Legislator Case Law & Legislation
375/2006 AI generated

375/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 375/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Νοεμβρίου 1997 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2520/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 7707/2000 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12 Ιανουαρίου 2001 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

375/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στο άρθρο 2 του πιο πάνω κανονισμού ορίζεται ότι το προσωπικό συνδέεται με τη ΔΕΗ με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο. Το τακτικό προσωπικό είναι αυτό που υπηρετεί σε οργανικές θέσεις και υπάγεται αυτοδικαίως στις διατάξεις του Κανονισμού αυτού, μέχρι τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας που καθορίζονται στο άρθρο 34.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 375 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 375/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος : Ι. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο-Κων/νο Κωνσταντινίδη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης : "Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (Δ.Ε.Η.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Νοεμβρίου 1997 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2520/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 7707/2000 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12 Ιανουαρίου 2001 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανάγνωσε την από 30 Οκτωβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι άλλοι δύο.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σε περίπτωση παράλειψης προαγωγής ή ένταξης του μισθωτού από τον εργοδότη στην προσήκουσα σύμφωνα με τα προσόντα του κατηγορία ή βαθμό κατά τον κανονισμό ή τον οργανισμό της επιχείρησης, υπάρχει ευθεία παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, που συνιστά αδικοπραξία και θεμελιώνει δικαίωμα αποζημίωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 937 ΑΚ η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά από πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση. Τέλος, με τον Κανονισμό Καταστάσεως Προσωπικού της ΔΕΗ (ΚΚΠ/ΔΕΗ), ο οποίος καταρτίσθηκε με την από 4-10-1973 ΕΣΣΕ Προσωπικού ΔΕΗ, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (τεύχος Β', ΦΕΚ 1274/25-10-1973) και κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν.δ. 210/1974 και έχει έτσι ισχύ νόμου, καθορίζονται οι όροι εργασίας του προσωπικού της ΔΕΗ.

Στο άρθρο 2 του πιο πάνω κανονισμού ορίζεται ότι το προσωπικό συνδέεται με τη ΔΕΗ με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο. Το τακτικό προσωπικό είναι αυτό που υπηρετεί σε οργανικές θέσεις και υπάγεται αυτοδικαίως στις διατάξεις του Κανονισμού αυτού, μέχρι τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας που καθορίζονται στο άρθρο 34.

Το έκτακτο προσωπικό είναι αυτό που προσλαμβάνεται με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου για κάλυψη έκτακτων και πρόσκαιρων αναγκών της επιχείρησης και υπάγεται μόνο στις διατάξεις που αναφέρονται στο άρθρο 42. Το πιο πάνω έκτακτο προσωπικό μπορεί, τηρουμένων των διατάξεων του επομένου εδαφίου, να ενταχθεί στο τακτικό, με απόφαση του Γενικού Διευθυντή ή των αρμοδίως εξουσιοδοτημένων απ' αυτόν υπηρεσιακών οργάνων και μετά από διατύπωση γνώμης του αρμοδίου Πρωτοβάθμιου Συμβουλίου Κρίσης.

Για την παραπομπή και μόνο του μισθωτού προς ένταξη στο τακτικό προσωπικό απαιτείται να έχει προηγηθεί χρόνος διετούς, συνεχούς και αδιάλειπτης υπηρεσίας του ως εκτάκτου. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κανονισμού κανένας δεν προσλαμβάνεται απευθείας ως τακτικός. Η πρόσληψη εκτάκτου γίνεται με έγγραφη σύμβαση που μπορεί να ανανεωθεί μέχρι να συμπληρωθεί χρονικό διάστημα πέντε ετών, μέσα στο οποίο μπορεί να γίνει η ένταξη του εκτάκτου μισθωτού στο τακτικό προσωπικό.

Η πρόσληψη αυτή γίνεται αφού προηγουμένως εξετασθούν και κατά το δυνατόν ικανοποιηθούν, σύμφωνα με τις υπηρεσιακές ανάγκες τα αιτήματα μετάθεσης ή μετάταξης τακτικών μισθωτών. Η ένταξη γίνεται στο μισθολογικό κλιμάκιο της κατώτερης βαθμίδας κάθε κατηγορίας, με απόφαση του Γεν. Διευθυντή ύστερα από πρόταση της ιεραρχίας.

