375/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΜε την από 15.9.2020 και αριθ. κατάθ. 6802/803/18.9.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ` αριθ. 4539/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε την 8.7.2020, αντιμωλία των εδώ διαδίκων (αναιρεσείοντος και αναιρεσίβλητων) επί της από 21.11.2019 και αριθ. κατάθ. 103336/8208/25.11.2019 έφεσης του εναγομένου με εκκαλούμενη την υπ` αριθ. 2192/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών [άρθρο 614 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν.4335/2015 (ΦΕΚ Α.87/23.7.2015), ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 1.1.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν.4335/2015 , σε συνδυασμό προς τα άρθρα 621, 622, 422, 421, 591 ΚΠολΔ], επί της από 21.12.2017 αρ.κατ.612308/3280/2017 αγωγής των εκ των εναγόντων (εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσβλήτων) Κ. Κ. και Δ. Χ. κατά του εναγομένου (εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος) ν.π.ι.δ. "ΤΑΜΕΙΟ ΑΥΤΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ". Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή πέντε συνολικά λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Legislator headnote
AI generated375/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εν προκειμένω, η ως άνω διάταξη της § 20 εδ. τελ. του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 δεν παρέχει ρητή εξουσιοδότηση στους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων να ανακαθορίζουν αναδρομικώς το ύψος του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγούν τα ως άνω νομικά πρόσωπα και επομένως και το Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 375 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 375/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Παναγιώτη Αθανασόπουλο και Ελένη Κατσούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 18 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τσάκωνα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., και 2) Δ. Χ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Λιάπα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2192/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 4539/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 15-9-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την από 15.9.2020 και αριθ. κατάθ. 6802/803/18.9.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ` αριθ. 4539/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε την 8.7.2020, αντιμωλία των εδώ διαδίκων (αναιρεσείοντος και αναιρεσίβλητων) επί της από 21.11.2019 και αριθ. κατάθ. 103336/8208/25.11.2019 έφεσης του εναγομένου με εκκαλούμενη την υπ` αριθ. 2192/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών [άρθρο 614 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν.4335/2015 (ΦΕΚ Α.87/23.7.2015), ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 1.1.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν.4335/2015 , σε συνδυασμό προς τα άρθρα 621, 622, 422, 421, 591 ΚΠολΔ], επί της από 21.12.2017 αρ.κατ.612308/3280/2017 αγωγής των εκ των εναγόντων (εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσβλήτων) Κ. Κ. και Δ. Χ. κατά του εναγομένου (εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος) ν.π.ι.δ. "ΤΑΜΕΙΟ ΑΥΤΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ". Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή πέντε συνολικά λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
2. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα των σχετικών αναιρετικών λόγων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι με την από 21.12.2017 και αριθ. κατάθ. ΓΑΚ 612308/3280/22.12.2017 αγωγή, που άσκησαν οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι από κοινού με άλλους εννέα (9) ενάγοντες, που δεν είναι διάδικοι εν προκειμένω, ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και ήδη αναιρεσείον να τους καταβάλει τα αναφερόμενα σ' αυτή (αγωγή) ποσά, με το νόμιμο τόκο από της ημεροχρονολογίες αποχώρησής τους από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (ΕΤΕ) ως εφάπαξ παροχή με βάση το άρθρο 7 του Κανονισμού του, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του την 19.12.2013 με την υπ' αριθ.
Φ. 80000/35187/1180/19.12.2013 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας (ΦΕΚ Β, 3239/19.12.2013). Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθ. 2192/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία την έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες τα αιτούμενα χρηματικά ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Στη συνέχεια ασκήθηκε κατ' αυτής η από 22.11.2019 έφεση του εναγομένου επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, δικάζοντας ερήμην των 1 ου, 2ης, 3ου, 4ου, 5ης, 6ου, 9ου και 10ο των εφεσιβλήτων και αντιμωλία των λοιπών 7 ης και 8 ου των εφεσιβλήτων και νυν αναιρεσιβλήτων, (η έφεση δεν στρεφόταν κατά της 11 ης εναγομένης) δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση .
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδαφ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, ή παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλομΑΠ 1/2016, 7/2006).
Εξάλλου, με την 9/29.10.1926 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Εθνικής Τράπεζας, συστήθηκε, ύστερα από την από 24 Απριλίου 1926 απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων της Εθνικής Τράπεζας, το "Ταμείο Αυτασφαλείας Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης" (ΤΑΠΕΤΕ) ως αυτοτελής και αυτόνομος Οργανισμός, διεπόμενος από τις διατάξεις του Κανονισμού του, ο οποίος εγκρίθηκε με την ίδια απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Εθνικής Τράπεζας και ανακοινώθηκε κατά τη συνεδρίαση 2 της 6.4.1927 του ιδίου Γενικού Συμβουλίου, με σκοπό την καταβολή εφάπαξ παροχής στους ασφαλιζόμενους σε αυτό.
