375/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 375 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated375/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 375 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 375 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 375/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Χ1, 2. Χ2 και 3. Χ3 . Ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Τασσόπουλο και οι 2η και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΓΑ ΟΣΕ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΕΡΓΟΣΕ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Κοκκινάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Απριλίου 2003 αίτηση προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών.
Εκδόθηκε η 4990/2004 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12 Μαϊου 2005 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Πατινίδης, ανέγνωσε την από 27 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I.Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδάφιο α' του ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ. ΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Εξάλλου, κατά το άρθρο 17 παραγρ. 2 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρηση του, "κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης. Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό". Κατά την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου "η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριουμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξ αιτίας της, δεν λαμβάνεται υπόψη". Οι διατάξεις αυτές του Συντάγματος ουσιαστικά επαναλαμβάνονται και στο άρθρο 13 παραγρ. 1 και 2 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως ισχύει μετά το ν. 2985/2002, που εφαρμόζεται από 1-1-2002, όπου επιπλέον, χωρίς αντίθεση με τις προηγούμενες διατάξεις ορίζεται και ότι "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου λαμβάνεται υπόψη και η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριουμένου" (παραγρ. 1 τελ. εδάφιο) και "ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριουμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της δεν λαμβάνεται υπόψη. Επίσης δεν υπολογίζεται ανατίμηση προερχόμενη από ενέργειες του ιδιοκτήτη στο απαλλοτριούμενο, που έγιναν μετά την οριζόμενη από το άρθρο 3 ανακοίνωση της απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας αυτής". Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε(μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 53/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο 28 παραγρ.1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι " κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της περιουσίας του, ειμή για λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους για ρύθμιση χρήσεως αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή για εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Τέλος, κατά το άρθρο 25 του "ΚΑΑΑ", ο ιδιοκτήτης μπορεί να ζητήσει την αποζημίωση για την απολεσθείσα πρόσοδο του ακινήτου, από τη μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης κατάληψη μέχρι την είσπραξη της αποζημίωσης. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι σε απαλλοτρίωση ακινήτου για δημόσια ωφέλεια, για τον προσδιορισμό της " πλήρους αποζημίωσης" λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου της αίτησης καθορισμού (προσωρινού ή οριστικού, σε περίπτωση παράλειψης του προσωρινού) της αποζημιώσεως αυτής, καθώς και η δαπάνη του ιδιοκτήτη του απαλλοτριουμένου ακινήτου, η οποία, ναι μεν δεν συνδέεται άμεσα με την αξία του ακινήτου, όμως είναι συνέπεια της απαλλοτρίωσης της ιδιοκτησίας (ΟλΑΠ 8/1999). Η αποζημίωση για την αξία της επιχείρησης που ασκείται στο ακίνητο που απαλλοτριώνεται κατά τις ίδιες διατάξεις δεν περιλαμβάνεται στην έννοια της "πλήρους αποζημίωσης" αλλά λαμβάνεται υπόψη η συνδεόμενη με το ακίνητο που απαλλοτριώθηκε πρόσοδος, σε σχέση με την ασκούμενη σ' αυτό επιχειρηματική δραστηριότητα, κατά την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου (ΟλΑΠ 8/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αιτούντες με την αίτησή τους στο Εφετείο Αθηνών για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ζήτησαν