Legislator Case Law & Legislation
376/2012 AI generated

376/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 376/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 376 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Legislator headnote

AI generated
376/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 376 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη: «Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.»

Keywords

AI generated
cessation of gainful employment employer bankruptcy loss of worker status withdrawal of unemployment benefits dismissal for economic reasons suspension of employee

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 376 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Ειδικά, για τα δικαιώματα του εργαζομένου, που πηγάζουν από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, επιτρέπεται η επίλυση και των διαφορών αυτών με συμβιβασμό, όπου, όμως, υπάρχει σοβαρή αμφισβήτηση ή αβεβαιότητα, είτε σε σχέση με τις νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις, είτε ως προς την έννοια των δικαιωμάτων αυτών και με αμοιβαίες υποχωρήσεις επιλύονται αυτές, οπότε, στην περίπτωση αυτή, ο συμβιβασμός είναι έγκυρος. Με τις διατάξεις των άρθρων 18 του ν. 1082/1980 και 20 παρ.2 του ν. 1469/1984, δεν προβλέπεται οποιαδήποτε ακυρότητα, αλλ’ ούτε και καθιερώνεται απαγόρευση λήψεως υπόψη από τα δικαστήρια εξοφλητικών αποδείξεων, οι οποίες δεν είναι αναλυτικές, σύμφωνα με τις επιταγές των αμέσως πιο πάνω διατάξεων.

Αριθμός 376/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Τρίμη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Μ. του Σ., κατοίκου ..., ως οριστικού συνδίκου και κατά νόμο εκπροσώπου της πτωχεύσεως της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "TVX HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΩΝ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ ΧΡΥΣΟΥ", ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, χωρίς να καταθέσει προτάσεις και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "TVX HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΩΝ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ ΧΡΥΣΟΥ", η οποία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως με την 553/6-5-2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Σμυρνιού.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-5-2006 κλήση του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2412/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 674/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-6-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 21-3-2011 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της 2ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 871 Α.Κ., με τη σύμβαση του συμβιβασμού, οι συμβαλλόμενοι διαλύουν, με αμοιβαίες υποχωρήσεις, μια έριδά τους ή μια αβεβαιότητα, για κάποια έννομη σχέση, αρκεί το αντικείμενο της σύμβασης αυτής να μη έχει εξαιρεθεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία, γιατί, στην αντίθετη περίπτωση, η εν λόγω σύμβαση θεωρείται ως μη γενόμενη (Α.Κ. 174 και 180). Ειδικά, για τα δικαιώματα του εργαζομένου, που πηγάζουν από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, γίνεται δεκτό, ότι επιτρέπεται η επίλυση και των διαφορών αυτών με συμβιβασμό, όπου, όμως, υπάρχει σοβαρή αμφισβήτηση ή αβεβαιότητα, είτε σε σχέση με τις νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις, είτε ως προς την έννοια των δικαιωμάτων αυτών και με αμοιβαίες υποχωρήσεις επιλύονται αυτές, οπότε, στην περίπτωση αυτή, δεν θεωρείται, πως αντιβαίνει ο συμβιβασμός στα άρθρα 679 Α.Κ., 8 Ν. 2112/1920, όπως ισχύει, 8 παρ. 2 και 4 Ν.Δ. 4020/1959, 2 και 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955 και επομένως είναι έγκυρος, διότι, έτσι, αποφεύγει ο εργαζόμενος ν' αποδυθεί σε δικαστικό αγώνα αβέβαιης διάρκειας και έκτασης. Στην αντίθετη περίπτωση, όταν δεν είναι αμοιβαίες οι υποχωρήσεις και γίνονται μόνον από τον ένα των συμβαλλόμενων, τότε δεν υπάρχει συμβιβασμός με την ανωτέρω έννοια, αλλά, τυχόν, άλλη σχέση (άφεση χρέους ή αναγνώριση αξιώσεως) και είναι αδιάφορο το γεγονός, ότι οι συμβαλλόμενοι χαρακτήρισαν την μεταξύ τους σχέση ως συμβιβασμό. Εξάλλου, κατά άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, τα εξής: Ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) από 25-9-1978 απασχολούνταν, ως πτυχιούχος εργοδηγός μεταλλείων, στην Ανώνυμη Εταιρεία Χημικών Προϊόντων και Λιπασμάτων, δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Μετά τη μεταβίβαση, μετά από διεθνή πλειοδοτικό διαγωνισμό, σύμφωνα με το άρθρο 46Α του Ν. 1892/1990 και το άρθρο 14 του Ν. 2000/1991, δυνάμει της υπ' αριθμ. .../21-12-1995 σύμβασης μεταβίβασης της συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννας Γαβριέλλη - Αναγνωστάκη, όπως τροποποιήθηκε με την