Ακολούθως, με το άρθρο μόνο του ν. 3483/1928 κυρώθηκε και απέκτησε ισχύ νόμου, η από 23.2.1928 σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος "περί διακανονισμού των μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος σχέσεων και περί της εφεξής λειτουργίας της Τραπέζης ταύτης", το ως άνω δε Ταμείο, με την από 9.5.1928 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της ως ανωτέρω Τράπεζας, μετονομάσθηκε και λειτούργησε ως κοινό "Ταμείο Αυτασφαλείας του Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, της Τραπέζης της Ελλάδος και της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης της Ελλάδος" ως αυτόνομος Οργανισμός, διοικούμενος σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού του.
Ακολούθως, με το ν.δ. 2626/1953 το Ταμείο αναδιοργανώθηκε ως ειδικό "Ταμείον Αυτασφαλίσεως Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης" και μετατράπηκε από νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Περαιτέρω, στην § 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 "Μεταρρύθμιση Συστήματος Κοινωνικές Ασφάλισης", όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε διαδοχικώς με τις διατάξεις της § 6 του άρθρου 35 του ν. 322012004, της § 7 του άρθρου 20 του ν. 3232/2004, της § 3 του άρθρου 63 του ν. 3513/2006 και της § 8 του άρθρου 138 του v. 3655/2008 και ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζεται ότι: "Οι αυτοτελείς κλάδοι ή Τομείς Πρόνοιας που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα, για τα οποία καταβάλλονται εισφορές μόνο από τους εργαζόμενους, δύναται να μετατρέπονται σε Ν.Π.Ι.Δ.
με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, μετά από αίτηση που υποβάλλει προς αυτούς το Διοικητικό Συμβούλιο κάθε Ταμείου. Κατά την ανωτέρω μετατροπή, η ακίνητη και κινητή περιουσία των υφιστάμενων ασφαλιστικών ταμείων περιέρχεται αυτοδίκαια στο νέο ΝΠΙΔ χωρίς την καταβολή φόρου μεταβίβασης....
Με την ίδια κοινή απόφαση εγκρίνεται και το καταστατικό του Ν.Π.Ι.Δ. Τα εν λόγω ταμεία με αποφάσεις των Διοικητικών τους Συμβουλίων, ύστερα από αναλογιστική μελέτη η οποία και υποβάλλεται προς έγκριση στους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, καθορίζουν το ύψος των παρεχόμενων εφάπαξ βοηθημάτων για τους ασφαλισμένους και τους συνταξιούχους τους, διασφαλίζοντας την αναλογιστική ισορροπία κάθε Ταμείου....
Το εφάπαξ βοήθημα των Ταμείων αυτών, καθώς και οι όροι χρηματοδότησης δύνανται να ανακαθορίζονται με απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από πρόταση των οργάνων διοίκησης των νέων Ταμείων και σύνταξη αναλογιστικής μελέτης, που υποβάλλεται στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και εγκρίνεται με την ίδια απόφαση...".
Κατ' επίκληση του πρώτου εδαφίου της ανωτέρω εξουσιοδοτικής διατάξεως εξεδόθη η Φ80000/30226/1366/14.1.2004 (ΦΕΚ Β' 27) κοινή απόφαση των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με την οποία το Ταμείο Αυτασφάλειας του Προσωπικού της ΕΤΕ μετατράπηκε σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, εγκρίθηκε η εκπονηθείσα το Δεκέμβριο του έτους 2003 αναλογιστική μελέτη του Ταμείου και, τέλος, εγκρίθηκε και το καταστατικό αυτού.
