Legislator Case Law & Legislation
375/2018 AI generated

375/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 375/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 375 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 375/2018 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1 Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - ΠαλόγοÏ...

Legislator headnote

Placeholder

Keywords

Placeholder

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 375 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 375/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 10η Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Μαρίας Οικονόμου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Ε. Κ. του Α., κατοίκου ... και 2) Ό. Τ. του Τ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αντώνη Ρουπακιώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-3-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 859/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3057/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 3-12-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια αρεοπαγίτης, Μαρία Νικολακέα, ανέγνωσε την από 12-4-2016 έκθεση της ήδη αποχωρήσασας από την υπηρεσία αρεοπαγίτου, Στυλιανής Γιαννούκου, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 (ΦΕΚ Α' 85/18-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παρ.7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής. Επίσης, στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκε παρ.8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ.3, είτε πρόσκαιρων, είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ.2. Νόμος ορίζει, επίσης, τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολούμενους με σύμβαση έργου". Έτσι, με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος, η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους, σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες (που διατυπώθηκαν το πρώτο με τις διατάξεις του ν. 2190/1994) υπάγεται ενόψει της πιο πάνω διατύπωσης των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με τις παρ.3 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος. Εξ άλλου, η Οδηγία 1999/70 ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, με τις διατάξεις της οποίας τα κράτη - μέλη όφειλαν μέχρι την 10-7-2001 να προσαρμόσουν τις εθνικές τους νομοθεσίες και ειδικότερα η ρήτρα 5 της Οδηγίας αυτής αφορά σε ληπτέα νομοθετικά μέτρα για την αποτροπή της κατάχρησης που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Η προσαρμογή της ημεδαπής έννομης τάξης στην εν λόγω Οδηγία έγινε καθυστερημένα, με το π.δ. 81/2-4-2003 για τους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό τομέα και με το π.δ. 164/19-7-2004 για τους εργαζόμενους στο δημόσιο τομέα, των οποίων η ισχύς άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στις 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα. Με το άρθρο 5 του τελευταίου π.δ. ορίζονται τα εξής: "1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2. Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται, κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής σύμβασης συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3. Η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων γίνεται εγγράφως και οι λόγοι που τη δικαιολογούν αναφέρονται ρητώς στη σύμβαση, εφόσον δεν προκύπτουν ευθέως απ' αυτήν. 4. Σε κάθε περίπτωση ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ.2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση για την περίπτωση της, κατά παράβαση των παραπάνω διατάξεων, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του αυτού π.δ. η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους (παρ.1), ενώ κατά την παρ.2 αυτού "Σε περίπτωση που η άκυρη σύμβαση εκτελέσθηκε εν όλω ή εν μέρει καταβάλλονται στον εργαζόμενο τα οφειλόμενα βάσει αυτής χρηματικά ποσά, τυχόν δε καταβληθέντα δεν αναζητούνται" (εδ. α'). Εξάλλου, ο γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ κατά τον οποίο, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου, όπως και επί των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Αυτό ισχύει και επί αξιώσεων κατ' αυτών από σχέση εργασίας και ειδικότερα στις περιπτώσεις άκυρης πρόσληψης υπαλλήλου ή ανάθεσης σε αυτόν καθηκόντων αλλότριων του κλάδου, στον οποίο έχει προσληφθεί Και αυτό διότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.2 του Συντάγματος, απαγορεύεται η πρόσληψη υπαλλήλου σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Η παρά την απαγόρευση αυτή ενέργεια, δηλαδή η πρόσληψη σε μη νομοθετημένη θέση, συνεπάγεται την ακυρότητα της πρόσληψης και συνακόλουθα συνιστά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 904 ΑΚ, το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ενέχεται σε απόδοση της ωφέλειας, που προήλθε από την εργασία η οποία παρασχέθηκε σε αυτό και από την οποία αυτό κατέστη πλουσιότερο. Η απαγόρευση του χαρακτηρισμού των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου ως μίας ενιαίας σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι διαφορετικό ζήτημα από την αναγνώριση του δικαιώματος του εργαζομένου, που έχει απασχοληθεί πραγματικά σε εκτέλεση άκυρης σύμβασης, επί των νομίμων αποδοχών, τις οποίες θα λάμβανε εάν η σύμβαση ήταν έγκυρη και οι οποίες σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 εδ. α' του π.δ. 164/2004 οφείλονται σ' αυτόν ως απόδοση της ωφέλειας, την οποία αποκόμισε ο εργοδότης αποφεύγοντας να απασχολήσει με έγκυρη σύμβαση, για την ίδια εργασία, έτερο πρόσωπο με τα ίδια προσόντα (ΑΠ 142/2016, ΑΠ 278/2015). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

2. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα ουσιώδη, καθόσον αφορά τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο: "Οι ενάγουσες (σημ. εδώ αναιρεσίβλητες) είχαν συνάψει μετά του εναγομένου (σημ. εδώ αναιρεσείοντος) την 23-05-2007 η πρώτη εξ αυτών και την 19-01-2007 η δεύτερη εξ αυτών, συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, προκειμένου να εργασθούν στο Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων έως την 31-12-2007, η πρώτη ως διοικητική υπάλληλος ΔΕ και η δεύτερη εξ αυτών ως διοικητική υπάλληλος ΤΕ, με μηνιαίες (και μη αμφισβητηθείσες από το εναγόμενο) αποδοχές ύψους 830 ευρώ για την πρώτη και 938 ευρώ για τη δεύτερη εξ αυτών. Μετά τη λήξη της διάρκειας των ως άνω συμβάσεων εργασίας οι ενάγουσες άσκησαν την .../2008 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζητούσαν -μεταξύ άλλων- να υποχρεωθεί με προσωρινή διαταγή το εναγόμενο να αποδέχεται προσωρινά τις υπηρεσίες τους. Δυνάμει της από 12-02-2008 προσωρινής διαταγής, υποχρεώθηκε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να απασχολεί τις ενάγουσες, στη θέση και με τις αποδοχές που ήδη κατέβαλλε σε αυτές, προσωρινά μέχρι την ημερομηνία συζητήσεως της ως άνω αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων την 07-03-2008 και υπό τον όρο συζητήσεως αυτής. Ακολούθως, κατόπιν διαδοχικών αναβολών η ως άνω αίτηση ασφαλιστικών μέτρων εκδικάστηκε την 29-09-2008, ενώ καθ' όλο το χρονικό διάστημα από την έκδοση της προσωρινής διαταγής (12-02-2008) και έως την έκδοση της δικαστικής αποφάσεως επί της .../2008 αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, διατηρήθηκε η ισχύς της προαναφερθείσας προσωρινής διαταγής. Κατόπιν, δυνάμει της 8680/16-10-2008 αποφάσεως απορρίφθηκε η ως άνω αίτηση των ασφαλιστικών μέτρων των εναγουσών και έπαυσε αυτοδικαίως η ισχύς της προαναφερθείσας προσωρινής διαταγής, με αποτέλεσμα το εναγόμενο να μην υποχρεούται να απασχολεί τις ενάγουσες στην υπηρεσία του. Ωστόσο, παρά την έκδοση της ως άνω αποφάσεως το εναγόμενο συνέχισε να αποδέχεται την εργασία των εναγουσών έως την 28-07-2010, οπότε με το .../28-07-2010 έγγραφό του ενημέρωσε τις ενάγουσες ότι δεν έχουν δικαίωμα να απασχολούνται σ' αυτό. Καθ' όλο το χρονικό διάστημα από 12-2-2008 έως 28-7-2010 οι ενάγουσες συνδέονταν με το εναγόμενο με απλή σχέση εργασίας, ελλείψει έγγραφης συμβάσεως εργασίας μεταξύ τους. Καίτοι, όμως, παρείχαν τις υπηρεσίες τους κατά τον ίδιο τρόπο, όπως και προγενέστερα το εναγόμενο δεν τους κατέβαλε τις αποδοχές τους από 1-9-2009 έως 28-7-2010, κατά τις οποίες ωφελήθηκε, καθόσον αυτές θα κατέβαλε οπωσδήποτε σε άλλους μισθωτούς που θα απασχολούσε στη θέση των εναγουσών, δυνάμει εγκύρων συμβάσεων εργασίας, το ύψος των οποίων (δέχθηκε), όπως τούτο υπολογίστηκε από την εκκαλουμένη μετά από παραδοχή της ένστασης παραγραφής που υποβλήθηκε από το εναγόμενο (και το οποίο) ουδόλως αμφισβητήθηκε...". Με βάση τα ανωτέρω απέρριψε κατ' ουσία την ασκηθείσα εκ μέρους του αναιρεσείοντος έφεση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση με την οποία έγινε μερικώς δεκτή η αγωγή και επιδικάσθηκαν στις