Το ΔΣ με εισήγηση του Γεν. Διευθυντή αποφασίζει για ένταξη τακτικών μισθωτών σε οποιοδήποτε μ.κ. κάθε κατηγορίας. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Κανονισμού το τακτικό προσωπικό κατατάσσεται σε κλάδους, που υποδιαιρούνται σε κατηγορίες και σε βαθμίδες, στις οποίες αντιστοιχούν μισθολογικά κλιμάκια και αριθμός οργανικών θέσεων και κάθε μισθωτός εντάσσεται σε μισθολογικό κλιμάκιο, βαθμίδα, κατηγορία και κλάδο, σε πλήρωση οργανικής θέσεως.

Οι κλάδοι στους οποίους κατατάσσεται το τακτικό προσωπικό ορίζονται σε Στελέχη Γενικών Θέσεων, Τεχνικούς, Διοικητικο - οικονομικούς, Δικηγόρους, Υγειονομικούς και Μισθωτούς Γενικών Υπηρεσιών (ΓΥ). Ο κλάδος των Τεχνικών (Τ) υποδιαιρείται σε κατηγορίες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η κατηγορία Τ4 (Τεχνικοί εν γένει), για την οποία απαιτείται ως τυπικό προσόν το απολυτήριο Λυκείου ή πτυχίο Μέσης Τεχνικής Σχολής (εισαγωγικό κλιμάκιο 11) και ο κλάδος ΓΥ υποδιαιρείται σε κατηγορίες στην οποία περιλαμβάνεται και η κατηγορία ΓΥ5 (εργάτες) με τυπικό προσόν απολυτήριο δημοτικού Σχολείου (εισαγωγικό κλιμάκιο 12).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την ένδικη αγωγή του ισχυρίσθηκε ότι, στις 2-3-1992 προσελήφθη από την αναιρεσίβλητη, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου διάρκειας ενός έτους, η οποία στη συνέχεια ανανεώθηκε για δύο ακόμη χρόνια, ότι την 1-7-1994 με απόφαση της Διοίκησης της αναιρεσίβλητης εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της στον κλάδο ΓΥ και στην κατηγορία ΓΥ/5 (εργάτες εν γένει) και στο 11ο μισθολογικό κλιμάκιο, ότι όμως η αναιρεσίβλητη από την πρόσληψή του είχε αναθέσει σ' αυτόν καθήκοντα χειριστή κατεργασίας ύδατος στον τομέα χημείου του ΑΗΣ Μεγαλόπολης, που αντιστοιχούν στην κατηγορία Τ4Ω ,δηλαδή Τεχνικών εν γένει και στο 10ο ΜΚ, ότι τελικά τον μετέταξε από 1-9-1995 στην κατηγορία Τ4Ω, χωρίς προηγουμένως να αναγνωρίσει την προηγούμενη πραγματική του εργασία ως Τεχνικού από 1-7-1994 και ότι τόσο η ένταξή του στην κατηγορία ΓΥ/5, όσο και η τελευταία ενέργεια της αναιρεσίβλητης να τον μετατάξει στην κατηγορία Τ4Ω αλλά από 1-9-1995 είναι πράξεις απολύτως παράνομες και έγιναν κατά πλήρη κατάχρηση του σχετικού δικαιώματός της.

Με βάση τα ανωτέρω ζήτησε α) να αναγνωρισθεί ότι από την πρόσληψή του απασχολείτο από την αναιρεσίβλητη ως Χειριστής Κατεργασίας Ύδατος και όχι ως εργάτης και ότι έπρεπε κατά την ημερομηνία της εντάξεώς του στο τακτικό προσωπικό την 1-7-1994 να ενταχθεί στην κατηγορία αυτή (Τ4Ω) και διαφορετικά η μετάταξή του στην κατηγορία αυτή να ισχύσει από την ημερομηνία αυτή και β) να αναγνωριστεί επίσης η υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να του καταβάλει για το χρονικό διάστημα από 1-1-1993 μέχρι 1-7-1994 τις διαφορές αποδοχών μεταξύ των κατηγοριών ΓΥ5 και Τ4Ω, που προκύπτουν μεταξύ 12ου και 11ου μισθολογικού κλιμακίου και για το χρονικό διάστημα από 1-7-1994 μέχρι 1-9-1995 τις διαφορές αποδοχών μεταξύ ΜΚ 10 της Τ4Ω και του ΜΚ 11 της ΓΥ/5.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η σχετική αξίωση του αναιρεσείοντος για ένταξη στο 10 ΜΚ της κατηγορίας Τ4Ω ήταν αγώγιμη από την ημερομηνία της προσλήψεώς του(6-3-1992), όταν δηλαδή υπογράφηκε η πρώτη ορισμένου χρόνου σύμβαση, με την οποία προσλήφθηκε ως εργάτης και συντελέσθηκε η αδικοπραξία της αναιρεσίβλητης και επομένως, ότι η αξίωση αυτή έχει υποπέσει στην παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, επειδή η αγωγή επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 3-3-1998.

