, ότι η συναφθείσα σύμβαση είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες. Για την εικονικότητα δηλαδή της δικαιοπραξίας αρκεί το γεγονός ότι η δηλωθείσα βούληση των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα, που συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των έννομων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίζεται.
Ως εκ τούτου, δεν είναι ανάγκη να προκύπτει και ο σκοπός για τον οποίο έγινε η ελαττωματική αυτή δήλωση, εκτός αν υποκρύπτει άλλη δικαιοπραξία και μόνο για την έρευνα του κύρους ή μη αυτής σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του ιδίου άρθρου (Α.Π. 1247/ 2003). Η πώληση επομένως ακινήτου, η οποία έγινε χωρίς τον σκοπό της μεταβίβασης της κυριότητος για την αιτία αυτή, είναι άκυρη και δεν παράγει έννομο αποτέλεσμα, γιατί λείπει σοβαρή συναλλακτική πρόθεση (Α.Π. 483/2005, 713/2006, 964/2010).
Τέλος,κατά το άρθρο 18 του ν. 2190/1929 η ανώνυμη εταιρεία εκπροσωπείται δικαστικώς και εξωδίκως από το διοικητικό συμβούλιο, το δε καταστατικό μπορεί να ορίσει ότι ένα ή και περισσότερα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα μπορούν να εκπροσωπούν την εταιρεία γενικά ή κατά την επιχείρηση ορισμένου είδους πράξεων.
Από την ανωτέρω όμως διάταξη, η οποία ορίζει τα όργανα διοικήσεως του νομικού αυτού προσώπου (ΑΚ 65), δεν αποκλείεται η εφαρμογή των γενικών διατάξεων των άρθρων 211 επ. του ΑΚ, ή εκείνων των άρθρων 713 επ. του ίδιου κώδικα και, επομένως, το διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρίας μπορεί να προβεί, σε κάθε περίπτωση, κατά τους όρους των ως άνω διατάξεων του Αστικού Κώδικα στον διορισμό πληρεξουσίου (αμέσου αντιπροσώπου) ή εντολοδόχου για ορισμένη ή ορισμένες υποθέσεις της εταιρίας.
Ο κατ` αυτόν τον τρόπο διοριζόμενος τρίτος, όταν επιχειρεί δικαιοπραξίες στο όνομα της ανώνυμης εταιρίας, ενεργεί όχι ως όργανο αλλά ως άμεσος, κατά την έννοια του άρθρου 211 ΑΚ, αντιπρόσωπος του νομικού προσώπου της (ΑΠ 1685/2000). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα (σημ: εδώ αναιρεσίβλητη)..
από της κατά το έτος 1985 συστάσεως της, εγκαταστάθηκε σε κτιριακές εγκαταστάσεις... στη θέση …, το οποίο συνεχίζει να χρησιμοποιεί, έχοντας μισθώσει αυτό αρχικά από την "ΕΥΡΩΘΕΡΜ ΑΕΒΕ" ...και από το έτος 1994 από την "ΕΘΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΑΕ" στην οποία κατά κυριότητα περιήλθε. Ήδη από τις 28-9-1997 η ενάγουσα.. είχε εκφράσει εγγράφως στην..
εκμισθώτρια την επιθυμία της να αγοράσει το εν λόγω ακίνητο, το οποίο, λόγω της μακροχρόνιας χρήσης του και της προσαρμογής σ' αυτό των μηχανολογικών της εγκαταστάσεων, είχε ταυτιστεί με τη λειτουργία της... Στις αρχές του έτους 1998.. η "ΕΘΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΑΕ" δημοσίευσε στον τύπο ανακοίνωση για την πώληση...
μεταξύ των οποίων και το μισθωμένο από την ενάγουσα εν λόγω ακινήτο. Μετά απ' αυτό η τελευταία εξεδήλωσε ενδιαφέρον για την αγορά του, συμμετείχε στον.. πλειοδοτικό διαγωνισμό, καταβάλλοντας το ποσό των 6.500.000 δραχμών ως προκαταβολή για τη συμμετοχή και όντως η "ΕΘΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΑΕ" ενέκρινε την πώληση του σ' αυτήν..