ενάγουσες, κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, τα αναφερόμενα σ' αυτή χρηματικά ποσά για το ρηθέν χρονικό διάστημα, κατά το οποίο προσέφεραν, υπό άκυρη σύμβαση, πραγματικώς και προσηκόντως τις υπηρεσίες τους στο εναγόμενο. Υπό τις εκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών -που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα- στις εφαρμοσθείσες διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ και 103 του Συντάγματος, τις οποίες και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή και σε ορθό κατέληξε αποτέλεσμα - έστω και αν δεν επικαλέσθηκε προς τούτο και τις διατάξεις των άρθρων 5 και 7 παρ. 2 εδ. α' του π.δ. 164/2004, οι οποίες ήταν επίσης εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση- καθόσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα της συνδρομής ή μη στη συγκεκριμένη περίπτωση των προϋποθέσεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού για την επιδίκαση των αιτουμένων μισθολογικών αξιώσεων. Και τούτο, διότι οι ένδικες συμβάσεις, οι οποίες καταρτίσθηκαν υπό την ισχύ του άρθρου 103 του Συντάγματος και του π.δ. 164/2004, διέπονται από τις διατάξεις αυτών και συνακόλουθα, σύμφωνα και με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, η συνέχιση αυτών από 12-2-2008 και μετέπειτα χωρίς έγγραφη σύμβαση επέφερε αυτοδικαίως την ακυρότητα τους, η δε παροχή των υπηρεσιών των αναιρεσιβλήτων, υπό άκυρη σύμβαση με απλή σχέση εργασίας, επέσυρε τα διαγραφόμενα από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 εδ. α' του π.δ. 164/2004 και παρείχε σ' αυτές το δικαίωμα να αναζητήσουν τα οφειλόμενα βάσει αυτής χρηματικά ποσά, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού κατ' άρθρο 904 ΑΚ, ο γενικός κανόνας του οποίου, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιεικείας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου, δεδομένου (και) ότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, η ωφέλεια που αποκόμισε το αναιρεσείον από την εργασία των αναιρεσιβλήτων υπολογίζεται στα επιδικασθέντα ποσά, τα οποία θα κατέβαλε η αναιρεσείουσα σε άλλο μισθωτό, με τα αυτά προσόντα απασχολούμενο υπό έγκυρη σύμβαση. Συνακόλουθα, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η ρηθείσα αναιρετική πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.

3. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των τελευταίων (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2) μειωμένα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 παρ.1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ.18 ΕισΝ ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 παρ.12 του ν. 1738/1987 και 2 της 134423 ΟΙΚ/1992 κοινής υπουργικής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-12-2015 αίτηση για αναίρεση της 3057/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. -Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή τριακοσίων (300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 23η Ιανουαρίου 2018. -Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 20η Φεβρουαρίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