Legislator Case Law & Legislation
375/2021 AI generated

375/2021 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 375/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Μαρία Βάρκα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

375/2021 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ένδικη αίτηση αναίρεσης, έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου (άρθρ. 495 § 1ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρ. 564 § 3 ΚΠολΔ). Ωσαύτως, έχει κατατεθεί από την αναιρεσείουσα το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 §3 ΚΠολΔ παράβολο.

Keywords

AI generated
offences against public transport traffic violation driving while unfit to drive minor traffic violation illegal overtaking manoeuvre red light violation
AI generated
1271/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-4-2003 αγωγή της ήδη 1ης αναιρεσιβλήτου και την από 5-1-2004 παρεμπίπτουσα περί αναγωγής αγωγής της 2ης αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 654/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3506/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 10-11-2006 αίτησή του.
1465/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3284/24-3-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:752/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3723/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί οι αναιρεσείοντες με την από 5-3-2011 αίτησή τους.
762/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθμό έκθ. κατάθεσης 5112/11-2-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10755/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 758/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9 Μαΐου 2005 αίτησή τους και τους από 31 Αυγούστου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής.
406/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/3/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4955/2005 μη οριστική και 2152/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4009/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25/2/2009 αίτησή του.
1744/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Μαρτίου 2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2056/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 281/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10 Μαϊου 2006 αίτησή της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 375 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 375/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Μαρία Βάρκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη Ν. Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Καμβύση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. χας Λ. - Μ. Μ., το γένος Ι. Κ., 2) Ε. Μ. του Λ. - Μ., συζ. Ζ. Γ., 3) Ζ. Γ. του Ε., 4) Μ. - Χ. Μ. του Λ. - Μ., συζ. Χ. Κ., για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας από κοινού με τον Χ. Κ. του Α. τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους α. Α. Κ. του Χ. και β. Α. Κ. του Χ., 5) Χ. Κ. του Α., για τον εαυτό του ατομικά και ως ασκούντος από κοινού με την Μ. - Χ. Μ. του Λ. - Μ. τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους α. Α. Κ. του Χ. και β. Α. Κ. του Χ., 6) Μ. Γ. του Ζ. και 7) Ε. Γ. του Ζ., κατοίκων ..., εκ των οποίων οι 1η έως και 6ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Κουτσουβέλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην ως άνω από 5-11-2020 δήλωση, καθώς και στις από 5-11-2020 κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε ότι οι Α. Κ. του Χ. και Α. Κ. του Χ., των οποίων ασκούσαν τη γονική μέριμνα οι γονείς τους Χ. Κ. και Μ. - Χ. Μ., ενηλικιώθηκαν, συνεχίζουν ατομικά τη δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο, ενώ ο 7ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-5-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 656/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4371/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-11-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση.

Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ' και δ' ΚΠολΔ που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ. β' του ιδίου κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που θα συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής, συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολιπόμενος ή μη νομίμως παριστάμενος, κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση, ή, είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση από την 7809ΣΤ/13-5-2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Α. Κ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "..." , προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 12-11-2018 αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 3-4-2020 επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον έβδομο αναιρεσίβλητο Ε. Γ. (με επίδοση στον Παναγιώτη Κουτσουβέλη, πληρεξούσιο δικηγόρο και εκ της δίκης νόμιμο αντίκλητο προς τον οποίο χωρεί επίδοση κατ'άρθρο 143 παρ.2 ΚΠολΔ), οπότε η συζήτηση αναβλήθηκε (οίκοθεν) με σχετική σημείωση στο πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (6-11-2020) και έλαβε αριθμό πινακίου 44, οπότε αυτός δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Πρέπει συνεπώς κατ' εφαρμογή των άνω διατάξεων να προχωρήσει η έρευνα της υποθέσεως σαν να ήταν και αυτός παρών.

Από τον συνδυασμό των άρθρων 127 ΑΚ και 63 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αυτός που συμπλήρωσε το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία και μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Επομένως, μετά την ενηλικίωση του μέχρι τούδε ανικάνου παραστάσεως στο δικαστήριο με το δικό του όνομα διαδίκου, παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του νομίμου αντιπροσώπου του (ήτοι των ασκούντων, κατ' άρθρο 1510 ΑΚ, την γονική μέριμνα αυτού γονέων του) και χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης, κατ' άρθρο 286 ΚΠολΔ, συνεχίζεται η διαδικασία, με την συμμετοχή του ενηλίκου διαδίκου όπως στην προκειμένη υπόθεση κατά τα παρακάτω αναφερόμενα, σχετικά με τα εκπροσωπούμενα από τους 4ο και 5ο αναιρεσιβλήτους ανήλικα τέκνα τους, τα οποία ενηλικιώθηκαν μετά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Αν δε η ενηλικίωση αυτού έλαβε χώρα μετά την έκδοση της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής πρέπει να ασκείται από αυτόν ή κατ' αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, οι αναιρεσίβλητες Α.

Κ. του Χ. και Α. Κ. του Χ., των οποίων τη γονική μέριμνα ασκούσαν από κοινού η μητέρα τους Μ.-Χ. Μ. και Χ. Κ. του Α., δήλωσαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους στο ακροατήριο, ότι ενηλικιώθηκαν και ότι συνεχίζουν ατομικά τη δίκη στο όνομά τους. Εξάλλου, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτά επισκοπούνται για τις ανάγκες έρευνας της ικανότητας παράστασης στο Δικαστήριο των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 63 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι αυτές γεννήθηκαν στις 24-4-2001 (βλ.

το υπ' αρ. 2894/30-10-2020 ειδικό πληρεξούσιο της συμβ/φου Αθηνών, Φ. Σ.) και ότι συνεπώς ενηλικιώθηκαν στις 24-4-2019, δηλαδή μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (6-9-2018) και την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Επομένως, μετά την ενηλικίωσή τους, έπαυσε αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία των γονέων τους και νομίμως παρίστανται στο Δικαστήριο με το δικό τους όνομα και όχι διά των ως άνω νομίμου αντιπροσώπων γονέων τους.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου, οι ενηλικιωθείσες ως άνω αναιρεσίβλητες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο, ότι αυτές ενηλικιώθηκαν και ότι συνεχίζουν τη δίκη ατομικά ως δικαιούχοι διάδικοι.

