375/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 375 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 375/2017 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ’ Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο κÎ...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 375 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 375/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-καθου η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Κωστάντη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων-καλούντων: 1)Α. Α. του Δ. συζ. Δ. Κ., 2)Θ. συζ. Δ. Α., το γένος Κ. Μ. και 3)Δ. Κ. του Δ.-Μ., απάντων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Στυλιανό Σταματόπουλο και Λάμπρο Κιτσαρά, ο οποίος ανακάλεσε την από 24-5-2016 δήλωση για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε στο ακροατήριο Κοινοποιουμένη προς: Το σωματείο με την επωνυμία "..."που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Νικολόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-10-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:89/2010 του ιδίου Δικαστηρίου και 103/2015 του Εφετείου Αιγαίου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον, με την από 7-12-2015 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 436/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση.
Με την από 2-9-2016 κλήση οι αναιρεσίβλητοι επανέφεραν προς συζήτηση την υπόθεση. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικήτας Χριστόπουλος, ανέγνωσε την από 17-5-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του προς ον η κοινοποίηση, ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 22-9-2016 κλήση των αναιρεσιβλήτων νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου, μετά την έκδοση της 436/2016 απόφασης αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία είχε κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης.
Mε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 103/2015 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και δέχθηκε την από 9-12-2010 έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων , εξαφάνισε την 89/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου και στη συνέχεια δέχθηκε την από 15-10-2008 αναγνωριστική της κυριότητας του ακινήτου, που περιγράφεται, αγωγή των αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [ΚΠολΔικ 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή [ΚΠολΔικ 577 παρ. 1] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [ΚΠολΔικ 577 παρ. 3 ΚΠολΔικ]. Κατά τα άρθρα 1-3 του Οθωμανικού νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 οι γαίες διακρίνονται στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες (α) τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), (οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες), των οποίων τη κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, (β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), (τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση), των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), (γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, (δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ) -οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες-, οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και (ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ) (τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο. Επακολούθησαν τα πρωτόκολλα του Λονδίνου της 3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1-7-1830, με τα οποία κυρώθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίσθηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, ορίζοντας, σε συνδυασμό με την από 9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως "Περί διαρρυθμίσεως των Ελληνικών συνόρων", ότι το Ελληνικό Δημόσιο αποκτά την κυριότητα στα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά την διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 3.2.1830) και είχε δημεύσει κατά την διάρκεια του πολέμου, καθώς και σε εκείνα, τα οποία, κατά τον χρόνο της υπογραφής των πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους άλλοτε κυρίους τους Οθωμανούς, οι οποίοι απεχώρησαν και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου της 21-6/3-7/1837 "περί διακρίσεως δημόσιων κτημάτων", περιερχόμενα κατά το άρθρο 16 αυτού στην κυριότητα του Δημοσίου ως αδέσποτα. Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών, αλλά διαδέχθηκε το Οθωμανικό Δημόσιο συνολικά με τη γενόμενη δήμευση "δικαίωμα πολέμου", ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατέχονταν μόνο από τους Οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως και , ή κατέλαβε διαρκούντος του πολέμου, ή ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους, δεν κατέχονταν πλέον από αυτούς. Η διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο Τουρκικό Δημόσιο "δικαιώματι πολέμου" αφορά και τις νήσους του Αιγαίου, με ρητή αναφορά τους στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αρ.3) και στο προηγούμενο πρωτόκολλο της 10/22-3-1829 με τον παράτιτλο "Οριοθεσία της Στερεάς και των νήσων", διαλαμβάνοντας "Αι παρακείμεναι εις την Πελοπόννησον νήσοι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμεναι Κυκλάδες θέλουν αποτελεί ωσαύτως μέρος τούτου του Κράτους". Η διαδοχή όμως αυτή δεν έθιξε τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα δικαιώματα εξουσίασης "τεσσαρούφ", τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο. Λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στις Κυκλάδες. Ειδικότερα οι γαίες των νησιών αυτών χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές, ανήκουσες στην κατά τα άρθρα 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" κατηγορία των καθαράς ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου. Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των νήσων αυτών, μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον σουλτάνο, ουδέ κατεχόμενα από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης. Τούτο, όμως, συμβαίνει εφόσον πρόκειται περί γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά των Κυκλάδων, μεταξύ των οποίων είναι και η ..., σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, για εκτάσεις που αφορούσαν τα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και τις εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριο αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου. Και τούτο διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητά τους ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και οι οποίες ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπάγονταν υπό την απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού. Μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους διά των προαναφερομένων Πρωτοκόλλων και Συνθήκης, οπότε προσδιορίστηκε η χώρα του Ελληνικού Κράτους, των ακινήτων αυτών κατέστη κύριο το νέο Ελληνικό Κράτος χωρίς καμιά αποζημίωση. Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το Πρωτόκολλο της 4/16 Ιουνίου 1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται τα κτήματα υπό το όνομα "Βακούφια" και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το Οθωμανικό σύστημα θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος [ολΑΠ 1/2013]. Εξάλλου κατά το Οθωμανικό δίκαιο της 7ης Ραμαζάν τις νεκρές γαίες τις αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε όπως π.χ. τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση κλπ. Αδέσποτα μπορούσαν να καταστούν μόνο οι γαίες αυτές που βρίσκονταν μακριά από πόλεις και χωριά ("όσο και η φωνή μεγαλόσωμου ανθρώπου"). Αντίθετα οι υπόλοιπες κατηγορίες γαιών δεν ήταν δυνατόν να καταστούν αδέσποτες. Επομένως εφόσον στις Κυκλάδες υπήρχαν μόνο γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), αυτές δεν ήταν δυνατόν να θεωρηθούν εξ αρχής αδέσποτες. Μετά την απελευθέρωση ένα ακίνητο στα νησιά των Κυκλάδων μπορούσε να καταστεί αδέσποτο, μόνο αν είχε εγκαταλειφθεί από τον Οθωμανό κύριο, λόγω της οριστικής αποχώρησής του από την Ελλάδα, οπότε και το Δημόσιο θα απαιτούσε την κυριότητα, είτε αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 16 του νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων" του Ν. 21- 6/10.7.1837, το οποίο όριζε ότι όλα τα μη δεσποζόμενα παρ` ιδιωτών ή Κοινοτήτων κτήματα ανήκουν στο Δημόσιο. Κατά τις αντίστοιχες διατάξεις του ισχύοντος μετά την απελευθέρωση και μέχρι της ισχύος του ΑΚ Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου (Ν. 1, 23 Πανδ (47, 1) Εισηγ. 47 (2-1), για να καταστεί κάποιο ακίνητο αδέσποτο, έπρεπε να υπάρχει εγκατάλειψη νομής από τον κύριο προς το σκοπό παραιτήσεως από την κυριότητα και χωρίς την πρόθεση περαιτέρω μεταβιβάσεώς της προς τρίτο πρόσωπο, η δε βούληση του κυρίου θα έπρεπε να εκδηλώνεται υπό συνθήκες που δεν την καθιστούν αμφίβολη, χωρίς να απαιτείται η τήρηση τύπου, όπως απαιτείται υπό την ισχύ του ΑΚ, όπου τα αδέσποτα ρυθμίζονται από το άρθρο 972 ΑΚ και το άρθρο 2 παρ. 1 του αν 1539/1938 η σχετική δήλωση του κυρίου περί παραιτήσεως πρέπει να γίνει ενώπιον συμβολαιογράφου και να υποβληθεί σε μεταγραφή, γιατί η εγκατάλειψη (AK 1076) αποτελεί δικαιοπραξία, που τείνει σε κατάργηση εμπραγμάτου δικαιώματος επί ακινήτου. Ακόμη κατά το άρθρο 1 του α.ν. 2344/1940 "περί αιγιαλού και παραλίας", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ και εξακολουθεί κατά το άρθρο 34 παρ.2 του ν. 2971/2001 να ρυθμίζει τις εκκρεμείς υποθέσεις, ο αιγιαλός είναι κοινόχρηστο κτήμα, ανήκει στο Δημόσιο, προστατεύεται και διαχειρίζεται από αυτό (ΑΚ 968). Ο αιγιαλός μόνο με πρόσχωση από φυσικά ή και τεχνητά αίτια μπορεί να απολέσει το χαρακτήρα του ως τέτοιου, αφού η ιδιότητα λωρίδας γης ή αιγιαλού αποτελεί συνάρτηση καθαρά φυσικών φαινομένων. Επομένως, ο παλαιός αιγιαλός , έστω και αν απώλεσε το χαρακτήρα του, εξακολουθεί ex lege να ανήκει στην κυριότητα του Δημοσίου και δεν συντρέχει ανάγκη μετά από την αλλαγή αυτή να αναζητηθεί άλλος τρόπος κτήσεως ή διατηρήσεως της κυριότητας του Δημοσίου, όπως με χρησικτησία (Ολ ΑΠ 24/2000, ΑΠ 368/2015). Εξάλλου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 του ίδιου ως άνω α.ν. «1. όπου ο αιγιαλός δεν μπορεί λόγω της φύσεως της συνεχόμενης ξηράς να εξυπηρετήσει το σκοπό που αναφέρεται στο άρθρο 7 του νόμου αυτού , επιτρέπεται η διαπλάτυνσή του με την πρόσθεση λωρίδας γης που δεν επιτρέπεται να οικοδομηθεί από την παρακείμενη ξηρά μέχρι πλάτους 50 μέτρων, αρχίζει από το προς την ξηρά όριο του αιγιαλού". 2. Η κατά την προηγουμένην παράγραφον προσαυξάνουσα τον αιγιαλόν λωρίς γης καλείται εν τω παρόντι νόμω παραλία». Περαιτέρω κατά το άρθρο 1045 ΑΚ όποιος έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 ΑΚ όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο της νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ). Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές πράξεις πάνω σ` αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 κωδ (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ (41.4), 6 Πανδ (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ (23.3) του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου μπορούσε να αποκτηθεί κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν ασκήσεως νομής πάνω σ` αυτό με καλή πίστη και διάνοια κυρίου επί μια συνεχή τριακονταετία, με τη δυνατότητα εκείνου που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του εφ` όσον έχει γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχός του. Οι διατάξεις αυτές του ΒΡΔ δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21-6/10-7-1937 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" στο άρθρο 21 του οποίου ορίσθηκε ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται οι εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, εφ` όσον όμως η τριακονταετής νομή τους είχε συμπληρωθεί μέχρι την 11-9-1915 όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις του Ν. ΔΞΗ/1912 και τα αλλεπάλληλα διατάγματα "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του Ν.Δ/τος 22- 4/26-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", αφού έκτοτε είχε ανασταλεί η λήξη κάθε παραγραφής δικαιωμάτων και του χρόνου χρησικτησίας από δε την 26-5-1926, που ακόμα ίσχυε η αναστολή αυτή, απαγορεύθηκε η παραγραφή των εμπραγμάτων δικαιωμάτων σε ακίνητα του Δημοσίου και συνεπώς δεν είναι δυνατή η απόκτηση από άλλου κυριότητας σε αυτά με χρησικτησία. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΒΔ της 12.12.1833 "περί διορισμού και φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα ... εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", που έχει ισχύ νόμου, όλα τα ... για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) και που έχει εκδοθεί επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο. Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν επί των ως άνω γαιών σε όλη την Ελληνική Επικράτεια και επομένως και σε αυτές στις Κυκλάδες, που δεν ανήκαν σε ιδιώτες και είχε, κατά τα προαναφερθέντα καταστεί κύριός τους το Ελλ. Δημόσιο. Ακόμη, μέχρι μεν την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946), το χαρακτήρα του κοινοχρήστου σε ακίνητο μπορούσε να προσδώσει κοινοχρήστου σε ακίνητο μπορούσε να προσδώσει α) η πράξη της αρμόδιας διοικητικής αρχής, που, σύμφωνα με τις διατάξεις περί σχεδίου πόλεων, περιλάμβανε αυτό σε ρυμοτομικό διάγραμμα του σχεδίου πόλεως και β) η βούληση του ιδιοκτήμονα που εκδηλωνόταν με δικαιοπραξία κατά το ν. 3 §2, Πανδ. 43.7. Κατά το προϊσχύσαν του ΑΚ βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο (ν.3 Πανδ. 43.7, ν. 2 παρ.8, Πανδ. 39.3, ν.28, Πανδ. 22,3) αναγνωριζόταν, επίσης, ως τρόπος κτήσης της ιδιότητας πράγματος ως κοινοχρήστου η αμνημονεύτου αρχαιότητα στη χρήση του πράγματος από τους δημότες κοινότητας ή δήμου (νetustas), με την οποία κυρωνόταν ως νόμιμη η πραγματική κατάσταση που υπήρχε πριν από τόσο χρόνο, ώστε η ζώσα γενεά να τη γνώρισε ως έχει και να μη διέδωσε παράδοση από την παρελθούσα γενεά για την ύπαρξη άλλης διαφορετικής κατάστασης. Η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα δεν υιοθετήθηκε από τον ΑΚ, διατηρείται, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝ ΑΚ, η δυνάμει αυτής ιδιότητα που απέκτησε το πράγμα ως κοινής χρήσης, εφόσον πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946) δύο συνεχόμενες γενεές ανθρώπων επί συνολικό διάστημα τουλάχιστον ογδόντα (80) ετών δεν γνώρισαν διαφορετική κατάσταση του πράγματος από την κοινοχρησία . Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 369, 966, 967, 968, 972, 1033 και 1192 αριθ. 1 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Εισ.ΝΑΚ, που προμνημονεύθηκε, προκειμένου να κριθεί μετά την εισαγωγή του ΑΚ, η ιδιότητα ενός πράγματος εκτός συναλλαγής ή κοινοχρήστου, προκύπτει, ότι τα κοινής χρήσης πράγματα λαμβάνουν τον προορισμό τους αυτό από το νόμο ή τη βούληση του ιδιοκτήτη τους (όπως με διαθήκη ή δωρεά), που μπορεί να εκδηλωθεί και με παραίτηση από την κυριότητα του πράγματος για να καταστεί αυτό κοινόχρηστο τηρουμένων πάντοτε των νόμιμων προϋποθέσεων (σύνταξη συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή της οικείας δήλωσης). Η κυριότητα, ειδικότερα, στην οποία ο ΑΚ υπάγει τα δημόσια κτήματα είναι η κυριότητα του αστικού δικαίου, η οποία εξακολουθεί να υπάρχει και όταν τα τελευταία παύσουν, κατά το άρθρο 971 ΑΚ, να υπηρετούν την κοινή χρήση, παύσουν δηλαδή τα κοινής χρήσης πράγματα να είναι εκτός συναλλαγής. Προϋπόθεση εφαρμογής των ως άνω ρυθμίσεων είναι η φύση του ακινήτου ως δημόσιου κτήματος, δηλαδή για ακίνητο, το οποίο έχει περιέλθει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου. Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033, 1192 αρ.1, 1194 και 1198 προκύπτει, ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, ύστερα από συμφωνία, μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ` αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, η οποία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση, με τον τρόπο αυτό, της κυριότητας του ακινήτου, προϋπόθεση είναι εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της να ήταν κύριος του ακινήτου. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1046 και 1051 ΑΚ προκύπτει, ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο για μια δεκαετία, με έκτακτη δε χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 10/2011). Εξ ετέρου κατά την έννοια της διάταξης του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης για έλλειψη νομίμου βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης, δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διάταξης, που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και μάλιστα στην ανάλυση ή στάθμιση ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, αλλά όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά και είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση της συνδρομής των όρων του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ερμηνείας. Δηλαδή μόνο τι αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγοι είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔικ γιατί πλήττει την ανέλεγκτη, επί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων , που με επίκληση νομίμως προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, δέχθηκε, κατ` ανέλεγκτη κρίση, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : «Με το υπ’ αριθμ. ...31-3-1990 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Σ. Ε. Χ.-Α., που μεταγράφηκε νόμιμα, η πρώτη ενάγουσα και τώρα πρώτη εκκαλούσα Α. Α. αγόρασε από τη Β. συζ. Ε. Κ., το γένος Κ. Μ., και από το Ν. Μ. του Κ. ένα αγροτεμάχιο και συγκεκριμένα ένα απάμπελο με συνεχόμενο κήπο, περιτοιχισμένο κατά το μεγαλύτερο μέρος του, με πηγάδια και στέρνα, συνολικής εκτάσεως κατά μεν τον τίτλο κτήσεώς του 20.000 τ.μ., πλέον ή έλαττον ή όσης εκτάσεως και αν είναι, κατά δε τον απώτερο τίτλο του δέκα ημερομισθίων, και σύμφωνα με ακριβή και πρόσφατη καταμέτρηση 23.150 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας Σ., εμφαίνεται στο προσαρτημένο στο συμβόλαιο αυτό από Μαρτίου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Μ. Κ. με τα αλφαβητικά στοιχεία ... και συνορεύει, σύμφωνα με το τοπογραφικό διάγραμμα, βόρεια επί πλευράς ... συνολικού μήκους 148,60 μέτρων με κοινοτικό δρόμο (ρυάκι), βορειοανατολικά επί τεθλασμένης πλευράς ... συνολικού μήκους 174,60 μέτρων με κτήματα κληρονόμων Β. Μ., Γ. Λ. (Κ.) και Φ. Π. (πρώην Ε. Τ.), ανατολικά επί πλευράς Α-Β μήκους 55,30 μέτρων με ιδιοκτησία Ε. Κ., νότια επί τεθλασμένης πλευράς ...-...-Θ συνολικού μήκους 256,50 μέτρων με κτήματα Κ. Σ., πρώην Τ., και ... Εταιρίας και δυτικά επί πλευράς ... μήκους 120,40 μέτρων με παραλία ... (γραμμή παλαιού αιγιαλού). Μετά την αγορά του ανωτέρω αγροτεμαχίου και, ύστερα από σχετική αίτηση της πρώτης ενάγουσας αγοράστριας, καθορίσθηκαν, με την υπ’ αριθμ. ...17-12-1993 απόφαση του Νομάρχη Κυκλάδων, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 1600/31-12-1993, τεύχος Δ’ ), με τη σύμφωνη γνώμη του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού (Γ.Ε.Ν.), που διατυπώθηκε στο υπ’ αριθμ. .../27-9-1993 έγγραφό του, τα όρια του αιγιαλού και της παραλίας στη θέση "..." της νήσου Σ., όπου βρίσκεται το αγροτεμάχιο αυτό, και επικυρώθηκε η από 10-4-1993 έκθεση της Επιτροπής καθορισμού των ορίων του αιγιαλού και παραλίας και θέσεων αμμοληψίας, καθώς και το συνοδεύον την έκθεση αυτή από Ιουλίου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Α. Μ., που θεωρήθηκε στις 10-4-1993. Σύμφωνα με τον καθορισμό αυτό, τμήμα του αγορασθέντος από την πρώτη ενάγουσα πιο πάνω αγροτεμαχίου, εκτάσεως 2.558 τ.μ., περιλήφθηκε στη ζώνη του αιγιαλού και της παραλίας και έτσι το αγροτεμάχιο αυτό έχει πλέον εμβαδόν 20.592 τ.μ., εμφαίνεται περιμετρικά στο από 15-11-1995 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Α. Γ. με τα αλφαβητικά στοιχεία ...-...-...-Τα-... και συνορεύει, σύμφωνα με το τοπογραφικό αυτό διάγραμμα, βόρεια επί πλευράς ... συνολικού μήκους 106,10 τ.μ. με κοινοτικό δρόμο (ρυάκι), βορειοανατολικά επί τεθλασμένης πλευράς ...-...-... συνολικού μήκους 179,10 μέτρων με ιδιοκτησίες κληρονόμων Β. Μ., Γ. Λ. και Φ. Π., νότια επί τεθλασμένης πλευράς ... συνολικού μήκους 253,35 τ.μ. με ιδιοκτησίες Κ. Σ. (πρώην Η. Τ.) και ανώνυμης εταιρίας ..., ανατολικά επί τεθλασμένης πλευράς ... μήκους 54,35 μέτρων με ιδιοκτησία Ε. Κ. και δυτικά εν μέρει επί πλευράς ... μήκους 31 μέτρων με βράχια καί εν μέρει επί τεθλασμένης πλευράς ... μήκους 98,75 μέτρων με γραμμή αιγιαλού και αμμώδη παραλία. Με το ίδιο παραπάνω από 15-11-1995 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Α. Γ., η πρώτη ενάγουσα κατάτμησε το άνω αγροτεμάχιο, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί μετά τον καθορισμό των ορίων του αιγιαλού και της παραλίας, σε πέντε μικρότερα αυτοτελή αγροτεμάχια, άρτια και οικοδομήσιμα, εμφαινόμενα στο τοπογραφικό αυτό διάγραμμα με τα στοιχεία "1", "2", "3", ... και .... Εκ των αγροτεμαχίων αυτών Α) το υπό στοιχείο "1" αγροτεμάχιο έχει εμβαδόν 4.000 τ.μ., εμφαίνεται στο άνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα αλφαβητικά στοιχεία ... -... -... και συνορεύει, σύμφωνα με το διάγραμμα αυτό, βόρεια εν μέρει επί πλευράς Δ-Ε μήκους 4,50 μέτρων με κοινοτικό δρόμο (ρυάκι) και εν μέρει επί πλευράς Σ’ -Ρ’ μήκους 61,30 μέτρων με το υπό στοιχείο "2" αγροτεμάχιο, νότια επί πλευράς ... -Ξ’ συνολικού μήκους 61,75 μέτρων με ιδιοκτησία εταιρίας ν’ 1 ..., δυτικά επί πλευράς ... μήκους 31 μέτρων με βράχια, βορειοδυτικά επί πλευράς ... συνολικού μήκους 44,85 μέτρων με αμμώδη παραλία και ανατολικά επί πλευράς ... συνολικού μήκους 28,05 μέτρων με το υπό στοιχείο «3" αγροτεμάχιο, Β) το υπό στοιχείο "2" αγροτεμάχιο έχει εμβαδόν 4.121 τ.μ., εμφαίνεται στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα με τα αλφαβητικά στοιχεία ... και συνορεύει, σύμφωνα με το διάγραμμα αυτό, βόρεια επί πλευράς ... συνολικού μήκους 66,95 μέτρων με κοινοτικό δρόμο (ρυάκι), νότια επί πλευράς Σ’ -Ρ’ μήκους 61,30 μέτρων με το υπό στοιχείο "1" αγροτεμάχιο, ανατολικά επί πλευράς Δ-Σ’ μήκους 80 μέτρων με το υπό στοιχείο "1" αγροτεμάχιο και βορειοδυτικά επί πλευράς Α-Ρ’ μήκους 53,90 μέτρων με αμμώδη παραλία, Γ) το υπό στοιχείο "3" αγροτεμάχιο έχει εμβαδόν 4.009 τ.μ., εμφαίνεται στο εν λόγω τοπογραφικό διάγραμμα με τα αλφαβητικά στοιχεία ... και συνορεύει, σύμφωνα με το διάγραμμα αυτό, βόρεια επί πλευράς Ε-Ζ μήκους 4,50 μέτρων με κοινοτικό δρόμο (ρυάκι), νότια επί πλευράς ... συνολικού μήκους 84 μέτρων με ιδιοκτησία εταιρίας ..., βορειοανατολικά επί πλευράς ... συνολικού μήκους 121,55 μέτρων με το υπό στοιχείο ... αγροτεμάχιο επί πλευράς ... συνολικού μήκους 128,05 μέτρων με το υπό στοιχείο "1" αγροτεμάχιο, Δ) το υπό στοιχείο ... αγροτεμάχιο έχει εμβαδόν 4.034 τ.μ., εμφαίνεται στο ίδιο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα αλφαβητικά στοιχεία ... και συνορεύει, σύμφωνα με το διάγραμμα αυτό, βόρεια επί πλευράς ... μήκους 4,50 μέτρων με κοινοτικό δρόμο (ρυάκι), νοτιοανατολικά επί πλευράς ... μήκους 28,50 μέτρων με το υπό στοιχείο ... αγροτεμάχιο, βορειοανατολικά επί πλευράς ... συνολικού μήκους 58,30 μέτρων με το υπό στοιχείο ... αγροτεμάχιο, ανατολικά επί πλευράς ... μήκους 66,55 μέτρων με το υπό στοιχείο ... αγροτεμάχιο, νότια εν μέρει επί πλευράς ... μήκους 25,30 μέτρων με ιδιοκτησία Κ. Σ. και εν μέρει επί πλευράς ... συνολικού μήκους 31,60 μέτρων με ιδιοκτησία εταιρίας ... , δυτικά επί πλευράς ... συνολικού μήκους 84 μέτρων με το υπό στοιχείο ... αγροτεμάχιο και βορειοδυτικά επί πλευράς ... μήκους 37,55 μέτρων με το υπό στοιχείο ... αγροτεμάχιο, και Ε) το υπό στοιχείο ... αγροτεμάχιο έχει εμβαδόν 4.428 τ.μ. και εμφαίνεται στο πιο πάνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα αλφαβητικά στοιχεία ...-...-...-...-... . και συνορεύει σύμφωνα με το διάγραμμα αυτό , βόρεια εν μέρει επί πλευράς ... μήκους 25,45 μέτρων με ιδιοκτησία Γ. Λ. και εν μέρει επί πλευράς ... μήκους 25,30 μέτρων με ιδιοκτησία Φ. Π., βορειοανατολικά εν μέρει επί πλευρών ... μήκους 5 μέτρων και ... συνολικού μήκους 25,20 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Β. Μ. και εν μέρει επί πλευράς ... συνολικού μήκους 25,50 μέτρων με ιδιοκτησία Γ. Δ., ανατολικά επί πλευράς ... συνολικού μήκους 54,35 τ.