Περαιτέρω, κατ' επίκληση του ως άνω τελευταίου εδαφίου της ίδιας εξουσιοδοτικής διατάξεως της § 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002, εξεδόθη η Φ. 80000/35187/1180/19-12-2013 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας "Τροποποίηση του Καταστατικού του Ταμείου Αυτασφάλειας Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος": (ΦΕΚ Β' 3239/19-12-2013), με την οποία εγκρίθηκε η .με ημερομηνία 18-11-2013 αναλογιστική μελέτη και αντικαταστάθηκε, αφού υιοθετήθηκε η απόφαση 23/16-12-2013 του ΔΣ του ΤΑΠΕΤΕ, το άρθρο 7 του Καταστατικού του ΤΑΠΕΤΕ, στο οποίο καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της χορηγούμενης από το Ταμείο εφάπαξ παροχής και ορίστηκε ότι ο νέος τρόπος υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος εφαρμόζεται αναδρομικά και για όσους έχουν ήδη αποχωρήσει από την υπηρεσία από 3.1.2012 και δεν έχουν λάβει το σύνολο του βοηθήματος αυτού, ήτοι εφαρμόζεται:
α) Για όσους έχουν αποχωρήσει από την υπηρεσία από τις 3.1.2012 μέχρι την ημερομηνία λήψης της επίμαχης αποφάσεως του ΔΣ του Ταμείου (16.12.2013) και δεν έχουν λάβει το σύνολο της εφάπαξ παροχής και β) Για όσους θα αποχωρήσουν από την ως άνω ημερομηνία και στο εξής. Όπως συνάγεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις της § 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002, στους αυτοτελείς κλάδους ή Τομείς Πρόνοιας που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα, για τα οποία καταβάλλονται εισφορές μόνο από τους εργαζόμενους (όπως είναι και το αναιρεσείον ΝΠΙΔ ΤΑΠΕΤΕ), παρέχεται μεν η δυνατότητα μεταβολής του τρόπου υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγούν στους ασφαλισμένους τους, αποφασιστική όμως αρμοδιότητα επί του ζητήματος τούτου έχουν οι αναφερόμενοι στη διάταξη Υπουργοί που εκδίδουν τη σχετική εγκριτική απόφαση (ΚΥΑ) και όχι το προτείνον προς αυτούς ΔΣ του Ταμείου, του οποίου η απόφαση επί του θέματος έχει γνωμοδοτικό χαρακτήρα (κατά το νόμο "πρόταση") και συνεπώς, χωρίς τη σχετική εγκριτική Υπουργική απόφαση είναι ανίσχυρη.
Εξάλλου, από τις διατάξεις του Συντάγματος περί διακρίσεως των εξουσιών (άρθρο 26) και περί παροχής στα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως (άρθρο 43) συνάγεται ότι δεν είναι επιτρεπτή η αναδρομική κανονιστική ρύθμιση εφόσον τούτο δεν προβλέπεται ρητώς στην εξουσιοδοτική διάταξη (Ολομ.ΣτΕ 1210/2010).
Εν προκειμένω, η ως άνω διάταξη της § 20 εδ. τελ. του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 δεν παρέχει ρητή εξουσιοδότηση στους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων να ανακαθορίζουν αναδρομικώς το ύψος του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγούν τα ως άνω νομικά πρόσωπα και επομένως και το Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος.
Με το δεδομένο αυτό, η Φ.80000/35187/1180/19-12-2013 κοινή υπουργική απόφαση, που εκδόθηκε κατ' επίκληση της ως άνω διατάξεως, ως προς το μέρος της με το οποίο ανακαθορίζεται αναδρομικώς το απονεμόμενο από το Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος εφάπαξ βοήθημα και ορίζεται ειδικότερα ότι ο νέος τρόπος υπολογισμού της εφάπαξ παροχής εφαρμόζεται και για όσους έχουν αποχωρήσει από την υπηρεσία από τις 3.1.2012 μέχρι την ημερομηνία λήψεως της επίμαχης αποφάσεως του ΔΣ του Ταμείου (16.12.2013) και δεν έχουν λάβει το σύνολο της εφάπαξ παροχής, δεν είναι νόμιμη, αφού εκδόθηκε χωρίς σχετικό εξουσιοδοτικό έρεισμα.
Επομένως είναι άκυρη και δεν ισχύει έναντι εκείνων που εμπίπτουν στην αναδρομική περίοδο, ήτοι έχουν αποχωρήσει από την υπηρεσία της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος λόγω συνταξιοδοτήσεως από τις 3.1.2012 μέχρι την ημερομηνία λήψεως της 23/16-12-2013 αποφάσεως του ΔΣ του ΤΑΠΕΤΕ και δεν έχουν λάβει το σύνολο της εφάπαξ παροχής, οι οποίοι ούτω εξακολουθούν να υπάγονται στην προηγούμενη ρύθμιση.
Ήδη με την απόφαση 1530/2018 του ΣτΕ, η ως άνω ΚΥΑ κρίθηκε μη νόμιμη ως προς την άνω αναδρομική της ρήτρα (ΑΠ 829/2022, ΑΠ 416/2022, ΑΠ 1479/2021). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του προέβη στην προαναφερθείσα απορριπτική της εφέσεως του αναιρεσείοντος κρίση του, δεχόμενο ως προς τις κρίσιμες παραδοχές, που αφορούν τους προβαλλόμενους αναιρετικούς λόγους, τα εξής: "Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι είναι συνταξιούχοι πρώην υπάλληλοι της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", στην οποία προσέφεραν τις υπηρεσίες τους από την πρόσληψή τους έως και την αποχώρησή τους, έχοντας συμπληρώσει τις προϋποθέσεις λήψης πλήρους σύνταξης γήρατος και δη, προσέφεραν τις υπηρεσίες τους,.......η Κ.