Την δήλωση αυτή επαναλαμβάνουν και με τις προτάσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Επομένως, νομίμως η δίκη συνεχίζεται πλέον στο όνομά τους.

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης, έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου (άρθρ. 495 § 1ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρ. 564 § 3 ΚΠολΔ). Ωσαύτως, έχει κατατεθεί από την αναιρεσείουσα το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 §3 ΚΠολΔ παράβολο.

Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 553 § 1β, 556, 558, 564, 566 παρ 1 και 577 ΚπολΔ, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Με την κρινόμενη από 12 Νοεμβρίου 2018 (γεν. αριθμ.καταθ. 10326/2018, ειδ. αριθμ. κατ. 842/2018) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, υπ` αριθμ. 4371/2018 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της εκκαλούσας ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας κατά των αναιρεσιβλήτων και της υπ'αριθμ. 656/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων με την διαδικασία αυτοκινήτων. Ειδικότερα, η ως άνω οριστική απόφαση, αφού δέχθηκε ότι η ένδικη σύγκρουση οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της οδηγού του ασφαλισμένου στην εναγόμενη- ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία αυτοκινήτου, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή των εναγόντων ήδη αναιρεσιβλήτων και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας να καταβάλει τα επακριβώς αναφερόμενα χρηματικά ποσά στον καθένα από τους ενάγοντες ως χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν από το θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς τους Λ.-Μ. Μ., συνεπεία του ένδικου τροχαίου ατυχήματος.

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει, αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 7/2006, ΑΠ 1299/2009).

Κατά δε την διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος για αναίρεση απόφασης, επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές συμπεράσματος, γιατί το δικαστήριο προβαίνει στην κρίση του αυτή, ανέλεγκτα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για τον λόγο αυτόν είναι αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Ωσαύτως, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον ουσιώδη ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 2166/2009).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή την δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.

Αντίθετα, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Επίσης οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ.

για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Α.Π. 1591/2014, Α.Π. 76/2014, Α.Π. 2181/2013). Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς τον βαθμό την βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.

αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 1591/2014, Α.Π. 1715/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, σε σχέση με τις συνθήκες ατυχήματος και τον θανάσιμο τραυματισμό του Λ.-Μ. Μ. δέχθηκε, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 30 Δεκεμβρίου του έτους 2015 και περί ώρα 10.50', ο Λ.

Μ. Μ. του Ι. βρισκόταν πεζός στο δεξιό πεζοδρόμιο, σε σχέση με την επιτρεπόμενη κίνηση των οχημάτων προς Αθήνα, της λεωφόρου Μεσογείων στην περιοχή της Αγίας Παρασκευής Αττικής, και συγκεκριμένα στο ύψος του οικοδομικού αριθμού 523, προτιθέμενος να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της ανωτέρω λεωφόρου για να φτάσει στη διαχωριστική νησίδα, η οποία χωρίζει τα δύο ρεύματα της λεωφόρου Μεσογείων.

Η λεωφόρος Μεσογείων είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης, τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας χωρίζονται με διαχωριστική νησίδα πλάτους 3,5 μέτρων, το οδόστρωμα του ρεύματος κυκλοφορίας προς Αθήνα στο ύψος του οικοδομικού αριθμού 523 έχει πλάτος 14 μέτρα με 4 λωρίδες κυκλοφορίας και στο σημείο του ενδίκου ατυχήματος εμφανίζει αριστερή καμπύλη με μικρή κλίση προς Αθήνα, υπάρχουν δε σε αυτήν διαγραμμιζόμενη διάβαση πεζών και φωτεινοί σηματοδότες.

Κατά τον αυτό ως άνω χρόνο το οδόστρωμα ήταν ξηρό, υπήρχε φυσικός φωτισμός ημέρας, επικρατούσε καλοκαιρία, η ορατότητα δεν περιοριζόταν, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αυξημένη και των πεζών αραιή, όπως όλα τα ανωτέρω αναφορικά με τις επικρατούσες συνθήκες αποδεικνύονται από τη συνταγείσα από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα έκθεση αυτοψίας.

Ο Μ.-Λ. Μ., ηλικίας τότε 85 ετών, ευρισκόμενος στο προαναφερόμενο ύψος της λεωφόρου Μεσογείων, και δεδομένου ότι ο φωτεινός σηματοδότης για τους πεζούς που τον αφορούσε, έδειχνε πράσινο φως, κατήλθε στο οδόστρωμα από το ανωτέρω σημείο και άρχισε να το διασχίζει κάθετα. Κατά τον χρόνο δε της καθόδου του στο οδόστρωμα ο φωτεινός σηματοδότης είχε ήδη ένδειξη πράσινου φωτός επί 3-4 δευτερόλεπτα.

Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι η διάρκεια που ο φωτεινός σηματοδότης για την διάβαση πεζών παραμένει στην πράσινη ένδειξη είναι οκτώ δευτερόλεπτα, ο δε ανωτέρω πεζός, λαμβανομένης υπόψη της ηλικίας του, χρειαζόταν 9,15 δευτερόλεπτα να διασχίσει την απόσταση των 14 μέτρων, αφού σύμφωνα με την πραγματογνωμοσύνη του πραγματογνώμονα - ερευνητή Ι.

Α., ένας άνδρας ηλικίας άνω των 70 ετών διασχίζει 1,53 μέτρα ανά δευτερόλεπτο. Ενώ έτσι είχαν οι συνθήκες στο προαναφερόμενο σημείο, ο Λ. - Μ. Μ., όταν η ένδειξη του φωτεινού σηματοδότη για τους πεζούς τράπηκε σε κόκκινη, δεν είχε προλάβει να διασχίσει όλο το πλάτος του οδοστρώματος αλλά μόνο τις δύο πρώτες λωρίδες κυκλοφορίας, πλάτους 7 μέτρων και ενώ ετοιμαζόταν να εισέλθει στην τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας (δεύτερη από αριστερά του ρεύματος) ο κινούμενος σε αυτήν Κ.