υπ'αριθμ. .../26-1-1996 πράξη της ίδιας συμβολαιογράφου, που κυρώθηκε με το νόμο 2436/1996, το σύνολο του ενεργητικού της ως άνω εταιρείας, ως αυτοτελούς οικονοµικής µονάδας, µε τη διατήρηση τη επαγγελµατικής της ταυτότητας, καθώς και του δικαιώµατος εκμετάλλευσης των Ορυχείων της Χαλκιδικής, εκ µέρους του Ελληνικού Δηµοσίου, στο οποίο αυτή εξ ολοκλήρου ανήκε, στην ήδη πτωχεύσασα εταιρεία, µε την επωνυµία "TVX HELLAS ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΩΝ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ ΧΡΥΣΟΥ", θυγατρική της καναδικής εταιρείας µε την επωνυµία TVΧ GOLD INC, που ανέλαβε και συνέχισε την λειτουργία της ως άνω εταιρείας, η τελευταία υποκαταστάθηκε αυτοδικαίως στις υποχρεώσεις της πρώτης, απέναντι στο προσωπικό της, στο οποίο περιλαμβανόταν και ο εκκαλών. Η προαναφερόμενη καναδική εταιρεία είχε συσταθεί µε την υπ' αριθµόν .../12-7-1995 πράξη της Συµβολαιογράφου Αθηνών, Ευαγγελίας Αντωνοπούλου, που εγκρίθηκε µε την υπ' αριθµόν 1866/1995 απόφαση του Νοµάρχη Αθηνών και δηµοσιεύτηκε νόµιµα στο υπ' αριθµόν 4624/3-8-1995 ΦΕΚ (Δελτίο ΑΕ και ΕΠΕ) µε αντικείµενο μεταλλουργική - βιοµηχανική και εµπορική δραστηριότητα. Σκοπός της µεταβίβασης αυτής ήταν η δηµιουργία µονάδας µεταλλουργίας χρυσού στην Ολυµπιάδα Χαλκιδικής και συναφών επενδυτικών προγραµµάτων, όπως αυτά περιγράφονται στην υπ' αριθµόν πρωτ. 30600/ΝΝ461/ ν.1892/1990 ΚΥΑ "περί υπαγωγής της επένδυσης στις διατάξεις του Ν. 1892/1990, που κυρώθηκε µε το νόµο 2436/1996 (ΦΕΚ 192Α)". Πλην όµως, µετά την έκδοση των υπ' αριθµούς 613-618/2002 αποφάσεων της ΟλΣτΕ µε τις οποίες ακυρώθηκαν οι διοικητικές πράξεις αδειοδότησης, λειτουργίας και εκτέλεσης των έργων που απέβλεπαν στην υλοποίηση του ως άνω σχεδίου και της υπ' αριθµόν 3615/2002 απόφασης επίσης της ΟλΣτΕ, µε την οποία ακυρώθηκαν οι διοικητικές πράξεις για επέκταση του πεδίου της υπόγειας εκµετάλλευσης, δεν κατέστη δυνατή η δηµιουργία µονάδας µεταλλουργίας χρυσού από την παραπάνω καναδική εταιρεία, µε συνέπεια να σταµατήσει αυτή από 9-1-2003 κάθε μεταλλευτική δραστηριότητα. Έκτοτε έπαψε αυτή να αποδέχεται τις νόµιµα προσφερόµενες υπηρεσίες του προσωπικού της, περιοριζόµενη στην απασχόληση ενός περιορισµένου αριθµού εργαζοµένων στις εργασίες συντήρησης και ασφάλειας των µεταλλευτικών εγκαταστάσεων και την επεξεργασία των νερών των µεταλλείων στην Ολυµπιάδα και στο Στρατώνι, για την προστασία του περιβάλλοντος και της δηµόσιας υγείας. Έτσι, από 18-2-2003 έως 31-3-2003, και στη συνέχεια µετά από διαδοχικές παρατάσεις έως 30-4-2003, η ως άνω εταιρεία έθεσε σε διαθεσιµότητα το προσωπικό της, µε σκοπό την εξεύρεση λύσης σχετικά µε το µέλλον της επιχείρησης και των εργαζοµένων της. Στις 5-5-2003, η ανωτέρω εταιρεία κατέθεσε δήλωση αναστολής πληρωµών επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθµόν 1286/2003 απόφαση του Πολυµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, µε την οποία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης. Ακολούθως, στις 11-11- 2003, η πτωχή πλέον, εταιρεία υπέβαλε αίτηση ανάκλησης της πτώχευσης, επικαλούµενη δήλωση της καναδικής εταιρείας ΚΙΝ ROOSS GOLD CORPORATION, στον όµιλο της οποίας είχε περιέλθει και η µητρική αυτής εταιρεία, µε βάση την οποία προτίθετο να χαρίσει δάνεια ύψους 218 εκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ, που είχαν χορηγηθεί στην ήδη πτωχή θυγατρική της, από άλλες εταιρείες του ομίλου, αλλά και να της καταβάλει το ποσό των 10 εκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ, προκειµένου να πληρωθούν υποχρεώσεις της και να καταστεί βιώσιµο το νέο επιχειρηµατικό σχήµα. Η παραπάνω αίτηση ανάκλησης της πτώχευσης έγινε δεκτή, µε την υπ' αριθµόν 1446/2003 απόφαση του Πολυµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, µε την οποία διατάχθηκε η ανάκληση της κηρυχθείσας πτώχευσης. Κατόπιν τούτων, ενόψει της επαναλειτουργίας των Μεταλλείων Κασσάνδρας από το νέο επιχειρηµατικό σχήµα, ξεκίνησαν οι διαβουλεύσεις µεταξύ των εκπροσώπων των εργαζοµένων και της TVX HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΩΝ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ ΧΡΥΣΟΥ, κατά την προβλεπόμενη από το Ν 1387/1983, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 9 του Ν. 2874/2000, διαδικασία των οµαδικών απολύσεων, για την τύχη των εργασιακών σχέσεων και των απαιτήσεων των εργαζοµένων. Οι διαβουλεύσεις ξεκίνησαν στις 3-12-2003, κατά τις οποίες την εταιρεία εκπροσώπησε ο δικηγόρος Αθανάσιος Φελώνης, ως ειδικός πληρεξούσιος αυτής και τους εργαζοµένους εκπροσώπησαν σε ποσοστό άνω του 80% του συνόλου αυτών οι πρόεδροι των αντίστοιχων σωµατείων και συγκεκριµένα: α) ο Α. Ε. ως εκπρόσωπος του σωµατείου µε την επωνυµία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΜΕΤΑΛΛΕΙΩΝ ΚΑΣΣΑΝΔΡΑΣ", β) ο Γ. Γ., ως εκπρόσωπος του σωµατείου µε την επωνυµία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΡΓΑΤΟΤΕΧΝΙΤΩΝ ΚΑΙ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΜΕΤΑΛΛΕΙΩΝ ΚΑΣΣΑΝΔΡΑΣ - Η ΑΝΑΝΕΩΣΗ", γ) ο Κ. Κ., ως εκπρόσωπος του σωµατείου µε την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΤΕΧΝΙΤΩΝ ΜΕΤΑΛΛΕΙΩΝ ΚΑΣΣΑΝΔΡΑΣ - Η ΕΝΟΤΗΤΑ" και δ) ο Α. Τ., ως εκπρόσωπος του σωματείου με την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΜΕΤΑΛΛΕΙΩΝ ΚΑΣΣΑΝΔΡΑΣ ΠΤΥΧΙΟΥΧΩΝ ΑΝΩΤΑΤΗΣ ΚΑΙ ΑΝΩΤΕΡΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ". Πριν την ολοκλήρωση των διαβουλεύσεων αυτών το Ελληνικό Δημόσιο επέδωσε στην εταιρεία, αλλά και στη μητρική της, "TVX GOLD INC", την από 9-12-2003 εξώδικη καταγγελία του, με την οποία κατήγγειλε την υφιστάμενη μεταξύ τους υπ' αριθμόν .../21-12-1995 Σύμβαση Μεταφοράς του Ενεργητικού των Μεταλλείων Κασσάνδρας, καθώς και την τροποποιητική αυτής υπ' αριθμόν 1.../26-4-1996 πράξη, εξαιρουμένων των διατάξεων αυτής που αφορούσαν στην μεταβίβαση του ενεργητικού της αυτοτελούς μονάδας παραγωγής και στην πληρωμή του τιμήματος, θεωρώντας τη σύμβαση αυτή ως οριστικώς ματαιωθείσα, εφόσον δεν υλοποιήθηκε ο αναγραφόμενος στην κύρια Σύμβαση αναπτυξιακός σκοπός της επένδυσης που ήταν, όπως και παραπάνω αναφέρθηκε, η δημιουργία Μονάδας Μεταλλουργίας Χρυσού στα Μεταλλεία Κασσάνδρας στη Χαλκιδική. Με την καταγγελία αυτή, το Ελληνικό Δημόσιο κάλεσε την ήδη εφεσίβλητη εταιρεία να προσέλθει σε αμοιβαία διευθέτηση των εκατέρωθεν απαιτήσεων και σε εξωδικαστικό συμβιβασμό. Έτσι άρχισαν διαβουλεύσεις σχετικά με τα ζητήματα αυτά, που σκοπό είχαν αφενός την αναμεταβίβαση των μεταλλείων από την εταιρεία στο Ελληνικό Δημόσιο, προκειμένου να καταστεί δυνατή η επαναλειτουργία τους και αφετέρου την καταβολή στην εταιρεία από το Ελληνικό Δημόσιο αποζημίωσης λόγω της μη τήρησης των συμβατικών υποσχέσεων και εγγυήσεων αυτού για την υλοποίηση της μονάδας μεταλουργίας χρυσού. Παράλληλα συνεχίζονταν οι διαβουλεύσεις μεταξύ του Αθανάσιου Φελκώνη και των εκπροσώπων των αναφερόμενων παραπάνω σωματείων των εργαζομένων, στα οποία προσετέθηκαν: 1) η πρωτοβάθµια επιχειρησιακή συνδικαλιστική οργάνωση, µε την επωνυµία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΡΓΟΔΗΓΩΝ ΕΠΙΣΤΑΤΩΝ ΜΕΤΑΛΛΕΙΩΝ ΚΑΣΣΑΝΔΡΑΣ "ΟΙ ΤΑΞΙΑΡΧΑΙ", µε εκπρόσωπο αυτής τον Α. Σ. και 2) η πρωτοβάθµια επιχειρησιακή συνδικαλιστική οργάνωση µε την επωνυµία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΟΔΗΓΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΜΕΤΑΛΛΕΙΩΝ ΚΑΣΣΑΝΔΡΑΣ - ΑΓΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ", µε εκπρόσωπο τον Β. Γ., πρόεδρο αυτής. Όλοι οι παραπάνω εκπρόσωποι των σωµατείων ήταν ειδικά εξουσιοδοτηµένοι από τους εκπροσωπούµενους από αυτούς για την οριστική διευθέτηση των ζητηµάτων µεταξύ της εργοδότριας εταιρείας και του συνόλου των εργαζοµένων, στους οποίους περιλαµβανόταν και ο εκκαλών, όπως ρητά συνοµολογείται από αυτόν, µε τις πρωτόδικες προτάσεις του και όπως αποδεικνύεται από τα υπ' αριθµούς ... µέχρι και .../10-11-2003 ειδικά πληρεξούσια της Συµβολαιογράφου Χαλκιδικής Όλγας Χατζιλίδου, στα όµοια υπ' αριθµούς ... µέχρι και .../22-4-2004 της Συµβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Πουλαντζά - Αγρέβη, στις από 9-11/12/2003 σχετικές εξουσιοδοτήσεις των εργαζοµένων, αλλά και από τα πρακτικά της από 8-12-2003 κοινής Γενικής Συνέλευσης των µελών όλων των ως άνω επιχειρησιακών σωµατείων, µε τις σχετικές ειδικές εξουσιοδοτήσεις των µελών αυτών. Μετά την ολοκλήρωση των ως άνω διαβουλεύσεων, υπογράφηκε στις 11-12-2003 µεταξύ της εργοδότριας εταιρείας και των ως άνω εκπροσώπων των εργαζοµένων Πρακτικό - Πρωτόκολλο Διαβουλεύσεων, Συµφωνίας, Συμφιλίωσης και Κατάργησης Δικών. Συγκεκριµένα, στο πρακτικό αυτό γίνεται δεκτό από όλους ότι υφίσταται οριστική παύση των µεταλλευτικών και λοιπών δραστηριοτήτων της επιχείρησης και των εν γένει εργασιών της, για λόγους ανωτέρας βίας και, συνεπώς, ότι υπάρχει παντελής αδυναµία απασχόλησης του προσωπικού. Ότι, ακόµη, προς άρση της παράτασης της αβεβαιότητας σε βάρος των εργαζοµένων, η επιχείρηση θα προχωρούσε στην απόλυση του συνόλου αυτών. Έτσι συμφωνήθηκαν οµόφωνα τα παρακάτω: 1) να καταβληθούν σε όλους τους εργαζόμενους οι αποζηµιώσεις απόλυσης, οι οποίες θα υπολογίζονταν σύµφωνα µε τον αναφερόμενο συγκεκριµένα στο ως άνω πρακτικό τρόπο, 2) να καταβληθούν, εκτός από τις παραπάνω αποζηµιώσεις, συγκεκριµένα ποσά σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση κάθε απαίτησης των εργαζοµένων που πηγάζει από το νόµο και τις ατοµικές συµβάσεις εργασίας τους και ειδικότερα να εξοφληθούν: α) το υπόλοιπο των αποδοχών Απριλίου του έτους 2003, β) οι αποδοχές των µηνών Μαΐου έως 20 Δεκεμβρίου 2003, συµπεριλαµβανοµένων και των αποδοχών αδείας του έτους 2003, γ) το επίδοµα αδείας του έτους 2003, η αναλογία δώρου Χριστουγέννων έτους 2003, µε ηµεροµηνία λύσης των συµβάσεων εργασίας, την 20-12-2003, και µε τον υπολογισµό