Κ. από 17.1.1980 έως 14.2.2012(7η εφεσίβλητη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) και ο Δ. Χ. από 10.1..1977 έως 2.4.2012 (8 ος εφεσίβλητος και ήδη 2ος αναιρεσίβλητος)..... ως λογιστικοί υπάλληλοι....... Κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας τους στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, για τον κλάδο πρόνοιας ήταν ασφαλισμένοι στο εναγόμενο και ήδη εκκαλούν ταμείο με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΥΤΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΤΑΠ-ΕΤΕ)", καταβάλλοντας καθ' όλο το χρονικό διάστημα της εργασίας τους, τις αναλογούσες στους ίδιους εισφορές υπέρ του ταμείου και συνεπώς σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κανονισμού του τελευταίου, ετύγχαναν δικαιούχοι της προβλεπόμενης σε αυτόν εφάπαξ παροχής, η οποία υπολογιζόταν με τον τρόπο που προβλεπόταν στο άρθρο 7 του Κανονισμού και την οποία το εκκαλούν ταμείο ήταν υποχρεωμένο να τους καταβάλει εντός τριμήνου και κατ' ανώτατο όριο εντός εξαμήνου από την έξοδό τους από την υπηρεσία κατά το άρθρο 12 του Κανονισμού.
Πλην όμως το εκκαλούν δεν τους κατέβαλε το σύνολο της εφάπαξ παροχής παρά μόνο κάποιες τμηματικές καταβολές έναντι, ενώ στις 19.12.2013 δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ η Φ.80000/35187/Ι 180/19.12.2013 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, η οποία εκδόθηκε κατ' επίκληση της παρ. 20 του άρθρου 6 του Ν. 3029/2002, με την οποία εγκρίθηκε η αναλογιστική μελέτη που είχε ανατεθεί από το εκκαλούν ταμείο, σύμφωνα με τις προβλέψεις του Κανονισμού του, στην εταιρεία ERNST & YOUNG", αντικαταστάθηκε το άρθρο 7 του Κανονισμού και ορίσθηκε νέος τρόπος υπολογισμού της εφάπαξ παροχής, ο οποίος όμως οδηγούσε σε μείωση της παροχής αυτής, σε σχέση με το προϊσχύσαν καθεστώς, ενώ με την ανωτέρω ΚΥΑ ορίσθηκε ότι ο νέος τρόπος υπολογισμού εφαρμόζεται και για όσους έχουν αποχωρήσει από την υπηρεσία από τις 3.1.2012 μέχρι την ημερομηνία λήψης της σχετικής απόφασης του ΔΣ του Ταμείου (16.12.2013) και δεν έχουν λάβει το σύνολο της εφάπαξ παροχής.
Δηλαδή, το ρυθμιστικό πλαίσιο καταλάμβανε αναδρομικά και τους εφεσιβλήτους, μειώνοντας σημαντικά το ποσό της εφάπαξ παροχής τους. Ακολούθως, όμως, η ανωτέρω ΚΥΑ ακυρώθηκε με την υπ' αριθ. 1530/2018 απόφαση του ΣΤΕ, κατά το μέρος που αυτή προβλέπεται ότι εφαρμόζεται αναδρομικά και για όσους έχουν ήδη αποχωρήσει από την υπηρεσία από 3.1.2012 και δεν έχουν λάβει το σύνολο της παροχής, αφού προηγουμένως κρίθηκε ότι "από τις διατάξεις του Συντάγματος περί διακρίσεως των εξουσιών (άρθρο 26) και περί παροχής στα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως (άρθρο 43) συνάγεται ότι δεν είναι επιτρεπτή η αναδρομική κανονιστική ρύθμιση εφόσον τούτο δεν προβλέπεται ρητώς στην εξουσιοδοτική διάταξη...εν προκειμένω, η...διάταξη της παρ. 20 του άρθρου 6 του Ν. 3029/2002 δεν παρέχει εξουσιοδότηση στους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων να ανακαθορίζουν αναδρομικώς το ύψος του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγεί το Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της ΕτΕ.
Με το δεδομένο αυτό, η προσβαλλόμενη ΚΥΑ, που εκδόθηκε κατ' επίκληση της ως άνω διατάξεως, ως προς το μέρος της με το οποίο ανακαθορίζεται αναδρομικώς το απονεμόμενο από το Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της ΕτΕ, εφάπαξ βοήθημα και ορίζεται ειδικότερα ότι o νέος τρόπος υπολογισμού της εφάπαξ παροχής εφαρμόζεται και για όσους έχουν αποχωρήσει από την υπηρεσία από τις 3.1.2012 μέχρι και την ημερομηνία λήψεως της αποφάσεως του ΔΣ του Ταμείου (16.12.2013) και δεν έχουν λάβει το σύνολο της εφάπαξ παροχής...