Μ. του Σ. με το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητό του, αντιλαμβανόμενος τον πεζό άνδρα να κινείται στην τροχιά του προέβη σε άμεση τροχοπέδηση και απέφυγε να παρασύρει τον πεζό. Περί του ότι ο ανωτέρω οδηγός κατά τον ανωτέρω χρόνο είχε πράσινο στην πορεία του αποδεικνύεται από την από 8 Ιανουαρίου 2016 προανακριτική του κατάθεση.

Έτσι, ο ανωτέρω ηλικιωμένος άνδρας διέσχισε με ασφάλεια και την τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας και εισήλθε στην τέταρτη λωρίδα κυκλοφορίας. Ωστόσο, κατά τον αυτό χρόνο, η Μ. Θ. οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα της λεωφόρου Μεσογείων το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, προερχόμενη από τον Σταυρό με κατεύθυνση προς Αθήνα.

Και ναι μεν πλησιάζοντας στο προαναφερόμενο σημείο, ο ευρισκόμενος στην πορεία της φωτεινός σηματοδότης, έδειχνε πράσινο σταθερό φως κυκλικής μορφής, το οποίο κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 στοιχ. α' εδ. α'του ΚΟΚ επιτρέπει στον οδηγό του οχήματος να προχωρεί κατευθείαν, πλην όμως λόγω έλλειψης της προσοχής και σύνεσης που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως και από ικανή απόσταση τον υπερήλικα πεζό που διέσχισε κάθετα το οδόστρωμα από δεξιά προς τα αριστερά ως προς την πορεία της, εκκινούμενος από το πεζοδρόμιο προς την διαχωριστική νησίδα και έχοντας κατά την έναρξη της κίνησής του ακόμη πράσινη για τους πεζούς σηματοδότηση, ο οποίος βαδίζοντας επί της διάβασης πεζών είχε φτάσει στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, μολονότι τούτο ήταν εφικτό, αν κατέβαλε την δέουσα προσοχή, δεδομένου ότι η ορατότητά της δεν περιοριζόταν, με αποτέλεσμα να μην μειώσει την ταχύτητά της, ούτε να ενεργήσει εγκαίρως και επιτυχώς τροχοπέδηση, παρά μόνον αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, αλλά παραταύτα να επιπέσει με το εμπρόσθιο και αριστερό τμήμα του οχήματός της στον πεζό, ρίχνοντάς τον στο οδόστρωμα και συγκεκριμένα εντός της αριστερής λωρίδας και κοντά στην διαχωριστική νησίδα.

Ωστόσο, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 στοιχείο α'εδ. Β' του ΚΟΚ, ο οδηγός υποχρεούται και αν ακόμη ο φωτεινός σηματόδοτης δείχνει πράσινο φώς, κινούμενος κατευθείαν μπροστά, να παραχωρεί προτεραιότητα σε πεζό που κινείται ακόμη από προηγούμενη σηματοδότηση, και ως εκ τούτου η Μ. Θ., η οποία κατά τα ανωτέρω κινείτο επί της λεωφόρου Μεσογείων με κατεύθυνση προς Αθήνα, όφειλε, παρά το γεγονός ότι ο φωτεινός σηματοδότης που διήλθε έδειχνε πράσινο φως, να παραχωρήσει προτεραιότητα στον πεζό να ολοκληρώσει την κάθετη διέλευση του εν λόγω ρεύματος, καθώς όπως αποδείχθηκε ο τελευταίος βάδιζε επί της οδού εκκινούμενος από προηγούμενη σηματοδότηση που του επέτρεπε την κίνηση αυτή.

Η κρίση ότι ο πεζός κατήλθε στο οδόστρωμα ενώ ο φωτεινός γι' αυτόν σηματοδότης είχε ένδειξη πράσινου φωτός, ενισχύεται εκ του γεγονότος ότι αυτός διέσχισε με ασφάλεια τις δύο πρώτες λωρίδες κυκλοφορίας του προαναφερόμενου ρεύματος, πλάτους 7 μέτρων, ενώ εάν είχε κατέλθει στο οδόστρωμα με κόκκινο, ενόψει της συνεχούς ροής οχημάτων και της αυξημένης κίνησης θα είχε παρασυρθεί από διερχόμενο όχημα (στις λωρίδες αυτές).

Μάλιστα η κάθετη διέλευση των δύο πρώτων λωρίδων κυκλοφορίας διήρκεσε τουλάχιστον 4,57 δευτερόλεπτα δεδομένου ότι άνδρας της ηλικίας του διασχίζει 1,53 μέτρα ανά δευτερόλεπτο σύμφωνα με τα προεκτεθέντα (7 μέτρα το πλάτος των δύο λωρίδων δια 1,53 μέτρα ανά δευτερόλεπτο). Από την άλλη πλευρά, η αμέλεια της οδηγού του Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου επιτείνεται εκ του ότι αυτή είχε απεριόριστη ορατότητα κατά την κίνησή της και ενόψει της ταχύτητάς της που ανερχόταν περίπου σε 60 χιλιόμετρα ανά ώρα είχε το χρονικό περιθώριο να αντιληφθεί τον πεζό ήδη κατά την κάθοδό του στο οδόστρωμα, ευρισκόμενη σε μεγάλη απόσταση από αυτόν αφού η κάθετη διέλευση αυτού αναφορικά με τις τρεις λωρίδες που διέσχισε με ασφάλεια διήρκεσε περίπου 6,8 δευτερόλεπτα (10.50 μέτρα το πλάτος των τριών λωρίδων κυκλοφορίας δια 1,53 μέτρα ανά δευτερόλεπτο).