όλων των απαιτήσεων των εργαζοµένων, µε βάση τις συμβατικά καταβαλλόμενες αποδοχές τους, όπως αυτές προσδιορίζονταν δυνάµει σχετικών διµερών συµφωνιών που ίσχυαν την 31-12-2002 και κατά το έτος 2003, εφόσον δεν είχε συναφθεί άλλη τροποποιητική διµερής συµφωνία εντός του έτους αυτού, αφαιρουμένων των σχετικών ειδικών επιδομάτων, τα οποία είχαν ήδη εισπράξει µέχρι τότε οι εργαζόμενοι, µέσω του ΟΑΕΔ και των λοιπών Ταµείων και Φορέων. Συμφωνήθηκε, επίσης, ότι θα συμψηφίζονταν οι αποδοχές και οι αποζηµιώσεις υπόλοιπου αδείας, όλων των παρελθόντων ετών, τις οποίες ενδεχομένως δικαιούνταν οι εργαζόμενοι, συμπεριλαμβανομένης της αποζηµίωσης αποδοχών αδείας του έτους 2003, λόγω της λύσης των συµβάσεων εργασίας τους µε την εταιρεία και ότι οι αποχωρήσαντες ήδη λόγω λήξης των συµβάσεων ορισµένου έργου ή εργασίας ορισµένου χρόνου, που είχαν συνάψει µε την εταιρεία, θα εισέπρατταν το υπόλοιπο των αποδοχών τους, του µηνός Απριλίου 2003, καθώς και την αποζηµίωση των αποδοχών αδείας και του επιδόματος αδείας 2003. Η καταβολή στους εργαζόμενους των µισθών υπερημερίας θα υπολογίζονταν νοµίµως (εφόσον δεν παρείχαν εργασία εντός του έτους 2003) βάσει των συμβατικά καταβαλλόμενων αποδοχών τους, την 31-12-2002, οι οποίες εξακολουθούσαν και εντός του έτους 2003, εφόσον δεν είχαν τροποποιηθεί, και υπερέβαιναν τις αντίστοιχες παροχές των αντίστοιχων κλαδικών ΣΣΕ. Ακόµη, στο ως άνω πρακτικό συµβιβασµού, όλοι οι εκπρόσωποι των εργαζοµένων δήλωσαν ρητά και ανεπιφύλακτα ότι τόσο αυτοί όσο και οι εργαζόμενοι, υπό την αίρεση της πλήρους και ακριβούς καταβολής των ανωτέρω ποσών, αναγνωρίζουν και αποδέχονται ως έγκυρη, απρόσβλητη και ισχυρή την καταγγελία των συµβάσεων εργασίας τους από την εταιρεία, µε καταβολή των ως άνω αποζημιώσεων και των λοιπών παροχών, παραιτούμενοι συγχρόνως από το δικαίωμά τους να προσβάλουν αυτήν για οποιονδήποτε γενικά λόγο, ιδιαίτερα δε για καταχρηστική άσκηση δικαιώματος εκ μέρους της εταιρείας. Επίσης, οι εργαζόμενοι, υπό την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις που θα συντάσσονταν σχετικά θα ανταποκρίνονταν με τις κατά τα ανωτέρω καταβαλλόμενες αποδοχές, αποζημιώσεις και άλλες παροχές και την καταβολή των σχετικών ποσών δια των εκπροσώπων τους, δήλωσαν, ανεπιφύλακτα και απόλυτα, σύμφωνα με την ελεύθερη βούλησή τους ότι, ουδεμία απαίτηση από την απόλυση τους και τις συναφείς παροχές που προαναφέρθηκαν και από οποιαδήποτε άλλη αιτία έχουν ή επιφυλάσσουν κατά της εταιρείας. Ότι μέχρι το χρόνο της απόλυσής τους ικανοποιήθηκαν πλήρως όλες οι απορρέουσες από την εργατική νομοθεσία και τη σύμβαση εργασίας τους με την εταιρεία αξιώσεις τους και τους καταβλήθηκαν όλα ανεξαιρέτως τα ποσά που ενδεικτικά αφορούν δεδουλευμένες και μη αποδοχές ημερομισθίων και μηνιαίων μισθών. Άλλως, σε κάθε περίπτωση παραιτούνται ρητά, ανεπιφύλακτα και ανέκκλητα από κάθε σχετικό δικαίωμά τους. Επίσης, συμφωνήθηκε, με το ως άνω πρακτικό συμβιβασμού, ότι οι εργαζόμενοι κατά την κοινοποίηση των εγγράφων των καταγγελιών τους και με την καταβολή των συμφωνημένων χρηματικών ποσών θα υπέγραφαν ατομική δήλωση αποδοχής και αναγνώρισης της καταγγελίας ως έγκυρης και απρόσβλητης, καθώς και συνολικής εξοφλητικής απόδειξης και παραίτησης από κάθε απαίτηση ή αξίωση, αλλά και από το δικαίωμα και το δικόγραφο των αγωγών ή ενδίκων μέσων που έχουν ασκήσει ή δικαιούνται να ασκήσουν κατά της εταιρείας. Τέλος, στο ως άνω Πρακτικό Συμβιβασμού, ορίστηκε ότι η εκπλήρωση όλων των παραπάνω υποχρεώσεων και δεσμεύσεων της εταιρείας προς τους εργαζόμενους και των τελευταίων προς αυτή, τελούσε υπό την αίρεση της υπογραφής και εκτέλεσης της Σύμβασης Εξωδικαστικού Συμβιβασμού της εταιρείας με το Ελληνικό Δημόσιο, για την επίλυση και διευθέτηση των μεταξύ τους διαφορών και αξιώσεων, στα πλαίσια της οποίας προβλεπόταν η μεταβίβαση του ενεργητικού της πρώτης στην εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΧΡΥΣΟΣ ΑΕ" καθώς και η καταβολή στην ίδια εύλογης αποζημίωσης για τη λήξη της υπ' αριθμόν .../21-12-1995 Σύμβασης Μεταφοράς του Ενεργητικού των Μεταλλείων Κασσάνδρας. Στις 12-12-2003, στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννας Γαβριέλλη - Αναγνωστάκη, υπογράφηκε η υπ' αριθμόν .../2003 Σύμβαση Εξωδικαστικού Συμβιβασμού, μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της ήδη εφεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία "TVX HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΩΝ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ ΧΡΥΣΟΥ" και συμφωνήθηκε περαιτέρω ότι η ως άνω σύμβαση θα ίσχυε από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης κυρωτικού αυτής σχετικού νόμου. Κατόπιν τούτων, στις 16-12-2003, εισήχθη για συζήτηση στη Βουλή ως τροπολογία η κύρωση της προαναφερόμενης Σύμβασης Εξωδικαστικού Συμβιβασμού, μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της ήδη εφεσίβλητης, πλην