τον καθορισμό αποζημίωσης για τα διαφυγόντα κέρδη που προκλήθηκαν σ'αυτούς, ως ιδιοκτήτες της στεγαζόμενης και λειτουργούσας στο απαλλοτριούμενο ακίνητο επιχείρησης εργαστηρίου επεξεργασίας λαμαρίνας, και τα οποία προκλήθηκαν σ'αυτούς 1) από την απώλεια εσόδων του διαστήματος για το οποίο η επιχείρηση θα υποχρεωθεί να διακόψει τη λειτουργία της, από την αποβολή των ιδιοκτητών από την ιδιοκτησία τους μέχρι την επανέναρξη της λειτουργίας της επιχείρησης, 2) από την απώλεια εσόδων από την αλλαγή θέσης της επιχείρησης συνεπεία της απαλλοτρίωσης, διότι δεν δίνονται νέες άδειες για τη λειτουργία ομοίων επιχειρήσεων στην περιοχή (....), όπου αυτή λειτουργεί επί 40 χρόνια και από την οποία προέρχεται σημαντικό μέρος της πελατείας της και 3) από τη ζημία που θα προκληθεί στην επιχείρηση, λόγω ζημιογόνου λειτουργίας της κατά την πρώτη μετά την απαλλοτρίωση πενταετία, όταν τα ανελαστικά έξοδα αυτής θα παραμένουν σταθερά. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ότι είναι απορριπτέα ως μη νόμιμα, τα αιτήματα αυτά για τα διαφυγόντα κέρδη και την ζημία που θα προκληθεί στη ανωτέρω επιχείρηση, με τη σκέψη ότι δεν αποκαθίσταται κάθε θετική ή αποθετική ζημία του ιδιοκτήτη από τη διακοπή λειτουργίας της επιχείρησης, λόγω της απαλλοτρίωσης. 'Ετσι κρίνοντας το Εφετείο δεν παραβίασε με ψευδή ερμηνεία και κακή εφαρμογή τις παραπάνω διατάξεις του άρθρου 7 παραγρ. 2 και 3 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κατά το άρθρο 28 παραγρ. 1 του Συντάγματος έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων (ΟλΑΠ 29/2005). Τούτο δε, καθόσον, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, 1) σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στη μείζονα πρόταση της παρούσας σκέψης, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις δεν αποκαθίσταται κάθε ζημία του ιδιοκτήτη που αποτελεί άμεση συνέπεια της απαλλοτρίωσης έστω και αν δεν συνδέεται άμεσα με την αξία του απαλλοτριούμενου, άρα ούτε και η ζημία από τα διαφ υγόντα κέρδη, εξαιτίας της παύσης της λειτουργούσας σ' αυτό επιχείρησης και 2) το άρθρο 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 53/1974, ορίζει ότι η στέρηση της ιδιοκτησίας μπορεί να γίνει κατά τους "προβλεπόμενους υπό του νόμου... όρους" και τέτοιοι, προφανώς, είναι οι ως άνω μνημονευόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΑΑΑ, που όμως, έχουν την παραπάνω έννοια και μόνο σε σχέση με τον προσδιορισμό της "πλήρους αποζημίωσης" από απαλλοτρίωση ακινήτου για δημόσια ωφέλεια, χωρίς ανατροπή της εύλογης και δίκαιης ισορροπίας μεταξύ αφενός του δημοσίου συμφέροντος και αφετέρου του δικαιώματος προστασίας της περιουσίας του προσώπου.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποί ο προβάλλεται η αιτίαση ότι το εφετείο με την κατά τα άνω κρίση του υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί παραβίασε με ψευδή ερμηνεία τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 17 παραγρ. 2 και 3 του Συντάγματος και 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 13 του ν. 2882/2001, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙ.Από τις ίδιες παραπάνω διατάξεις των άρθρων 17 παραγρ. 2 και 3 του Συντάγματος, 13 παραγρ. 1 και 2 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως ισχύει μετά το ν. 2985/2002 και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) που κυρώθηκε με τον ν.δ. 57/1974, συνάγεται ότι σε απαλλοτρίωση για δημόσια ωφέλεια, για τον προσδιορισμό της "πλήρους αποζημίωσης" λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου της αίτησης καθορισμού της αποζημιώσεως αυτής, καθώς και η δαπάνη του ιδιοκτήτη του απαλλοτριουμένου ακινήτου, η οποία είναι συνέπεια της απαλλοτρίωσης της ιδιοκτησίας (ΟλΑΠ 8/1999). Η αποζημίωση για την αξία της επιχείρησης που ασκείται στο ακίνητο που απαλλοτριώνεται, κατά τις ίδιες διατάξεις δεν συμπεριλαμβάνεται στην έννοια της "πλήρους αποζημίωσης" αλλά λαμβάνεται υπόψη η συνδεόμενη με το ακίνητο που απαλλοτριώθηκε πρόσοδος, σε σχέση με την ασκούμενη σ' αυτό επιχειρηματική δραστηριότητα, κατά την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου (Ολ.