μ. με ιδιοκτησία Ε. Κ., νότια εν μέρει επί πλευράς ... συνολικού μήκους 40,80 με ιδιοκτησία κληρονόμων Β. Μ., εν μέρει επί πλευράς ... συνολικού μήκους 50,70 μέτρων με ιδιοκτησία Κ. Σ. και εν μέρει επί πλευράς ... μήκους 25,30 μέτρων με το υπό στοιχείο ... αγροτεμάχιο, δυτικά επί πλευράς ... μήκους 66,55 μέτρων με το υπό στοιχείο ... αγροτεμάχιο, νοτιοδυτικά επί πλευράς ... μήκους 33 μέτρων με το υπό στοιχείο ... αγροτεμάχιο και νοτιοανατολικά επί πλευράς ... μήκους 28,50 μέτρων με το υπό στοιχείο ... αγροτεμάχιο. Μετά την παραπάνω κατάτμηση, η πρώτη ενάγουσα πώλησε και μεταβίβασε, με το υπ’ αριθμ. ...28-12-1995 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Σ. Ε. Χ.-Α., που μεταγράφηκε νόμιμα, το παραπάνω περιγραφόμενο υπό στοιχείο "1" αγροτεμάχιο στη δεύτερη ενάγουσα και ήδη δεύτερη εκκαλούσα μητέρα της Θ. συζ. Δ. Α., ενώ το έτος 2001 η πρώτη ενάγουσα μεταβίβασε, λόγω δωρεάς, με το υπ’ αριθμ. ...23-7-2001 δωρητήριο συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου Ε. Χ.-Α., που μεταγράφηκε νόμιμα, και το παραπάνω περιγραφόμενο υπό στοιχείο ... αγροτεμάχιο στον τρίτο ενάγοντα και ήδη τρίτο εκκαλούντα σύζυγό της Δ. Κ.. Τμήμα του μεγαλύτερου πιο πάνω αγροτεμαχίου, που αγόρασε η πρώτη ενάγουσα με το προαναφερόμενο υπ’ αριθμ. ...31-3-1990 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά τον καθορισμό των ορίων του αιγιαλού και της παραλίας, καταγράφηκε στις 14-2-2006 στα βιβλία δημοσίων κτημάτων με αριθμό ... ως δημόσιο κτήμα και συγκεκριμένα ως αδέσποτο. Το τμήμα αυτό, που αποτελεί την ήδη επίδικη εδαφική έκταση, έχει εμβαδόν 16.218 τ.μ., εμφαίνεται στο από 22-7-2006 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Α. Γ. με τα αλφαβητικά στοιχεία ...-...-……...-... -... -..., και εμπεριέχονται σ’ αυτό Α) ολόκληρα τα υπό στοιχεία ... αγροτεμάχια, όπως αυτά περιγράφονται παραπάνω, Β) τμήμα, εμβαδού 3.434 τ.μ., του υπό στοιχείο ... αγροτεμαχίου, το οποίο (τμήμα) εμφαίνεται στο ίδιο πιο πάνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα αλφαβητικά στοιχεία .... …... …και συνορεύει, σύμφωνα με το τοπογραφικό αυτό διάγραμμα, βόρεια επί πλευράς ... μήκους 4,50 μέτρων με κοινοτικό δρόμο (ρυάκι), νότια επί πλευράς ... μήκους 25,30 μέτρων με ιδιοκτησία Κ. Σ. και επί συνεχόμενης πλευράς ... συνολικού μήκους με ιδιοκτησία Εταιρίας ... , δυτικά επί πλευράς ... συνολικού μήκους 84 μέτρων και βορειοδυτικά επί πλευράς ... μήκους 37,55 μέτρων με το υπό στοιχείο ... αγροτεμάχιο , νοτιοανατολικά επί πλευράς ... μήκους 28,50 μέτρων και βορειοανατολικά επί πλευράς ... μήκους 33 μέτρων με το υπό στοιχείο ... αγροτεμάχιο, ανατολικά επί πλευρών δ-γ μήκους 17 μέτρων , γ-β μήκους 49,20 μέτρων , β-α μήκους 2,90 και α-Δ’ μήκους 4,55 μέτρων με το υπόλοιπο τμήμα του ίδιου υπό στοιχείο ... αγροτεμαχίου , και Γ) τμήμα , εμβαδού 654 τ.μ., του υπό στοιχείο ... αγροτεμαχίου , το οποίο [τμήμα] εμφαίνεται στο άνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα αλφαβητικά στοιχεία ...-...-... -... και συνορεύει , σύμφωνα με το τοπογραφικό αυτό διάγραμμα , βόρεια επί πλευράς ...-Ι μήκους 25,35 μέτρων με κοινοτικό δρόμο [ρυάκι], βορειοανατολικά επί πλευρών ... μήκους 5 μέτρων και ... συνολικού μήκους 25,20 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Β. Μ., ανατολικά επί πλευράς … μήκους 5,55 μέτρων με το υπό στοιχείο ... αγροτεμάχιο, νότια επί συνεχομένων πλευρών ... συνολικού μήκους 40,40 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Β. Μ. και επί πλευράς ... μήκους 3,80 μέτρων με το υπό στοιχείο ... αγροτεμάχιο, νοτιοδυτικά επί πλευράς ... μήκους 33 μέτρων και νοτιοανατολικά επί πλευράς ... μήκους 28,50 μέτρων με το υπό στοιχείο ... αγροτεμάχιο. Πριν την καταγραφή της επίδικης εδαφικής έκτασης ως δημοσίου κτήματος είχε υποβληθεί, το έτος 1998, στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Σύρου η υπ’ αριθμ. πρωτ. ...28-7-1998 αίτηση-αναφορά ιδιώτη, με την οποία εζητείτο εισαγγελική έρευνα, μεταξύ άλλων, και για πιθανή καταπάτηση της παραλίας στη θέση "..." από τις δύο πρώτες ενάγουσες. Η αναφορά αυτή διαβιβάσθηκε από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Σύρου στην Κτηματική Υπηρεσία του Νομού Κυκλάδων με ταυτόχρονη εισαγγελική παραγγελία να διερευνηθεί και να συνταχθεί σχετική πορισματική έκθεση περί του εάν υπάρχουν ενδείξεις αυτογνωμόνου καταλήψεως δημοσίου κτήματος. Κατόπιν της εισαγγελικής αυτής παραγγελίας συντάχθηκε η από 28-11-2001 τεχνική έκθεση του υπαλλήλου της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Κυκλάδων Γ. Α., τοπογράφου μηχανικού, και η από 8-5-2001 έκθεση διοικητικής έρευνας και πόρισμα ιδιοκτησιακού καθεστώτος της υπαλλήλου της ίδιας Υπηρεσίας Μ. Κ., η οποία, μετά από αντιπαραβολή (σύγκριση) των προσκομισθέντων από τις δύο πρώτες ενάγουσες τίτλων κυριότητας αυτών και των δικαιοπαρόχων τους, άμεσων και απώτερων, κατέληξε, με την άνω έκθεσή της, στο συμπέρασμα να μην προβάλλει δικαιώματα το εναγόμενο και τώρα εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο για τμήμα, εκτάσεως 3.500 τ.μ., του μεγαλύτερου πιο πάνω αγροτεμαχίου των 20.592 τ.μ., το οποίο, κατά την κρίση της, περιλαμβάνονταν στους παλαιότερους τίτλους κυριότητας του απώτατου δικαιοπαρόχου των πιο πάνω εναγουσών, και να προβάλλει δικαιώματα για το υπόλοιπο τμήμα του αγροτεμαχίου αυτού, εκτάσεως 17.092 τ.μ. (20.592-3.500), "ως ανέκαθεν δημόσια έκταση αδέσποτη".
Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. ...-11-2002 γνωμοδότηση του, κατά το άρθρο 90 του Π.Δ/τος 284/1988, αρμοδίου Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων και Ανταλλάξιμης Περιουσίας, με την οποία το Συμβούλιο αυτό γνωμοδότησε ότι η πέραν των 3.500 τ.μ. εδαφική έκταση των 17.092 τ.μ. δεν ανήκει στην κυριότητα των δύο πρώτων εναγουσών και ότι η έκταση αυτή αποτελεί ακίνητο, που κατέστη αδέσποτο προ του έτους 1880. Η γνωμοδότηση αυτή δεν έγινε δεκτή από τον αρμόδιο Υφυπουργό Οικονομικών, οπότε η υπόθεση επανεισήχθη στο Γνωμοδοτικό Συμβούλιο και εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. ...-1-2003 γνωμοδότηση, με την οποία το Συμβούλιο γνωμοδότησε υπέρ της επανεξέτασης της ιδιοκτησιακής κατάστασης του άνω ακινήτου ως προς την ιδιότητα αυτού ως αδέσποτου και κατόπιν αναβλήθηκε η οριστική κρίση του Συμβουλίου, προκειμένου, με επιμέλεια της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Κυκλάδων, να συνταχθεί νέα έκθεση ερεύνης και αντίστοιχη τεχνική έκθεση και να ερευνηθεί η συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων, συνεπεία των οποίων το εν λόγω ακίνητο ετύγχανε ή κατέστη αδέσποτο. Σε εκτέλεση της γνωμοδότησης αυτής συντάχθηκε η από 31-8-2004 "έκθεση διοικητική-τεχνική και πόρισμα ιδιοκτησιακού καθεστώτος" του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Σ. Σ., με την οποία ο τελευταίος κατέληξε, μετά από αντιπαραβολή και αυτός των τίτλων κυριότητας των πιο πάνω εναγουσών και των Η δικαιοπαρόχων τους, στο ίδιο παραπάνω συμπέρασμα, που είχε καταλήξει προηγουμένως με την προαναφερθείσα έκθεσή της η υπάλληλος της ίδιας Υπηρεσίας Μ. Κ., δηλαδή να μην προβάλλει δικαιώματα το Ελληνικό Δημόσιο για το τμήμα, εμβαδού 3.500 τ.μ., και να προβάλλει δικαιώματα για το υπόλοιπο τμήμα, εμβαδού 17.092 τ.μ. « ως ανέκαθεν δημόσια έκταση». Στο ερώτημα δε για το πώς κατέστη αδέσποτη η έκταση αυτή η Κτηματική Υπηρεσία, με το μεταγενέστερο υπ’ αριθμ. πρωτ. ...-3- 2005 έγγραφό της, διατύπωσε την άποψη ότι δεν αποδείχθηκε ότι η εν λόγω έκταση είχε ποτέ κύριο και κατά συνέπεια αυτή είναι ανέκαθεν δημόσια. Το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο έκρινε στη συνέχεια ότι δεν δόθηκε αιτιολογημένη απάντηση από την Κτηματική Υπηρεσία επί του τεθέντος με την προηγούμενη υπ’ αριθμ. 68/2004 γνωμοδότηση θέματος, οπότε εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. ...-3-2005 γνωμοδότηση , με την οποία αναβλήθηκε και πάλι η έκδοση της οριστικής γνωμοδότησης του Συμβουλίου προκειμένου , με την επιμέλεια της Κτηματικής Υπηρεσίας, να συμπληρωθεί ο φάκελος της υποθέσεως δια της αναφοράς όλων των στοιχείων εκείνων , εκ των οποίων προκύπτει ότι η υπό εξέταση έκταση δεν είχε ποτέ κύριο και ότι ετύγχανε δημόσια-αδέσποτη , και σε περίπτωση που δεν υφίστανται τέτοια στοιχεία να διεξαχθεί συμπληρωματική έρευνα , κατά την οποία, αφού ληφθούν υπόψη άπαντα τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως, και μετά από εξέταση μαρτύρων της επιλογής της Κτηματικής Υπηρεσίας, ως και αυτών που τυχόν ήθελε προτείνουν οι φερόμενοι ως κύριοι, να ερευνηθεί αν και πότε και πώς οι κύριοι αυτής εγκατέλειψαν τη νομή αυτής με πρόθεση παραιτήσεως από την κυριότητά τους, ως και εάν συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις της κατ’ άλλο νόμιμο τρόπο περιελεύσεως της έκτασης αυτής στο Ελληνικό Δημόσιο. Σε εκτέλεση της γνωμοδότησης αυτής συντάχθηκε η από 10-6-2005 συμπληρωματική έκθεση της υπαλλήλου της Κτηματικής Υπηρεσίας Ζ. Μ., μετά την οποία εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. ...-7-2005 γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου, με την οποία κρίθηκε ότι δεν στοιχειοθετείται τεκμηριωμένα , με βάση τα στοιχεία του φακέλου, ότι η επίδικη έκταση ήταν ανέκαθεν αδέσποτη και, επομένως, δεν μπορεί υποστηριχθεί βασίμως ότι περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως αδέσποτη, και κατόπιν τούτου γνωμοδότησε ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν πρέπει να προβάλει δικαιώματα κυριότητας επί του όλου πιο πάνω αγροτεμαχίου των 20.592 τμ. Μετά τη γνωμοδότηση αυτή , εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1093482/5524/Α0010/28-9-2005 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών , με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η άνω γνωμοδότηση και αποφασίστηκε , σε σχέση με το παραπάνω αγροτεμάχιο, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να μην προβάλλει δικαιώματα κυριότητας για τμήμα αυτού, εκτάσεως 3.500 τ.μ., δεδομένου ότι υπάρχει αλληλουχία τίτλων μέχρι το έτος 1884, ενώ το υπόλοιπο τμήμα αυτού , εκτάσεως 17.092 τ.μ. [20.592-3.500], θα πρέπει να καταγραφεί στα βιβλία δημοσίων κτημάτων ως αδέσποτη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 972 ΑΚ και του άρθρου 16 του ν. 10-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων". Έτσι, μετά την έκδοση της Υπουργικής αυτής Αποφάσεως, καταγράφηκε, όπως ήδη προεκτέθηκε, ως δημόσιο κτήμα και συγκεκριμένα ως αδέσποτη η επίδικη εδαφική έκταση, εμβαδού 16.218 τ.μ., όπως αυτή αποτυπώθηκε με τα αλφαβητικά στοιχεία ...-...- ... στο "τοπογραφικό διάγραμμα δημοσίου κτήματος" του τεχνολόγου-τοπογράφου Θ. Κ.. Στο τοπογραφικό αυτό διάγραμμα υπάρχει σημείωση του παραπάνω συντάκτη του, σύμφωνα με την οποία η διαφορά στο εμβαδόν μεταξύ της Υπουργικής Απόφασης και του τοπογραφικού διαγράμματος, ήτοι μεταξύ των 17.092 τ.μ. της Υπουργικής Απόφασης και των 16.218 τ.μ. του τοπογραφικού διαγράμματος, οφείλεται στο γεγονός ότι η έκταση των 3.500 τ.μ. του όλου αγροτεμαχίου, για την οποία αναφέρεται στην Υπουργική Απόφαση να μην προβάλλει δικαιώματα κυριότητας το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, δεν ήταν αποτέλεσμα αποτύπωσης και εμβαδομέτρησης, αλλά απλής αναφοράς της έκτασης αυτής στα αρχικά συμβόλαια κτήσης της. Η δε από 17-4-2006 αίτηση των δύο πρώτων εναγουσών, με την οποία ζητήθηκε η ανάκληση της παραπάνω Υπουργικής αποφάσεως και η αποδοχή της ως άνω υπ’ αριθ. ...-7-2005 γνωμοδότησης, απορρίφθηκε κατά πλειοψηφία, με την υπ’ …25-10-2007 γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου. Από τους προσκομιζόμενους και επικαλούμενους από τους ενάγοντες τίτλους κυριότητας των δικαιοπαρόχων τους , αμέσων και απώτερων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Το μεγαλύτερο πιο πάνω αγροτεμάχιο που αγόρασε η πρώτη ενάγουσα Α. Α., με το προαναφερόμενο υπ’ αριθμ. ...31-3-1990 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, είχε περιέλθει, όπως αναφέρεται στο συμβόλαιο αυτό, στους αμέσους δικαιοπαρόχους της (πωλητές) Β. συζ. Ε. Κ., το γένος Κ. Μ., και Ν. Μ. του Κ., κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου στον καθένα, δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...-8-1971 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μ. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σ. στον ... και με αυξ. ..., εξ αγοράς από την Ε. χήρα Δ. Ρ., το γένος Α. Γ., η οποία το είχε αποκτήσει, όπως αναφέρεται στο ίδιο συμβόλαιο, δυνάμει του νόμιμα μεταγεγραμμένου υπ’ αριθμ. ...-1922 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σ. Γ. Λ., εξ αγοράς από τον πατέρα της Α. Γ. του Β.. Με το άνω υπ’ αριθμ. ...