375/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 375 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 375/2014
Legislator headnote
AI generated375/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 375 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 375/2014
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 375 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 375/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Γ., κατοίκου ..., 2) Σ. Π., κατοίκου ..., 3) Σ. Γ., κατοίκου ... 4) Μ. Π., κατοίκου ..., 5) Τ. Μ., κατοίκου ..., 6) Σ. Γ., κατοίκου ..., 7) Α. Γ., κατοίκου ... και 8) Σ. Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βασιλική Κουτσούκου.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Οικονόμου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε ν' αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο διασκέφθηκε με τη συμμετοχή και του Γραμματέα και διά του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα της αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-1998 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1340/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9789/1999 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν αμφότεροι οι τότε διάδικοι. Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου με την 239/2001 απόφασή του απέρριψε την αίτηση των αναιρεσειόντων και με την 1094/2001 απόφασή του έκανε δεκτή την από 28-2-2000 αίτηση της αναιρεσίβλητης, αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 4197/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι τότε αναιρεσείοντες με την από 17-7-2006 αίτησή τους και τους από 17-7-2006 πρόσθετους λόγους αυτής.
Εκδόθηκε η 915/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 4197/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Τέλος, εκδόθηκε η 2621/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-3-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου διάβασε την από 5-11-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 12-3-2010 αίτησης, για αναίρεση της 2621/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Εξ άλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955, μισθωτοί, που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και έχουν συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, με την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 ή του Β.Δ. της 16/-18-7-1920, ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας και, αν δεν προβλέπεται αυτό, το 65ο έτος της ηλικίας τους, αποχωρώντας από την εργασία τους με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από το Ν. 2112/1920 ή το ανωτέρω Β.Δ. αποζημιώσεως για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας. Η αποζημίωση αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 του Νόμου αυτού. Επίσης, με τις διατάξεις του άρθρου 8 εδ. β` και γ` του εν λόγω Νόμου 3198/1955, που προστέθηκαν με το άρθρο 8 παρ. 4 του Ν.Δ. 3789/1957 και αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν.435/1976, ορίζονται τα εξής: Μισθωτοί γενικά, που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για τη χορήγηση συντάξεως, εφόσον συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, μπορούν, εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη, να αποχωρούν από την εργασία, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε να αποχωρούν είτε να απομακρύνονται από την εργασία από μέρους του εργοδότη τους. Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις οι μεν επικουρικά ασφαλισμένοι λαμβάνουν το 40%, οι δε μη επικουρικά ασφαλισμένοι το 50% της αποζημιώσεως, την οποία δικαιούνται, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από μέρους του εργοδότη. Για τη χορηγούμενη ως άνω μειωμένη αποζημίωση προς τους αποχωρούντας ή τους απομακρυνόμενους μισθωτούς εφαρμόζονται όσα ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 του Ν. 3198/1955, καθώς και εκείνες του Ν. 2112/1920 ή του Β.Δ. της 16/18-7-1920, πλην των διατάξεων που αφορούν την προειδοποίηση. Από την αντιπαραβολή των δύο ως άνω εδαφίων του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955, η θέσπιση των οποίων αποσκοπούσε στην παροχή κινήτρων για την ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων με την έξοδο των παλαιών ή υπερηλίκων και την είσοδο νέων εργατοτεχνιτών ή υπαλλήλων, την ευρύτερη διατύπωση του δευτέρου και τη θέσπιση από το τελευταίο, με τη συνδρομή των τασσομένων σ` αυτό λοιπών προϋποθέσεων, δυνατότητας λύσεως της εργασιακής συμβάσεως με μονομερείς ενέργειες των συμβληθέντων (αποχώρηση εργαζομένου ή καταγγελία εργοδότη), στις οποίες ο νόμος προσδίδει τις ανωτέρω συνέπειες, συνάγονται τα ακόλουθα: 1) Η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου της άνω διατάξεως, λόγω και της ρητής σ` αυτή σχετικής αναφοράς, προϋποθέτει μισθωτούς, που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και δεν επεκτείνεται και σ` εκείνους που η εργασιακή τους σχέση είναι ορισμένου χρόνου. Σύμβαση εργασίας διεπόμενη από κανονισμό, που προβλέπει την αποχώρηση του εργαζόμενου με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας, είναι σύμβαση ορισμένου χρόνου. Αν όμως με τον κανονισμό έχουν παράλληλα προβλεφθεί περιπτώσεις πρόωρης λύσεως της συμβάσεως, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, αν δε αυτή πληρωθεί, η σύμβαση μεταπίπτει εξ αρχής σε αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 1110/1986), δηλαδή σε σύμβαση της οποίας δεν είναι ορισμένος ο χρόνος λύσεως αυτής. 2) Σε αντίθεση προς το δεύτερο εδάφιο, για την εφαρμογή του οποίου προσαπαιτείται η συμπλήρωση των προϋποθέσεων για τη λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, το πρώτο εδάφιο δεν αξιώνει τη συνδρομή του στοιχείου αυτού. 3) Η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου προϋποθέτει, εκτός άλλων και τη συγκατάθεση του εργοδότη για την αποχώρηση του μισθωτού. Η συγκατάθεση (συναίνεση) αυτή πρέπει να παρέχεται πριν από την αποχώρηση του μισθωτού, δύναται δε να είναι έγγραφη ή προφορική, ρητή ή σιωπηρή, αρκεί στην τελευταία περίπτωση να είναι σαφής και αναμφίβολη. Τέτοια συγκατάθεση μπορεί να παρασχεθεί εκ των προτέρων ή να συναχθεί από τον κανονισμό, με τον οποίο παραχωρείται στο μισθωτό δικαίωμα παραιτήσεως σε οποιοδήποτε χρόνο χωρίς να προβλέπεται ότι ο εργοδότης μπορεί να εναντιωθεί ή να αποδεχθεί μόνο με την τήρηση ορισμένης διαδικασίας την παραίτηση του υπαλλήλου από την εργασία του, αφού με τη ρύθμιση αυτή δεσμεύεται ο εργοδότης να δέχεται και συνεπώς, να παρέχει τη συγκατάθεσή του στην παραίτηση του υπαλλήλου οποτεδήποτε ήθελε αυτή υποβληθεί. Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 παρ. 3 του Ν. 435/1976, τυχόν ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι, που περιέχονται σε άλλες διατάξεις ή συλλογικές συμβάσεις, κανονισμούς ή ατομικές συμβάσεις εργασίας, κατισχύουν των διατάξεων της παρ. 1 του παρόντος, που αφορούν την περίπτωση της αποχωρήσεως ή της απομακρύνσεως του υπαλλήλου με τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων για τη λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος (άρθρ. 8 εδ. β` του Ν. 3198/1955). Η τελευταία διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του Ν. 435/1976, η οποία απηχεί τη γενικότερη αρχή του εργατικού δικαίου (άρθρ. 680 Α.