ΑΠ7/2006). Για τον ίδιο λόγο δεν συμπεριλαμβάνεται στην έννοια της "πλήρους αποζημίωσης" η αποζημίωση για την εμπορική αξία της εκδοθείσας διοικητικής άδειας ειδικού κτιρίου για τη λειτουργία της επιχειρήσεως στο ακίνητο που απαλλοτριώθηκε, όσο και η εμπορική αξία της νέας διοικητικής αδείας για τη λειτουργία της επιχειρήσεως στον νέο χώρο όπου θα μετεγκατασταθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 14-4-2003 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος απαλλοτρίωσες επί της οποίας .εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, οι αιτούντες ζήτησαν, μεταξύ άλλων, τον καθορισμό αποζημιώσεως για την αποκατάσταση της ζημίας τους από την απώλεια της άδειας λειτουργίας της επιχείρησης επεξεργασίας λαμαρίνας που λειτουργούσε στο συναπαλλοτριωθέν ισόγειο κατάστημα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου τους. Το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του καθόρισε αποζημίωση για την έκδοση νέας αδείας λειτουργίας της επιχείρησης, με παρόμοιο με την προηγούμενη αντικείμενο, σε νέο κτίριο, σε άλλη περιοχή από εκείνη του απαλλοτριωθέντος. Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι δεν καθόρισε αποζημίωση για την απολεσθείσα, λόγω της απαλλοτρίωσης, άδεια λειτουργίας της επιχείρησης στο απαλλοτριωθέν ακίνητο και ζητεί την αναίρεσή της για έλλειψη νόμιμης βάσης (αρθρ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ). Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης από το Εφετείο, πράγμα που, ως προς το αίτημα αυτό, δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν απεφάνθη περί του αιτήματος αυτού, ενώ αν ήθελε εκτιμηθεί ότι ο λόγος αυτός ερείδεται στο άρθρο 559 αρ.9 ΚΠολΔ, και πάλι ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον (ο λόγος αυτός) δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραλείψει να ερευνήσει αίτημα το οποίο, αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενο, είναι αόριστο ή όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση μη νόμιμο, κατά τα προεκτεθέντα, ως μη περιλαμβανόμενη στην έννοια της πλήρους αποζημίωσης η εμπορική αξία της εκδοθείσας διοικητικής αδείας, ειδικού κτιρίου με τη λειτουργία της επιχειρήσεως στο ακίνητο που απαλλοτριώνεται.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ, ο λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφόρου από το αληθινό, εξ αιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Υπάρχει, δηλαδή, παραμόρφωση εγγράφου, όταν εμφιλοχώρησε λάθος περί την ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου, την επιζήμια όμως αυτή για τον αναιρεσείοντα κρίση, πρέπει να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ότι έχει παραμορφωθεί. Στην προκειμένη περίπτωση το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης αφού έλαβε υπόψη του, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών εγγράφων και την 2263/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που προσδιόρισε την προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης. Σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση η πιο πάνω 2263/2002 απόφαση καθόρισε την προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης α) για την εδαφική έκταση του οικοπέδου σε 66 ευρώ ανά τ.μ., β) για το ισόγειο σε 115 ευρώ ανά τ.μ., γ) για τον πρώτο όροφο σε 100 ευρώ ανά τ.μ., και δ) για τον βοηθητικό χώρο σε 6.500 ευρώ ανά τ.μ., ενώ, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη ως άνω 2263/2002 απόφαση, καθορίστηκε η συνολική αξία α) της εδαφικής έκτασης του οικοπέδου σε 66.000 ευρώ, β) του ισογείου σε 115.000 ευρώ, γ) του πρώτου ορόφου σε 100.000 ευρώ και δ) του βοηθητικού χώρου σε 6.500 ευρώ. Όμως, το εφετείο για να καταλήξει στην κρίση του και να καθορίσει ότι η αξία των απαλλοτριουμένων ανέρχεται α) για την εδαφική έκταση του οικοπέδου σε 380 ευρώ ανά τ.μ., για το ισόγειο κατάστημα σε 1300 ευρώ ανά τ.μ, για τον βοηθητικό χώρο σε 1300 ευρώ ανά τ.μ. και για το δώμα του πρώτου ορόφου σε 245 ευρώ ανά τ.μ., έλαβε υπόψη του, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και άλλα αποδεικτικά στοιχεία, ήτοι την κατάθεση του μάρτυρα των αναιρεσειόντων, την κατάθεση μάρτυρα των τελευταίων στη δίκη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, έξι τεχνικές εκθέσεις εκτιμήσεως κτηματομεσιτών και μηχανικών, απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της καθής για συμβιβαστικό προσδιορισμό της οριστικής μονάδας αποζημιώσεως απαλλοτριωθέντων ακινήτων με την ίδια, όπως και εν προκειμένω, υπουργική απόφαση και τρία πρακτικά συμβιβασμού ενώπιον του Εφετείου Αθηνών για απαλλοτριωθέντα ακίνητα με την ίδια υπουργική απόφαση. Επομένως, εφόσον η πιο πάνω 2263/2002 απόφαση συνεκτιμήθηκε μαζί με τα ως άνω λοιπά αποδεικτικά μέσα και δεν αποτέλεσε ούτε καν το κύριο αποδεικτικό στοιχείο για την πιο πάνω κρίση του δικαστηρίου, δεν θεμελιώνεται ο επικαλούμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως και πρέπει αυτός να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