όμως, αυτή δεν ολοκληρώθηκε, διότι μεταφέρθηκε τελικά ως τροπολογία στο νομοσχέδιο του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, η συζήτηση του οποίου θα γινόταν αμέσως μετά τις διακοπές των εορτών Χριστουγέννων - Νέου Έτους. Επειδή, όμως, η υπογραφή της ως άνω Σύμβασης Εξωδικαστικού Συμβιβασμού έπρεπε να γίνει εντός του έτους 2003, αφού η καταβολή στους εργαζόμενους των συμφωνημένων αποζημιώσεων, μέχρι την 20-12-2003, τελούσε υπό τον όρο της προηγούμενης καταβολής αποζημίωσης από το Ελληνικό Δημόσιο προς την εργοδότρια εταιρεία, υπογράφηκε στις 22-12-2003, μεταξύ της ως άνω εταιρείας και των εκπροσώπων των εργαζομένων αυτής, σε συνέχεια του από 11-12-2003 Πρακτικού - Πρωτόκολλου Διαβουλεύσεων και Συμφιλίωσης μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων μερών, Πρόσθετο Πρακτικό - Πρωτόκολλο Διαβουλεύσεων, με το οποίο έγιναν αμοιβαία αποδεκτά και συνομολογήθηκαν τα ακόλουθα: 1) η εργοδότρια θα κατέβαλε πριν τα Χριστούγεννα σε κάθε εργαζόμενο έναντι των καταβλητέων ποσών δυνάμει του ως άνω από 11-12-2003 Πρακτικού Πρωτοκόλλου, το κατά αποκοπή ποσό των 2.000 ευρώ, το οποίο ρητά συμφωνήθηκε και συναποδέχθηκαν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων ότι θα αφαιρούνταν και θα συμψηφιζόταν με τα καταβλητέα σε κάθε έναν από αυτούς ποσά, 2) οι ομαδικές απολύσεις του συνόλου του προσωπικού της εργοδότριας εταιρείας και οι καταβολές των συνομολογηθέντων στο από 11- 12-2003 Πρακτικό - Πρωτόκολλο ποσών στους εργαζόμενους, αφαιρουμένης της κατά τον προηγούμενο όρο δοθείσας στον καθένα προκαταβολής του ποσού των 2.000 ευρώ, θα πραγματοποιούνταν το αργότερο έως και την 31-1-2004, 3) οι όροι, συμφωνίες και οικονομικές ρυθμίσεις και διευθετήσεις, όπως συνομολογήθηκαν και αμοιβαία συμφωνήθηκαν, με το από 11-12-2003 Πρακτικό - Πρωτόκολλο, κατά τα λοιπά θα παρέμεναν αμετάβλητοι και θα διατηρούσαν την ισχύ τους στο σύνολό τους, και με το ίδιο περιεχόμενο, 4) οι εκπρόσωποι των εργαζομένων συναποδέχτηκαν ότι με την καταβολή και είσπραξη των ποσών, όπως ακριβώς περιγράφονταν στο από 11-12-2003 Πρακτικό - Πρωτόκολλο δεν είχαν ή διατηρούσαν οποιαδήποτε περαιτέρω αξίωση ή άλλη απαίτηση εναντίον της εργοδότριας, από την εκ των πραγμάτων επιβληθείσα παράταση της ισχύος της σύμβασης εργασίας τους, με την εταιρεία μετά τις 20-12-2003, καθόσον η μη διατήρηση των εργασιακών τους σχέσεων δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητά της, 5) άλλως, σε κάθε περίπτωση, παραιτούνταν ρητά, ανεπιφύλακτα και ανέκκλητα από κάθε σχετικό δικαίωμα ή απαίτησή τους για είσπραξη μεταξύ άλλων της διαφοράς αποδοχών, μετά τις 20-12-2003, της αναλογίας δώρου Χριστουγέννων 2003, για το εφεξής χρονικό διάστημα, της αποζημίωσης και του επιδόματος αδείας έτους 2004, της αναλογίας δώρου Πάσχα για το έτος 2004 κ.λπ., 6) διευκρινίστηκε και συνομολογήθηκε ρητά ότι "σε κάθε περίπτωση μη νομοθετικής κύρωσης της ως άνω Σύμβασης, μεταξύ της επιχείρησης και του Ελληνικού Δημοσίου εντός του μηνός Ιανουαρίου 2004, η επιτευχθείσα δια του παρόντος Πρακτικού και του από 11-12-2003 Πρακτικού - Πρωτοκόλλου, συμφωνία, αυτοδικαίως ανατρεπόταν και δεν ίσχυε, ούτε δέσμευε καθ' οιονδήποτε τρόπο και έκταση τα Συμβαλλόμενα Μέρη, εκτός εάν αποφασιζόταν αμοιβαία εκ νέου η παράταση της ισχύος των" και 7) τα Συμβαλλόμενα Μέρη δήλωσαν ότι θεώρησαν "πως οι διαβουλεύσεις περαιώθηκαν με συμφωνία των Μερών με τους ανωτέρω καταρτισθέντες όρους". Τελικά, η Σύμβαση Εξωδικαστικού Συμβιβασμού, μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της εφεσίβλητης συζητήθηκε στη Βουλή στις 8-1-2004 και ψηφίστηκε από το νομοθετικό σώμα ως τροπολογία του νομοσχεδίου με τον τίτλο "Μέτρα αναπτυξιακής πολιτικής -αντικειμενικοποίησης του φορολογικού ελέγχου και άλλες διατάξεις" και έτσι ως νόμος πλέον, κυρώθηκε και δημοσιεύθηκε ως άρθρο 51 του N. 3220/2004, στις 28-1-2004 (ΦΕΚ, Τεύχος Α, αριθμός φύλλου 15/28-1-2004). Κατόπιν τούτων η εργοδότρια εταιρεία σε εφαρμογή των κατά τα προαναφερόμενα συμφωνηθέντων, προέβη στις 29-1-2004 στην απόλυση του συνόλου του προσωπικού της, στο οποίο περιλαμβανόταν και ο ήδη εκκαλών εργαζόμενος Ι. Μ.. Ειδικότερα αποδείχτηκε από τα αναφερόμενα στην αντίστοιχη θέση της παρούσας αποδεικτικά μέσα ότι στις 29-1-2004 ο εκκαλών έλαβε το ποσό των 75.905,98 ευρώ, εκδοθείσας σχετικά της με την ίδια ημεροχρονολογία εξοφλητικής απόδειξης στην οποία αναγράφεται ότι το ως άνω ποσό αντιστοιχεί: α) στην αποζημίωση απόλυσης αυτού, ποσού (καθαρά) 70.494,74 ευρώ β) στις αποδοχές του μηνός Απριλίου 2003 ποσού 1.011,34 ευρώ, γ) στις αποδοχές των μηνών Μαΐου έως 20 Δεκεμβρίου 2003, οι οποίες ανέρχονται στο ποσό των 5.730 ευρώ (καθαρά), στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι αποδοχές για το έτος 2003, δ) στο επίδομα αδείας έτους 2003, ποσού 959,35 ευρώ (καθαρά) και ε) στην αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2003 