Legislator Case Law & Legislation
375/2008 AI generated

375/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 375/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 375 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

375/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 375 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 375 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 375/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Των αναιρεσειόντων : 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3 και 4) Χ4, τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Βασίλης Σαξώνης.

Της αναιρεσιβλήτου : Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος της Αιμιλία Φούντα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 16.11.2000 ανακοπές της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 462/2002 προδικαστική και 3873/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 998/2006 του Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα). Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 08.08.2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 11.12.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών 173 και 200 του Α.Κ. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006 και 4/2005). Εξ άλλου, οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. παραβιάζονται όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, ευθέως ή εμμέσως, κενού ή αμφιβολίας ως προς τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για να διαπιστώσει την αληθινή έννοια των δηλώσεων βούλησης των συμβαλλομένων (Ολομ. Α.Π. 26/2004). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ. ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "1) Ο ....... προσελήφθη την 23-11-1998 ως πλοίαρχος με μηνιαίο κλειστό μισθό 1.500.000 δρχ. Οι δεδουλευμένες αποδοχές τούτου δια το χρονικόν διάστημα από 1-1-1999 έως 17-2-1999 ανερχόμενες εις τον ποσόν των 4.375.411 δρχ. ως και η αποζημίωση απολύσεως εκ δρχ. 750.000 κατεβλήθησαν εις τούτον κατά την απόλυση του την 17-2-1999, ως τούτο δείκνυται εκ του προσκομιζομένου λογαριασμού μισθοδοσίας, υπογεγραμμένου υπό του ανωτέρω εις την οικεία θέση "Ο Λαβών" 2) Ο Χ3 προσελήφθη την 22-12-1998 ως υποπλοίαρχος με μηνιαίο κλειστό μισθό 1.100.000. Οι δεδουλευμένες αποδοχές τούτου δια το προαναφερθέν χρονικό διάστημα, ανερχόμενες εις το ποσόν των 2.214.400 δρχ. ως και η αποζημίωση απολύσεως εκ δρχ. 500.000 κατεβλήθησαν εις τούτον κατά την απόλυση του την 17-2-1999, ως τούτο δείκνυται εκ του προσκομιζομένου λογαριασμού μισθοδοσίας, υπογεγραμμένου υπό του ανωτέρω εις την οικεία θέση "Ο Λαβών" 3) Ο Χ4 προσελήφθη την 6-5-1998 ως Α' μηχανικός με μηνιαίο κλειστό μισθό 1.500.000 δρχ. Οι δεδουλευμένες αποδοχές του δια το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ανερχόμενες εις το ποσόν των 2.100.913 δρχ. ως και η αποζημίωση απολύσεως εκ δρχ. 750.000 κατεβλήθησαν εις τούτον κατά την απόλυση του την 17-2-1999, ως τούτο δείκνυται εκ του προσκομιζομένου λογαριασμού μισθοδοσίας, υπογεγραμμένου υπό τούτου εις την οικεία θέση "Ο Λαβών". Οι υπό των εκκαλούντων μετ'επικλήσεως προσκομιζόμενοι ατομικοί λογαριασμοί προηγουμένων χρονικών περιόδων δεν επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμόν τούτων περί μη εισπράξεως του ποσού του λογαριασμού μισθοδοσίας αλλά περί πιστοποιήσεως της αποδοχής τούτων ως προς τα οφειλόμενα ποσά. Εκ των λογαριασμών τούτων καταδεικνύεται ότι εκ του εκάστοτε οφειλομένου ποσού κατεβάλετο εις έκαστον των ανωτέρω εκκαλούντων ναυτικών το μεγαλύτερο μέρος τούτου και το αναγραφόμενον χρεωστικόν υπόλοιπον μετεφέρετο στον επόμενο λογαριασμό μισθοδοσίας. Η τιθεμένη υπογραφή του ναυτικού στην θέση "Ο Λαβών" επιστοποιούσε την είσπραξη συγκεκριμένου ποσού, ενώ το χρεωστικό υπόλοιπο ανεγράφετο στον νέο λογαριασμό ως οφειλόμενο και προσετίθετο στις νέες οφειλές, προκειμένου να διενεργηθή νέα πληρωμή. Οι υπογραφέντες κατά την απόλυση ως άνω ατομικοί λογαριασμοί μισθοδοσίας αφεώρων την εξόφληση πάσης οφειλής εκ μισθοδοσίας της πλοιοκτητρίας προς έκαστον ναυτικόν και η υπ'αυτών τεθείσα υπογραφή επιστοποίησε την είσπραξη των αναγραφομένων ως τελικώς οφειλομένων ποσών. Κρίνεται ότι δεν θα ετίθετο υπογραφή του ναυτικού πιστοποιούσα είσπραξη του αναγραφομένου ως οφειλομένου ποσού εάν τούτο δεν κατεβάλετο πράγματι εις έκαστον τούτων. Ούτε εις το παρελθόν, κατά την διάρκειαν ενεργού υπηρεσίας ετέθη υπογραφή ναυτικού χωρίς να γίνη είσπραξη του αναγραφομένου ως καταβληθέντος ποσού (πέραν του μεταφερομένου ως χρεωστικού υπολοίπου).

