375/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 375 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 375/2009
Legislator headnote
AI generated375/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 375 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 375/2009
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 375 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 375/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Κρανιδιώτη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον κατοικοεδρεύοντα στην Πάτρα Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Χρήστο Μητκίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 1/9/2005, 19/9/2005, 10/10/2005, 24/10/2005, 25/10/2005, 8/11/2005, 21/11/2005, 25/11/2005, 14/12/2005 και 27/12/2005 αιτήσεις των ανωτέρω διαδίκων καθώς και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην σημερινή δίκη, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Πατρών και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκε η υπ' αριθμό 1249/2006 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8/10/2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος, ανέγνωσε την από 14/10/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθεί ο δεύτερος.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση ιδίως όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Στην προκείμενη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση, με βάση τα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, δέχτηκε ότι αποδεικνύονται τα ακόλουθα κατά τα ουσιώδη μέρη πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθμ. Δ12/0/31222/6.2.2003 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, (ΦΕΚ 154 Δ 26.2.2003), κηρύχθηκε αναγκαστικά απαλλοτριωτέα υπέρ τον Ελληνικού Δημοσίου, για λόγους δημοσίας ωφέλειας και ειδικότερα λόγω ρυμοτομίας προς εφαρμογή του σχεδίου πόλεως ...... για τη διάνοιξη της Μικρής Περιμετρικής οδού ...... από την συμβολή των οδών ...... και ...... έως χ. θ. 1 + 667,58 εδαφική έκταση, συνολικού εμβαδού 23.422,46 τ.μ., η οποία απεικονίζεται στον κτηματολογικό πίνακα και διαγράμματα, που έχουν συντάξει ο ...... και ...... , τα οποία εγκρίθηκαν δυνάμει της υπ' αριθ. Α12/32877/29.4.1999 απόφασης του ΥΠΕΧΩΔΕ και ελέγχθηκαν και θεωρήθηκαν στις 29.4.1999 από τον ......, Διευθυντή Διεύθυνσης Τοπογραφήσεων και Απαλλοτριώσεων της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων του ΥΠΕΧΩΔΕ. Εν συνεχεία, κατ' άρθρο 16 του Ν. 2882/2001, ο ανωτέρω κτηματολογικός πίνακας (πράξη αναλογισμού) διορθώθηκε από την πολιτικό μηχανικό της ΔΕΚΕ/ΠΔΕ ...... και θεωρήθηκε από το διευθυντή της υπηρεσίας αυτής ...... στις 4.7.2003, εγκρίθηκε δε η ανωτέρω συμπλήρωση - διόρθωση από το Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας με την υπ' αριθμ. 2707/24.7.2003 απόφασή του. Η διανοιγόμενη οδική αρτηρία "Μικρή Περιμετρική ......" έχει ενταχθεί στο Εθνικό Οδικό Δίκτυο, αποτελώντας διακλάδωση της Ε.Ο. 33 ......-......-...... και κατατάσσεται στον δευτερεύον Εθνικό Οδικό Δίκτυο. Τα απαλλοτριούμενα με την ως άνω απόφαση ακίνητα βρίσκονται στις περιοχές "......", "......", "......" και σχεδόν στο σύνολό των εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλης των ......, μεταξύ των οικοδομικών τετραγώνων ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., σε περιοχές που ισχύει το σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων. Ειδικότερα: ... Το με α.κ.π. ... βρίσκεται στην οδό ......, αριθ. ..., είναι μέσα στο σχέδιο πόλεως και έχει συντελεστή δόμησης 1,2. Έχει έκταση 74 τ.μ., η οποία ρυμοτομείται, εντός δε αυτού υπάρχει ισόγεια οικοδομή εκτάσεως 54 τ.μ., η οποία έχει κατασκευαστεί το έτος 1931, από μπατική οπτοπλινθοδομή, έχει ξύλινη στέγη και σε ορισμένα τμήματα πλάκα σκυροδέματος, ενώ αποτελείται από τρία υπνοδωμάτια, κουζίνα και μπάνιο. Επίσης υπάρχει μάντρα πλάτους 0,40, ύψους 2 μ. και μήκους 7 μ.. Το Ελληνικό Δημόσιο προσκομίζει ως συγκριτικά στοιχεία φύλλα υπολογισμού αξίας του ως άνω ρυμοτομούμενου ακινήτου, για το οικονομικό έτος 2003, όπου η αξία του οικοπέδου εκτιμάται σε 181 ΕΥΡΩ ανά τ.