ποσού 1.707,68 ευρώ (καθαρά). Στην ως άνω απόδειξη, ο ήδη εκκαλών Ι. Μ. δηλώνει ρητά, ότι με την καταβολή σ' αυτόν του αναφερόμενου παραπάνω συνολικού ποσού ικανοποιήθηκαν όλες οι απορρέουσες από την εργατική νομοθεσία αξιώσεις του, κατά της εργοδότριας εταιρείας και ότι, σε κάθε περίπτωση, παραιτείται ρητά, ανεπιφύλακτα και ανέκκλητα από κάθε σχετικό δικαίωμά του, σύμφωνα με το από 11-12-2003 Πρακτικό Πρωτόκολλο Διαβουλεύσεων και Συμφιλίωσης, που υπογράφηκε μεταξύ της εργοδότριας εταιρείας και των εκπροσώπων των εργαζομένων. Περαιτέρω, αποδείχτηκε από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα ότι, η ήδη εφεσίβλητη εταιρεία "TVX HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΩΝ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ ΧΡΥΣΟΥ", στις 16-3-2004, κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών Δήλωση Αναστολής Πληρωμών, που έγινε δεκτή, με την έκδοση της υπ' αριθμόν 553/2004 απόφασης του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία η δηλούσα εταιρεία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης και ορίστηκαν ως ημέρα παύσης των πληρωμών αυτής η 16-3-2004 και ως ημέρα Συνέλευσης των Πιστωτών της η 22-6-2004. Την έκδοση της απόφασης αυτής ακολούθησε η προβλεπόμενη από το πτωχευτικό δίκαιο σχετική διαδικασία. Κατά το στάδιο της αναγγελίας πιστωτών, ο εκκαλών, Ι. Μ., αναγγέλθηκε ως πιστωτής και ζήτησε την επαλήθευση απαίτησής του ύψους 39.592 ευρώ, αποτελούμενη από: α) ποσό 23.528,96 ευρώ, ως αποζημίωσης για την εργασία που παρείχε, υπό καθεστώς γνήσιας, άλλως απλής ετοιμότητας εργασίας κατά το χρονικό διάστημα από 7-7-2003 έως 31-1-2004, β) ποσό 4.977,28 ευρώ για παρασχεθείσα εργασία κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές του χρονικού διαστήματος από 1-10-2003 μέχρι 1-2-2004, γ) ποσό 11.085,76 ευρώ, για αποδοχές αδείας των ετών 2002 και 2003 και αποζημίωση αδείας και επιδόματος αδείας του έτους 2004, λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του, άλλως δήλωσε ότι η απαίτηση του ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 36.650,04 ευρώ. Επίσης, δήλωσε ότι όλα τα αναγγελθέντα κονδύλια οφείλονται εντόκως από την επίδοση της από 8-6-2004 και με γενικό αριθμό κατάθεσης 88031/2004 αγωγής του. Κατά της αναγγελθείσας απαίτησης του εκκαλούντος πρόβαλαν αντιρρήσεις τόσο ο σύνδικος της πτώχευσης, όσο και ο Εισηγητής Δικαστής, ο οποίος, με την από 1176/2005 έκθεσή του αποφάσισε την προσωρινή μη παραδοχή της. Ακολούθως, με την ένδικη κλήση του οριστικού συνδίκου της πτώχευσης εισήχθησαν ενώπιον του αρμόδιου (άρθρα 591, 592 του Εμπ. Ν., σε συνδυασμό με τ' άρθρα 14 αριθμ. 2 και 16 αριθμ. 2 του ΚΠολΔ) Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι ως άνω αντιρρήσεις αυτού, προς οριστική εκδίκαση. Ενόψει όλων των προαναφερομένων, ο εξώδικος συμβιβασμός, που έγινε με το από 11-12-2003 Πρακτικό - Πρωτόκολλο Διαβουλεύσεων και Συμφιλίωσης και το από 22-12-2003 Πρόσθετο Πρακτικό - Πρωτόκολλο Διαβουλεύσεων, που υπογράφηκαν μεταξύ της εργοδότριας εταιρείας και των εκπροσώπων των εργαζομένων, στους οποίους περιλαμβανόταν και ο καθ' ου η κλήση - εκκαλών, είναι καθόλα έγκυρος, αφού οι εργαζόμενοι, μεταξύ των οποίων και ο τελευταίος, περιόρισαν τις εργατικές τους αξιώσεις, με αντάλλαγμα την αποδοχή τους από την εργοδότρια εταιρεία και την εντεύθεν δυνατότητα αποφυγής δικαστικού αγώνα, του οποίου το αποτέλεσμα θα μπορούσε να αποβεί και σε βάρος τους, λόγω της ύπαρξης σοβαρής αμφισβήτησης και αβεβαιότητας γύρω από τις νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις των αξιώσεων τους αυτών, για τους παρακάτω λόγους: 1) Εξαιτίας του αναξιόχρεου της εργοδότριας εταιρείας, που καθιστούσε επισφαλείς τις απαιτήσεις τους, δεδομένου ότι μετά την κύρωση, κατά τα προαναφερόμενα, της Σύμβασης Εξωδικαστικού Συμβιβασμού, μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της εφεσίβλητης, με το άρθρο 51 του Ν. 3220/2004, το ενεργητικό αυτής θα μεταφερόταν στην εταιρεία του τελευταίου, με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΧΡΥΣΟΣ ΑΕ" και 2) λόγω της χωρίς υπαιτιότητα της εργοδότριας καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των εργαζομένων της, εξαιτίας της ανυπαίτιας αδυναμίας της να απασχολήσει αυτούς, μετά την οριστική παύση, από 9-1-2003, κάθε μεταλλευτικής δραστηριότητάς της, μετά την έκδοση των υπ' αριθμ. 