IV. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται (και) αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα), της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, καθώς και το λόγο εφέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον περιεχόμενο στην αίτηση προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης ισχυρισμό του, με τον οποίο προσδιόριζε την αξία κατασκευής του ισογείου ορόφου του απαλλοτριωμένου ακινήτου σε ποσό τριπλάσιο εκείνου μιας κοινής πολυκατοικίας, λόγω των αναφερομένων χαρακτηριστικών του ως ειδικό κτίριο με κατασκευαστικές ιδιαιτερότητες και με ενισχύσεις του φέροντος οργανισμού των θεμελιώσεών του. Όμως, ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί "πράγμα" αλλά πραγματικό επιχείρημα υπέρ της βασιμότητας του κονδυλίου αυτού της αιτήσεως καθορισμού αποζημιώσεως, από το οποίο προκύπτει η αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου (ισογείου).
Συνεπώς ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. V. Κατά το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά τη έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Δεν δημιουργείται όμως, ο αναιρετικός λόγος για έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν υπάρχουν στην απόφαση ελλείψεις που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση ή στάθμιση ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, αρκεί τούτο να αναφέρεται με σαφήνεια. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο εφετείο η αιτίαση ότι δεν προκύπτει, λόγω ελλείψεως επαρκών αιτιολογιών, άλλως λόγω υπάρξεως αντιφατικών αιτιολογιών, αν η προσβαλλόμενη απόφαση υπάγει το απαλλοτριούμενο κατάστημα του ισογείου ορόφου και την επιχείρηση που λειτουργούσε σ' αυτό στην γενική έννοια του καταστήματος και εμπορικής επιχείρησης ή στην ειδική έννοια καταστήματος ειδικής χρήσης και κατασκευής και μάλιστα βιοτεχνίας ή εργοστασίου, διάκριση που επηρεάζει την αποζημιωτέα αξία του ισογείου κτιρίου, όσο και την αξία του κόστους μεταφοράς και μετεγκατάστασης της λειτουργούσας σ' αυτό επιχείρησης. Και τούτο διότι η προσβαλλόμενη απόφαση άλλοτε χαρακτηρίζει το κτίριο του ισογείου ως κατάστημα, άλλοτε ως εργαστήριο επεξεργασίας λαμαρίνας και άλλοτε ως εργοστάσιο. 'Όπως, όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο για να αχθεί στην κρίση του για την αποζημιωτέα αξία του ισογείου ορόφου του ενυπάρχοντος στην απαλλοτριούμενη έκταση κτίσματος, στον οποίο (ισόγειο όρορο), κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, λειτουργεί επιχείρηση εργαστηρίου επεξεργασίας λαμαρίνας, με τις υπάρχουσες σ'αυτό και περιγραφόμενες εγκαταστάσεις (ράγες γερανών, σιδερένιες τροχιές και βάσεις μηχανημάτων), σαφώς και επαρκώς αναφέρεται στο λειτουργικό σκοπό του πιο πάνω κτιρίου και στη χρήση αυτού, με τον χαρακτηρισμό του ως καταστήματος ή εργοστασίου, (στο οποίο στεγάζεται η λειτουργούσα επιχείρηση). Επομένως ο από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, εγκείμενες στο χαρακτηρισμό του πιο πάνω κτίσματος, ως "καταστήματος", "εργαστηρίου βιοτεχνίας" ή "εργοστασίου", η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ακολούθως τούτων η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους να πληρώσουν στην αναιρεσίβλητη που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, τα δικαστικά έξοδα της δίκης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-5-2005 αίτηση των Χ1, Χ2 και Χ3 για αναίρεση της 4990/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Νοεμβρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 23 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