Με βάση τις παραδοχές αυτές απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, το πρώτο αίτημα της αγωγής για αναγνώριση της υποχρεώσεως της αναιρεσίβλητης να τον κατατάξει από 1-7-1994 στην κατηγορία Τ4Ω καθώς και το αίτημα να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να του καταβάλει τις διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1-7-1994 μέχρι 1-9-1995.

Ως προς το αίτημα για αναγνώριση της υποχρέωσης της αναιρεσίβλητης για πληρωμή των διαφορών αποδοχών του αναιρεσείοντος του χρονικού διαστήματος από 1-1-1993 μέχρι 1-7-1994 , το Εφετείο δέχθηκε επίσης ότι η αξίωση του αναιρεσείοντος έχει υποπέσει στην ίδια παραγραφή, επειδή η αξίωση αυτή πηγάζει επίσης από αδικοπραξία, η οποία τελέσθηκε όταν έγινε η πρώτη και παράνομη πράξη κατά του αναιρεσείοντος, δηλαδή η απασχόλησή του με την ειδικότητα Τ4Ω την 1-1-1993.

Έτσι απορρίφθηκε και το αίτημα αυτό του αναιρεσείοντος. Ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παραβίασε τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Κανονισμού Προσωπικού ΔΕΗ καθώς και τη διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ, επειδή η αξίωσή του από την εσφαλμένη και παράνομη ένταξή του σε διαφορετική κατηγορία ιδρύθηκε από το χρόνο της ένταξής του στο τακτικό προσωπικό, δηλαδή την 1-7-1994, όταν και συντελέσθηκε η αδικοπραξία των οργάνων της αναιρεσίβλητης και έμαθε αυτός τη ζημία του και τον υπόχρεο προς αποζημίωση και ότι επομένως από το χρόνο αυτό αρχίζει η παραγραφή των αξιώσεών του.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι ουσιαστικά βάσιμος. Η αδικοπραξία της αναιρεσίβλητης συντελέσθηκε πράγματι όταν έγινε η παράνομη ένταξη του αναιρεσείοντος στο τακτικό προσωπικό και επομένως το Εφετείο, που δέχθηκε ότι η αδικοπραξία αυτή συντελέσθηκε από προηγούμενο της ένταξης χρόνο και ότι ο αναιρεσείων έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο προς αποζημίωση από το χρόνο αυτό παραβίασε τις πιο πάνω διατάξεις.

Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός και ως ουσιαστικά βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που απορρίφθηκε με αυτή λόγω παραγραφής το κύριο αίτημα της αγωγής για αναγνώριση ότι από την πρόσληψη του αναιρεσείοντος αυτός απασχολείτο με την ειδικότητα του Χειριστή Κατεργασίας Ύδατος και όχι του εργάτη και συνακόλουθα η υποχρέωση της αναιρεσίβλητης κατά την ένταξή του στο τακτικό προσωπικό της να τον κατατάξει στην κατηγορία Τ4Ω καθώς και το αίτημα για αναγνώριση πληρωμής των συνακόλουθων αποδοχών του.

Επίσης πρέπει να συναναιρεθεί αναγκαίως η προσβαλλόμενη απόφαση και κατά το μέρος που απορρίφθηκε με αυτή το επικουρικό αίτημα της αγωγής για αναγνώριση ότι η μετάταξη του αναιρεσείοντος στην κατηγορία Τ4Ω ισχύει από 1-7-1994 και όχι από 1-9-1995, ανεξάρτητα από λάθος της προσβαλλόμενης απόφασης και ως προς το επικουρικό αυτό αίτημα, επειδή η έρευνα του επικουρικού αιτήματος της αγωγής προϋποθέτει την έρευνα του κύριου αιτήματος αυτής το οποίον ήδη ηρτηται.

Τέλος, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), ενώ η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμό 7707/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 28 Φεβρουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