Τη σχετική δήλωση προσφοράς για τη συμμετοχή της ενάγουσας στο διαγωνισμό... υπέγραψε και υπέβαλε για λογαριασμό της ως νόμιμος εκπρόσωπος της ο πατέρας του εναγομένου.. τότε Πρόεδρος του ΔΣ αυτής. Στις 13-2-1998 η πωλήτρια εταιρεία ενημέρωσε την ενάγουσα περί της εγκρίσεως της πωλήσεως του εν λόγω ακινήτου σ' αυτήν....Την εποχή εκείνη (11-4-1998) η ενάγουσα αντιμετώπιζε προβλήματα (ληξιπρόθεσμες οφειλές....) και προκειμένου να αποφευχθεί η επιβάρυνση του..
ακινήτου με εμπράγματα βάρη από τους πιστωτές της, οι πατέρες των (σημ: αρχικά) εναγομένων Γ. Μ. και Μ. Κ., κατέχοντες ποσοστό 95% του μετοχικού της κεφαλαίου, αποφάσισαν ότι θα ήταν προς το συμφέρον αυτής να πωληθεί το ακίνητο εικονικά στους εναγομένους, οι οποίοι ως τέκνα τους, θεωρήθηκαν πρόσωπα απολύτου εμπιστοσύνης.
Οι νόμιμοι εκπρόσωποι της ενάγουσας, γνωστοποίησαν στους εναγομένους την απόφαση αυτή και αυτοί συμφώνησαν να εμφανιστούν στο σχετικό συμβόλαιο εικονικά ως αγοραστές, ενώ η πραγματική αγοράστρια θα ήταν η ενάγουσα, η οποία και θα κατέβαλε το ύψους 65.000.000 δρχ τίμημα της πωλήσεως και προς την οποία αυτοί θα αναμεταβίβαζαν μελλοντικά το ακίνητο.
Κατόπιν αυτών το Δ.Σ της ενάγουσας στις 15-5-1998 αποφάσισε να μεταβιβάσει στους εναγόμενους το δικαίωμα αγοράς του εν λόγω ακινήτου κατά ποσοστό 50% σε καθένα, κοινοποίησε δε το σχετικό πρακτικό στην.. πωλήτρια εταιρεία με τη παράκληση όπως η μεταβίβαση του ακινήτου γίνει προς αυτούς.. Την ίδια ημέρα που το ΔΣ αυτής έλαβε την παραπάνω απόφαση (15-5-1998), η ενάγουσα κατάβαλε στην πωλήτρια το ποσό των 442.970 δραχμών, από το οποίο ποσό 430.068 δρχ..
αφορούσε τόκους υπερημερίας, λόγω της καθυστέρησης υπογραφής του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου.. Στη δε απόδειξη που συνετάγη με ημερομηνία 9-7-1998 και υπογράφεται τόσο από την ενάγουσα όσο και από την πωλήτρια εταιρεία, μνημονεύονται ρητώς τα πρακτικά συνεδρίασης του ΔΣ της ενάγουσας της 15-5-1998 και αναφέρεται ότι η πωλήτρια έλαβε το σχετικό ποσό από την ενάγουσα για λογαριασμό των εναγομένων και όχι από τους ίδιους, αν και οι εναγόμενοι την ίδια ακριβώς ημέρα ..
είχαν συμβληθεί ως αγοραστές... στο σχετικό …/9-7-1998 συμβόλαιο....Η ενάγουσα επίσης στις 15-5-1998 είχε καταβάλει στην πωλήτρια το ποσό των 20.000.000 δρχ με κατάθεση στην ΕΤΕ ΑΕ, στη δε σχετική απόδειξη ανεγράφη ότι η κατάθεση έγινε από τη ΜΙΚΟΥΘΕΡΜ ΑΒΕΕ για προκαταβολή για την αγορά ακινήτου πρώην "ΕΥΡΩΘΕΡΜ".. Η ενάγουσα κατάβαλε και στην αρμόδια Δ.Ο.Υ … τον αναλογούντα φόρο για την ένδικη μεταβίβαση καθώς και το ποσό των 420.000 δραχμών ως αμοιβή του δικηγόρου που θα παρίστατο κατά την υπογραφή του σχετικού συμβολαίου...Στο..