-8-1971 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο η απώτερη δικαιοπάροχος των εναγόντων Ε. χήρα Δ. Ρ., το γένος Α. Γ., πώλησε και μεταβίβασε στα εγγόνια της Β. και Ν. Μ. και αμέσους δικαιοπαρόχους της πρώτης ενάγουσας, πλην άλλων ακινήτων, και μίαν άμπελον, κειμένην εις θέσιν ... ..., "εκτάσεως μέτρων τετραγωνικών είκοσι χιλιάδων (20.000) ή όσης επιπλέον ή έλαττον είναι, πλησίον κτημάτων Ε. Κ. (έχει παραλειφθεί το επώνυμο), Ζ. Γ. και ποταμού και έχουσα σύνορον την θάλασσαν, εκτάσεως δε κατά τοπικόν χαρακτηρισμόν δέκα (10) ημερομισθίων", ενώ με το πιο πάνω υπ’ αριθμ. ...-11-1922 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων Α. Β. Γ. πώλησε και μεταβίβασε στη θυγατέρα του και απώτερη επίσης δικαιοπάροχο των εναγόντων Ε. χήρα Δ. Ρ., το γένος Α. Γ., πλην άλλων ακινήτων, και "Μίαν άμπελον κειμένην εις θέσιν ... ..., μετά των εν αυτή συκοδένδρων, εκτάσεως δέκα ημερομισθίων, πλησίον κτημάτων Ε. Κ. Τ. (το επώνυμο που έχει παραλειφθεί στο άνω υπ’ αριθμ. ...-8-1971 συμβόλαιο), κληρονόμων Ε. Γ. Κ., κληρονόμων Θ. Π., κληρονόμων Μ. Γ. Λ. και άμμον", η οποία, όπως αναφέρεται στο συμβόλαιο αυτό, είχε περιέλθει στον παραπάνω πωλητή, δυνάμει της υπ’ αριθμ. ...12-10-1880 περιλήψεως κατακυρωτικής εκθέσεως του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σ. Α. Π.. Με την περίληψη αυτή, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, είχε περιέλθει στον απώτερο πιο πάνω δικαιοπάροχο των εναγόντων Α. Β. Γ., κατόπιν αναγκαστικού πλειστηριασμού που διενεργήθηκε, με επίσπευσή του σε βάρος του οφειλέτη του Α. Κ. Γ., στις 3- 9-1878, βάσει της υπ’ αριθμ. ...3-9-1878 εκθέσεως αναγκαστικού πλειστηριασμού του άνω Ειρηνοδίκη, πλην άλλων ακινήτων, και "εν ήμισυ απάμπελον εξ αδιαιρέτου, κείμενον εις θέσιν ... το ..., εκτάσεως δύο περίπου στρεμμάτων, ανήκοντος του ετέρου ημίσεως προς τον Γ. Κ. Γ., και συνορευόμενον γύρωθεν με κτήματα Γ. Γ., Θ. Ι. Π., Γ. Κ. και Α. Δ.. Στην προηγηθείσα υπ’ αριθμ. ...-10-1877 έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Σύρου Ι. Γ., το κατασχεθέν και ακολούθως εκπλειστηριασθέν και κατακυρωθέν στον άνω απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων ακίνητο περιγράφεται ως εξής: "ήμισυ απάμπελον του οφειλέτου εξ αδιαιρέτου, ανήκοντος του ετέρου ημίσεως πρός τον Γ. Κ. Γ., εκτάσεως δύο περίπου στρεμμάτων, έχει γην δευτέρας ποιότητος, εμπεριέχει τρία συκόδενδρα, λινόν παλαιόν, γύρωθεν του οποίου υπάρχει και μέρος αυτού ακαλλιέργητον και τοιχογυρισμένον γύρωθεν με τοίχους παλαιούς, και πλησιάζει γύρωθεν με κτήματα Γ. Κ. Γ., Θ. I. Π., Γ. Κ. και Α. Δ.. Το ακίνητο αυτό, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες με την ένδικη αγωγή τους, είχε περιέλθει στον παραπάνω οφειλέτη Α. Κ. Γ., δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...9-11-1861 παραχωρητηρίου του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σ. Δ. Ν., με το οποίο τρία (3) τέκνα του Κ. Γ. παραχώρησαν, μετά το θάνατό του, στους λοιπούς συγκληρονόμους αδελφούς τους Κ., Α. και Κ. Κ. Γ., πλην άλλων κληρονομιαίων ακινήτων, και "μίαν πλατειάν χωράφι είς θέσιν ... το ... ενταύθα πλησίον των κτημάτων Ι. Π. και του παραθαλασίου". Επίσης, ο πιο πάνω απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων Α. Γ. είχε αποκτήσει, δυνάμει της υπ’ αριθμ. ...12-10-1880 περιλήψεως κατακυρωτικής εκθέσεως του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σ. Α. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, κατόπιν αναγκαστικού πλειστηριασμού που διενεργήθηκε, επίσης με επίσπευσή του, στις 7-9-1880 σε βάρος του οφειλέτη του Ι. Α. Γ., βάσει της υπ’ αριθμ. ...7-9-1880 εκθέσεως αναγκαστικού πλειστηριασμού του ως άνω Ειρηνοδίκη, και δύο ακόμη ακίνητα στην ίδια παραπάνω θέση ... και συγκεκριμένα μία άμπελο , «εκτάσεως ενός ημερομισθίου συνορεύουσα με κτήματα Α. Δ. και ποταμόν» και β) έναν αγρό «εκτάσεως μισής ζευγαριάς περίπου , συνορεύων με όμοιον Γ. Γ. και ποταμόν». Τον τελευταίο αυτό αγρό πώλησε και μεταβίβασε , το έτος 1921, ο εν λόγω δικαιοπάροχος των εναγόντων στη νύφη του Ε. συζ. Β. Γ., δυνάμει του νόμιμα μεταγεγραμμένου υπ’ αριθμ. ...-4-1921 πωλητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σ.. Στο πωλητήριο αυτό συμβόλαιο ο πιο πάνω αγρός περιγράφεται ως "ένας αγρός περιτοιχισμένος, εκτάσεως ημισείας περίπου ζευγαριάς, κείμενος εις θέσιν ... της περιφέρειας της Κοινότητος Σ., μετά του εν αυτώ φρέατος, δεξαμενής και κλημάτων αμπέλου, συνορευόμενος γύρωθεν με κτήματα Γ. Γ., κληρονόμων Μ. Δ. ή Κ., ποταμόν και παραλίαν", το δε φρέαρ και η δεξαμενή, που αναφέρονται στο εν λόγω πωλητήριο συμβόλαιο, βρίσκονται σήμερα εντός της επίδικης εδαφικής έκτασης των 16.218 τ.μ., προς το βορειοανατολικό όριο αυτής, στο τμήμα του υπ’ ... αγροτεμαχίου, που εμπεριέχεται στην επίδικη εδαφική έκταση, και στη θέση που προσδιορίζεται επακριβώς στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την από 20-8-2001 τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας του δασολόγου- φωτοερμηνευτή Ν. Σ.. Από την αντιπαραβολή των ως άνω τίτλων κυριότητας των δικαιοπαρόχων των εναγόντων προκύπτει ότι η επίδικη εδαφική έκταση περιλαμβάνεται, εκτός από τους προαναφερόμενους τίτλους των εναγόντων, και στον τίτλο των αμέσων δικαιοπαρόχων της πρώτης ενάγουσας Β. και Ν. Μ., ήτοι στο ως άνω υπ’ αριθμ. ...-8-1971 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, στο οποίο γίνεται σαφής αναφορά ότι το πωλούμενο ακίνητο (άμπελος) έχει έκταση 20.000 τ.μ., πλέον ή έλαττον, και σύνορα τον ποταμό και τη θάλασσα, που αποτελούν σήμερα το βόρειο και το δυτικό όριο αντίστοιχα του εν λόγω αγροτεμαχίου, και ανεξαρτήτως της ελλιπούς περιγραφής των υπολοίπων ορίων του. Στους προγενέστερους τίτλους των απώτερων δικαιοπαρόχων των εναγόντων, ενόψει κυρίως των διαφορετικών μονάδων μέτρησης που χρησιμοποιούνται κάθε φορά για τον προσδιορισμό του εμβαδού του μεταβιβαζομένου μ’ αυτούς ακινήτου και μάλιστα σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, που απέχουν κατά πολύ μεταξύ τους, δεν μπορούν να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα περί του εάν η επίδικη εδαφική έκταση περιλαμβάνεται ή όχι στους τίτλους αυτούς. Ωστόσο τα όρια του όλου αγροτεμαχίου που αγόρασε η πρώτη ενάγουσα Α. Α. είναι, με εξαίρεση το δυτικό όριο του προς τη θάλασσα, σαφώς υλοποιημένα επί του εδάφους με ξερολιθιές και επιπλέον το βόρειο όριο του και με δρόμο-ποταμό (ρυάκι). Οι περιμετρικές αυτές ξερολιθιές, οι οποίες αποτυπώνονται στο προσαρτημένο στο παραπάνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο από 31-3-1990 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Μ. Κ., υφίστανται τουλάχιστον από το έτος 1945 μέχρι και σήμερα, γεγονός που πιστοποιείται, ύστερα από φωτοερμηνεία ζευγών αεροφωτογραφιών των ετών 1945, 1960 και 1988, τόσο στην υπ’ αριθμ. πρωτ. ...20-1-2000 έκθεση φωτοερμηνείας του υπαλλήλου της Διεύθυνσης Δασών Κυκλάδων Ε. Γ., δασολόγου, στην οποία αναφέρεται ότι "οι απεικονισμένες ξηρολιθιές αναγνωρίζονται διαχρονικώς", όσο και στην από 28-11-2001 τεχνική έκθεση του υπαλλήλου της Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου Γ. Α., τοπογράφου μηχανικού, στην οποία διαπιστώνεται "διαχρονικός φωτοερμηνευτικός εντοπισμός από του έτους 1945 μέχρι σήμερα των περιμετρικών του ορίων- ξερολιθιές", αλλά και στην από 20-8-2001 τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας του δασολόγο...ωτοερμηνευτή Ν. Σ.. Οι παραπάνω ξερολιθιές αποτυπώνονται επίσης και στο από Ιουλίου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Α. Μ., που συνοδεύει την έκθεση της Επιτροπής καθορισμού των ορίων αιγιαλού και παραλίας, η οποία επικυρώθηκε με την άνω απόφαση του Νομάρχη, όπως και στο τοπογραφικό διάγραμμα καταγραφής της επίδικης έκτασης ως δημοσίου κτήματος του τεχνολόγου-τοπογράφου Θ. Κ.. Επομένως το άνω αγροτεμάχιο που αγόρασε η πρώτη ενάγουσα είναι τουλάχιστον από το έτος 1945 μέχρι και σήμερα περιτοιχισμένο κατά το μεγαλύτερο μέρος του με ξερολιθιές, πλην της δυτικής πλευράς του προς τη θάλασσα, που δεν έχει περιτοίχιση. Επιπρόσθετα, ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων Α. Γ. ή οι άμεσοι δικαιοπάροχοι αυτού διαχρονικά ως όμοροι ιδιοκτήτες και στους τίτλους κυριότητας και των άλλων ομόρων προς το αγορασθέν από την πρώτη ενάγουσα πιο πάνω αγροτεμάχιο ιδιοκτησιών και συγκεκριμένα α) στο υπ’ αριθμ. .../9-8-1878 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σ., δυνάμει του οποίου ο Μ. Γ. Λ., απώτερος δικαιοπάροχος (παππούς) του Β. Μ., αγόρασε από τον Α. Δ. την όμορη, βορειοανατολικά του όλου αγροτεμαχίου, "άμπελον εις θέσιν ... του .....", η οποία συνορεύει καθ’ όλο το μήκος της βορειοδυτικής πλευράς της με την επίδικη εδαφική έκταση, αναφέρεται ότι η άμπελος αυτή βρίσκεται "πλησίον Ι. Α. Γ., Α. Γ. (δικαιοπάροχοι του Α. Γ.) και Γ. Κ. Γ., β) στο υπ’ αριθμ. ...-1-1942 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκου Σ. Α. Δ., δυνάμει του οποίου ο Λ. Α. Ζ. αγόρασε από τον Κ. Ε. Τ. την όμορη, επίσης βορειοανατολικά του όλου αγροτεμαχίου, "άμπελον κειμένην εις θέσιν "..." της κτηματικής περιφερείας της Κοινότητος Σ....", η οποία, σύμφωνα με το συμβόλαιο αυτό, είχε περιέλθει στον παραπάνω πωλητή, συνεπεία κληρονομικής διαδοχής εκ της υπ’ αριθμ. ...8-10-1937 δημόσιας διαθήκης ενώπιον του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σ. Ε. Γ. του αποβιώσαντος στις 18-10-1937 πατέρα του Ε. Κ. Τ., αναφέρεται ότι η άμπελος αυτή συνορεύει "γύρωθεν με ιδιοκτησίας Α. Γ., Θ. Λ. και ποταμόν", ενώ στην ανωτέρω δημόσια διαθήκη αναφέρεται ότι η καταλειφθείσα από το διαθέτη στον πιο πάνω γιο του άμπελός συνορεύει "γύρωθεν με κτήματα Α. Γ., Δημοσίου ποταμού και Θ. Λ.", γ) στο επόμενο υπ’ ......-3-1942 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του ίδιου πιο πάνω συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη, με το οποίο ο ως άνω αγοραστής Λ. Α. Ζ. πώλησε και μεταβίβασε την παραπάνω άμπελο στο Θ. Μ. Λ., αναφέρεται επίσης ότι η πωλούμενη άμπελος βρίσκεται "πλησίον κτημάτων Α. Γ., Α. Τ. και ποταμού", δ) στην υπ’ ......-10-2001 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Α., με την οποία ο Γ. Θ. Λ. αποδέχθηκε την καταλειφθείσα σ’ αυτόν εξ αδιαθέτου κληρονομιά του αποβιώσαντος τη 1-4-1954 πατέρα του Θ. Μ. Λ., αποτελούμενη και από την παραπάνω άμπελο, αναφέρεται ότι η άμπελος αυτή συνορεύει "γύρω-γύρω με ποταμό, με Ε. Κ., με κληρονόμους Α. Γ. και με ιδιοκτησία ιδίου Γ. Λ.", ε) στο υπ’ αριθμ. ...16-10-1949 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκου Σ. Θ. Κ., δυνάμει του οποίου η Ε. συζ. Δ. Κ., το γένος Ε. Τ., αγόρασε από την αδελφή της Α. συζ. Ε. Π., το γένος Ε. Τ., την όμορη, βορειοανατολικά επίσης του όλου αγροτεμαχίου, "άμπελον κατεστραμμένην το πλείστον εκ επισυμβάσης θεομηνίας τω 1947 έτει, κειμένην είς θέσιν ... μετά του εν αυτή ύδατος και συκοδένδρων...", η οποία, σύμφωνα με το συμβόλαιο αυτό, είχε περιέλθει στην παραπάνω πωλήτρια, συνεπεία κληρονομικής διαδοχής εκ της ίδιας πιο πάνω υπ’ αριθμ. ...8-10-1937 δημόσιας διαθήκης του αποβιώσαντος πατέρα της Ε. Κ. Τ., αναφέρεται ότι η άμπελος αυτή συνορεύει "με κτήματα Σ. Κ., Α. Γ. και Κ. Τ., ενώ στην ως άνω διαθήκη η καταλειφθείσα από το διαθέτη στην πιο πάνω θυγατέρα του άμπελος περιγράφεται ως "μία άμπελος εις θέσιν "..." μετά του εν αυτή ύδατος και συκοδένδρων...συνορευομένην με κτήματα Σ. Κ., Α. Γ. και Κ. Τ.", στ) στο υπ’ αριθμ. ...-7-1981 δωρητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ερμουπόλεως Σύρου Σ. Π., με το οποίο η παραπάνω αγοράστρια Ε. συζ. Δ. Κ., το γένος Ε. Τ., μεταβίβασε την ανωτέρω άμπελο, λόγω δωρεάς, στη θυγατέρα της Φ. συζ. Ν. Π., το γένος Δ. Κ., αναφέρεται ότι η άμπελος αυτή συνορεύει "με κτήματα Σ. Κ., Α. Γ., Κ. Τ. και με ποταμόν", ζ) στο υπ’ αριθμ. ...14-9-1934 διανεμητήριο συμβόλαιο, δυνάμει του οποίου περιήλθε στην αποκλειστική κυριότητα του Σ. Κ., κατόπιν διανομής μεταξύ αυτού και των 1 λοιπών συγκληρονόμων της κληρονομιαίας περιουσίας του αποβιώσαντος κατά το έτος 1917 πατέρα του Ε. Κ., η όμορη ανατολικά του εν λόγω αγροτεμαχίου άμπελος και συγκεκριμένα "το ήμισυ μιάς αμπέλου κειμένης εις θέσιν "...", αναφέρεται ότι η άμπελος αυτή συνορεύει "μετά του ετέρου ημίσεως του Γ. Ε. Κ. και Α. Γ.", η) στο επόμενο υπ’ αριθμ. ...