δεν είναι νόμιμη, αφού εκδόθηκε χωρίς σχετικό εξουσιοδοτικό έρεισμα". Ακολούθως όμως το εκκαλούν με τον δεύτερο λόγο της εφέσεώς του, ισχυρίζεται ότι η ανωτέρω απόφαση του ΣΤΕ και η με αυτήν, λόγω τυπικής παραλείψεως, ακύρωση της ανωτέρω ΚΥΑ, δεν επηρεάζει την επίδικη ιδιωτικής φύσεως διαφορά, αφού η απόφαση της ανωτέρω ΚΥΑ, δεν επηρεάζει την επίδικη ιδιωτικής φύσεως διαφορά, αφού η απόφαση της Συν. 23/16.12.2013 του ΔΣ του Ταμείου περί τροποποίησης του άρθρου 7 του Κανονισμού, όσον αφορά στον τρόπο υπολογισμού της εφάπαξ παροχής, είναι καθ' όλα νόμιμη.
Και αυτό διότι για τη λήψη αυτής της απόφασης, τηρήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 6 του Ν. 3029/2002, ήτοι η εκπόνηση αναλογιστικής μελέτης, η έγκρισή της από την Αναλογιστική Αρχή, η με βάση τις παραδοχές της αναλογιστικής μελέτης ανακαθορισμός της εφάπαξ παροχής συμπεριλαμβανομένων και των αποχωρησάντων προ της 19.12.2013, ήτοι και των εναγόντων και ήδη εφεσιβλήτων συνταξιούχων στους οποίους γίνεται ρητή αναφορά στον ως άνω νόμο, απόφαση όμως που ουδέποτε προσβλήθηκε από οποιονδήποτε, έχοντας έτσι καταστεί πλέον απρόσβλητη λόγω της άπρακτης παρέλευσης της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας από τη λήψη της, με περαιτέρω συνέπεια η αγωγή να έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη και όχι να απορριφθεί η ένσταση του άρθρου 101 ΑΚ, που νομίμως προέβαλε, ως μη νόμιμη, όπως έκρινε η εκκαλουμένη απόφαση.
Ωστόσο, ο λόγος αυτός της εφέσεως κρίνεται απορριπτέος. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 20 του Ν. 3029/2002, όπως αυτό αναφέρθηκε στην ανωτέρω νομική σκέψη, την αποφασιστική, επί του επιδίκου ζητήματος της αναδρομικής μεταβολής του τρόπου υπολογισμού της εφάπαξ παροχής αρμοδιότητα, την είχαν οι ανωτέρω συναρμόδιοι υπουργοί, ενώ η επικαλούμενη απόφαση του ΔΣ (από προφανή παραδρομή αναγράφεται Σ) του εκκαλούντος είχε απλώς γνωμοδοτικό χαρακτήρα.
Το γεγονός άλλωστε αυτό, προκύπτει και από τον Κανονισμό του εκκαλούντος, o οποίος στο άρθρο 13 παρ. 1 αναφέρει ότι "ο παρών Κανονισμός τροποποιείται με απόφαση του ΔΣ λαμβανομένη με πλειοψηφία 6 εκ των μελών αυτού μεταξύ των οποίων ο Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος. Εάν η τροποποίηση αφορά τα άρθρα 4, 7, 8, 9 και 10 του παρόντος, απαιτείται να προηγείται η εκπόνηση σχετικής αναλογιστικής μελέτης από την οποία να προκύπτει ότι μετά την τροποποίηση εξασφαλίζεται η αναλογιστική ισορροπία του Ταμείου", ενώ στις τελικές διατάξεις του Κανονισμού, υπό το στοιχείο
ΙΙ αναγράφεται ότι: "Η εφάπαξ παροχή δύναται να ανακαθορίζεται με απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων μετά από πρόταση της Διοίκησης του Ταμείου και σύνταξη αναλογιστικής μελέτης που υποβάλλεται στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και εγκρίνεται με την ίδια απόφαση.
Αναλογιστική μελέτη εκπονείται υποχρεωτικά από το ταμείο ανά δύο χρόνια για την διαπίστωση της οικονομικής πορείας του". Το εκκαλούν δε, εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις με την επικαλούμενη υπ' αριθ. 23/16.12.2013 απόφαση του ΔΣ, συνοδευόμενη από την σχετική αναλογιστική μελέτη, υπέβαλε πρόταση για ανακαθορισμό της εφάπαξ παροχής που χορηγεί στους ασφαλισμένους του.
Εν όψει των ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι το εκκαλούν είναι ενταγμένο στο συμβατικό καθεστώς επικουρικής κοινωνικής ασφαλίσεως με σκοπό την παροχή επαγγελματικής ασφαλιστικής προστασίας πέραν από εκείνη που παρέχει η υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση και λειτουργεί, ουσιαστικά, υπό την εποπτεία του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και τον έλεγχο της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής ως προς την οικονομική λειτουργία και τη βιωσιμότητά του.