μ., της ισόγειας οικοδομής σε 275,92 ΕΥΡΩ ανά τ.μ. και της μάντρας σε 40 ΕΥΡΩ το μέτρο, ενώ ο αιτών Χ προσδιορίζει την αξία του οικοπέδου σε 500 ΕΥΡΩ ανά τ.μ., την οικοδομή σε 600 ΕΥΡΩ ανά τ.μ. και τη μάντρα σε 250 ΕΥΡΩ ανά τ.μ.. Με τα παραπάνω δεδομένα το δικαστήριο κρίνει ότι, κατά το χρόνο που συζητήθηκε η κρινόμενη αίτηση (9.2.2006), η πραγματική αξία των επιδίκων ακινήτων με τις υφιστάμενες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να υπολογιστεί τυχόν ανατίμησή τους ή υποτίμησή τους, λόγω της εξαγγελίας ή της κήρυξης της απαλλοτρίωσης ή της εκτέλεσης του έργου για το οποίο έγινε και κατά συνέπεια η πλήρης αποζημίωση, δηλαδή εκείνη με την οποία μπορούν να αντικατασταθούν τα απαλλοτριούμενα με άλλα ισάξιά τους, ανέρχεται για το έδαφος στα ποσά που αναφέρονται ειδικότερα στο διατακτικό. Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι στις απαλλοτριούμενες ιδιοκτησίες υπάρχουν επικείμενα για τα οποία πρέπει να αποζημιωθούν οι αιτούντες- ανταιτούντες. Η αξία των επικειμένων προσδιορίστηκε από την αρμόδια επιτροπή του άρθρου 15 Ν. 2882/2001, η οποία στην από 21.10.2004 έκθεσή της καθόρισε την αξία των συστατικών και παραρτημάτων των απαλλοτριούμενων ακινήτων, στα ποσά που αναφέρονται αναλυτικά σε αυτή. Για τα ποσά αυτά διαφωνούν οι αιτούντες - ανταιτούντες, ισχυριζόμενοι ότι δεν ανταποκρίνονται στην πραγματική τους αξία, οι δε ως άνω μάρτυρές τους, προσδιορίζουν την αξία αυτών σε μεγαλύτερα ποσά εκείνων της αρμοδίας επιτροπής. Με τα δεδομένα αυτά, λαμβάνοντας υπόψη την κατάστασή τους, η πραγματική αξία των διαλαμβανομένων στο διατακτικό της παρούσας απόφασης, επικειμένων, ανέρχεται στα αναφερόμενα στο διατακτικό ποσά, στα οποία πρέπει να καθοριστεί η οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως αυτών". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο έκανε δεκτή κατά ένα μέρος την αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, τις αυτοτελείς αιτήσεις, ανταιτήσεις και παρεμβάσεις, μεταξύ των οποίων και την ασκηθείσα με τις επ' αυτής προτάσεις του ανταίτηση του αναιρεσείοντος ως κατ' ουσία βάσιμες και μεταξύ άλλων: α) καθόρισε οριστικά την τιμή μονάδας αποζημίωσης του ρυμοτομούμενου ακινήτου του και των επικείμενων του, που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά λόγω της ανωτέρω απαλλοτρίωσης, ως ακολούθως: την εδαφική έκταση σε 240 ευρώ το τ.μ., το κτίσμα σε 260 ευρώ το τ.μ., και τη μάνδρα τσιμεντένια σε 40 ευρώ το τ.μ. Οι παραπάνω, όμως, αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης είναι ανεπαρκείς και αντιφατικές και δεν καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών που αφορούν την ιδιοκτησία του αναιρεσείοντος στους κανόνες ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους αυτή εφάρμοσε [άρθρο 17 § 2 Σ και 13 § 1 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (Ν. 2882/2001)]. Ειδικότερα: Ενώ ένα από τα κύρια κριτήρια, που λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωθέντος ακινήτου είναι η αντικειμενική αξία αυτού, η οποία στην προκείμενη περίπτωση προσδιορίσθηκε από τα προσαχθέντα από το αντίδικο φύλλα υπολογισμού, τα οποία αποτελούν κοινό αποδεικτικό μέσο (άρθρο 346 ΚΠολΔ) και τα οποία η προσβαλλομένη απόφαση ρητώς μνημονεύει ότι έλαβε υπ' όψη της, όσον αφορά ειδικώς στο επικείμενο της ανωτέρω απαλλοτριωθείσας εδαφικής έκτασης κτίσμα δέχθηκε και καθόρισε αποζημίωση μικρότερη της αντικειμενικής του αξίας που αναφέρεται στα ως άνω φύλλα ελέγχου. Ήτοι ενώ η αντικειμενική αξία αυτού είναι 275,92 ευρώ το τ.μ., η προσβαλλομένη απόφαση καθόρισε την αξία του σε 260 ευρώ το τ.μ., χωρίς ωστόσο να εξηγεί: α) αν υπάρχουν και ποιοι είναι οι ειδικοί μειωτικοί λόγοι, εξαιτίας των οποίων η προσδιορισθείσα αξία του εν λόγω κτίσματος του είναι μικρότερη και αυτής της αντικειμενικής του αξίας και β) για ποιο λόγο, ενώ και το ίδιο το αντίδικο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο και θα καταβάλει τη σχετική αποζημίωση, ζητά τον καθορισμό της αποζημίωσης του κτίσματός του στο ποσό των 275,92 ευρώ το τ.