Συνεπώς δεν υφίστατο οφειλή της πλοιοκτήτριας εταιρείας προς τους ανωτέρω ναυτικούς δια δεδουλευμένες αποδοχές, εντεύθεν οι υπ'αυτών αναγγελθείσες αντίστοιχες αξιώσεις ετύγχανον αβάσιμες και εσφαλμένως κατετάγησαν και δη προνομιακώς στον δια των ενδίκων ανακοπών και των προσθέτων λόγων προσβαλλόμενο πίνακα κατατάξεως. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο έκρινε δια της εκκαλουμένης αποφάσεως του τα αυτά ως άνω και ακολούθως κατά παραδοχήν των ανακοπών και των προσθέτων λόγων τούτων, απέβαλε τους ως άνω καθ'ών οι ανακοπές-εφεσιβλήτους εκ του πίνακος κατατάξεως ως προς τις ειρημένες απαιτήσεις των, ορθώς εξετίμησε τις αποδείξεις και κατ'ουδέν έσφαλε, τα δ'αντιθέτως υποστηριζόμενα στον δεύτερο λόγο της κρινομένης εφέσεως τυγχάνουν απορριπτέα ως κατ'ουσίαν αβάσιμα".- Από τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα δεν προκύπτει ότι το Εφετείο διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως κενά ή αμφιβολία ως προς τη δήλωσή της βούλησης των συμβαλλομένων, ώστε δεν συνέτρεχε εκ των πραγμάτων περίπτωση προσφυγής στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., ο δε αντίθετος δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ανύπαρκτη αντίστοιχη πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για παραβίαση του ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, από τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό πόρισμά της με το οποίο, απορρίφθηκε η έφεση των αναιρεσειόντων κατά την πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε δεχθεί τους πρόσθετους λόγους των ανακοπών κατά πίνακα κατάταξης της αναιρεσίβλητης, καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εδώ εφαρμοστέων κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 416 και 417 Α.Κ., τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες. Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ότι οι αιτιολογίες της για το πόρισμα της εξόφλησης των απαιτήσεων των αναιρεσειόντων δεν είναι επαρκείς και είναι αντιφατικές είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Εξάλλου, η στον ίδιο λόγο περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη, αντιφατικότητα η ανεπάρκεια αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το κρίσιμο ζήτημα της εξόφλησης των απαιτήσεων των αναιρεσειόντων, που είχαν αναγγελθεί και καταταγεί στον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το Εφετείο, ότι δηλαδή 1 τέτοια εξόφληση δεν προέκυπτε από τον προσκομισθέντα λογαριασμό μισθοδοσίας, είναι απορριπτέα (αιτίαση) ως απαράδεκτη, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα για την εξόφληση των απαιτήσεων των αναιρεσειόντων από παροχή κρατικής εργασίας που στήριζε και τους πρόσθετους λόγους των ανακόπων της αναιρεσίβλητης, εκτίθεται με σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες που προαναφέρθηκαν του άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ., πλήττεται, πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, ως προς την εξόφληση ή όχι των πιο πάνω απαιτήσεων, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-8-2007 αίτηση των : Χ1, Χ2, Χ3 και Χ4για αναίρεση της υπ' αριθμ. 998/2006 απόφασης του Εφετείου Πειραιά (Ναυτικό Τμήμα - Τακτική διαδικασία).

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