Στα πλαίσια του καθεστώτος λειτουργίας του, για τη χορήγηση των εφάπαξ παροχών και τη διακύμανση του ύψους αυτών, θεσπίσθηκε μία σύνθετη διοικητική διαδικασία για την οποία καθοριστική αρμοδιότητα έχει η απόφαση - έγκριση των αρμοδίων υπουργών, η οποία λαμβάνεται κατόπιν εκπόνησης της αναλογιστικής μελέτης και της γνώμης - πρότασης του ΔΣ του Ταμείου, η οποία ως τέτοια δεν υπόκειται στην ακυρωτική αγωγή του άρθρου 101 ΑΚ, όπως εσφαλμένα και νομικά αβάσιμα ισχυρίζεται το εκκαλούν, με το σχετικό λόγο της εφέσεώς του.
Επομένως ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, που επιτρεπτά αντικαθίσταται από το παρόν Δικαστήριο κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ, απέρριψε την σχετική ένσταση του εκκαλούντος. Ακολούθως αποδείχθηκε ότι το εκκαλούν, εν όψει της ακύρωσης της ανωτέρω ΚΥΑ ως προς την αναδρομική μεταβολή του τρόπου υπολογισμού της εφάπαξ παροχής, υποχρεούται να καταβάλει στους εφεσιβλήτους την εφάπαξ παροχή στο ύψος που είχε πριν τις αναδρομικές περικοπές, ήτοι την εφάπαξ παροχή με τον τρόπο υπολογισμού που προβλεπόταν στο άρθρο 7 του Κανονισμού του Ταμείου, όπως αυτό ίσχυε πριν από την ημερομηνία αποχώρησης εκάστου από την υπηρεσία της ΕτΕ, ήτοι προ της από 19.12.2013 τροποποίησής του με την ανωτέρω ΚΥΑ, αφαιρουμένων των καταβολών που είχαν ήδη γίνει για την αιτία αυτή, ήτοι υποχρεούται να καταβάλει στους εφεσιβλήτους (7η και 8ο νυν αναιρεσιβλήτους) τα χρηματικά ποσά.....
των 30.977,77 και 37.485,39,... ευρώ αντίστοιχα, ποσά τα οποία και επιδικάσθηκαν με την εκκαλουμένη απόφαση. Τονίζεται δε, ότι ο τρόπος υπολογισμού και το τελικό ύψος των ποσών αυτών επιβεβαιώνεται από τις βεβαιώσεις του Διευθυντή του Ταμείου, στις οποίες αναγράφεται ότι τα ανωτέρω ποσά είναι αυτά που δικαιούνται οι εφεσίβλητοι σύμφωνα με το άρθρο 7 του Κανονισμού όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με την ανωτέρω ΚΥΑ.
Επομένως η εκκαλουμένη απόφαση δεν έσφαλε ως προς τον τρόπο υπολογισμού των εφάπαξ παροχών και ορθά εκτίμησε τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα - έγγραφα, απορριπτομένου του έκτου λόγου εφέσεως ως κατ' ουσίαν αβασίμου.
Με την εν λόγω υπό τις ως άνω παραδοχές κρίση του, το Μονομελές Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 6 παρ.2 Ν. 3029/2002, αφού συμφώνως προς τα ανωτέρω, η προαναφερόμενη Κ.Υ.Α., καθ' ο μέρος κατελάμβανε αναδρομικώς και τους έχοντες αποχωρήσει από 3-1-2012, είχε εκδοθεί καθ' υπέρβαση της οικείας νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως και κατά τούτο ήταν άκυρη. Επομένως η έβδομη και ο όγδοος των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων , οι οποία είχαν αποχωρήσει κατά το αναδρομικώς καταλαμβανόμενο από την Κ.Υ.Α. χρονικό διάστημα, δικαιούνταν τη διαφορά, ποσού 30.977,77 και 37.485,39 ευρώ αντίστοιχα, μεταξύ της πλήρους και της καταβληθείσας εφ' άπαξ παροχής.
Συνεπώς οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, που κρίνονται ενιαίως και με τους οποίους προσάπτεται η αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Το άρθρο 346 του ΑΚ, που όριζε ότι "ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος", αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4055/2012, που ισχύει, κατά το άρθρο 113 του νόμου αυτού, από 2-4-2012, κατά το οποίο: "Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας).
Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από το νόμο ή με δικαιοπραξία. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει, εάν πριν από τη συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβασθεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αντιστοίχως.
Με αίτημα του εναγομένου το δικαστήριο δύναται κατ` εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας. Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ` εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενες απαιτήσεις. Από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης που επιδικάζει εντόκως χρηματική οφειλή ή απορρίπτει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας.
Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο". Σύμφωνα με τη νέα αυτή ρύθμιση, η οποία πρόκειται για διάταξη αναγκαστικού δικαίου και μόνη προϋπόθεση έχει την επίδοση της αγωγής, ανεξαρτήτως υπερημερίας, αυξάνεται το ποσοστό των τόκων επιδικίας, προκειμένου να περιοριστούν η φιλοδικία και η άσκοπη απασχόληση των δικαστηρίων από δικαστικούς αγώνες που δεν έχουν ουσία, ενώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο οφειλέτης που, μεταξύ των άλλων, πριν από τη συζήτηση της αγωγής, αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβασθεί εξωδίκως.
Αν μάλιστα εμμένει να αντιδικεί, μολονότι ηττήθηκε πρωτοδίκως διακινδυνεύει περαιτέρω αύξηση του επιτοκίου επιδικίας, γι` αυτό και εδώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο διάδικος που ηττήθηκε, αν αποδεχθεί την οριστική απόφαση και τερματίσει την αντιδικία. Η εξαίρεση που προβλέπεται επιτρέπει στο δικαστή να σταθμίσει εκείνες τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος ευλόγως αντιδικεί, επειδή πρόκειται για απαίτηση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης (π.χ.
ηθική βλάβη) ή επειδή προβάλλει ένσταση συμψηφισμού (βλ. αιτιολογική έκθεση ν. 4055/2012). Έτσι, ο νόμιμος τόκος, μετά την επίδοση της αγωγής είναι πλέον ο (αυξημένος) τόκος επιδικίας. Σημειώνεται ότι δεν απαιτείται ρητή μνεία γι` αυτό στη δικαστική απόφαση, ενώ, αντίθετα, απαιτείται ρητή αναφορά σ` αυτήν, όταν το δικαστήριο κατ` εξαίρεση επιδικάζει την απαίτηση με το νόμιμο ή το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας.
Με βάση τα ανωτέρω, η επιδίκαση του τόκου υπερημερίας, κατά τη σαφή πρόθεση του νομοθέτη, επιδικάζεται μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο οφειλέτης χρηματικής απαίτησης ευλόγως αντιδικεί, δεδομένου ότι μοναδικό κριτήριο για την εξαίρεση από την επιδίκαση τόκου επιδικίας είναι το εύλογο ή όχι της αντιδικίας (ΑΠ 416/2022, ΑΠ 553/2019, 1114/2018, 1207/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, κατ` εκτίμηση εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, παραπονείται, το μεν (1ος λόγος) ότι το Εφετείο κατ` εσφαλμένη ερμηνεία εφάρμοσε το άρθρο 346 ΑΚ, ενώ έπρεπε, όπως παραδεκτά ζήτησε, κατ` εφαρμογή των άρθρων 345 & 342 ΑΚ να μην επιδικάσει τόκους υπερημερίας, διότι, ενόψει της ισχύος της επίμαχης ΚΥΑ πριν την ακύρωσή της με την υπ`αριθ.1530/2018 απόφαση του ΣτΕ δεν υπήρχε νομική δυνατότητα εξοφλήσεως, καθότι θα διέπραττε ποινικό αδίκημα, αποκλειομένης ούτω της επέλευσης υπερημερίας του, το δε (2ος λόγος) ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε την ΑΚ 346, διότι κατά το άρθρο 7 § 5 του Κανονισμού του που έχει δικαιοπρακτική ισχύ, για τυχόν μη έγκαιρη καταβολή της εφάπαξ παροχής αποκλείεται η υποχρέωση του Ταμείου για την καταβολή τόκων ή οποιασδήποτε άλλης αποζημίωσης.
Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, αφού η διάταξη του άρθρου 346 ΑΚ είναι αναγκαστικού δικαίου και μόνη προϋπόθεση για την εφαρμογή της είναι η επίδοση της αγωγής ανεξαρτήτως υπερημερίας, το δε αναιρεσείον δεν ισχυρίζεται αλλά ούτε και προκύπτει από το δικόγραφο της έφεσης ότι υπέβαλε ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου με σχετικό λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο έφεσης ισχυρισμό με αίτημα για επιδίκαση κατ` εξαίρεση της απαίτησης με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας, λαμβάνοντας υπόψη ότι το αναιρεσείον είχε ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, και η δημοσίευση της αποφάσεως 1530/2018 του ΣτΕ, με την οποία ακυρώθηκε η υπ' αριθμ.
Φ.80000/35187/1180/19-12-2013 ΚΥΑ (που επικύρωσε την τροποποίηση του Κανονισμού του αναιρεσείοντος ως προς τον τρόπο υπολογισμού της εφάπαξ παροχής), έλαβε χώρα στις 16-7-2018, δηλαδή ένα έτος και πλέον πριν από την κατάθεση της στις 25-11-2019 της από 22-11-2019 έφεσης. Επίσης το άρθρο 7 παρ.5 του Κανονισμού του αναιρεσείοντος αναφέρεται στον τρόπο υπολογισμού της χορηγούμενης από το Ταμείο εφάπαξ παροχής και όχι σε τόκους επιδικίας, όπως αβάσιμα επικαλείται το αναιρεσείον.