Κ., 3 παρ. 1 του Ν. 3239/1955, 7 παρ. 2 του Ν. 1876/1990, 8 παρ. 1 του Ν. 2112/1920) της εύνοιας υπέρ του μισθωτού, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου, έχει ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955, που, όπως προκύπτει από το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976, έχει ως σκοπό να διευκολύνει την αποχώρηση και ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων και εκμεταλλεύσεων. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που συμπλέει με την επιταγή του άρθρου 22 του Συντάγματος για προστασία του δικαιώματος της εργασίας, ως ευνοϊκότεροι όροι θεωρούνται όλες οι προϋποθέσεις λειτουργίας της συμβάσεως, οι οποίες τέθηκαν υπέρ του μισθωτού, είτε αυτές ανάγονται στο ύψος της αποζημιώσεως, λόγω καταγγελίας, είτε στο ίδιο το δικαίωμα καταγγελίας (ΟλΑΠ 26/1992) και συνεπώς αν με όρο Σ.Σ.Ε. ή κανονισμού προβλέπεται η καταβολή στους υπαλλήλους που αποχωρούν από την υπηρεσία, μεγαλύτερης αποζημιώσεως, οφείλεται σ` αυτούς η αποζημίωση αυτή και όχι η μειωμένη αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. β` του Ν. 3198/1955 (ΟλΑΠ 30/2009). Ενόψει αυτών και του άρθρου 361 Α.Κ., αν με την ατομική σύμβαση εργασίας ή με μεταγενέστερη αυτής συμφωνία μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού συμφωνήθηκε η λύση της εργασιακής συμβάσεως με ευνοϊκότερους όρους ως προς τις προϋποθέσεις και το ύψος της αποζημιώσεως από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 8 του Ν. 3198/1955, τότε αυτοί κατισχύουν και δεν εφαρμόζεται η διάταξη του ως άνω άρθρου, ο δε μισθωτός, εφόσον δεν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο, δεν δικαιούται να αξιώσει αθροιστικώς πέραν της συμφωνηθείσας και την από το άρθρο αυτό προβλεπόμενη αποζημίωση. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι επί της από 30-7-1998 αγωγής συνολικά 243 εναγόντων, μεταξύ των οποίων και των ήδη αναιρεσειόντων, με την οποία ζήτησαν ν' αναγνωριστεί ότι η εναγομένη Τράπεζα οφείλει σε καθένα απ' αυτούς τα αναφερόμενα σ' αυτή χρηματικά ποσά, για την προβλεπόμενη από το άρθρο 8 εδ. α' Ν. 3198/ 1955 αποζημίωση εκδόθηκε η 1340/1999 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και αναγνώρισε ότι η εναγομένη υποχρεώνεται να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα 1.500.000 δρχ. Επί αντιθέτων δε εφέσεων που ασκήθηκαν από τα διάδικα μέρη η 9789/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε κατ' ουσία τις εφέσεις και επί αντιθέτων αιτήσεων αναιρέσεως κατ' αυτής, οι 239/2001 και 1094/2001 αποφάσεις του Δικαστηρίου αυτού, με την πρώτη από τις οποίες απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως των ήδη αναιρεσειόντων, ενώ με τη δεύτερη έγινε δεκτή η αίτηση αναιρέσεως της ήδη αναιρεσίβλητης Τράπεζας, αναιρέθηκε η ρηθείσα απόφαση του Εφετείου και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο. Ακολούθως, το Εφετείο, ως δικαστήριο παραπομπής εξέδωσε την 4197/2005 απόφαση, με την οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση της εναγομένης Τράπεζας, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή. Επί ασκηθείσας δε κατ' αυτής αιτήσεως αναιρέσεως των εναγόντων εκδόθηκε η 915/2008 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία η απόφαση αυτή αναιρέθηκε κατά το αναφερόμενο σ' αυτή μέρος, για