ως άνω συμβόλαιο αναφέρεται ότι η "ΕΘΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΑΕ" πωλεί το ακίνητο στους εναγομένους... "αντί του μεταξύ τους συμφωνηθέντος τιμήματος.. των δρχ 65.000.000 από τις οποίες α) δραχμές 6.500.000 κατέβαλαν οι αγοραστές... ως εγγύηση στις 10-2-1998... β) δραχμές 19.500.000 κατέβαλαν οι αγοραστές ... στις 15-5-1998... και γ) τις υπόλοιπες δραχμές 30.000.000 δέχεται η πωλήτρια...
και οι αγοραστές υπόσχονται και υποχρεούνται να καταβάλουν σ' αυτήν σε 8 εξαμηνιαίες ισόποσες δόσεις.." Από την αναφορά αυτή σαφώς προκύπτει ότι οι εναγόμενοι εμφανίστηκαν εικονικά ως αγοραστές του ακινήτου, αφού, όπως αποδείχθηκε....τόσο το ποσό των... όσο και το ποσό των... το κατέβαλε η ενάγουσα στην πωλήτρια εταιρεία στις 10-2-1998 και 15-5-1998 αντίστοιχα, ενώ τα ποσά αυτά αφαιρούνται από το συνολικό τίμημα των 65.000.000 δρχ., ώστε να απομένει πιστούμενο υπόλοιπο ύψους ....
Ακριβώς η ίδια αναφορά ως προς το καταβληθέν ποσό έναντι του συνολικού τιμήματος περιέχεται και στην υπογραφείσα με αρ…/2001 πράξη της ίδιας συμ/φου με την οποία έγινε τροποποίηση του …/1998 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου ως προς το διακανονισμό για την καταβολή του υπολοίπου τιμήματος από την έκτη έως την όγδοη δόση.
Αντίθετα στην υπογραφείσα με αρ…/26-1-2004 πράξη της ίδιας συμ/φου η οποία υπεγράφη όταν πλέον ο α' εναγόμενος είχε αρχίσει να διεκδικεί το 1/2 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου, αναφέρεται ότι το συνολικό ποσό των 26.000.000 δρχ., καταβλήθηκε κατά την υπογραφή του.. αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, σε αντίθεση με τα αναφερόμενα στο ..
συμβόλαιο και προκύπτοντα από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων. Από τα προσκομιζόμενα επίσης από την ενάγουσα σχετικά έγγραφα παραστατικά αποδεικνύεται ότι και μετά την υπογραφή του εν λόγω συμβολαίου συνέχισε αυτή να καταβάλει τις κάθε είδους δαπάνες για τη μεταβίβαση του ακινήτου (δαπάνες μεταγραφής και επί πλέον ΦΜΑ) καθώς και τις δόσεις του πιστωθέντος τιμήματος.
Οι μοναδικές καταβολές στις οποίες ο α' εναγόμενος προέβη... είναι ποσό 9.876,45 ευρώ την 14-4-2003 προς εξόφληση μέρους της όγδοης δόσης του τιμήματος. Οι καταβολές αυτές όμως, μικρές σε σχέση με το συνολικό ύψος του τιμήματος, εντάσσονται στην προσπάθεια αυτού να διεκδικήσει το 1/2 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου, κρίση που ενισχύεται από το γεγονός ότι έγιναν..
χωρίς ενημέρωση της ενάγουσας, αλλ' αντίθετα προς αιφνιδιασμό της. Το γεγονός.. ότι η ενάγουσα, εκτός απ' όλα τα σχετικά έξοδα για τη μεταβίβαση του ακινήτου, κατέβαλε και το συνολικό ποσό των 73.104.312 δραχμών για την εξόφληση του τιμήματος αγοράς του επιδίκου ακινήτου, σε συνδυασμό και με το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων οδηγεί το Δικαστήριο στην κρίση ότι όντως οι επίδικες συμβάσεις ήταν εικονικές ως προς το πρόσωπο των αγοραστών, αληθινός δε αγοραστής όπως γνώριζαν όλοι οι συμβληθέντες ήταν η ενάγουσα εταιρεία.
Ειδικά η κρίση ότι ο ά εναγόμενος γνώριζε ότι πράγματι συνεβλήθη εικονικά ως αγοραστής ενισχύεται και από το γεγονός ότι, αν και είχε .υπογραφεί μεταξύ των διαδίκων την 12-7-1998 σύμβαση μίσθωσης του ως άνω ακινήτου οι εναγόμενοι "εκμισθωτές" ουδέποτε εισέπραξαν ή αναζήτησαν μισθώματα από την ενάγουσα, που επί σειρά ετών το χρησιμοποιούσε και εκμεταλλευόταν κατά την κρίση της.