Επομένως, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 346 ΑΚ, ενώ ορθά δεν εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 345 και 342 ΑΚ , οι δε πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν, πλην άλλων, η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται, ακόμη, οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου (ΟλΑΠ 62/1990, AΠ 563/2003).
Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος του (ΑΠ 385/2010, 381/2009). Μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος κατ' άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνον αν τούτο μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιπτώσεις ως λ.χ.
και όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος. Έλλειψη, όμως, συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας (διαχείρισης) αυτός μπορεί να αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση και δη προφανής των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΟλΑΠ 5/2011, ΑΠ 535/2015 και 1742/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με τον τρίτο λόγο της έφεσης δέχτηκε τα ακόλουθα : "Με τον τρίτο λόγο της εφέσεώς του, το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένα απέρριψε ως μη νόμιμη και άνευ επαρκούς αιτιολογίας την υπόβληθείσα από το ίδιο ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος ως δήθεν θεμελιούμενης μόνο σε δυσμενείς για το Ταμείο επιπτώσεις και όχι στο σύνολο των ασφαλισμένων που προσδοκούν την λήψη αξιοπρεπούς εφ' άπαξ παροχής, αφού το εκκαλούν Ταμείο είναι ΝΠΙΔ μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα που διανέμει εκ του κεφαλαίου του παροχές στους δικαιούχους, εάν δε, θιγεί το κεφάλαιό του αυτό, είναι προφανές ότι θίγεται το σύνολο των ασφαλισμένων του.
Επομένως, όπως ισχυρίζεται περαιτέρω το εκκαλούν, το δικαίωμα των εφεσιβλήτων ασκείται όλως καταχρηστικώς, αφού η απαίτηση των εφεσιβλήτων για την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους θα οδηγήσει στην απώλεια από το ενεργητικό του ταμείου ιδιαίτερα μεγάλου ποσού και μάλιστα κατά παρέκκλιση της αρχής της αλληλεγγύης των γενεών και σε βάρος των νεότερων συναδέλφων εν ενεργεία που στήριξαν την είσπραξη από αυτούς ποσών που ήδη έχουν λάβει βάσει του νέου κανονισμού είναι προφανές ότι παρίσταται ως αμιγώς καταχρηστική άσκηση του δικαιώματός τους.
Ο λόγος αυτός εφέσεως είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, αφού το εκκαλούν προς θεμελίωση της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ, δεν επικαλείται στοιχεία συμπεριφοράς των εναγόντων και ήδη εφεσιβλήτων από τα οποία να προκύπτει ότι αυτοί του δημιούργησαν την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσουν το δικαίωμά τους, ούτε όμως επικαλείται περιστατικά συμπεριφοράς των τελευταίων που δύναται να εκτιμηθούν ως προφανή υπέρβαση των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματός τους.
Αντιθέτως, από τους σχετικούς ισχυρισμούς του εκκαλούντος και δη από το γεγονός ότι το τελευταίο αναλίσκεται στην αναφορά και μόνο των δυσμενών γι' αυτό συνεπειών, χωρίς ουδεμία συγκεκριμένη αιτίαση για τη συμπεριφορά των εναγόντων και ήδη εφεσιβλήτων, καθίσταται σαφές ότι οι τελευταίοι με την αγωγή τους απλώς αποφάσισαν να διεκδικήσουν τη νόμιμη εφάπαξ παροχή που δικαιούνταν, στο ύψος που αυτή προβλεπόταν από το καταστατικό του ταμείου προ της συνταξιοδοτήσεώς τους, γεγονός όμως, που αποτελούσε δικαίωμά τους, συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας τους, τον τρόπο της οποίας (διαχειρίσεως) αυτοί μόνο μπορούσαν να αποφασίσουν, χωρίς να δύναται να αποτελέσει η ενέργειά τους αυτή και μόνο κατάχρηση δικαιώματος κατ' άρθρο 281 ΑΚ, ακόμα και αν αυτό επέφερε βλάβη έστω και μεγάλη στο εκκαλούν ταμείο, όπως το τελευταίο τονίζει με την σχετική ένστασή του.
Επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση που έκρινε ομοίως, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος ως μη νομίμους με την αιτιολογία που εκτέθηκε ανωτέρω δεν έσφαλε, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εκκαλούν". Με αυτά, που δέχτηκε το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποίαν, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν προηγουμένως, ορθά ερμήνευσε και δεν υπέπεσε, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του πέμπτου λόγου της αίτησης, καθόσον παραλείπεται η αναφορά του αριθμού του αναιρετικού λόγου, στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Κατόπιν αυτών και μη προβαλλομένου άλλου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, λόγω της ήττας του, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-9-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 4539/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, ποσού χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Μαρτίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαρτίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