Άλλωστε, όπως ήδη σημειώθηκε, ο εκ δεξιών της κινούμενος Κ. Μ. του Σ., αντιλήφθηκε έγκαιρα τον πεζό άνδρα και προέβη σε επιτυχή τροχοπέδηση. Με βάση όλα τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, η οποία δεν κατέβαλε την προσοχή και επιμέλεια ενός μέσου συνετού οδηγού κατά την οδήγηση του προαναφερόμενου αυτοκινήτου, όπως όφειλε και μπορούσε.

Ειδικότερα, η εν λόγω οδηγός δεν είχε τεταμένη την προσοχή της, για να ασκεί τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός της και να τηρεί τους κανόνες της οδήγησης, προς αποφυγή ατυχήματος, όπως γι'αυτά είχε από το νόμο υποχρέωση και δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός της κατά τρόπο ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία της προ οιουδήποτε εμποδίου ευρισκομένου στο ορατό τμήμα της οδού και δεν παραχώρησε προτεραιότητα στον πεζό άνδρα να ολοκληρώσει την κάθετη διέλευση του ρεύματος στο οποίο και η ίδια κινείτο, καθώς ο τελευταίος βάδιζε επί της οδού εκκινούμενος από προηγούμενη σηματοδότηση που επέτρεπε την κίνηση αυτή.

Επομένως, η Μ. Θ. παραβίασε τις από τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ.1 εδ.β, 12 παρ.1, 19 παρ.1,2 και 3 και 39 παρ.1 στοιχ. α'εδ. β'του ΚΟΚ, επιβαλλόμενες υποχρεώσεις της, παραβιάσεις οι οποίες συνδέονται αιτιωδώς με το ένδικο συμβάν, σημειουμένου ότι υποχρέωση κάθε οδηγού είναι να επιδεικνύει ιδιαίτερη προσοχή στους υπερήλικες και να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του όταν κατά την διέλευσή του από κατοικημένες περιοχές πεζοί, που βρίσκονται στην τροχιά του, καθυστερούν να απομακρυνθούν.

Στοιχεία που να θεμελιώνουν (συν)υπαιτιότητα του πεζού δεν αποδεικνύονται καθώς αυτός προκειμένου να διασχίσει το οδόστρωμα στο οποίο υπήρχε διάβαση πεζών διαγραμμιζόμενη αλλά και σηματοδοτούμενη, ευρισκόμενος πάνω στο πεζοδρόμιο έλεγξε με σύνεση και τεταμένη την προσοχή την κίνηση των οχημάτων και αφού διαπίστωσε ότι ο σηματοδότης έδειχνε πράσινο φως για τους πεζούς κατέβηκε στο οδόστρωμα, το οποίο όμως δεν πρόλαβε να διασχίσει, διότι παρασύρθηκε.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια και έκρινε αποκλειστικά υπαίτια στην πρόκληση του ατυχήματος τη Μ. Θ. έστω και με εν μέρει διαφορετικές και λιγότερες αιτιολογίες, οι οποίες αφενός αντικαθίστανται και αφετέρου συμπληρώνονται από τις αιτιολογίες της παρούσας (άρθρο 534 ΚΠολΔ) ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με το συναφή λόγο της έφεσης που πλήττει το κεφάλαιο της υπαιτιότητας (ισχυρισμός περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του πεζού άλλως συνυπαιτιότητας αυτού κατά ποσοστό 95% με επαναφορά της πρωτοδίκως παραδεκτά υποβληθείσας ένστασης συνυπαιιτιότητας) είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μετά το ατύχημα ο πεζός διακομίσθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο ΓΝΑ ΚΑΤ, όπου διαπιστώθηκαν .... τελικά στις 2-1-2016 παρουσίασε ασυστολία και απεβίωσε." Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Κ., αλλά και των άρθρων 6 παρ.1 στοιχ.

α'εδ. β' και 38 παρ.4 εδ. β'και ζ'του ΚΟΚ και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολίες η αποκλειστική υπαιτιότητα της οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ζημιογόνου οχήματος και ο αιτιώδης σύνδεσμος της υπαίτιας αυτής συμπεριφοράς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα, που δεν διακόπηκε με υπαιτιότητα του θανατωθέντος πεζού.

Ειδικότερα: α) αναπτύσσονται με πληρότητα οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, β) προσδιορίζεται επακριβώς το σημείο όπου αρχικά στεκόταν ο πεζός στο πεζοδρόμιο, η κάθοδος αυτού στο οδόστρωμα, προκειμένου να διασχίσει κάθετα τη λεωφόρο και να φτάσει στη διαχωριστική νησίδα που χωρίζει τα δύο ρεύματα της λεωφόρου, γ) περιγράφεται η πορεία, η ταχύτητα και η λωρίδα κυκλοφορίας, που κινείτο το ζημιογόνο αυτοκίνητο στη λεωφόρο, δ) διευκρινίζεται ότι η οδηγός του ζημιογόνου οχήματος από την θέση της στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της ως άνω λεωφόρου Μεσογείων, που βρισκόταν, ήταν σε θέση να αντιληφθεί από μεγάλη απόσταση, την κάθοδο και την κάθετη κίνηση του υπερήλικα πεζού επί της λεωφόρου, από δεξιά προς τ'αριστερά ως προς την πορεία της, αφού δεν περιοριζόταν από κανένα εμπόδιο η ορατότητά της, ε) αναφέρεται η ύπαρξη διαγραμμιζόμενης διάβασης πεζών και φωτεινών σηματοδοτών στο επίδικο σημείο της λεωφόρου, στ) περιγράφεται επακριβώς η λειτουργία, οι χρωματικές ενδείξεις των φωτεινών σηματοδοτών για τα αυτοκίνητα και πεζούς που υπήρχαν στο σημείο κατά τον χρόνο καθόδου του πεζού στο οδόστρωμα, ζ)) αναγράφεται η χρονική διάρκεια της ένδειξης πράσινου φωτός των σηματοδοτών για τη διάβαση πεζών, η) ο χρόνος που απαιτείτο για να διασχίσει την απόσταση του οδοστρώματος ο πεζός, λαμβανομένης υπόψη και της μεγάλης ηλικίας του (85 ετών), θ)προσδιορίζεται το σημείο παράσυρσης του πεζού από το αυτοκίνητο και το σημείο πτώσης αυτού στο οδόστρωμα, ι) τέλος, αναφέρεται η αλλαγή της φωτεινής ένδειξης του φωτεινού σηματοδότη (από κόκκινη σε σταθερή πράσινη για τα αυτοκίνητα), ενόσω ο υπερήλικας πεζός, είχε διανύσει τις δύο πρώτες λωρίδες κυκλοφορίας (έχοντας κατά την έναρξη της κίνησής του πράσινη φωτεινή ένδειξη για τους πεζούς, ήτοι σηματοδότηση που του επέτρεπε την κάθοδο στο οδόστρωμα) και ευρισκόμενος ήδη στην αριστερή (τρίτη) λωρίδα, μη έχοντας ολοκληρώσει την κίνησή του επί του οδοστρώματος και, ια) ο αποφευκτικός ελιγμός της οδηγού προς τα δεξιά, η οποία δεν κατόρθωσε να αποφύγει το ατύχημα, δεδομένου ότι δεν μείωσε την ταχύτητά της, ούτε ενήργησε εγκαίρως τροχοπέδηση.

