Supreme Court allows appeal on labor law grounds regarding unpaid holiday and Sunday work premiums.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against a first-instance labor judgment. The appellant argued that the lower court failed to examine claims for unpaid holiday, Sunday, and overtime premiums, focusing only on one specific issue. The court found this omission a valid ground for appeal because the unexamined claims had a decisive impact on the case outcome.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(5) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal if the lower court failed to examine a specific claim that had a decisive influence on the judgment, remanding the case for further examination of that issue.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 374 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 374/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1'Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 24 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Τ., κατοίκου Μ. Χ., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Βασιλικής Φίλη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." (....), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 719/2010 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 170/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-1-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία-Μάριον Δερεχάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 818/2020).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμόν 963Β/12.09.2022, έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στην Περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Ουρανίας Αναγνωστοπούλου, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου και με πρόσκληση του αναιρεσείοντος προς την αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε." (....) για να παρασταθεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, νομίμως και εμπροθέσμως στον εντεταλμένο προς παραλαβή δικογράφων της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας. Η τελευταία, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και ούτε παραστάθηκε κατ' άλλον νόμιμο τρόπο (όπως με κατάθεση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωσης μη παραστάσεως) σ' αυτή. Επομένως, παρά την απουσία της (αναιρεσίβλητης), το Δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτή παρούσα.
Η κρινόμενη, από 12.01.2022 και με αριθμό κατάθεσης 3281/15/17.01.2022, αίτηση αναίρεσης κατά της, εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, 170/08.01.2020 τελεσίδικης απόφασης του, δικάσαντος ως εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού ο παριστάμενος αναιρεσείων δεν επικαλείται επίδοση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ούτε προσκομίζεται απόδειξη περί τούτου, και ενόψει του ότι έλαβε χώρα και αναστολή της προθεσμίας αυτής σύμφωνα με τα άρθρα 74 παρ. 1 εδ α και β του ν. 4690/2020 και 83 παρ. 1 περ. α' εδ α, β του ν. 4790/2021 (από 13.03.2020 ως 31.05.2020 και από 07.11.2020 έως 05.04.2021 αντιστοίχως), σε συνδυασμό με την ερμηνευτική διάταξη αυτών του άρθρου 49 παρ. 1 του ν. 4963/2022, (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του α.ν. 539/1945, κατά τη διάρκεια της άδειας ανάπαυσης, ο μισθωτός δικαιούται τις συνήθεις αποδοχές, τις οποίες θα δικαιούταν, εάν απασχολείτο στην υπόχρεη επιχείρηση κατά τον αντίστοιχο χρόνο της αδείας του ή τις τυχόν για την περίπτωση αυτή καθορισμένες με συλλογική σύμβαση, κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, στην έννοια των αποδοχών περιλαμβάνονται και οι κάθε είδους πρόσθετες ή συμπληρωματικές τακτικές παροχές (αντίτιμο τροφής, επιδόματα κ.λπ.).
Οι ρυθμίσεις του α.ν. 539/1945 διασφαλίζουν υπέρ των εργαζομένων τις ελάχιστες εγγυήσεις ως προς τις άδειες αναψυχής και τις συναφείς αποδοχές και, λόγω του έντονα προστατευτικού χαρακτήρα, τον οποίο έχουν και του στενού δεσμού αυτών με την ικανοποίηση του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, αποτελούν μονομερώς αναγκαστικό δίκαιο.
Κατά συνέπεια, απόκλιση από τις διατάξεις αυτές επιτρέπεται μόνο για την εφαρμογή διατάξεων άλλων πηγών, που είναι ευμενέστερες για τον εργαζόμενο, κατ' επιταγή της αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, η οποία εφαρμόζεται όχι μόνο στη σχέση συλλογικής και ατομικής σύμβασης εργασίας, αλλά και στη σχέση περισσοτέρων πηγών δικαίου διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας (ΟλΑΠ 5/2011).