-5-1965 δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σ. Κ. Χ., με το οποίο ο Σ. Ε. Κ. μεταβίβασε την παραπάνω άμπελο, λόγω δωρεάς, στο γιο του Ε. Σ. Κ., αναφέρεται ότι η άμπελος αυτή συνορεύει "με ιδιοκτησίας Γ. Ε. Κ. και Α. Γ.", θ) στο υπ’ αριθμ. ...30-8-1915 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σ. Π. Β., δυνάμει του οποίου ο Μ. Π. Μ. αγόρασε από τον Ι. Θ. Π., εκτός από "μίαν άμπελον κειμένην στης ... το ... της περιφερείας της Κοινότητος Σ. ....", και «έναν αγρόν εις την ιδίαν θέσιν και περιφέρειαν , συνεχόμενον με την προηγουμένην άμπελον , μετά των πέριξ ξώγκυρων , τοιχογυρισμένον μετά του εν αυτώ παλαιοσταύλου , εκτάσεως μιας σχεδόν ζευγαριάς και των ξώγκυρων της αυτής εκτάσεως....», αναφέρεται ότι ο αγρός αυτός βρίσκεται «πλησίον κτημάτων Α. Γ., εταιρείας ..., Ε. Τ. και Γ. Γ.» και ι) στο υπ’ αριθμ. .../30-8-1960 διανεμητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκου Σ. Σ. Β., δυνάμει του οποίου η Κ. συζ. Ι. Σ., το γένος Η. Τ., απέκτησε, κατόπιν διανομής μεταξύ αυτής και των λοιπών συγκληρονόμων της κληρονομιαίας περιουσίας των αποβιωσάντων κατά τα έτη 1942 και 1945 γονέων της Η. Γ. Τ. και Α. χήρας Η. Τ., το γένος Μ. Μ., την όμορη, προς νότον, του αγορασθέντος από την πρώτη ενάγουσα αγροτεμαχίου , «άμπελον , εκτάσεως ενός ημερομισθίου, μετά των εξωγκύρων της, εκτάσεως ημισείας ζευγαριάς, κειμένης εις θέσιν ...», η οποία συνορεύει , εκτός από το μη αμφισβητούμενο [μη επίδικο] τμήμα του άνω αγροτεμαχίου της πρώτης ενάγουσας και με τη συνεχόμενη αυτού επίδικη εδαφική έκταση, αναφέρεται ότι η άμπελος αυτή βρίσκεται "πλησίον κτημάτων Ε. Τ., Α. Γ., Α. Ν. Π. (έλαβε κατά την ίδια διανομή τα άλλο ήμισυ της αμπέλου), δημ. δρόμον και Γ. Κ.". Στο παραπάνω υπ’ αριθμ. ...31-3-1990 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, με το οποίο η πρώτη ενάγουσα αγόρασε το πιο πάνω αγροτεμάχιο, αναφέρεται ως όμορη του αγροτεμαχίου αυτού, προς νότον, ιδιοκτησία, εκτός από την άνω ιδιοκτησία της Κ. Σ., και η συνεχόμενη αυτής ιδιοκτησία της ... Εταιρίας (...), η οποία αναφέρεται ως όμορη και στον τίτλο κυριότητας του απώτερου δικαιοπαρόχου (παππού) της Κ. Σ. Μ. Μ., ήτοι στο προαναφερόμενο αριθμ. ...30-8- 1915 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, ενώ αντίθετα δεν αναφέρεται ως όμορη ιδιοκτησία στο μεταγενέστερο τίτλο κυριότητας αυτής (Κ. Σ.), ήτοι στο άνω υπ’ αριθμ. .../30-8- 1960 διανεμητήριο συμβόλαιο. Σε σχέση με τη ... δεν προσκομίζεται, γιατί δεν βρέθηκε, τίτλος κυριότητας αυτής, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν στον τίτλο αυτό αναφέρεται ως όμορος ιδιοκτήτης ο απώτερος δικαιοπάροχος της πρώτης ενάγουσας Α. Γ.. Τα μόνα στοιχεία, που προσκομίζονται, σε σχέση με την εταιρία αυτή είναι α) η υπ’ αριθμ. 10128/13-5-1911 Απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, Εμπορίου και Βιομηχανίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 108/13-5-1911, Τεύχος Α’ ), με την οποία εγκρίθηκε το πρακτικό της ενεργηθείσας στις 6-5-1911 δημοπρασίας για την εκμετάλλευση του ευρισκόμενου στην περιοχή της επίδικης εδαφικής έκτασης μεταλλείου "..." στη ..., σύμφωνα με το οποίο τελευταίος πλειοδότης κατά την παραπάνω δημοπρασία ανακηρύχθηκε ο Γ. Γ., στο όνομα του οποίου και κατακυρώθηκε η δημοπρασία αυτή, και β) το από 10 Ιουλίου 1910 Β.Δ/γμα, που εκδόθηκε πριν από την παραπάνω Υπουργική Απόφαση και δημοσιεύθηκε στη Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 232/10-7-1910, Τεύχος Α’ ), με το οποίο εγκρίθηκε το καταρτισθέν από τη στρατιωτική χαρτογραφική υπηρεσία διάγραμμα, βάσει του οποίου καθορίσθηκε η συνολική έκταση του μεταλλείου "..." σε 22.900 στρέμματα, πλέον ή έλαττον, καθώς και τα όρια αυτού τρόπο όμως γενικό και χωρίς άλλα περαιτέρω στοιχεία που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν τεχνικά, όπως επισημαίνεται και στην από 30-3- 2007 "τεχνική έκθεση εφαρμογής τίτλων έκτασης 20.592 τ.μ. στη θέση ... νήσου Σ." των υπαλλήλων της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών Β. Σ. και Α. Κ., τοπογράφων μηχανικών. Στην ίδια έκθεση επισημαίνεται επίσης ότι το μοναδικό διάγραμμα που βρέθηκε, ύστερα από έρευνα, στο Υπουργείο Ανάπτυξης, σε σχέση με το παραπάνω μεταλλείο, είναι το από 3-4-1910 παράρτημα, που συνοδεύει την από 3-4-1910 έκθεση της ορισθείσας από το Υπουργείο Οικονομικών Επιτροπής και περιγράφει την περιοχή "...", πλην όμως το παράρτημα αυτό έχει συνταχθεί υπό κλίμακα 1:40.000 και δεν προσφέρει κανένα στοιχείο ως προς την έρευνα του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του αγορασθέντος από την πρώτη ενάγουσα πιο πάνω αγροτεμαχίου. Ανεξάρτητα όμως από τα παραπάνω το νότιο όριο του εν λόγω αγροτεμαχίου είναι, όπως προαναφέρθηκε, υλοποιημένο επί του εδάφους με ξερολιθιά, η οποία υφίσταται διαχρονικά από το έτος 1945 μέχρι και σήμερα και διαχωρίζει σαφώς το αγροτεμάχιο αυτό από τα όμορα, προς νότον, ακίνητα της Κ. Σ. και της ... Εταιρίας (...). Μάλιστα η ξερολιθιά αυτή κατά μήκος της νότιας πλευράς του όλου πιο πάνω αγροτεμαχίου φθάνει, με κατεύθυνση από ανατολάς προς δυσμάς, μέχρι και την καθορισθείσα, με την προαναφερθείσα υπ’ αριθμ. ...17-12-1993 απόφαση του Νομάρχη Κυκλάδων, οριογραμμή της παραλίας. Από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε περαιτέρω ότι το περιτοιχισμένο, κατά τα παραπάνω, μεγαλύτερο αγροτεμάχιο, στο οποίο περιλαμβάνεται και η επίδικη εδαφική έκταση, ενέμετο, με διάνοια κυρίου, ως ένα ενιαίο αγροτεμάχιο, εκτάσεως 20.000 τ.μ., πλέον ή έλαττον, τουλάχιστον από το έτος 1945 η απώτερη πιο πάνω δικαιοπάροχος των εναγόντων Ε. χήρα Δ. Ρ., το γένος Α. Γ., ενεργώντας επ’ αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις. Ειδικότερα η παραπάνω δικαιοπάροχος των εναγόντων επέβλεπε το άνω αγροτεμάχιο, το καθάριζε, το οριοθετούσε, φρόντιζε και επεριποιείτο το αμπέλι και τα συκόδενδρα, που υπήρχαν μέσα σ’ αυτό, και συνέλεγε τους καρπούς τους. Το έτος 1962 η εν λόγω δικαιοπάροχος των εναγόντων, η οποία ήδη κατοικούσε μόνιμα στη Θεσσαλονίκη, παραχώρησε, χωρίς αντάλλαγμα, τη χρήση του όλου πιο πάνω αγροτεμαχίου στον εξάδελφό της Γ. Γ., ο οποίος έκτοτε, κατείχε ως αντιπρόσωπός της το αγροτεμάχιο αυτό, φρόντιζε τα υπάρχοντα σ’ αυτό συκόδενδρα και το αμπέλι, συνέλεγε τους καρπούς τους, καλλιεργούσε τα τμήματα του αγροτεμαχίου, που ήταν επιδεκτικά καλλιέργειας, με κριθάρι, αρακά, φακές και κηπευτικά, και στα υπόλοιπα, μη καλλιεργούμενα, τμήματα αυτού έβοσκε τα ζώα του, συγχρόνως δε το επέβλεπε και εν γένει μεριμνούσε για την αποτροπή καταπατήσεών του από τρίτους, όπως κατέθεσαν τόσο ο εξετασθείς στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρας των εναγόντων Π. Σ., ο πατέρας του οποίου βοηθούσε, όπως ο ίδιος κατέθεσε, το Γ. Γ. στις αγροτικές εργασίες και στην καλλιέργεια του εν λόγω αγροτεμαχίου, όσο και οι ενόρκως υπέρ των εναγόντων βεβαιώσαντες μάρτυρες Θ. Μ., ιδιοκτήτης γειτονικού ακινήτου, και Ε. Γ., χήρα του ήδη αποβιώσαντος Γ. Γ., και οι οποίοι εξ ιδίας αντιλήψεως γνωρίζουν τα όσα κατέθεσαν. Το έτος 1971 η άνω δικαιοπάροχος των εναγόντων, η οποία ήδη από το έτος 1966 είχε καταστεί κυρία του όλου πιο πάνω αγροτεμαχίου με έκτακτη χρησικτησία, ως νεμηθείσα αυτό με διάνοια κυρίου συνεχώς από το έτος 1945 και εφεξής, πώλησε και μεταβίβασε το αγροτεμάχιο αυτό, με το προαναφερόμενο υπ’ αριθμ. ...-8- 1971 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, στα εγγόνια της και αμέσους δικαιοπαρόχους της πρώτης ενάγουσας Β. και Ν. Μ., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, οι οποίοι συνέχισαν να νέμονται είτε οι ίδιοι αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου το εν λόγω αγροτεμάχιο, με διάνοια κυρίου, νόμιμο τίτλο το άνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο και καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του δεν προσβάλλεται κατ’ ουσίαν το επ’ αυτού δικαίωμα κυριότητας άλλων, χωρίς ουδέποτε να ενοχληθούν , όπως και η παραπάνω άμεση δικαιοπάροχός τους, από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ή από οιονδήποτε τρίτο. Συγκεκριμένα οι άμεσοι πιο πάνω δικαιοπάροχοι της πρώτης ενάγουσας, επειδή οι ίδιοι ήταν μόνιμοι κάτοικοι Αθηνών, αμέσως μετά την αγορά του παραχώρησαν και αυτοί χωρίς αντάλλαγμα , τη χρήση του άνω αγροτεμαχίου στον παραπάνω συγγενή τους Γ. Γ. , ο οποίος εξακολούθησε να κατέχει ως αντιπρόσωπός τους το αγροτεμάχιο αυτό, ενεργώντας επ’ αυτού τις ίδιες πιο πάνω διακατοχικές πράξεις μέχρι και το έτος 1985, που σταμάτησε να το καλλιεργεί , και έκτοτε έβοσκε σ’ αυτό τα ζώα του και επιτηρούσε τα όρια του, ενώ το έτος 1990 οι εν λόγω δικαιοπάροχοι της πρώτης ενάγουσας, υπέβαλαν στην αρμόδια Διεύθυνση Δασών της Νομαρχίας Κυκλάδων την από 15-3-1990 αίτησή τους για το χαρακτηρισμό ή μη του αγροτεμαχίου αυτού ως δάσους ή δασικής έκτασης , σύμφωνα με το άρθρο 14 του ν.998/1979, ενόψει της επικείμενης πώλησής του. Επί της αιτήσεώς τους δε αυτής εκδόθηκε, μετά από διενέργεια αυτοψίας από αρμόδιο υπάλληλο της παραπάνω Υπηρεσίας, η ήδη τελεσίδικη υπ’ αριθμ. πρωτ. ...-7-1990 πράξη χαρακτηρισμού του Διευθυντή Δασών, σύμφωνα με την οποία το ανωτέρω αγροτεμάχιο, όπως αυτό αποτυπώνεται στο από Μαρτίου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Μ. Κ. , «δεν αποτελεί δάσος - δασική έκταση , κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 1,2,3,4 και 5 του ν.998/1979 «περί προστασίας των Δασών και των Δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας». Το μήνα Μάρτιο του έτους 1990 , οι ως άνω άμεσοι δικαιοπάροχοι της πρώτης ενάγουσας Β. και Ν. Μ., οι οποίοι είχαν καταστεί κύριοι του όλου πιο πάνω αγροτεμαχίου , εκτός από τον παράγωγο τρόπο της αγοράς, και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία , με την προσμέτρηση , καθόσον αφορά την έκτακτη χρησικτησία και του χρόνου νομής της παραπάνω δικαιοπαρόχου τους, πώλησαν και μεταβίβασαν το αγροτεμάχιο αυτό στην πρώτη ενάγουσα Α. Α., με το προαναφερόμενο υπ’ αριθμ. ...31-3-1990 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο. Μάλιστα ο παραπάνω Γ. Γ. , ο οποίος κατείχε από το έτος 1962 και εφεξής το εν λόγω αγροτεμάχο ως αντιπρόσωπος των πιο πάνω δικαιοπαρόχων της πρώτης ενάγουσας και ήταν κατ’ επάγγελμα αγρότης και οριοδείκτης στην περιοχή, ήταν εκείνος που υπέδειξε τα όρια του πωλουμένου αγροτεμαχίου και τα ονόματα των ομόρων ιδιοκτητών στο μηχανικό Μ. Κ., ο οποίος συνέταξε το από Μαρτίου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα, που έχει προσαρτηθεί στο άνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο. Αφότου καταρτίσθηκε το αγοραπωλητήριο αυτό συμβόλαιο η πρώτη ενάγουσα παρέλαβε τη νομή του πιο πάνω αγροτεμαχίου από τους έως τότε κυρίους και νομείς του πιο πάνω πωλητές Β. και Ν. Μ. και έκτοτε ενέμετο και κατείχε το αγροτεμάχιο αυτό, με τα ίδια, όπως και οι άμεσοι δικαιοπάροχοί της, πιο πάνω προσόντα, και ειδικότερα αμέσως μετά την αγορά του κίνησε, με σχετική αίτησή της, τη νόμιμη διαδικασία για τον καθορισμό από τις αρμόδιες υπηρεσίες του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου των ορίων του αιγιαλού και της παραλίας στη θέση, όπου βρίσκεται το εν λόγω αγροτεμάχιο, τα οποία και καθορίσθηκαν, όπως ήδη προαναφέρθηκε, με την υπ’ αριθμ. ...17-12-1993 απόφαση του Νομάρχη Κυκλάδων, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε αμφισβήτηση της κυριότητάς της από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Επιπρόσθετα η πρώτη ενάγουσα προέβη σε εργασίες καθαρισμού του όλου αγροτεμαχίου, καθώς και σε εργασίες συντήρησης των δύο (2) πηγαδιών, που υπήρχαν μέσα σ’ αυτό, το ένα στο βορειοανατολικό τμήμα του , όπως ήδη προαναφέρθηκε, και το άλλο στο νοτιοδυτικό τμήμα του, προς τη θάλασσα. Μάλιστα το δεύτερο αυτό πηγάδι, προς τη θάλασσα, αποτυπώνεται και στο από Ιουλίου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Α. Μ., που συνοδεύει την έκθεση της Επιτροπής καθορισμού των ορίων αιγιαλού και παραλίας, η οποία επικυρώθηκε με την άνω απόφαση του Νομάρχη Κυκλάδων. Το έτος 1995 η πρώτη ενάγουσα, έχοντας καταστεί κυρία του μεγαλύτερου πιο πάνω αγροτεμαχίου, εκτός από τον παράγωγο της αγοράς, και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, με την προσμέτρηση στο χρόνο της δικής της νομής και του παραπάνω χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων της Β. και Ν. Μ. και Ε. χήρας Δ. Ρ., το γένος Α. Γ. , κατάτμησε, όπως ήδη προεκτέθηκε, με το από 15-11-1995 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Α. Γ., το αγροτεμάχιο αυτό σε πέντε [5] μικρότερα αυτοτελή, άρτια και οικοδομήσιμα αγροτεμάχια, όπως αυτά περιγράφονται παραπάνω και ακολούθως α) με το προαναφερόμενο ...28-12-1995 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, που μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησε και μεταβίβασε το προπεριγραφόμενο υπό στοιχείο ... αγροτεμάχιο, εμβαδού 4.000 τ.