Επομένως, το Εφετείο διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς της οδηγού του αυτοκινήτου Μ. Θ. και του πεζού και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος κρίνοντας αποκλειστικά υπαίτια την ως άνω οδηγό του αυτοκινήτου, διαλαμβάνοντας ειδικότερα τα συγκροτούντα την έννοια της αμελείας περιστατικά που επέδειξε η τελευταία για την πρόκληση του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με την παράβαση της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 στοιχ.

α' του Κ.Ο.Κ., που βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα. Δεν συντρέχει δε η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα πλημμέλεια της παραθέσεως ανεπαρκούς, αντιφατικής και ασαφούς αιτιολογίας στην προσβαλλομένη απόφαση, επειδή, όπως αυτή (αναιρεσείουσα) διατείνεται, δεν διευκρινίζεται : α) πως ο θανών πεζός ξεκίνησε και κινήθηκε με πράσινο (για τους πεζούς) σηματοδότη, ο οποίος στη πορεία του μετατράπηκε σε κόκκινο, ήτοι σε ποια αποδεικτικά στοιχεία στήριξε την ως άνω κρίση της, β) πως, ενώ κατ'αρχήν το δικαστήριο δέχεται ότι η οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου, εκινείτο με πράσινο φως την πορεία της, στη συνέχεια κάνει λόγο για έλλειψη προσοχής κατά την οδήγηση και μη έγκαιρης τροχοπέδησης, υποχρεούμενη μάλιστα, ακόμα και αν ο φωτεινός σηματοδότης δείχνει πράσινο φως στην πορεία της, να παραχωρεί προτεραιότητα σε πεζό που κινείται από προηγούμενη (επιτρεπόμενη γι'αυτόν) σηματοδότηση, αφού ο θανών πεζός είχε κόκκινο γι'αυτόν σηματοδότη ήδη από την έναρξη της πορείας του και όχι πράσινο, όπως αναπόδεικτα δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση.

Τούτο δε, διότι οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα ως ελλείψεις και ασάφειες, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.

Κατ' ακολουθίαν, ο συναφής πρώτος λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι απορριπτέος, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις. Ας σημειωθεί εδώ, απαραδέκτως η αναιρεσείουσα ζητεί επίσης, με τον ως άνω πρώτο λόγο την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 17 ΚΠολΔ, επικαλούμενη τις ως άνω αντιφατικές -κατά τους ισχυρισμούς της- αιτιολογίες. Τούτο διότι, η πλημμέλεια κατά το άρθρο 559 αρ. 17 ΚπολΔ, επιτρέπει την αναίρεση όταν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Αν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό και έχει τη μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, ιδρύεται, όχι ο λόγος εκ του αριθμ. 17, αλλά αυτός του αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εκτός αν οι αιτιολογίες επέχουν θέση διατακτικού, οπότε ιδρύεται ο ως άνω λόγος. Εξάλλου, αν η αντίφαση υπάρχει μεταξύ των δεκτών γενομένων και του συμπεράσματος (συλλογιστικό άλμα), ιδρύεται ο λόγος του αρ. 1 (ολΑΠ 13/1995), ήτοι αντιφάσεις που δεν υφίστανται, αλλά ούτε γίνεται τέτοια επίκληση εν προκειμένω.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει, από 1-1-2002, κατ' άρθρ.15 του ν.2943/2001, μετά την τροποποίηση με το άρθρο 17 παρ.2 του ν.2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.

Ο όρος "πράγματα", στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου. Συγκεκριμένα, δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη.

Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποία ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την πληττόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα.

Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 750/2018, ΑΠ 576/2018, ΑΠ 232/2018, ΑΠ 1864/2017).

Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για παράβαση των αριθμ. 8,10,11 και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι μετ'επικλήσεως προσεκόμισε: α) την από 8-1-2016 έκθεση ένορκης εξέτασης του μάρτυρα Κ. Μ., β) την από 5-4-2016 έκθεση εξέτασης της οδηγού του ασφαλισμένου σ' αυτήν ΙΧΕ αυτοκινήτου, Μ.

Θ., μετά του από 8-4-2016 απολογητικού της υπομνήματος, γ) την κατάθεσή της στο ακροατήριο, δ) το δελτίο συμβάντων του ΤΟΤΑ Αγίας Παρασκευής, ήτοι αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυπτε η παντελής έλλειψη ευθύνης της ως άνω οδηγού Μ. Θ., στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, τα οποία η πληττόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της, αλλά αντίθετα έσφαλε με το να κρίνει αποκλειστικά υπαίτια την τελευταία (Θ.) ,στηριζόμενη στην κατάθεση του μάρτυρα των ήδη αναιρεσιβλήτων Κ.