613-618/2002 και 3615/2002 αποφάσεων της ΟλΣτΕ με τις οποίες ακυρώθηκαν οι διοικητικές πράξεις αδειοδότησης, λειτουργίας και εκτέλεσης έργων, σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναφέρθηκαν παραπάνω. Σημειώνεται ότι οι ίδιοι αυτοί λόγοι, αποτελούν και τα σημεία υποχώρησης της ήδη εφεσίβλητης, που οδήγησαν στην κατάρτιση του προαναφερόμενου εξώδικου συμβιβασμού, αφού με νομική και πραγματική βάση αυτούς, θα ήταν δυνατόν να απαλλαγεί έστω και εν μέρει, των υποχρεώσεών της, ως εργοδότριας, απέναντι στους απολυθέντες εργαζομένους της. Κατ' ακολουθίαν όλων των προαναφερομένων, η δήλωση βουλήσεως του Ι. Μ., στην από 29-1-2004 εξοφλητική απόδειξη ότι, με την καταβολή σ' αυτόν του συνολικού ποσού των 75.905,98 ευρώ, ικανοποιήθηκαν όλες οι απορρέουσες από την εργατική νομοθεσία αξιώσεις του, κατά της εργοδότριας εταιρείας και ότι, σε κάθε περίπτωση, παραιτείται ρητά, ανεπιφύλακτα και ανέκκλητα από κάθε σχετικό δικαίωµά του, σύµφωνα µε το από 11-12-2003 Πρακτικό Πρωτόκολλο Διαβουλεύσεων και Συμφιλίωσης, και συνακόλουθα και µε το από 22-12-2003 Πρόσθετο Πρακτικό - Πρωτόκολλο Διαβουλεύσεων, που υπογράφηκε µεταξύ της εργοδότριάς του και των εκπροσώπων των εργαζοµένων, στους οποίους περιλαµβανόταν και ο ίδιος, καθώς και η είσπραξη από αυτόν του προαναφερόμενου ποσού, αποτελούν ρητή αποδοχή εκ µέρους του επίδικου εξώδικου συµβιβασµού, µε συνέπεια να µην δικαιούται πλέον αυτός να προβάλλει τις επίδικες αξιώσεις του, κατά της πτωχεύσασας ήδη εργοδότριάς του. Στο σηµείο τούτο πρέπει να αναφερθεί ότι ενόψει του ότι η υπογραφή της προαναφερόμενης δήλωσης του καθ' ου η κλήση εκκαλούντος, µε το περιεχόµενο που αναφέρθηκε παραπάνω, έγινε στις 29-1-2004, δηλαδή σε χρόνο που είχαν γεννηθεί όλες οι επίδικες αξιώσεις του, που αφορούν τις επικαλούμενες από αυτόν ως δεδουλευμένες αµοιβές του για εργασία που παρείχε κατά το χρονικό διάστηµα από 7-7-2003 έως 31-1-2004, η γενόµενη εκ µέρους του µε τον προαναφερόμενο τρόπο παραίτηση, καταλάμβανε και τις αξιώσεις του αυτές. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο: α) Δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 180, 679, 680, 871 ΑΚ, 8 ν. 2112/1920, όπως ισχύει, 8 παρ. 2 και 4 Ν.Δ. 4020/1959, 2 και 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955, µε το να κρίνει έγκυρο τον προαναφερόμενο συµβιβασµό και έγκυρη τη δήλωση του αναιρεσείοντος στην από 29-1-2004 εξοφλητική απόδειξη περί ρητής και ανεπιφύλακτης παραίτησής του από κάθε σχετικό δικαίωµά του σε συνδυασµό µε την είσπραξη από αυτόν του αναγραφόμενου στην απόδειξη ποσού. Και αυτό γιατί, µε βάση τις παραδοχές του, πράγµατι υπήρχε σοβαρή αβεβαιότητα για την ικανοποίηση των ένδικων αποδοχών του αναιρεσείοντος, οι οποίες µε το συµβιβασµό επιλύθηκαν µε αμοιβαίες υποχωρήσεις, και έτσι απέφυγε αυτός δικαστικό αγώνα αβέβαιης διάρκειας και έκτασης, του οποίου το αποτέλεσµα θα µπορούσε να αποβεί σε βάρος του, λόγω της ύπαρξης σοβαρής αμφισβήτησης και αβεβαιότητας γύρω από τις νοµικές και πραγματικές προϋποθέσεις των αξιώσεών του. Και β) δεν στέρησε την απόφασή του από νόµιµη βάση, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, έχει διαλάβει στην απόφασή του αυτήν αιτιολογίες αναφορικά µε το ζήτηµα που σχετίζεται µε την εγκυρότητα του παραπάνω συµβιβασµού και της παραπάνω εξοφλητικής απόδειξης και καλύπτεται πλήρως και χωρίς αμφιβολίες το πραγματικό των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ενώ δεν απαιτείται να εκτίθεται στην απόφαση αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο διατυπώνεται σαφώς στην απόφαση. Οι παραπάνω δε αιτιολογίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρµογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Ενόψει αυτών ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά τα µέρη του από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, µε τα οποία προβάλλονται οι αιτιάσεις της παραβιάσεως των ως άνω διατάξεων και της έλλειψης νόµιµης βάσης της προσβαλλόμενης αποφάσεως, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών επί των προαναφερόμενων ζητηµάτων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιµος. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το µέρος του από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, µε το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισµό του ότι εξαναγκάσθηκε σε υπογραφή άσχετων εγγράφων είναι απορριπτέος ως αβάσιµος, διότι µε βάση τις αναφερόµενες παραπάνω ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη ο εν λόγω ισχυρισµός και απορρίφθηκε. Η απορριπτική αυτή κρίση του Εφετείου δεν είναι αντίθετη προς τις διατάξεις του άρθρου 106 ΚΠολΔ και 6 της ΕΣΔΑ, που εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωµα παροχής δικαστικής προστασίας, µε το συνακόλουθο δικαίωµα να παρίσταται σε όλες τις συζητήσεις της υποθέσεως και να δικάζεται δίκαια και αμερόληπτα, αφού τέτοια περίπτωση δεν συντρέχει στην κρινόμενη υπόθεση. Από την διάταξη του εδαφίου α' της παρ. 1 του άρθρου 671 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, όταν κατά την εκδίκαση της υποθέσεως τηρείται η ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όλα τα προσκομιζόμενα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, ακόμη και εκείνα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, δηλαδή και έγγραφα άκυρα ή ιδιωτικά ανυπόγραφα ή ιδιωτικά υπέρ του εκδότη τους και γενικά κάθε είδους έγγραφα, μεταξύ των οποίων και εκείνα που είναι χρήσιμα για έμμεση απόδειξη. Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, γιατί δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και ένορκες βεβαιώσεις, για τις οποίες δεν τηρήθηκε η καθοριζόμενη από το τελευταίο εδάφιο της ίδιας παραγράφου διαδικασία. Εξάλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 18 του ν. 1082/1980 και 20 παρ. 2 του ν. 1469/1984, καθιερώθηκε μεν η υποχρέωση των φυσικών ή ν.π.δ.δ., όπως κατά την εξόφληση των αποδοχών του προσωπικού τους χορηγούν εκκαθαριστικό σημείωμα ή, σε περίπτωση εφαρμογής μηχανογραφικού συστήματος, ανάλυση μισθοδοσίας, µε απεικόνιση και στις δύο περιπτώσεις αναλυτικώς των κάθε φύσεως αποδοχών του προσωπικού τους, καθώς και των κρατήσεων που έγιναν σ' αυτές, πλην όμως, όπως προκύπτει από αυτές, ούτε προβλέπεται οποιαδήποτε ακυρότητα, αλλ' ούτε και καθιερώνεται απαγόρευση λήψεως υπόψη από τα δικαστήρια εξοφλητικών αποδείξεων, οι οποίες δεν είναι αναλυτικές, σύμφωνα µε τις επιταγές των αμέσως πιο πάνω διατάξεων. Τέλος, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, η εκτίµηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχοµένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερµηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20.

Στην προκείµενη περίπτωση, µε τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, προβάλλονται ακόμη, αιτιάσεις 1) από τους αρ. 1 και 11, αληθώς, (και όχι 14, όπως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το εφετείο, με το να λάβει υπόψη του την προσκομισθείσα, από 29-1-2004, εξοφλητική απόδειξη, που συνέταξε η δεύτερη αναιρεσίβλητη δια των οργάνων της, και η οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, ήταν αόριστη και δεν πληρούσε τις νόµιµες προϋποθέσεις του άρθρου 18 του ν. 1082/1980 και του άρθρου 20 παρ. 2 του ν. 1469/1984, αφού δεν ήταν αναλυτική, παραβίασε τις εν λόγω διατάξεις και έλαβε υπόψη του μη επιτρεπόμενο από το νόμο αποδεικτικό μέσο και 2) από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο προσέδωσε σ' αυτήν διαφορετική αποδεικτική αξία από εκείνη την οποία είχε, αφού οι αναγραφόμενες σ' αυτήν αξιώσεις ήταν διαφορετικές από εκείνες του συμβιβασμού. Σύμφωνα µε τα παραπάνω, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι: α) κατά το, από τους αρ. 1 και 11 περ. α', μέρος του αβάσιμος, αφού το προαναφερόμενο έγγραφο, επιτρεπτώς, λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι από τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 18 του ν. 1082/1980 και 20 παρ. 2 του ν. 1469/1984, δεν προβλέπεται οποιαδήποτε ακυρότητα, αλλ' ούτε και καθιερώνεται απαγόρευση λήψεως υπόψη από τα δικαστήρια εξοφλητικών αποδείξεων, οι οποίες δεν είναι αναλυτικές, σύμφωνα µε τις επιταγές των και β) κατά το από τον αριθ. 12, απαράδεκτος, διότι, κατά την εκδίκαση της υποθέσεως τηρήθηκε η ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ), µε αποτέλεσμα, από τη διάταξη αυτήν, να µην ιδρύεται οπωσδήποτε, αναφορικά µε το αμέσως πιο πάνω αποδεικτικό μέσο, λόγος αναιρέσεως, με την επίκληση δε της πλημμέλειας αυτής πλήττεται, απαραδέκτως, η επί της ουσίας, ανέλεγκτη, κρίση του δικαστηρίου. Από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το Δικαστήριο της ουσίας, προκειµένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισµα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι. Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι ως προς το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης του δικαστηρίου επί ενός ουσιώδους ζητήματος λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν, τότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η μομφή ότι δεν έλαβε υπόψη α) το με αριθμό πρωτ. Δ8-Α/ Φ.7.49.13/ΟIΚ. 11177/3327/27-6-2003 έγγραφο του Υπουργείου Ανάπτυξης και β) την από 7-7-2003 υπεύθυνη δήλωση του αναιρεσείοντος περί αναλήψεως των καθηκόντων του, καθώς και το με αριθ. πρωτ. 2108/10-7-2003 έγγραφο της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων απευθυνόμενο προς την Επιθεώρηση Μεταλλείων Βορείου Ελλάδος. Από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση ότι, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, λήφθηκαν υπόψη, εκτός άλλων, και "τα έγγραφα που οι διάδικοι με επίκληση προσκόμισαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και με τον ίδιο τρόπο επαναπροσκομίζουν και ενώπιον του Εφετείου, ακόμη και αν δεν μνημονεύονται ένα προς ένα", δεν γεννάται αμφιβολία περί της εκτιμήσεως από το Εφετείο και των ανωτέρω εγγράφων. Επομένως, ο αντίθετος από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, λόγω της ήττας του (άρθρ. 183, και 176 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 21-6-2010, αίτηση του Ι. Μ. του Δ., για αναίρεση της 674/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