μ. , στη δεύτερη ενάγουσα μητέρα της Θ. Α., και β) το έτος 2001 μεταβίβασε, λόγω δωρεάς, με το προαναφερόμενο υπ’ αριθμ. ...23-7-2001 δωρητήριο συμβόλαιο, που μεταγράφηκε νόμιμα, και το προπεριγραφόμενο υπό στοιχείο ... αγροτεμάχιο, εμβαδού 4.034 τ.μ., στον τρίτο ενάγοντα σύζυγό της Δ. Κ.. Μετά την άνω μεταβίβαση από την πρώτη ενάγουσα Α. Α. του παραπάνω αγροτεμαχίου στη δεύτερη ενάγουσα μητέρα της Θ. Α., οι δύο αυτές ενάγουσες υπέβαλαν στο αρμόδιο Πολεοδομικό Γραφείο … τις από 26-8-1996 και 2-10-1996 αιτήσεις η καθεμία αντίστοιχα, με τις οποίες ζήτησαν την έκδοση οικοδομικής αδείας για να ανεγείρουν, η μεν πρώτη από αυτές επί του υπό στοιχείο «2» αγροτεμαχίου πέντε [5] νέες κατοικίες και δύο [2] γκαράζ, η δε δεύτερη τούτων επί του υπό στοιχείο ... αγροτεμαχίου πέντε [5] νέες κατοικίες με υπόγειο. Επί των αιτήσεων αυτών εκδόθηκαν οι υπ’ αριθμ. ...2-2001 και ...5-2001 οικοδομικές άδειες αντίστοιχα, με βάση τις οποίες οι δύο παραπάνω ενάγουσες άρχισαν τις εργασίες ανεγέρσεως των ως άνω συγκροτημάτων κατοικιών επί των δύο πιο πάνω αγροτεμαχίων, πλην όμως οι εργασίες αυτές διακόπηκαν στη συνέχεια , λόγω της κατά τα παραπάνω καταγραφής ως δημοσίου ως δημοσίου κτήματος της επίδικης εδαφικής έκτασης, στην οποία περιλαμβάνονται ολόκληρα και τα δύο αυτά αγροτεμάχια , με αποτέλεσμα τα εν λόγω συγκροτήματα κατοικιών να παραμένουν μέχρι και σήμερα το μεν πρώτο στο στάδιο του εκ μπετόν αρμέ σκελετού, το δε δεύτερο στο στάδιο των χονδρών επιχρισμάτων. Επιπλέον, το έτος 1997, οι δύο παραπάνω ενάγουσες ζήτησαν από τη Διεύθυνση Δασών Ν. Κυκλάδων, με τις από 3-2-1997 αιτήσεις τους, τη χορήγηση σ’ αυτές βεβαιώσεων περί του ότι το μεγαλύτερο αγροτεμάχιο, του οποίου αποτελούν τμήματα τα ως άνω υπό στοιχεία ... και ... αγροτεμάχια δεν αποτελούν δάσος ή δασική έκταση, προκειμένου οι βεβαιώσεις αυτές να χρησιμοποιηθούν για την έκδοση των παραπάνω οικοδομικών αδειών. Το Δασονομείο ... πραγματοποίησε νέα αυτοψία στο όλο αγροτεμάχιο και ακολούθως υπέβαλε στη Διεύθυνση Δασών την υπ’ αριθμ. πρωτ. ...-2-1997 αναφορά του, σύμφωνα με την οποία κατά το χρόνο της αυτοψίας α) τμήμα του όλου αγροτεμαχίου, εμβαδού 6.561,50 τ.μ. εμφάνιζε τη μορφή χέρσου και καλλιεργημένου αγρού, με ξερολιθιές, πηγάδι, έδαφος χωρίς κλίση, καλυπτόμενο κατά θέσεις από βλάστηση χορτολιβαδικής-φρυγανώδους μορφής, αστοιβή, θυμάρι κ.λ.π., β) τμήμα του ίδιου αγροτεμαχίου, εμβαδού 5.220 τ.μ., εμφάνιζε έδαφος με βραχισμούς κατά θέσεις, χωρίς ίχνη παλαιότερης καλλιέργειας, με κλίση 20-30%, κατεστραμμένη ξερολιθιά στο νότιο όριο του και βλάστηση χορτολιβαδικής- φρυγανώδους μορφής, αστοιβή, θυμάρι κ.λ.π., και γ) τμήμα του ίδιου επίσης αγροτεμαχίου, εμβαδού 9.550 τ.μ., είχε έδαφος αμμώδες, επίπεδο, κοντά στη θάλασσα (γραμμή αιγιαλού), χωρίς να εμφανίζει ίχνη παλαιότερης ή πρόσφατης καλλιέργειας, καλυπτόμενο από αραιή βλάστηση χορτολιβαδικής- φρυγανώδους μορφής, ενώ η Διεύθυνση Δασών, μετά και από δεύτερη αυτοψία, που πραγματοποιήθηκε στις 10-4-1997 από το δασολόγο Ε. Γ., παρουσία του Δασονόμου ..., στο άνω αγροτεμάχιο, καθώς και εξέταση αεροφωτογραφιών των ετών 1945, 1960 και 1988, υπέβαλε πρόταση προς την Περιφερειακή Διευθύντρια Ν. Κυκλάδων για άσκηση αντιρρήσεων ενώπιον της Πρωτοβάθμιας Ε.Ε.Δ.Α. κατά της εκδοθείσας ήδη από το έτος 1990 υπ’ αριθμ. πρωτ. ...-7-1990 πράξεως χαρακτηρισμού του Διευθυντή Δασών σε σχέση με τα παραπάνω υπό στοιχεία "β" και "γ" τμήματα του όλου αγροτεμαχίου, συνολικού εμβαδού 14.770 τ.μ. (5.220+9.550), πλην όμως η πρόταση αυτή δεν έγινε αποδεκτή από την Περιφερειακή Διευθύντρια, με αποτέλεσμα η πράξη αυτή χαρακτηρισμού να καταστεί τελεσίδικη, όπως ήδη προαναφέρθηκε. Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίστηκε πρωτοδίκως ότι η επίδικη εδαφική έκταση των 16.280 τ.μ. υπήρξε τμήμα του συσταθέντος Ελληνικού Κράτους και προηγουμένως ιδιοκτησία του Οθωμανικού Κράτους, χωρίς να δεσπόζεται από ιδιώτη ή να έχει επ’ αυτού οποιοδήποτε δικαίωμα διατηρηθέν ή μετεξελιχθέν σε εκείνο της κυριότητας, το οποίο καταλήφθηκε και δημεύθηκε κατά τον περί ανεξαρτησίας αγώνα και περιήλθε στην κυριότητά του «δικαιώματι πολέμου», κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, σύμφωνα με τα από 3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1-7-1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου και την από 9-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, άλλως ότι επί της επίδικης εδαφικής έκτασης, πριν και μετά την ισχύ του άρθρου 16 του νόμου της 21 -6/10-7-1837, δεν υπήρχε κανένα εμπράγματο δικαίωμα ιδιώτη, φυσικού ή νομικού προσώπου ή κοινότητας, ούτε υπήρχαν αποδεδειγμένες απαιτήσεις τρίτων, και συνεπώς ως αδέσποτη περιήλθε στην κυριότητά του, άλλως ότι η επίδικη έκταση περιήλθε στην κυριότητά του ως ... ή βοσκότοπος, σύμφωνα με το άρθρο 1 του β.δ. 3/12-12-1833, άλλως ως αιγιαλός, άλλως ως παλαιός αιγιαλός, άλλως ως παραλία, άλλως ότι η επίδικη έκταση είχε τεθεί από αμνημονεύτων χρόνων και πάντως τουλάχιστον από το έτος 1850 στην κοινή χρήση, χρησιμοποιούμενη από τους κατοίκους του νησιού ως χώρος αναψυχής για την απόλαυση της ακτής και της θάλασσας και, συνεπώς, η έκταση αυτή κατέστη κοινόχρηστη με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα και περιήλθε στην κυριότητά του, άλλως ότι περιήλθε στην κυριότητά του με τακτική και έκτακτη χρησικτησία. Από τα προαναφερόμενα όμως αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι η επίδικη πιο πάνω εδαφική έκταση ανήκε μέχρι την επανάσταση του 1821 στο Τουρκικό Δημόσιο ή σε Οθωμανούς υπηκόους και ότι καταλήφθηκε και δημεύθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο, με δικαίωμα πολέμου, κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα, ήτοι πριν από τις 3-2- 1830, , ώστε να περιέλθει στην κυριότητά του, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, σύμφωνα με τα παραπάνω πρωτόκολλα και τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, καθόσον το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν προσκομίζει κανένα απολύτως αποδεικτικό στοιχείο για την απόδειξη του ισχυρισμού του αυτού. Ούτε επίσης αποδείχθηκε ότι η επίδικη έκταση ανήκε σε Οθωμανούς υπηκόους, οι οποίοι εγκατέλειψαν την επικράτεια κατά την επανάσταση και δεν διατήρησαν τις ιδιοκτησίες τους, ούτε επανέκαμψαν στην Ελλάδα, και ότι καταλήφθηκε και δημεύθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο ως αδέσποτη πριν από το έτος 1837, που άρχισε να ισχύει ο άνω νόμος της 6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", ή ότι κατά το έτος αυτό εν λόγω εδαφική έκταση ήταν αδέσποτη, ως εγκαταλειφθείσα από τους έως τότε κυρίους της, με σκοπό παραιτήσεως από την κυριότητά της, και ότι καταλήφθηκε αργότερα από το Ελληνικό Δημόσιο, με βούληση κυρίου. Βασικό επιχείρημα του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου περί του ότι η επίδικη εδαφική έκταση ήταν ανέκαθεν αδέσποτη, ιδιότητα με την οποία και καταγράφηκε ως δημόσιο κτήμα στα βιβλία δημοσίων κτημάτων, αποτελεί, κατά τους ισχυρισμούς του, το γεγονός ότι στους επικαλούμενους από τους ενάγοντες τίτλους κυριότητας των απώτερων δικαιοπαρόχων τους δεν περιλαμβάνεται η επίδικη εδαφική έκταση, παρά μόνον τμήμα του όλου αγροτεμαχίου των 20.592 τ.μ., εμβαδού 3.500 τ.μ., με αποτέλεσμα να μη στοιχειοθετείται δικαίωμα κυριότητας ιδιώτη επί της επίδικης εδαφικής έκτασης είτε πριν είτε μετά την απελευθέρωση. Όπως όμως προαναφέρθηκε, το όλο πιο πάνω αγροτεμάχιο, στο οποίο περιλαμβάνεται και η επίδικη εδαφική έκταση, είναι τουλάχιστον από το έτος 1945 μέχρι και σήμερα, περιτοιχισμένο κατά το μεγαλύτερο μέρος του με ξερολιθιές και επιπλέον σε όλους τους τίτλους κυριότητας των ομόρων ιδιοκτησιών, που συνορεύουν και με την επίδικη έκταση, όπως οι ιδιοκτησίες των Β. Μ. και της Κ. Σ., ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων Α. Β. Γ. ή οι δικαιοπάροχοι αυτού Α. και Ι. Α. Γ. αναφέρονται διαχρονικά ως όμοροι ιδιοκτήτες, πράγμα που ασφαλώς δεν θα συνέβαινε εάν πράγματι η επίδικη εδαφική έκταση ήταν "αείποτε αδέσποτη", ενώ ολόκληρο το περιτοιχισμένο αυτό αγροτεμάχιο είχαν στη φυσική εξουσίασή τους, κατά τα προαναφερόμενα, τουλάχιστον από το έτος 1945 και εφεξής οι ενάγοντες και οι προαναφερθέντες δικαιοπάροχοι τους, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι η επίδικη εδαφική έκταση δεν ήταν αδέσποτη, κατά την έννοια που εκτέθηκε στην προηγούμενη νομική σκέψη. Ομοίως δεν αποδείχθηκε ότι η επίδικη εδαφική έκταση ήταν κατά το έτος 1833 ... ή βοσκότοπος, καθόσον δεν προσκομίζεται από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο κανένα αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να αποδεικνύεται ότι πράγματι η έκταση αυτή κατά το έτος 1833 ήταν ... ή βοσκότοπος. Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί από την προαναφερθείσα υπ’ αριθμ. πρωτ. ...-2-1997 αναφορά του Δασονομείου ... προς τη Διεύθυνση Δασών Κυκλάδων, καθόσον αφενός οι αεροφωτογραφίες που εξετάσθηκαν από το δασολόγο Ε. Γ. και επιβεβαιώνουν τη διαφορετική μορφή χρήση γης στα τρία (3) τμήματα, όπως αυτά διαχωρίζονται στην εν λόγω αναφορά, ανάγονται σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο του έτους 1833, ήτοι από το έτος 1945 και εφεξής, και αφετέρου οι αμμώδεις αποθέσεις που εμφανίζονται στο τμήμα των 9.550 τ.μ., και οι οποίες είναι, όπως εκτίθεται αναλυτικά παρακάτω, ανεμογενούς προέλευσης, εξαιτίας της γειτνίασης του τμήματος αυτού με τη θάλασσα, δεν μπορούν να προσδώσουν σ’ αυτό το χαρακτήρα του λιβαδιού ή του βοσκότοπου, αλλά ούτε και του αδέσποτου, η δε χορτολιβαδική-φρυγανώδης βλάστηση, που εμφανίζεται στο άλλο τμήμα των 5.220 τ.μ., δικαιολογείται από το βραχώδες του εδάφους του τμήματος αυτού και την εκ του λόγου αυτού αδυναμία καλλιέργειάς του. Επιπρόσθετα, όμως, και σύμφωνα με την παραπάνω αναφορά του Δασονομείου ..., τμήμα του όλου αγροτεμαχίου των 20.592 τ.μ., εκτάσεως 6.561,50 τ.μ., στο οποίο εμπεριέχεται και τμήμα της επίδικης εδαφικής έκτασης, εμβαδού 2.187,50 τ.μ. (5.561,50 τ.μ. μείον 4.374 τ.μ., που αποτελεί το μη καταγραφέν ως δημόσιο κτήμα τμήμα του όλου αγροτεμαχίου), εμφανίζει διαχρονικά από το έτος 1945 μέχρι και σήμερα τη μορφή χέρσου και καλλιεργημένου αγρού ενώ η ύπαρξη της περιμετρικής ξερολιθιάς και των δύο (2) πηγαδιών μέσα στην επίδικη εδαφική έκταση, του ενός στο βορειοανατολικό τμήμα αυτής και του άλλου στο νοτιοδυτικό τμήμα της, όπως προαναφέρθηκε, υποδηλώνουν ότι πρόκειται περί αγροτικού ακινήτου και όχι περί χορτολιβαδικής έκτασης ή βοσκότοπου. Τα όσα δε κατέθεσε ο εξετασθείς στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρας του προσθέτως παρεμβάντος Σωματείου σχετικά με το δεύτερο πηγάδι στο νοτιοδυτικό τμήμα της επίδικης εδαφικής έκτασης, προς τη θάλασσα, ότι δηλαδή το πηγάδι αυτό ήταν δημόσιο και υδρεύονταν από αυτό οι μεταλλωρύχοι της ... Εταιρίας (...), δεν κρίνονται πειστικά, αφού, εκτός του ότι δεν επιβεβαιώνονται και από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, εάν πράγματι το πηγάδι εξυπηρετούσε τις ανάγκες μεταλλωρύχων ασφαλώς αυτό θα είχε διανοιχθεί, όχι στην επίδικη έκταση, αλλά στο όμορο ακίνητο της παραπάνω ... Εταιρίας, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, διαχωρίζεται σαφώς από την επίδικη έκταση με ξερολιθιά. Εξάλλου, και το ίδιο το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο έχει αναγνωρίσει, με την προαναφερθείσα υπ’ αριθμ. ...-1-1990 πράξη του Διευθυντή Δασών Ν. Κυκλάδων, η οποία είναι τελεσίδικη, ότι το όλο αγροτεμάχιο που αγόρασε η πρώτη ενάγουσα, στο οποίο περιλαμβάνεται και η επίδικη εδαφική έκταση, "δεν αποτελεί δάσος-δασική έκταση, κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 1, 2, 3, 4 και 5 του Ν. 998/1979 "Περί προστασίας των Δασών και των Δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας" και άρα ούτε και χορτολιβαδική έκταση, σύμφωνα με τις παρ. 4 και 5 του άνω νόμου, η δε εισήγηση της Διεύθυνσης Δασών για άσκηση αντιρρήσεων κατά της παραπάνω πράξης χαρακτηρισμού του Διευθυντή Δασών δεν έγινε αποδεκτή, όπως προαναφέρθηκε. Περαιτέρω, με την προαναφερθείσα υπ’ αριθμ. ...17-12-1993 απόφαση του Νομάρχη Κυκλάδων, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίστηκαν, με τη σύμφωνη γνώμη του Γ.