λόγο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. και παραπέμφθηκε κατά το αναιρούμενο μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο, δικάζοντας ως δικαστήριο παραπομπής, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες (σημ: εξ αυτών οι οκτώ αναιρεσείοντες) με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, που ο καθένας είχε καταρτίσει με το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης Τράπεζας (σημ: εδώ αναιρεσίβλητης), προσέφεραν τις υπηρεσίες τους σ` αυτήν ως υπάλληλοί της μέχρι την 31η-12-1994, οπότε είχαν συμπληρώσει χρόνο υπηρεσίας δέκα εννέα και πλέον ετών. Το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας, ενδιαφερόμενο για την ανανέωση του προσωπικού της, κατά την... συνεδρίαση της 15.12.1994 αποφάσισε να απευθύνει πρόσκληση προς τους υπαλλήλους της για την υποβολή ανεκκλήτων δηλώσεων οικειοθελούς αποχώρησης από την υπηρεσία τους στις 31-12-1994 και λήψης των παροχών, που αναφέρονταν στην πρόσκληση, ήτοι α) εφάπαξ αποζημίωσης, β) αποζημίωσης από το Ταμείο Αυτασφάλειας, γ) μισθών τριών μηνών, που προέβλεπε το άρθρ. 32 του Γενικού Κανονισμού και δ) αποδοχών έως τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας για τη συνταξιοδότησή τους για όσους δεν είχαν συμπληρώσει το όριο αυτό, ενώ επιφύλαξε για τη Τράπεζα το δικαίωμα να εξετάσει χωριστά καθεμιά από τις δηλώσεις αυτές και να προβεί, μετ` εκτίμηση των συμφερόντων της, στην έγκριση ή όχι των παραιτήσεων των ενδιαφερομένων υπαλλήλων της. Μεταξύ εκείνων, που υπέβαλαν σχετικές δηλώσεις για την οικειοθελή αποχώρηση από την υπηρεσία τους, καταλέγονται και οι αναιρεσείοντες, στο πρόσωπο των οποίων συνέτρεχαν όλες οι προς τούτο προϋποθέσεις, όπως προσδιορίζονταν στην άνω απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας, που γνωστοποιήθηκε στο προσωπικό της με την υπ` αριθ. 17/15.12. 1994 εγκύκλιο της Διοικήσεώς της. Σύμφωνα με το άρθρο 19 του Γενικού Κανονισμού Καταστάσεως Υπαλλήλων της εναγομένης, που έχει συμβατική ισχύ και οι όροι αυτού, τους οποίους έχουν αποδεχθεί και οι αναιρεσείοντες, έχουν καταστεί όροι των ατομικών εργασιακών συμβάσεων αυτών, οι μόνιμοι υπάλληλοι αυτής απολύονται μόνον: α) ένεκα συμπληρώσεως του 63ου έτους της ηλικίας για τους διευθυντές κ.λπ., του 62ου έτους για τους τμηματάρχες και το προσωπικό των λοιπών βαθμών, β).... Οι κατά τη διάρκεια του έτους συμπληρώσαντες το άνω όριο ηλικίας αποχωρούν της υπηρεσίας τιθέμενοι υπό σύνταξη, εφόσον δικαιούνται, από 1ης Ιανουαρίου του επομένου έτους. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι οι εργασιακές συμβάσεις, που υπήρχαν πριν από την 31-12-1994 μεταξύ των αναιρεσειόντων και της αναιρεσίβλητης Τράπεζας ήταν ορισμένου χρόνου, αφού ο Κανονισμός προβλέπει την αυτοδίκαιη αποχώρηση των μισθωτών από την υπηρεσία τους, κατά τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας. Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο, ότι κατά το άρθρο 18 του ίδιου Κανονισμού: "1) ο υπάλληλος δικαιούται της παραίτησης χωρίς να υποχρεούται να εκθέσει τους λόγους αυτής, 2) η παραίτηση υποβάλλεται εγγράφως, μόνον δε διά της αποδοχής της λύεται η υπαλληλική σχέση, 3) η αποδοχή της παραιτήσεως είναι υποχρεωτική εντός μηνός από της υποβολής της... 4) η παραίτηση λογίζεται ως αυτοδικαίως γενόμενη δεκτή αν παρέλθει η προθεσμία της παρ.3 και δεν γίνει δήλωση περί αναβολής της αποδοχής της, 5) επιτρέπεται έγγραφη ανάκληση της παραιτήσεως προ της αποδοχής της". Με τις διατάξεις αυτές, ορίζεται η δυνατότητα λύσης της εργασιακής σύμβασης πριν από τη λήξη του ορισμένου χρόνου της διάρκειάς της, τίθεται διαλυτική αίρεση, σε περίπτωση πλήρωσης της οποίας η εργασιακή αυτή σύμβαση μετατρέπεται σε αορίστου χρόνου. Η εναγομένη Τράπεζα αποδέχθηκε ρητά τις δηλώσεις παραίτησης από την υπηρεσία των αναιρεσειόντων και έτσι έληξαν στις 31-12-1994 οι εργασιακές τους συμβάσεις, ενώ παράλληλα μετατράπηκαν σε αορίστου χρόνου. Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο ότι οι αναιρεσείοντες, κατά την αποχώρησή τους από την υπηρεσία, εισέπραξαν: α) την εφάπαξ αποζημίωση, που ορίσθηκε με την προαναφερθείσα απόφαση του Γενικού Συμβουλίου (ΑΓΣ 14/15-12-1994) ως κίνητρο για την οικειοθελή αποχώρησή τους από την υπηρεσία, που ανέρχεται στο καθοριζόμενο για κάθε αναιρεσείοντα ποσό και δη για τον πρώτο σε 4.078.520, για το δεύτερο σε 3.767.112, για τον τρίτο σε 4.844.976, για τον τέταρτο σε 3.446.552, για τον πέμπτο σε 3.469.608, για την έκτη σε 3.997.984, για τον έβδομο σε 4.607.104 και για τον όγδοο σε 3.445.584 δρχ., β) τη χορηγούμενη από το Ταμείο Αυτασφάλειας αποζημίωση, που ανέρχεται στο καθοριζόμενο για κάθε αναιρεσείοντα ποσό και δη για τον πρώτο σε 13.467.996, για το δεύτερο σε 14.828.293, για τον τρίτο σε 16.681.278, για τον τέταρτο σε 12.379.014, για τον πέμπτο σε 11.922.882, για την έκτη σε 12.306.247, για τον έβδομο σε 16.582.944 και για τον όγδοο σε 13.668.081 δρχ., γ) τους μισθούς τριών μηνών, η καταβολή των οποίων προβλέπεται από το άρθρο 32 του Γενικού Κανονισμού ανερχόμενη στο καθοριζόμενο για κάθε αναιρεσείοντα ποσό και δη για τον πρώτο σε 1.599.432, για το δεύτερο σε 1.806.285, για τον τρίτο σε 1.730.091, για τον τέταρτο σε 2.511.246, για τον πέμπτο σε 2.137.488, για την έκτη σε 1.462.245, για τον έβδομο σε 1.672.101 και για τον όγδοο σε 1.275.372 δρχ. και δ) τις αποδοχές τους έως τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας προς συνταξιοδότησή τους για όσους δεν είχαν συμπληρώσει το όριο αυτό και έτσι κάθε αναιρεσείων εισέπραξε το καθοριζόμενο σ' αυτή ποσό και δη ο πρώτος 19.145.948, ο δεύτερος 20.014.918, ο τρίτος 23.256.345, ο τέταρτος 36.656.243, ο πέμπτος 31.650.901, η έκτη 17.766.476, ο έβδομος 22.862.149 και ο όγδοος 34.060.487 δρχ. Οι προαναφερθείσες συνολικές παροχές της εναγομένης προς τους αντιδίκους της που δεν αμφισβητούνται, συνιστούν προφανώς καθεστώς αποζημίωσης κατά πολύ ευνοϊκότερο από την αξιούμενη με την ένδικη αγωγή αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955 και 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976, η οποία (αποζημίωση), για καθένα αναιρεσείοντα ανέρχεται, χωρίς τους περιορισμούς των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 2 του ΑΝ 173/ 1967 και 1 παρ. 1 - 2 του ΝΔ 618/1970 όπως συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν στο ποσό των 6.417.058 για τον πρώτο, 6.777.832 για το δεύτερο, 8.722.518 για τον τρίτο, 6.099.700 για τον τέταρτο, 5.370.279 για τον πέμπτο, 6.794.298 για την έκτη, 8.291.346 για τον έβδομο και 6.398.052 για τον όγδοο. Βάσει των προαναφερθέντων και αφού γίνει αντιπαραβολή των παραπάνω ποσών που κατέβαλε συνολικά η εναγομένη Τράπεζα σε καθένα αναιρεσείοντα για την οικειοθελή αποχώρησή του από την υπηρεσία, προς το παραπάνω ποσό αποζημίωσης που δικαιούται έκαστος βάσει του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, κρίνεται ότι το πρώτο καθεστώς της συνολικής αποζημίωσης (παροχών) είναι οπωσδήποτε ευνοϊκότερο από την αξιούμενη με την ένδικη αγωγή αποζημίωση, με συνέπεια να μη δικαιούνται οι αναιρεσείοντες (αθροιστικώς) και την αποζημίωση αυτή, αφού δεν αποδείχθηκε ότι αυτοί διατήρησαν