Ψ. και στην αναφερόμενη από αυτόν έκθεση πραγματογνωμοσύνης άλλου πραγματογνώμονα. Ο ως άνω λόγος αναίρεσης, ως προς την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα (ένορκη εξέταση μάρτυρα κλπ) που μετ' επικλήσεως προσκομίστηκαν, είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, δεδομένου ότι δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ, τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων (και των λοιπών αποδεικτικών μέσων), όπως αναπτύχθηκε στην αρχή της παρούσας σκέψης και, συνεπώς, δεν ιδρύεται στην εξεταζόμενη περίπτωση ο παρών αναιρετικός λόγος, κατά το σκέλος του αυτό (βλ.

και ΑΠ 14/2011). Σε κάθε περίπτωση, και με την εκδοχή ότι προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 11 γ' ΚΠολΔ, ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, μεταξύ των άλλων: η ένορκη κατάθεση της μάρτυρος Μ. Θ. ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (6ο φύλλο αυτής), η από 8-1-2016 προανακριτική κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Κ.

Μ. (8ο φύλλο αυτής), και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, ήτοι η από 5-4-2016 έκθεση ένορκης εξέτασης της ως άνω οδηγού, το δελτίο συμβάντων ΤΟΤΑ (πίσω σελίδα 6ου φύλλου και 7ο φύλλο), όπου ρητά αναγράφεται ότι λήφθηκαν υπόψη " όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται νόμιμα και προσκομίζουν οι διάδικοι, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική παρακάτω μνεία, χωρίς πάντως να παραλείπεται κανένα από την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης..με την επισημείωση ότι στα έγγραφα περιλαμβάνονται και εκείνα της σχηματισθείσας σε σχέση με το ένδικο ατύχημα ποινικής δικογραφίας (όπως η έκθεση αυτοψίας, το σχεδιάγραμμα κ.

α. ...", προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα αυτά. Στην πραγματικότητα, οι προβαλλόμενες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ανάγονται στην εσφαλμένη αξιολόγηση και παραγνώριση της αποδεικτικής αξίας των εν λόγω αποδεικτικών μέσων και αποτελούν ουσιαστικές, εκ μέρους της, προσεγγίσεις, που εκτιμά διαφορετικά τα αποδεικτικά αυτά μέσα, οι οποίες και απαραδέκτως προβάλλονται, κατ' άρθρο 561 αρ. 1ΚΠολΔ.

Ακολούθως, ο ίδιος αυτός λόγος αναιρέσεως και, υπό την εκδοχή της παραβιάσεως του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφαση, το Εφετείο διαμόρφωσε την ουσιαστική του κρίση και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη την κατάθεση της μάρτυρος της εναγομένης, τις πιο πάνω προανακριτικές καταθέσεις, τα έγγραφα και το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν νόμιμα και, επομένως, δεν δέχθηκε, παρά το νόμο, "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ανεξαρτήτως πάντως και επιπλέον της ως άνω αβασιμότητος, η επίκληση του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γίνεται αορίστως, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποία ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης. Η αναιρεσείουσα απλώς, με την κατ' επίφαση επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσης του λόγου αυτού στο παραπάνω άρθρο, πλήττει την, αναιρετικά, ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), με επαναξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή τους, είχε καταλήξει σε εσφαλμένη για τα πράγματα κρίση.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 12 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τον οποίο "αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων'', απαιτείται να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο : α) για την απόδειξη ποιου συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίστηκε το σχετικό αποδεικτικό μέσο , καθώς και ποία επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, β) ποία είναι η αποδεικτική δύναμη που είχε το προσκομισθέν αποδεικτικό μέσο και ποία αποδόθηκε σ' αυτό από το δικαστήριο της ουσίας, γ) το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης και δ) ότι έγινε επίκληση αυτή στο δικαστήριο της ουσίας.

Αν λείπει έστω και ένα από τα στοιχεία αυτά ο λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος (ΑΠ 491/2014 , ΑΠ 662/2014, ΑΠ 1056/2012). Επομένως, ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση με την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού κανένα από τα προαναφερόμενα απαιτούμενα, για το παραδεκτό αυτού, στοιχεία δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο.

Ο προβληματισμός της αναιρεσείουσας, γιατί δεν προσήλθε στο δικαστήριο, ο Ι. Α., ο οποίος συνέταξε την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, στην οποία το δικαστήριο στηρίχθηκε για να εκτιμήσει την χρονική διάρκεια της πράσινης φωτεινής ένδειξης του σηματοδότη, αφενός δεν αρκεί για να θεμελιώσει την παράβαση του ως άνω λόγου (12 αρθ.559).

Αφετέρου, αλυσιτελώς προτείνεται, αφού η ως άνω έκθεση προσκομίσθηκε στο πρωτόδικο δικαστήριο χωρίς αντίρρηση από την εναγομένη ήδη αναιρεσείουσα, ενώ τέλος η προσβαλλομένη εφετειακή απόφαση, δεν στηρίχθηκε μόνο σε αυτήν την πραγματογνωμοσύνη για να δεχθεί ότι ο θανών ξεκίνησε με πράσινο γι'αυτόν σηματοδότη, ο οποίος στη πορεία άλλαξε σε κόκκινο, πριν προφθάσει να ολοκληρώσει την διέλευσή του στο οδόστρωμα, αλλά η ως άνω κρίση της προέκυψε από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που αναγράφονται (βλ.

και 9ο φύλλο, στοιχ. 15 επ.). Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό του ο ως άνω δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις.

Σύμφωνα με το άρθρο 932 του Α.Κ., "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος, λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσεως.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π.

Ολομ., 10/2017, 9/2015). Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (Α.Π. 747/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., επισκόπησή της, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον, τον υπό έρευνα λόγο αναιρέσεως, μέρος της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Εξάλλου, ο θανών κατά το χρόνο του ενδίκου συμβάντος ήταν ηλικίας 85 ετών (έτος γέννησης 1930) και διέμενε με τη σύζυγό του, πρώτη των εναγόντων καθώς και με τα λοιπά μέλη της ως άνω οικογένειάς του στην ίδια οικογενειακή οικοδομή.