Ε.Ν. , ύστερα από σχετική αίτηση της πρώτης ενάγουσας , τα όρια του αιγιαλού και της παραλίας στη θέση "..." της νήσου Σ., όπου βρίσκεται το εν λόγω αγροτεμάχιο, και επικυρώθηκε η από 10-4-1993 έκθεση της Επιτροπής καθορισμού των ορίων του αιγιαλού και παραλίας, καθώς και το συνοδεύον την έκθεση αυτή από Ιουλίου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Α. Μ., που θεωρήθηκε στις 10-4-1993. Στο τοπογραφικό αυτό διάγραμμα η μεν οριογραμμή του αιγιαλού καθορίστηκε με κόκκινη συνεχή πολυγωνική γραμμή και με στοιχεία ..., η δε οριογραμμή της παραλίας καθορίστηκε με κίτρινη συνεχή πολυγωνική γραμμή και με στοιχεία ....... Η επίδικη εδαφική έκταση βρίσκεται εκτός των ορίων του ως άνω καθορισθέντος διοικητικά αιγιαλού και συγκεκριμένα πέραν της οριογραμμής του αιγιαλού, που καθορίσθηκε από την αρμόδια Επιτροπή σε απόσταση 100 μέτρων από τη θάλασσα, και η οποία συμπίπτει με το σημείο που φθάνουν μέχρι σήμερα οι συνήθεις αναβάσεις, των μεγαλύτερων κυμάτων, ιδίως κατά τη χειμερινή περίοδο, χωρίς ωστόσο να λαμβάνονται υπόψη οι έκτακτες πλημμύρες και παλιρροιακές καταστάσεις. Η πιο πάνω Επιτροπή καθορισμού των ορίων του αιγιαλού και της παραλίας , με την ίδια παραπάνω έκθεσή της, που επικυρώθηκε με την άνω απόφαση του Νομάρχη, αποφάνθηκε ότι δεν υπάρχει παλαιός αιγιαλός στην περιοχή "..." της νήσου Σ.. Προηγουμένως, και επειδή υπήρχαν ενδείξεις για την ύπαρξη παλαιού αιγιαλού στην ως άνω περιοχή, εξαιτίας του αμμώδους του εδάφους του εν λόγω αγροτεμαχίου, διενεργήθηκε, κατόπιν σχετικής διαταγής της Υδρογραφικής Υπηρεσίας του Γ.Ε.Ν. αυτοψία στο αγροτεμάχιο αυτό από τον τοπογράφο μηχανικό Β. Κ. και από το γεωλόγο-ωκεανογράφο Κ. Π., με τη συμμετοχή και των τακτικών μελών της άνω Επιτροπής, προκειμένου να επανεξετασθούν τα όρια αιγιαλού-παλαιού αιγιαλού και παραλίας. Κατά την αυτοψία αυτή έγιναν τομές επί του εδάφους σε όλη την έκταση του αγροτεμαχίου και μέχρι βάθους 2,30 μέτρων και ελήφθησαν δείγματα υπεδάφους για γεωλογική εξέταση. Από τη γεωλογική εξέταση που πραγματοποιήθηκε από τον παραπάνω γεωλόγο στα ληφθέντα δείγματα υπεδάφους προέκυψε, σύμφωνα με την από 13-9-1993 υπηρεσιακή αναφορά του προς την Υδρογραφική Υπηρεσία του Γ.Ε.Ν., ότι το αμμώδες υλικό που καλύπτει ορισμένα σημεία της επιφάνειας, όπως και το αμμώδες υπόβαθρο, είναι κυρίως ανεμογενούς προέλευσης και δεν έχει άμεση σχέση με την εναέρια ή υποθαλάσσια παραλία, και ότι το ενδιάμεσο στρώμα με τα θραύσματα πετρωμάτων προέρχεται από τη δράση των χειμάρρων και των βρόχινων νερών στην περιοχή, πράγμα που σημαίνει, σύμφωνα με την από 20- 9-1993 υπηρεσιακή αναφορά του τοπογράφου Β. Κ. προς την ίδια πιο πάνω Υπηρεσία, ότι η προς εξέταση περιοχή δεν έχει θαλάσσια προέλευση και δεν συντρέχει περίπτωση καθορισμού οριογραμμής παλαιού αιγιαλού, ενώ στην ίδια υπηρεσιακή αναφορά αναφέρεται ότι έγινε έλεγχος της χάραξης του αιγιαλού και βρέθηκε σωστός. Επιπρόσθετα η τυχόν ύπαρξη παλαιού αιγιαλού στην εν λόγω περιοχή εξετάσθηκε εκ νέου, με πρωτοβουλία και πάλι των αρμοδίων υπηρεσιών του εναγόμενου, και από το ... και συντάχθηκε από τους ειδικούς επιστήμονες Π. Τ., Ά. Φ. και Ε. Χ. η από Οκτωβρίου 2006 "Γεωλογική-Γεωμορφολογική Μελέτη". Με τη μελέτη αυτή, οι παραπάνω συντάκτες της, μετά από αναλύσεις δειγμάτων που ελήφθησαν από διαφορετικά βάθη από την εκσκαφή των θεμελίων των νεοανεγειρόμενων από τις δύο πρώτες ενάγουσες συγκροτημάτων κατοικιών στο δυτικό τμήμα της επίδικης εδαφικής έκτασης, προς τη θάλασσα, κατέληξαν στο συμπέρασμα περί απουσίας παλαιού αιγιαλού στον όρμο της .... Ειδικότερα στην εν λόγω μελέτη αναφέρεται, εκτός των άλλων, ότι η απουσία παλαιού αιγιαλού προκύπτει από το σημαντικό πάχος και το χερσαίο χαρακτήρα των ιζημάτων, ο οποίος τεκμηριώνεται από τις κοκκομετρικές- ορυκτολογικές αναλύσεις σε δείγματα ιζημάτων, καθώς και τις χημικές αναλύσεις του υδροφόρου ορίζοντα και ότι στην κατεύθυνση περί χερσαίας προέλευσης των ιζημάτων συνηγορεί και η απουσία κελυφών ή θραυσμάτων κελυφών θαλάσσιων οργανισμών στα ιζήματα αυτά, ενώ το αμμώδες του εδάφους αποδίδεται σε αιολικές αποθέσεις. Στην ίδια μελέτη αναφέρεται επίσης ότι μεταξύ των οριζόντων , από τους οποίους ελήφθησαν τα δείγματα που εξετάστηκαν γεωλογικά , παρεμβάλλεται λεπτός ορίζοντας από φυτικά λείψανα. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό και με την ύπαρξη του πηγαδιού στο δυτικό τμήμα της επίδικης έκτασης , προς τη θάλασσα, πιστοποιεί ότι η έκταση αυτή εκαλλιεργείτο κατά το παρελθόν στο παραπάνω τμήμα της , πλην όμως μετά την εγκατάλειψη της καλλιέργειάς της , καλύφθηκαν τα σχετικά ίχνη από τις αιολικές αποθέσεις της άμμου, λόγω της εγγύτητας προς τη θάλασσα. Τούτο αναιρεί τον ισχυρισμό του εναγομένου ότι η επίδικη έκταση δεν έχει καλλιεργηθεί ποτέ κατά το παρελθόν, αλλά και τις καταθέσεις των εξετασθέντων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μαρτύρων του εναγομένου και του προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβάντος , οι οποίοι επιβεβαιώνουν τον παραπάνω ισχυρισμό του. Περαιτέρω, στο ίδιο πιο πάνω συμπέρασμα , ήτοι ότι τα γεωλογικά δεν στοιχειοθετείται η ύπαρξη παλαιού αιγιαλού στην παραπάνω περιοχή , με την αιτιολογία ότι η παρουσία άμμου έχει ανεμογενή προέλευση, κατέληξε και ο Συνήγορος του Πολίτη, με το από 13-8-2002 πόρισμά του, ο οποίος επιλήφθηκε της διερεύνησης της υποθέσεως, με αφορμή σχετική καταγγελία ιδιώτη προς αυτόν. Επίσης, στο συμπέρασμα ότι τα εδάφη που καλύπτουν το όλο αγροτεμάχιο των 20.592 τ.μ. είναι χερσαίας προέλευσης γρανιτικής σύστασης και ότι παρουσιάζουν τις ίδιες εδαφολογικές και εδαφομηχανικές ιδιότητες τόσο στο ανατολικό όσο και στο δυτικό μέρος του αγροτεμαχίου έως το βάθος των σαράντα (40) εκατοστών, κατέληξαν η γεωλόγος-γεωτεχνικός Α. Κ. και ο γεωτεχνικός μηχανικός Ν. Μ., με την από 12-12-2010 έκθεση εδαφολογικής και γεωλογικής έρευνας που συνέταξαν, μετά από γεωλογική έρευνα και εργαστηριακές δοκιμές εδαφομηχανικής και εδαφολογίας σε 16 θέσεις δειγματοληψίας σε ολόκληρη την επιφάνεια του εν λόγω αγροτεμαχίου, καθώς και ανάλυση 32 δειγμάτων. Επιπλέον, στο πλαίσιο της διενέργειας παρεμπίπτοντος ελέγχου ως προς τη νομιμότητα εκδόσεως των προαναφερόμενων υπ’ αριθμ. ...2001 οικοδομικών αδειών για την ανέγερση από τις δύο πρώτες ενάγουσες επί των υπό στοιχεία "1" και "2" αγροτεμαχίων των ως άνω συγκροτημάτων κατοικιών, ο Προϊστάμενος του Πολεοδομικού Γραφείου ... Π. Η., πολιτικός μηχανικός, πραγματοποίησε και αυτοψία στις 11-4-2009 στο όλο αγροτεμάχιο και συνέταξε την υπ’ αριθμ. πρωτ. .../20-5-2009 έκθεση παρεμπίπτοντος ελέγχου, στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι κατά την αυτοψία αυτή διαπιστώθηκε ότι η επίδικη εδαφική έκταση έχει την ίδια γεωμορφία με το συνεχόμενο αυτής τμήμα των 3.500 τ.μ., επί του οποίου, με την προαναφερθείσα απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, αποφασίσθηκε να μην προβάλλει δικαιώματα κυριότητας το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Ενόψει των παραπάνω δεν αποδεικνύεται ότι το μέγιστο σημείο της αναβάσεως των κυμάτων υπερβαίνει σήμερα ή ότι υπερέβαινε στο παρελθόν το σημείο που και η αρμόδια Επιτροπή καθόρισε, κατά τα προαναφερόμενα, ως οριογραμμή του αιγιαλού και συνεπώς η επίδικη εδαφική έκταση, εφόσον βρίσκεται, όπως προαναφέρθηκε, εκτός της οριογραμμής αυτής, δεν αποτελεί αιγιαλό ή παλαιό αιγιαλό, κατά την έννοια που εκτέθηκε στην προηγούμενη νομική σκέψη, ώστε να αποκτήσει εμπράγματο δικαίωμα κυριότητας επ’ αυτής το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Δεν αποδεικνύεται επίσης ο επικαλούμενος από το εναγόμενο χαρακτήρας της επίδικης εδαφικής έκτασης ως παραλίας, δεδομένου ότι ολόκληρη η επίδικη έκταση βρίσκεται εκτός της οριογραμμής της παραλίας, όπως η οριογραμμή αυτή καθορίστηκε από την αρμόδια επιτροπή και την προαναφερόμενη απόφαση του Νομάρχη Ν. Κυκλάδων, το δε εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν επικαλείται, ούτε και προσκομίζει, προγενέστερη ή μεταγενέστερη απόφαση της Διοίκησης, που να καθορίζει διαφορετικά την οριογραμμή της παραλίας, αφού η έκδοση της απόφασης αυτής αποτελεί προϋπόθεση, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην ίδια παραπάνω νομική σκέψη, για να δημιουργηθεί η παραλία. Ούτε αποδείχθηκε περαιτέρω από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά ότι η επίδικη εδαφική έκταση κατέστη κοινόχρηστη με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, καθόσον το εναγόμενο δεν προσκομίζει κανένα αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να αποδεικνύεται ότι η επίδικη έκταση είχε τεθεί στην κοινή χρήση των κατοίκων της Σ. και εχρησιμοποιείτο από αυτούς από το έτος 1850 και εφεξής ως χώρος αναψυχής για την απόλαυση της παραλίας και της θάλασσας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εναγόμενο, αφού και οι εξετασθέντες στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρες του εναγόμενου και του προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβάντος Σωματείου δεν κατέθεσαν οτιδήποτε σχετικά με το ζήτημα αυτό. Εξάλλου, η περιοχή στην οποία βρίσκεται η επίδικη εδαφική έκταση είναι απομακρυσμένη και η πρόσβαση προς τη θάλασσα γίνεται μέχρι και σήμερα δια μέσου του ευρισκόμενου προς βορράν της επίδικης έκτασης ρέματος (ποταμού), το οποίο χρησιμοποιείται και ως δρόμος, όπως αναφέρεται και στην προαναφερθείσα μελέτη του Ι.Γ.Μ.Ε., ώστε η πρόσβαση των κατοίκων της Σ. στην εν λόγω περιοχή να είναι δυσχερής, όχι μόνον κατά τα παλαιά χρόνια, αλλά ακόμη και σήμερα. Ούτε αποδείχθηκε, τέλος, ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο άσκησε οποιαδήποτε πράξη νομής με διάνοια κυρίου στην επίδικη εδαφική έκταση από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους μέχρι και την άσκηση της ένδικης αγωγής από τους ενάγοντες, αφού ακόμη και οι εξετασθέντες στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρες του εναγόμενου και του προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβάντος Σωματείου δεν κατέθεσαν οτιδήποτε σχετικά με την άσκηση συγκεκριμένων πράξεων νομής στην επίδικη έκταση από το εναγόμενο, τις οποίες άλλωστε ούτε και το ίδιο το εναγόμενο προσδιορίζει στις πρωτόδικες προτάσεις του. Για πρώτη φορά το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο προέβαλε δικαιώματα κυριότητας στην επίδικη έκταση το έτος 2005, με την έκδοση της προαναφερθείσας υπ’ αριθμ. 1093482/5524/Α0010/28-9-2005 απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και την εν συνεχεία καταγραφή της έκτασης αυτής στα βιβλία δημοσίων κτημάτων ως αδέσποτης, βάσει της εν λόγω απόφασης. Μάλιστα μέχρι τότε οι αρμόδιες υπηρεσίες του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου εξέδιδαν, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ύστερα από σχετικές αιτήσεις της πρώτης ενάγουσας και των αμέσων δικαιοπαρόχων της, πράξεις χαρακτηρισμού του όλου αγροτεμαχίου, στο οποίο περιλαμβάνεται και η επίδικη έκταση, ως μη δασικού, καθόριζαν τα όρια του αιγιαλού και της παραλίας στον όρμο "...", όπου βρίσκεται η επίδικη έκταση, εξέδιδαν οικοδομικές άδειες για την ανοικοδόμηση επί της επίδικης έκτασης από τις δύο πρώτες ενάγουσες και δη επί του δυτικού τμήματος αυτής προς τη θάλασσα συγκροτημάτων κατοικιών και επέτρεπαν την ανοικοδόμησή τους, χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε αμφισβήτηση της κυριότητάς τους από το εναγόμενο. Είναι δε χαρακτηριστική η παραπάνω εκτιθέμενη διαδικασία, που προηγήθηκε της έκδοσης της άνω απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, βάσει της οποίας, και παρά την αντίθετη υπ’ αριθμ. ...2005 γνωμοδότηση του αρμόδιου Γνωμοδοτικού Συμβουλίου, καταγράφηκε στη συνέχεια η επίδικη έκταση ως δημόσιο κτήμα στα βιβλία δημοσίων κτημάτων, και συγκεκριμένα οι επανειλημμένες μη οριστικές αποφάσεις του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου, προκειμένου η αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία του εναγομένου να προσκομίσει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για την ιδιότητα της επίδικης έκτασης ως αδέσποτης ή για την κατ’ άλλο νόμιμο τρόπο κτήση της κυριότητάς της από το Ελληνικό Δημόσιο. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι, με την υπ’ αριθμ. 175/2009 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, η οποία κατέστη αμετάκλητη, με την υπ’ αριθμ. 