μ., εντούτοις προσδιορίζει την αποζημίωση αυτή σε ποσό μικρότερο και του ποσού αυτού, ήτοι στο ποσό των 260 ευρώ το τ.μ. Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, καθόσον αφορά το προαναφερόμενο κτίσμα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, είναι βάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η αυτή αναιρετική πλημμέλεια καθόσον αφορά την καθορισθείσα αποζημίωση για την εδαφική έκταση και την επικείμενη μάνδρα, με την αιτίαση ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της αποφάσεως ως προς το εμβαδόν των πραγμάτων αυτών είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
II. Σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 5 του ν.2882/2001 Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (Κ.Α.Α.Α.), αν ασκηθεί παραδεκτώς αίτηση, εκείνος κατά του οποίου απευθύνεται, δύναται να ασκήσει με τις προτάσεις που κατατίθενται, με την ποινή του απαραδέκτου, πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση, αντίθετη αίτηση για τα ίδια ακίνητα για τα οποία ζητείται με την αίτηση οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η αντίθετη αίτηση (ανταίτηση) για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης ασκείται με την προϋπόθεση ότι αφορά το αντικείμενο της απαλλοτρίωσης που έχει εισαχθεί με εμπρόθεσμη και παραδεκτή αίτηση στο Εφετείο, δηλαδή αναφέρεται στα ίδια ακριβώς κεφάλαια με την κύρια αίτηση, γιατί διαφορετικά θα ήταν απαράδεκτη για έλλειψη προδικασίας (ΑΠ 424/2008, ΑΠ 191/2007). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση. Και τούτο γιατί το ουσιώδες της απόφασης είναι το διατακτικό αυτής και όχι οι αιτιολογίες. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τις από 20-11-2005 προτάσεις-ανταίτηση, το δικόγραφο της οποίας παραδεκτά, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, ζήτησε, προκειμένου να μεταφέρει-μετεγκαταστήσει το σύνολο των αναγκαίων πραγμάτων, επίπλων και σκευών, από την κατοικία που απαλλοτριώθηκε, σε άλλη κατοικία, να του επιδικασθεί το ποσό των 2.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 19%, 380 ευρώ και συνολικά 2.380, ποσό που βάσιμα θα καταβάλλει για τη μεταφορά της οικοσκευής του, σύμφωνα με την προσαγόμενη και επικαλούμενη από 8-11-2005 προσφορά του μεταφορέα Α. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, που δίκασε κατά την ειδική διαδικασία του ανωτέρω άρθρου 20 του ΚΑΑΑ, αφού καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως για την αναφερόμενη απαλλοτριωθείσα έκταση του αναιρεσείοντος και τα επικείμενα, στη συνέχεια απέρριψε το αίτημα για τα έξοδα μετεγκατάστασης ως αόριστο. Το αίτημα αυτό, επειδή αφορά κεφάλαια διαφορετικά από αυτό της αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου, έπρεπε να εισαχθεί με αυτοτελή αίτηση.
Συνεπώς, αφού ασκήθηκε με ανταίτηση, έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτο, λόγω ελλείψεως προδικασίας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε. Γι' αυτό πρέπει να αντικατασταθεί η σχετική αιτιολογία και να απορριφθεί ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, ως αβάσιμος.
III. Μετά τα παραπάνω πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, και συγκεκριμένα μόνο ως προς τον αναιρεσείοντα και μόνο κατά το κεφάλαιό της που προαναφέρθηκε, ήτοι καθόσον αφορά τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης του επί του απαλλοτριωθέντος ακινήτου του αναιρεσείοντος κτίσματος, να παραπεμφθεί η υπόθεση, μόνο κατά το αναιρούμενο αυτό μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο Δημόσιο στο σύνολο της δικαστικής δαπάνης του ανωτέρω αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι στην παρούσα δίκη δεν χωρεί μείωση ή περιορισμός αυτών κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1249/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών, μόνο ως προς τον αναιρεσείοντα και μόνο κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιό της.
Παραπέμπει την υπόθεση, μόνο κατά το αναιρούμενο μέρος της ανωτέρω αποφάσεως, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