Ο αιφνίδιος, απρόσμενος και βίαιος θάνατός του κάτω από τις αποδειχθείσες συνθήκες, προκάλεσε κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας θλίψη στα μέλη της οικογένειάς του και δη τόσο στη σύζυγο, τις θυγατέρες, τους γαμβρούς και τα εγγόνια του, οι οποίοι συνδέονταν με αγάπη και έντονο ψυχικό δεσμό με τον θανόντα και τους δημιούργησε ιδιαίτερα αισθήματα λύπης.

Έτσι, με βάση όλα τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και ιδίως τις συνθήκες επέλευσης του ενδίκου συμβάντος, την αποκλειστική υπαιτιότητα της οδηγού του αυτοκινήτου, την ηλικία του θανόντος, τις συνθήκες του βίου του, την ένταση του ψυχικού άλγους των εναγόντων, τη σχέση τους και το βαθμό της συναισθηματικής τους σύνδεσης με το θανόντα, τη διατάραξη που επέφερε ο θάνατός του στην οικογενειακή τους ζωή και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων (πλην της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική ...

οι ενάγοντες υπέστησαν συνεπεία του θανάτου του συζύγου, πατρός, πάππου και πεθερού τους αντίστοιχα, ψυχική οδύνη, για την αποκατάσταση της οποίας επιδικαστέο είναι ως εύλογο και δίκαιο στην πρώτη ενάγουσα (σύζυγό του) το ποσόν των 40.000 ευρώ, σε κάθε μία από τις δεύτερη και τέταρτη ενάγουσες (θυγατέρες του) το ποσόν των 30.000 ευρώ, σε καθένα από τους τρίτο και πέμπτο των εναγόντων (γαμβρούς του) το ποσόν των 10.000 ευρώ και σε καθένα από τα τέσσερα εγγόνια του το ποσόν των 20.000 ευρώ.

Τα ποσά αυτά κρίνονται ως δίκαια και εύλογα ... δηλαδή ανάλογα με τις συγκεκριμένες περιστάσεις της προκειμένης περίπτωσης, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ.1 Συντάγματος και 2,9 παρ. 2 και 10 παρ.2 της ΕΣΔΑ) όπως η αρχή αυτή εξειδικεύεται από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης (βλ.

και ΟλΑΠ 6/2009, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 79/2010, ΑΠ123/2010 στη ΝΟΜΟΣ). Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε όμοια και επιδίκασε στους ενάγοντες τα προαναφερόμενα ποσά ως χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα με το συναφή λόγο της έφεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα".

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει, ως προς τους πρώτη(χήρα θανόντος ), δεύτερη και τέταρτη (θυγατέρες αυτού) ενάγουσες ήδη αναιρεσίβλητες, την χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στα εν λόγω ποσά, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν είναι καταφανώς ανώτερα των επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις, σύμφωνα με τα πιο πάνω εκτιθέμενα προσδιοριστικά στοιχεία.

Καθορίζοντας όμως, την χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, των ήδη αναιρεσιβλήτων: α) τρίτου και πέμπτου (ατομικά ενεργούντος), γαμβρών από θυγατέρες του θανόντος, σε 10.000 ευρώ για κάθε έναν και β) των λοιπών τεσσάρων αναιρεσιβλήτων, εγγονών του θανόντος σε 20.000 ευρώ, για κάθε ένα, υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού τα εν λόγω ποσά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, υπερβαίνουν και μάλιστα καταφανώς εκείνα που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο τρίτος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του που αφορά την χήρα και τις θυγατέρες του θανόντος, είναι όμως βάσιμος ο ίδιος ως άνω τρίτος λόγος κατά το μέρος που αφορά τους λοιπούς από τους ως άνω αναιρεσίβλητους, ήτοι τους δύο γαμβρούς και τα τέσσερα εγγόνια του θανόντος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 2 §1, 5 §1 και 2, 20, 25 §1 (εδ.

δ') του Συντάγματος, 3, 6, 8, 14 της ΕΣΔΑ και 932 του Α.Κ., επιδίκασε στους ως άνω αναιρεσίβλητους, ως εύλογη χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, από τον θανάσιμο τραυματισμό του στενού συγγενούς τους, τα προαναφερόμενα ποσά, τα οποία, όμως, είναι υπέρμετρα και δυσαναλόγως μεγάλα σε σχέση με αυτά, που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του τροχαίου ατυχήματος).

Σημειωτέον ότι δεν υφίσταται θέμα ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως των τρίτου και πέμπτου (ατομικά) των αναιρεσιβλήτων, γαμβρών από θυγατέρες του θανόντος, αφού και αυτοί πράγματι περιλαμβάνονται στα μέλη της οικογένειας του θανόντος (βλ. ΑΠ 1114/2000), απορριπτομένου ως αβασίμου του σχετικού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, που περιέχεται στον ως άνω λόγο αναιρέσεως.

Κατά το προηγούμενο του Ν. 4055/2012 νομικό καθεστώς, είχε πάγια νομολογηθεί, αναφορικά με τις διατάξεις των άρθρων 345 και 346 ΑΚ (τόκοι υπερημερίας και επιδικίας), ότι: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 345 346 ΑΚ, 215 παράγραφος 1 εδάφιο α`, 221 και 295 παράγραφος 1 ΑΚ συνάγεται ότι, αν το καταψηφιστικό αίτημα αγωγής με αντικείμενο την επιδίκαση χρηματικής απαίτησης περιοριστεί σε αναγνωριστικό, δεν οφείλονται μεν δικονομικοί τόκοι κατά το άρθρο 346 ΑΚ, δηλαδή από την επίδοσή της καταψηφιστικής αγωγής (ΑΠ 989/ 2007), αφού η αγωγή αυτή θεωρείται από τότε ότι δεν ασκήθηκε κατά το καταψηφιστικό αίτημά της, δεν αίρονται όμως και οι συνέπειες της επίδοσης της αγωγής ως όχλησης, που καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο κατά τις διατάξεις των άρθρων 340 και 345 ΑΚ, δεδομένου ότι η επίδοση στον εναγόμενο καταψηφιστικής αγωγής για χρηματική απαίτηση δεν είναι μόνο σύνθετη διαδικαστική πράξη, αλλά έχει και το χαρακτήρα οιονεί όχλησης του οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής του (Ολ.ΑΠ 23 - 24/2004, Ολ.ΑΠ 13/1994, ΑΠ 423/2012, ΑΠ 1520/ 2010).