Για πρώτη φορά ενεθυμήθει ο α' εναγόμενος να αναζητήσει μισθώματα μετά πάροδο πενταετίας από τη σύναψη μίσθωσης, με την από 29-12-2003 αγωγή που άσκησε κατά της εναγομένης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θήβας, ζητώντας μισθώματα από το έτος 1998 μέχρι και το έτος 2003. Αποδείχθηκε επίσης ότι σε γνώση της εικονικότητας της σύμβαση αγοραπωλησίας ως προς το πρόσωπο του αγοραστή τελούσαν και οι Κ.
Τ. και Α. Ψ., οι οποίοι συνεβλήθησαν σ' αυτήν ως πληρεξούσιοι, αντιπρόσωποι και εντεταλμένοι της πωλήτριας εταιρείας κατά την υπογραφή σχετικού συμβολαίου. Ειδικότερα εγνώριζαν τη σχετική αλληλογραφία μεταξύ πωλήτριας και ενάγουσας και τις διαπραγματεύσεις αυτών για την επίδικη πώληση, καθώς και την καταβολή του ποσού των 26.000.000 δρχ.
από την ενάγουσα και όχι από τους φερόμενους ως αγοραστές. Παρά ταύτα αφαίρεσαν το ποσό αυτό από το συνολικό τίμημα με την προαναφερθείσα ρητή αναφορά στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο. Επίσης ο Αν. Ψ. στην από 9-7-1998 απόδειξη καταβολής ποσού 442.970 δρχ. αναφέρει ρητά ότι το ποσό το έλαβε από την ενάγουσα για λογαριασμό των εναγομένων και όχι από τους ίδιους...γεγονότα που δεν είναι δυνατόν να μην τελούσαν σε γνώση των διοικούντων την πωλήτρια εταιρεία....Αφού...αποδείχθηκε η εικονικότητα των συμβάσεων...ως προς το πρόσωπο του α' εναγομένου, αγοραστή κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, οι εν λόγω συμβάσεις είναι απολύτως άκυρες ως εικονικές, θεωρούμενες ότι δεν έγιναν ως προς τον φαινομενικό αγοραστή α' εναγόμενο και ισχύουν για τον σύμφωνα με τη βούληση των συμβαλλομένων αληθινό αγοραστή, ήτοι την ενάγουσα εταιρεία.
Με βάση λοιπόν όλα τα δεδομένα αυτά πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή και ως βάσιμη κατ' ουσίαν..." Με τα δεδομένα αυτά, το Εφετείο, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών -που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα -στις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε, τις οποίες δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή.
Δεν στέρησε δε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτή επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα: α) της εικονικότητας της επίδικης σύμβασης πώλησης, και β) της γνώσεως της εικονικότητας αυτής, εκ μέρους τόσο των αγοραστών και των προσώπων που ενήργησαν ως άμεσοι αντιπρόσωποι, πληρεξούσιοι και εντεταλμένοι της πωλήτριας ΑΕ όσο και των νομίμων εκπροσώπων της τελευταίας, κατά την υπογραφή του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου.
Οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων.
Συνεπώς, οι συναφείς πρώτος και δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Με τον ίδιο (δεύτερο) λόγο αναίρεσης, κατά το μέρος αυτού, με το οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και στην ανεπάρκεια της αιτιολόγησης της συναγωγής από αυτές του ως άνω αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου, όπως ότι: " το Εφετείο ..συνάγει επιχείρημα υπέρ της εικονικότητας....χωρίς να εξηγεί για ποιό λόγο τα περιστατικά αυτά (καταβολή...για την εξόφληση του τιμήματος και αναζήτηση μισθωμάτων) δεν μαρτυρούν όχι εικονικότητα.." , ότι "δεν εξηγεί κατά ποίον τρόπον έλαβε χώρα η εν λόγω εκταμίευση.." και υπό την επίφαση του λόγου αυτού, πλήττει απαραδέκτως την ανεπιδέκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1ΚΠολΔ). Κατά συνέπεια, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα, λόγω της ήττας του, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 5-7-2010 αίτηση του Μ. Μ. του Γ. για αναίρεση της 5131/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
-Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