1997/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την ασκηθείσα κατ’ αυτής αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα Εφετών Αιγαίου, οι δύο πρώτες ενάγουσες κηρύχθηκαν αθώες, κατά πλειοψηφία, για την αξιόποινη πράξη της παράβασης του άρθρου 23 παρ. 1 του α.ν. 1539/1938, ήτοι της αυτογνωμόνου καταλήψεως δημοσίου κτήματος, με την ανέγερση από αυτές των παραπάνω συγκροτημάτων κατοικιών, με την αιτιολογία ότι, ούτε αυθαίρετα κατέλαβαν δημόσιο κτήμα, αλλά απέκτησαν την κυριότητα της επίδικης έκτασης, βάσει των αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση τίτλων κτήσεως της κυριότητας, ούτε η επίδικη έκταση τελούσε αδιαμφισβήτητα υπό την κατοχή του Δημοσίου. Κατά συνέπεια, οι περί ιδίας κυριότητας πιο πάνω ισχυρισμοί, τους οποίους παραδεκτά προέβαλε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο πρωτοδίκως και επαναφέρει και στο Δικαστήριο αυτό ως υπεράσπιση κατά της εφέσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ’ ουσίαν. Άρα, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι η επίδικη εδαφική έκταση ήταν δημόσιο κτήμα, που περιήλθε με κάποιο νόμιμο τρόπο στην κυριότητα του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, οι ενάγοντες δεν ήταν αναγκαίο να αποδείξουν για την απόκτηση της κυριότητας από αυτούς και τους αμέσους δικαιοπαρόχους τους τριακονταετή νομή επί της επίδικης έκτασης, που είχε συμπληρωθεί μέχρι και τις 11-9-1915, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εναγόμενο, αφού, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, ως προϋπόθεση για την εφαρμογή των ρυθμίσεων των διατάξεων που προαναφέρθηκαν, και οι οποίες απαιτούν για την κτήση της κυριότητας έναντι του Ελληνικού Δημοσίου τη συμπλήρωση τριακονταετούς νομής μέχρι την παραπάνω ημεροχρονολογία τίθεται ότι πρόκειται για δημόσιο κτήμα. Σύμφωνα, λοιπόν, με όλα τα παραπάνω που αποδείχθηκαν, εφόσον οι προαναφερόμενοι άμεσοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων είχαν καταστεί, όπως ήδη προεκτέθηκε, και με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, κύριοι του μεγαλύτερου αγροτεμαχίου των 20.592 τ.μ., κατέστησαν και οι ενάγοντες κύριοι με παράγωγο τρόπο, εξ αγοράς και κατόπιν δωρεάς από αληθινούς κυρίους , η μεν πρώτη ενάγουσα των υπό στοιχεία "2", "3" και ... αγροτεμαχίων, η δε δεύτερη ενάγουσα του υπό στοιχείο "1" αγροτεμαχίου και ο τρίτος ενάγων του υπό στοιχείο ... αγροτεμαχίου, τα οποία αποτελούν τμήματα του μεγαλύτερου πιο πάνω αγροτεμαχίου και εκ των οποίων στην επίδικη εδαφική έκταση περιλαμβάνονται, όπως προαναφέρθηκε, ολόκληρα τα υπό στοιχεία ..., ... και ... αγροτεμάχια και τμήματα, εμβαδού, 3.434 και 654 τ.μ. αντίστοιχα, των υπό στοιχεία ... αγροτεμαχίων, όπως αυτά περιγράφονται παραπάνω». Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κατά παραδοχή ως βάσιμης της έφεσης των εναγόντων, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή, τη δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε τους ενάγοντες κυρίους των επίδικων ακινήτων. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις α) περί παραγώγου και πρωτοτύπου τρόπου κτήσης κυριότητας διατάξεις των άρθρων 1033, 1041, 1042, 1043, 1045, 1046, 1051, 1192 επ ΑΚ, καθόσον, υπό τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, αφού οι συμβληθέντες, στο ...1990 συμβόλαιο, ως πωλητές Β. και Ν. Μ. είχαν αποκτήσει κυριότητα του επίδικου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο , ώστε να μπορούν να την μεταβιβάσουν στην πρώτη ενάγουσα και η τελευταία , ομοίως ως αληθής κυρία αυτού, να μπορεί να μεταβιβάσει τα αναφερόμενα τμήματα αυτού στη δεύτερη και τρίτο από τους ενάγοντες και β) των πρωτοκόλλων του Λονδίνου της 3-2-1830, 4/16-6-1830 και 16-6/1-7-1830, της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, του άρθρου 1 του β.δ. της 3/12-12-1833 «περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα ... εγγείου φόρου», του ν. ΔΞΗ/1912, του άρθρ. 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926, των άρθρων 16, 18 και 21 του ν. 21-6/3-7-1837 «περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων», του άρθρου 2 του ν.1539/1928, άρθρου 1 επ. του α.ν. 2344/1940, του άρθρου 51 του ΕισΝΑΚ, τις οποίες δεν εφάρμοσε , καθόσον, υπό τα ίδια ως άνω γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, δεν συνέτρεχαν οι αναφερόμενες στη νομική σκέψη προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Ειδικότερα, με την ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, έγινε δεκτό ότι η επίδικη έκταση α) δεν ανήκε στην ιδιοκτησία του Οθωμανικού Κράτους και δεν περιήλθε με δικαίωμα πολέμου στο Ελληνικό Δημόσιο, β) επ’ αυτής υπήρχε εμπράγματο δικαίωμα ιδιώτη και ουδέποτε ήταν αδέσποτη , ώστε, ως τέτοια, να είχε περιέλθει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, γ) δεν ήταν δημόσιος βοσκότοπος ή ..., αιγιαλός ή παλαιός αιγιαλός ή παραλία ή κοινόχρηστη έκταση, δ) δεν άσκησε σε αυτή πράξεις νομής το Ελληνικό Δημόσιο και ε) οι ενάγουσες , με την προσμέτρηση και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους, απέκτησαν την κυριότητα της επίδικης έκτακτης και με έκτακτη χρησικτησία, αφού το κατείχαν και το νέμονταν συνεχώς και αδιαλείπτως τουλάχιστον από το έτος 1945. Ενόψει δε των παραδοχών της απόφασης , που προσβάλλεται, ότι, δηλαδή, η επίδικη έκταση δεν αποτελεί δημόσιο κτήμα, δεν ήταν αναγκαία , για την κτήση της κυριότητας αυτής με χρησικτησία, η απόδειξη τριακονταετούς νομής αυτής , η οποία να έχει συμπληρωθεί μέχρι και τις 11-9-1915. Περαιτέρω, έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση και δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις αυτές , αφού διέλαβε σ’ αυτή [απόφαση] , χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα [προσδιορισμός, φύση και χαρακτηριστικά της επίδικης έκτασης, πράξεις νομής των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους με διάνοια κυρίου], τα οποία ήταν ικανά να προσπορίσουν την κυριότητα αυτής στους ενάγοντες. Ενόψει αυτών ο πρώτος, κατά ένα μέρος, δεύτερος , τρίτος και τέταρτος κατά ένα μέρος , από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, λόγοι της αναίρεσης είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Οι ίδιοι δε λόγοι κατά το μέρος αυτών , που δεν αιτιώνται παραβίαση των παραπάνω διατάξεων για το ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά εσφαλμένα δεν υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, αλλά στο ότι θα έπρεπε να γίνουν δεκτά άλλα πραγματικά περιστατικά, που το αναιρεσείον πρότεινε, τα οποία και πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών, είναι απαράδεκτοι και πρέπει, επίσης, να απορριφθούν, γιατί υπό την επίφαση της παραβίασης των παραπάνω διατάξεων πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική, περί την εκτίμηση των πραγμάτων, κρίση του Δικαστηρίου.
Οι ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου, που προβάλλονται από αυτό προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αναγνωριστικής (ή διεκδικητικής) αγωγής κυριότητας ακινήτου, ότι δηλαδή αυτό [ακίνητο] περιήλθε σε αυτό α) με τις ρυθμίσεις που περιέχονται στο πρωτόκολλο της 21.1/3.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" (ιδίως στο άρθρο 5 αυτού) και στα ερμηνευτικά αυτού Πρωτόκολλα της 4/16.6.1830 και της 19.6/1.7.1830 σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27.6/9.7.1832 Συνθήκης της Κων/λεως "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και τις διατάξεις του άρθρου 16 του νόμου της 26.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", β)ως βοσκότοπος , άλλως χορτολειβαδική έκταση κατά το άρθρο 1 του β.δ. από 3/15-12-1883, γ) ως αδέσποτο κατά το άρθρο 16 του ν. 21-6/3-7/1837, 2 παρ. 1 του α.ν. 1539/1938 και 972 ΑΚ, δ) ως αιγιαλός κατά το άρθρο 1 και του α.ν. 2344/1940 "περί αιγιαλού και παραλίας", ε) ως έκταση , η οποία από αμνημονεύτων ετών είχε τεθεί σε κοινή χρήση [ΕισΝΑΚ 51] και στ) με τακτική , αλλιώς έκτακτη χρησικτησία αποτελούν ενστάσεις, ως γεγονότα διακωλυτικά της γένεσης του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος και όχι αιτιολογημένη άρνηση μιας τέτοιας αγωγής. Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση των ισχυρισμών (ενστάσεων) αυτών, πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο και για το λόγο αυτό τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών αυτών τις φέρει το ενιστάμενο Δημόσιο και όχι ο ενάγων. Κατά συνέπεια εάν δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη κυριότητας ή άλλου δικαιώματος του Δημοσίου η αγωγή δεν θα απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθμός 13 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔικ βάρος της αποδείξεως, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Το βάρος της απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα, περί απόδειξης απόφαση, θα επιβάλλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων. Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει, όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ένστασης κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβαλών το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα. Εάν δεν το απορρίψει υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διάταξης. Στην προκειμένη περίπτωση, με πρώτο κατά το δεύτερο μέρος του λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους της απόδειξης , ως προς τους προταθέντες από το αναιρεσείον-εναγόμενο Δημόσιο ισχυρισμούς περί αποκτήσεως από αυτό της κυριότητας του επιδίκου με τους τρόπους που αναφέρονται στη νομική σκέψη. Όπως προκύπτει όμως από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο αφενός μεν έκρινε ότι οι επίμαχοι ισχυρισμοί συνιστούν ενστάσεις , αφετέρου τους έκρινε αναπόδεικτους, για τους εκτιθέμενους σε αυτή λόγους. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν υπέπεσε στη νομική πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους της απόδειξης, καθόσον τις συνέπειες του μη σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποίθησης του επικαλουμένου γεγονότος ότι το επίδικο ήταν δημόσιο κτήμα, τις έφερε το ενιστάμενο-αναιρεσείον και όχι οι αναιρεσίβλητοι-ενάγοντες. Ενόψει τούτων, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Από τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων προσδίδει σε κάποιο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που καθορίζει δεσμευτικά ο νόμος. Για το παραδεκτό του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔικ, ο αναιρεσείων να επικαλεσθεί στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το αποδεικτικό μέσο ως προς το οποίο υπάρχει παράβαση κατά την αποδεικτική αυτού δύναμη και να αναφέρει στο αναιρετήριο ότι έγινε η επίκληση αυτή στο δικαστήριο της ουσίας. Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον τέταρτο , κατά ένα μέρος, λόγο αναίρεσης, από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 12 ΚΠολΔικ, αποδίδεται στο Εφετείο παραβίαση της διάταξης του άρθρου 352 του ίδιου Κώδικα, ως προς την αποδεικτική δύναμη των δικαστικών (όπως στο αναιρετήριο χαρακτηρίζονται) ομολογιών των αναιρεσιβλήτων, στις οποίες εκείνοι είχαν προβεί , με τις έγγραφες προτάσεις τους τόσον ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου όσο και του Εφετείου σε σχέση με τη φύση της επίδικης έκτασης ως μη αγροτικής κατά ένα μέρος. Με το περιεχόμενο αυτό ο αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, κατ’ άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔικ, καθόσον το αναιρεσείον δεν επικαλείται στο αναιρετήριο παραδεκτή και νόμιμη προβολή αυτού ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και παραδεκτή επανυποβολή του ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ούτε, τέλος, επικαλείται στο αναιρετήριο ότι αφορά, τυχόν, ο εν λόγω ισχυρισμός του στις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔικ. Κατ` ακολουθία και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο λόγω της ήττας του [ΚΠολΔικ 176, 183] , πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, μετά από αίτημα αυτών, τα οποία, όμως, θα καταλογιστούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 8-12-2015 αίτηση αναίρεσης της 103/2015 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των τριακοσίων [300] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