Legislator Case Law & Legislation
376/2011 AI generated

376/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 376/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 376 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 376/2011

Legislator headnote

AI generated

376/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 376 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 376/2011

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 376 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 376/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία DU PONT AGRO (ΝΤΥ ΠΟΝΤ ΑΓΚΡΟ) ΕΛΛΑΣ Α.Ε, που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξουσία δικηγόρο της Ευανθία Τσίρη, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ. Η πληρεξουσία δικηγόρος, δια του από 10.02.2011 σημείωματος που προσεκόμισε, ανέφερε ότι η σημερινή επωνυμία της εταιρείας είναι " ΝΤΥ ΠΟΝΤ ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ".

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Κ., που ασκεί ατομική επιχείρηση με το διακριτικό τίτλο "Α.", ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Νοεμβρίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 193/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 29/2006 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 25 Ιανουαρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι υπό στοιχ. Α.-4 και Β.-3, από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, και Β-1, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, λόγοι αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολιπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ. β'του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της, υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολιπόμένος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση, αλλά χρειάζεται κλήτευσή του και για τις μεταγενέστερες αυτής δικάσιμους, κατά τις οποίες αναβλήκε και πάλι η συζήτηση της υποθέσεως, χωρίς και στις δικάσιμους αυτές που δόθηκαν οι νέες αναβολές να έχει εμφανισθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσδιορίσθηκε προς συζήτηση, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, για τη δικάσιμο της 19-05-2008, η τελευταία δε, με παραγγελία του πληρεξούσιου δικηγόρου της, επέδωσε στον αναιρεσίβλητο ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αυτής με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την παραπάνω δικάσιμο, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως υπ' αριθμ. 1473Β717-10-2007 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Καβάλας Γ. Χ. Ο.. Κατά την ανωτέρω αρχική δικάσιμο (19-05-2008) η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ματαιώθηκε. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 19-05-2008 κλήση της, για την οποία ορίσθηκε δικάσιμος η 04-05-2009. Ακριβές αντίγραφο της κλήσεως αυτής με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή επιδόθηκε με παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, στον αναιρεσίβλητο, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 2749Β'/02-07-2008 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Καβάλας Γ. Χ. Ο.. Κατά τη δικάσιμο αυτή ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε, ούτε παραστάθηκε με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, οπότε η συζήτηση της υποθέσως αναβλήθηκε εκ του πινακίου για τη δικάσιμο της 07-12-2009. Κατά τη νέα αυτή, μετ' αναβολή δικάσιμο, δεν εμφανίσθηκε και πάλι ο αναιρεσίβλητος, ούτε παραστάθηκε με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, οπότε η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε εκ νέου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης (07-02-2011). Κατά τη τελευταία αυτή δικάσιμο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στο ακροατήριο από τη σειρά του πινακίου, δεν εμφανίσθηκε ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου του. Επομένως, αφού ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά από το πινάκιο, ούτε έχει καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 και 226 παρ. 4 ΚΠολΔ να συζητηθεί η αναίρεση παρά την απουσία του.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 341 και 346 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο δικαστής, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, η παραβίαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Για τη βασιμότητα του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη, σύμφωνα με τις άνω διατάξεις, κάποιο αποδεικτικό μέσο, το οποίο ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη και το οποίο προσκομίσθηκε με επίκληση προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κατά τρόπο άμεσο ή έμμεσο, γεγονότος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 42/2002). Ειδικότερα για τις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες κατά το, άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, πρέπει να γίνεται μνεία στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, και ότι γι' αυτές τηρήθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Η βεβαίωση συνεπώς του δικαστηρίου της ουσίας, ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, αφορά τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν σ' αυτό, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε προκειμένου να χρησιμεύσουν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και όχι τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τέταρτο και όγδοο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως (υπό στοιχ. Α-4 και Β-3 αντίστοιχα) η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια, από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη, ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που αυτή νόμιμα προσκόμησε και επικαλέσθηκε, αφενός μεν προς απόδειξη του ισχυρισμού που προέβαλε κατ' αντένσταση, περί του ότι οι επικαλούμενες από τον αναιρεσίβλητο καταβολές καταλογίσθηκαν σε άλλες προηγούμενες οφειλές του τελευταίου που είχαν προκύψει στα πλαίσια της μεταξύ τους εμπορικής συνεργασίας και δεν αφορούσαν τις επίδικες συμβάσεις πωλήσεως, αφετέρου δε προς ανταπόδειξη του ισχυρισμού που προέβαλε ο αναιρεσίβλητος (εναγόμενος), συμφωνά με τον οποίο, μετά την κατάρτιση των επίδικων συμβάσεων πωλήσεως, συμφώνησαν με την αναιρεσείουσα να της επιστρέψει, και έθεσε αμέσως στη διάθεση της, μέρος των γεωργικών φαρμάκων που του πώλησε τα οποία δεν μπόρεσε να διαθέσει στην αγορά και έτσι δεν οφείλεται εκ μέρους του το πιστωθέν τίμημα των άνω πωλήσεων κατά το μέρος που καλύπτεται αυτό από τα επιστρεφέντα εμπορεύματα. Ειδικότερα, ισχυρίσθηκε ότι δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο : Α') τα ακόλουθα έγγραφα: 1) τα τιμολόγια με αριθμούς 1052/12-3-1999, 1955/21-4-1999, 1976/22-4-1999, 2105/28-4-1999, 2119/30-4-1999, 2208/5-5-1999, 2209/5-5-1999, 2237/6-5-1999, 2253/7-5-1999, 2303/11-5-1999, 2451/18-5-1999, 2479/19-5-1999, 2572/24-5-1999, 2662/28-5-1999, 2822/9-6-1999, 2845/10-6-1999, 2894/15-6-1999,3107/6-7-1999 και 3948/20-10-1999 συνολικού ποσού 36.714.801 δραχμών, τα οποία εκδόθηκαν απ' αυτήν για τις πωλήσεις προϊόντων της προς τον αναιρεσίβλητο με πίστωση του τιμήματος, μέρος των οποίων κάλυψαν οι άνω χρηματικές καταβολές του, και όχι την επίδικη αξίωση, 2) την από 6-2-2001 επιστολή της με την έγγραφη επιβεβαίωση επ' αυτής του αναιρεσίβλητου προς τους Ορκωτούς Ελεγκτές της επιχείρησης της, ότι οι οφειλές του τελευταίου από την μεταξύ τους εμπορική συνεργασία ανήρχετο στις 31-12-2000 στο ποσό των 36.507.818 δραχμών και 3)την Καρτέλα Πελάτη για τα έτη 1999-2001 του αναιρεσίβλητου που τηρεί το λογιστήριο της επιχείρησης της, στην οποία εμφαίνονται αναλυτικά όλες οι συναλλαγές με τον τελευταίο και ο καταλογισμός των καταβληθέντων απ' αυτόν ποσών για κάθε συγκεκριμένο τιμολόγιο, Β') την υπ' αριθμ. 2769/25-5-2005 ένορκη βεβαίωση της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Σούλη, στην οποία περιέχεται η κατάθεση της προϊσταμένης των οικονομικών υπηρεσιών της επιχείρησης της Γ. Κ. και η οποία ελήφθη μετά από νόμιμη κλήτευση του αναιρεσίβλητου, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 8339/20-5-2005 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Καβάλας Γ. Χ. Ο.. Για όλα τα παραπάνω έγγραφα, καθώς και την ένορκη βεβαίωση, με σαφή μάλιστα αναφορά ως προς τη νόμιμη λήψη της τελευταίας, γίνεται επίκληση στις προτάσεις της αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου. Και σε ότι μεν αφορά τα άνω υπό στοιχείο Α' έγγραφα, γίνεται μεν αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του, για τα άνω κρίσιμα ζητήματα, εκτός των άλλων, και αφού έλαβε υπόψη "τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα", περαιτέρω όμως, από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου δεν γίνεται μνεία των συγκεκριμένων εγγράφων, καταλείπεται αμφιβολία αν αυτά λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, αφού στις παραδοχές της, σε ότι μεν αφορά την αντένσταση της αναιρεσείουσας στην ένσταση μερικής εξοφλήσεως του αναιρεσίβλητου, δεν γίνεται καμιά αναφορά των προηγούμενων της επίδικης οφειλών του αναιρεσίβλητου προς την αναιρεσείουσα από πιστωθέν τίμημα άλλων πωλήσεων προϊόντων της προς αυτόν, σε ότι δε αφορά τον ισχυρισμό του αναιρεσίβλητου, περί συμφωνίας επιστροφής μέρους των αγορασθέντων φυτοφαρμάκων με συμψηφισμό του πιστωθέντος κατά το μέρος αυτό τιμήματος, δεν γίνεται κανένας συσχετισμός των εγγράφων αυτών, βάσει των οποίων η αναιρεσείουσα θεωρεί τον αναιρεσίβλητο ότι εξακολουθεί να οφείλει τις επίδικες απατήσεις της, ενώ κατά το αποδεικτικό πόρισμα της απόφασης, είχε αποσβεσθεί μέρος αυτών διά συμψηφισμού, με την κατάρτιση συμφωνίας επιστροφής, αρκούμενη ως προς τα ανωτέρω, στην ασαφή κατάθεση της μάρτυρος υπαλλήλου του αναιρεσίβλητου, αν και η τελευταία αυτή μάρτυρας άρχισε να απασχολείται στο κατάστημα του, τον Δεκέμβριο του 2000. Εξάλλου, ως πρός την ένορκη βεβαίωση, η μνεία του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη "τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα", δεν καλύπτει και την έλλειψη της ειδικής αναφοράς στην ως άνω ένορκη βεβαίωση, η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, δεν αποτελεί έγγραφο, αλλά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, του οποίου πρέπει να γίνεται ειδική μνεία στην απόφαση για να θεωρηθεί ότι λήφθηκε υπόψη. Και τούτο, ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι ισχύουν και στην περίπτωση της ένορκης βεβαίωσης, τα όσα ανωτέρω αναφέρονται, ως προς τα έγγραφα. Επομένως, ο άνω λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ (όχι δε και από τους αριθμούς 8 και 12 του ίδιου άρθρου, που επικαλείται η αναιρεσείουσα, αφού δεν γίνεται καμιά αιτίαση στο αναιρετήριο που να στοιχειοθετεί και τους λόγους αυτούς), είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 29/2006 απόφαση του Εφετείου Θράκης και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές (άρθρο 680 παρ. 3 ΚΠολΔ), να καταδικασθεί δε ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 29/2006 απόφαση του Εφετείου Θράκης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση, στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ,

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Μαρτίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