το δικαίωμά τους αυτό κατόπιν σχετικής συμφωνίας με την αναιρεσίβλητη Τράπεζα, στοιχείο που ούτε οι ίδιοι δεν επικαλούνται, η οποία (συμφωνία) αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη διατήρηση τέτοιου δικαιώματος και δεν αρκεί η ανυπαρξία τέτοιου δικαιώματος σχετικής συμβατικής δέσμευσης, ούτε η μη παραίτησή τους από την εν λόγω αγωγική αξίωση, όπως (αβάσιμα) υποστηρίζουν οι ενάγοντες. Συνακόλουθα η ένδικη αγωγή θα έπρεπε κατά το βάσιμο καταλυτικό ισχυρισμό της εναγομένης Τράπεζας, να απορριφθεί. Κατόπιν αυτών το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή, ως προς όλους τους ενάγοντες, μεταξύ των οποίων και ως προς τους ήδη αναιρεσείοντες, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο, το οποίο για την εξεύρεση του ευνοϊκότερου για τους αναιρεσείοντες καθεστώτος συνολικής αποζημίωσης, λόγω οικειοθελούς αποχωρήσεως από την υπηρεσία της αναιρεσίβλητης, συνάθροισε το σύνολο των εξαγγελθεισών και καταβληθεισών από την αναιρεσίβλητη ως άνω παροχών, όπως προσδιορίζοντο στην απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας και την άνω Εγκύκλιο της Διοικήσεώς της, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 του Ν. 3198/ 1955 και 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976. Και τούτο διότι: α) το σύνολο των ρηθεισών παροχών αποτελούσαν προϋποθέσεις λειτουργίας των ενδίκων συμβάσεων που τέθηκαν υπέρ των αναιρεσειόντων μισθωτών, β) με την αναφερθείσα στην αρχή της παρούσας 915/2008 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού αναιρέθηκε η ρηθείσα 4197/2005 απόφαση του Εφετείου, όχι εξ ολοκλήρου, αλλά μόνο κατά το αναφερόμενο σ' αυτή μέρος της. Αντίθετα, η απόφαση αυτή (4197/2005), κατά την παραδοχή της ότι: οι εν λόγω "υπό στοιχ. α), β), γ), δ) παροχές της αναιρεσίβλητης προς τους αντιδίκους της συνιστούν καθεστώς αποζημιώσεως" αυτών, δεν αναιρέθηκε με την 915/2008 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, που απέρριψε ως αβασίμους τους σχετικούς, περί του αντιθέτου αναιρετικούς λόγους, το δε Εφετείο, ως δικαστήριο παραπομπής, με την προσβαλλόμενη συμμορφώθηκε, κατά τούτο, με το μη αναιρεθέν μέρος αυτής. γ) Επιπροσθέτως και ανεξαρτήτως των ανωτέρω, η προσβαλλόμενη ουδόλως θίγεται κατά την παραδοχή της περί συνυπολογισμού στο ευνοϊκότερο αυτό καθεστώς της υπό στοιχ. α' εφάπαξ αποζημίωσης που ορίστηκε με την ΑΓΣ 14/15-12-1994 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου ως κίνητρο για την οικειοθελή αποχώρηση και της υπό στοιχ. δ' (αποδοχές έως τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας για τη συνταξιοδότησή τους), οι οποίες παροχές συμποσούμενες και αντιπαραβαλλόμενες προς το παραπάνω ποσό που δικαιούται έκαστος βάσει του άρθρου 8 εδ. α' α.ν. 3198/1995, είναι υπέρτερες του τελευταίου, κατά τις προεκτεθείσες παραδοχές της. Τούτο στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, ότι "το καθεστώς αυτό αποζημίωσης" είναι ευνοϊκότερο της αξιούμενης αποζημίωσης του άρθρου 8 ν. 3198/ 1955, ώστε οι αναιρεσείοντες, να μη δικαιούνται αθροιστικώς και την τελευταία δοθέντος ότι, κατά τις ίδιες παραδοχές, δεν διατήρησαν τέτοιο δικαίωμα, κατόπιν σχετικής συμφωνίας με την αναιρεσίβλητη. Επομένως, ο μοναδικός λόγος του αναιρετηρίου, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος.
Κατά συνέπεια, πρέπει η κρινόμενη αίτηση ν' απορριφθεί και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-3-2010 αίτηση, για αναίρεση της 2621/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2014. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