Ήδη, το άρθρο 346 ΑΚ, που όριζε ότι "ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, κι αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος", αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 νόμου 4055/2012, που ισχύει, κατά το άρθρο 113 του νόμου αυτού, από 2.4.2012, κατά το οποίο: "Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας).

Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από το νόμο ή με δικαιοπραξία. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει, εάν πριν από τη συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αντιστοίχως.

Με αίτημα του εναγομένου το δικαστήριο δύναται κατ` εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας. Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ` εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενες χρηματικές απαιτήσεις. Από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης που επιδικάζει εντόκως χρηματική οφειλή ή απορρίπτει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας.

Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της οριστικής απόφασης". Σύμφωνα με τη νέα αυτή ρύθμιση αυξάνεται το ποσοστό των τόκων επιδικίας, προκειμένου να περιοριστούν η φιλοδικία και η άσκοπη απασχόληση των δικαστηρίων από δικαστικούς αγώνες που δεν έχουν ουσία, ενώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο οφειλέτης που, μεταξύ των άλλων, πριν από τη συζήτηση της αγωγής, αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως.

Αν μάλιστα εμμένει να αντιδικεί, μολονότι ηττήθηκε πρωτοδίκως, διακινδυνεύει περαιτέρω αύξηση του επιτοκίου επιδικίας, για αυτό και εδώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο διάδικος που ηττήθηκε, αν αποδεχθεί την οριστική απόφαση και τερματίσει την αντιδικία. Η εξαίρεση που προβλέπεται επιτρέπει στο δικαστή να σταθμίσει εκείνες τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος ευλόγως αντιδικεί, επειδή πρόκειται για απαίτηση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης (π.χ.

ηθική βλάβη) ή επειδή προβάλλει ένσταση συμψηφισμού (βλ. αιτιολογική έκθεση Ν.4055/2012). Έτσι, ο νόμιμος τόκος, μετά την επίδοσή της αγωγής, είναι πλέον ο (αυξημένος) τόκος επιδικίας. Σημειώνεται ότι δεν απαιτείται ρητή μνεία γι` αυτό στη δικαστική απόφαση, ενώ, αντίθετα, απαιτείται ρητή αναφορά σ` αυτήν, όταν το δικαστήριο κατ` εξαίρεση επιδικάζει την απαίτηση με το νόμιμο ή το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας.

Με βάση αυτά, μοναδικό κριτήριο για την εξαίρεση από την επιδίκαση τόκου επιδικίας είναι το εύλογο ή όχι της αντιδικίας (ΑΠ 609/2020, ΑΠ 1207/2017). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον τελευταίο λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την επίκληση ότι το Εφετείο παραβίασε, ευθέως, τις διατάξεις των άρθρων 345 και 346 ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία τους, καθώς και α) με εσφαλμένη εφαρμογή, τη διάταξη του άρθρου 346ΑΚ και β) με εσφαλμένη μη εφαρμογή, τη διάταξη του άρθρου 345 του ίδιου Κώδικα, δεδομένου ότι απέρριψε ως αβάσιμο τον ως άνω σχετικό λόγο εφέσεώς της, με τον οποίο επανέφερε το απορριφθέν πρωτοδίκως αίτημά της για επιδίκαση των σχετικών ποσών αποζημίωσης με το νόμιμο τόκο υπερημερίας λόγω εύλογης αντιδικίας και αμφιβολίας για την έκβαση της υπόθεσης, τόσον επί της υπαιτιότητας όσο και των αιτουμένων κονδυλίων.

Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, καθόσον το Εφετείο, σε κάθε περίπτωση, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με το να επιδικάσει τόκους επιδικίας, κατά το άρθρο 346 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την εν λόγω αντικατάστασή του, που ορθά εφάρμοσε, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν προηγουμένως, δεχόμενο ότι ο σχετικός λόγος της έφεσης της αναιρεσείουσας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, με την αιτιολογία ότι "...δεν αποδεικνύεται το εύλογο της αντιδικίας λόγω της αποκλειστικής υπαιτιότητας της ασφαλισμένης εκκαλούσας και συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθά απέρριψε σιγή το σχετικό αίτημα", ενώ δεν παραβίασε, ευθέως, τη διάταξη του άρθρου 345 του ίδιου Κώδικα, την οποία ορθά δεν εφάρμοσε, γιατί δεν ήταν εφαρμοστέα.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το κεφάλαιο αυτής στο οποίο αναφέρεται ο τρίτος λόγος αναιρέσεως και αφορά στο ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης στον καθένα από τους δύο γαμβρούς και σε καθένα από τα τέσσερα εγγόνια του θανόντος, ήτοι στους τρίτο, πέμπτο (ατομικά), έκτο, έβδομο των αναιρεσιβλήτων και στις δύο, ήδη ενηλικιωθείσες αναιρεσίβλητες Α.

Κ. και Α. Κ.. Ακολούθως πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.). Οι ως άνω αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος για την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα, ενόψει της νίκης της ως προς τους εν λόγω αναιρεσίβλητους (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Γ' β' εδ. δ' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα), ενώ καθόσον αφορά, στις λοιπές αναιρεσίβλητες (1η, 2η και 4η ατομικά), ως προς τις οποίες απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της ως προς τις εν λόγω αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα των, τελευταίων (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-11-2018 αίτηση για αναίρεση της 4371/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τις 1η, 2η και 4η αναιρεσίβλητες (ως προς την 4η κατά το μέρος που παρίσταται ατομικά).

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των ως άνω αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-

Αναιρεί την 4371/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της, ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.

Καταδικάζει τους αμέσως παραπάνω αναιρεσιβλήτους ως προς τους οποίους έγινε δεκτή η αίτηση αναίρεσης στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Και Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