Οπότε, υπό το πρίσμα αυτό, πρέπει να θεωρηθεί η παρεχόμενη με την ως άνω διάταξη, ως προς τις αποδοχές αδείας που δικαιούται ο μισθωτός, διαζευκτική δυνατότητα χορήγησης των αποδοχών που καθορίζονται για την περίπτωση αυτή με συλλογική σύμβαση. Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων με αυτές του άρθρου 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966 (που αφορά το επίδομα αδείας), των άρθρων 648, 653, 666, 679 ΑΚ, της κυρωθείσας με το ν. 3248/1955, με αριθμό 95/1949, Διεθνούς Σύμβασης "περί προστασίας του ημερομισθίου" και των άρθρων 2 της κυρωθείσας με το ν. 133/1975 από 26.02.1975 ΕΓΣΣΕ, 1 παρ. 1 του ν. 435/1976, 1 παρ. 2 του ν. 1082/1980 και 3 της 19040/1981 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας "περί χορήγησης επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα", συνάγεται ότι ως "συνήθεις αποδοχές", ταυτιζόμενες εννοιολογικά με τις "τακτικές αποδοχές", με βάση τις οποίες υπολογίζονται οι αποδοχές και το επίδομα αδείας, καθώς και τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και εξευρίσκεται το ωρομίσθιο και η προσαύξηση για την παρεχόμενη υπερωριακή εργασία, νοούνται ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός ή το ημερομίσθιο, καθώς και οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη εργοδοτική παροχή, σε χρήμα ή σε είδος, που καταβάλλεται κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας, με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας.
Έτσι, εφόσον παρέχονται τακτικά και σταθερά, περιλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές, μεταξύ άλλων, η αμοιβή για υπερεργασία και για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, καθώς και οι προσαυξήσεις για την παροχή εργασίας κατά τη νύκτα, τις Κυριακές και τις αργίες και γενικά κάθε προσαύξηση του βασικού μισθού ή του ημερομισθίου (ΟλΑΠ 5/2011, 16/2011).
Δεν συμπεριλαμβάνονται, όμως, σε αυτές το επίδομα αδείας, διότι αυτό υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές αδείας (ΑΠ 734/2022, 40/2017, 1334/2014). Εξάλλου, με την από 14.03.1985 ΕΣΣΕ (όρος 5 παρ. 1α, 1β, 1γ και 2, που προστέθηκε με την από 10.05.1985 όμοια ΕΣΣΕ), η οποία έχει υπογραφεί μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...
ΑΕ" (ΟΤΕ) (ήδη αναιρεσίβλητης) και της συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων σ' αυτή, ορίσθηκε αρχικά ο τρόπος υπολογισμού των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας με βάση τις διαμορφούμενες με το μισθολόγιο την 10η Δεκεμβρίου κάθε έτους, 15 ημέρες πριν το Πάσχα και κατά τον μήνα λήψης της ετήσιας άδειας, αντίστοιχα, αποδοχές του εργαζομένου, προσαυξημένες κατά τα αναφερόμενα στις πιο πάνω διατάξεις ποσοστά επί των αμοιβών για νυκτερινή απασχόληση, εργασία κατά τις Κυριακές και λοιπές εξαιρέσιμες ημέρες και για υπερωριακή απασχόληση μέχρι ενός ανωτάτου αριθμού ωρών υπερωρίας, που έλαβε ο εργαζόμενος για τα χρονικά διαστήματα από 1η Μαΐου έως 31η Δεκεμβρίου (για το επίδομα εορτών Χριστουγέννων), από 1η Ιανουαρίου έως 30η Απριλίου (για το επίδομα εορτών Πάσχα) και κατά τη διάρκεια του έτους (για το επίδομα άδειας), πλέον ενός ποσοστού (1/12 και 1/24 αντίστοιχα) του επιδόματος αδείας (χωρίς τις προσαυξήσεις) για τον προσδιορισμό του ύψους των επιδομάτων εορτών.
Με την παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου ορίσθηκε ρητά ότι για την εύρεση των αποδοχών αδείας δεν συμπεριλαμβάνονται αμοιβές για εργασία νυκτερινή, Κυριακών και λοιπών εξαιρέσιμων ημερών και υπερωριακή. Ακολούθως, με την από 10.06.1999 ΕΣΣΕ, που θέσπισε το νέο μισθολόγιο του προσωπικού της ΟΤΕ Α.Ε. - αναιρεσίβλητης, τέθηκε σε ισχύ ο νέος ΓΚΠ - ΟΤΕ, στο άρθρο 12 παρ. 3 και 4 του οποίου ορίζονται τα ακόλουθα:
Επιδόματα εορτών: Στο προσωπικό παρέχεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου επίδομα ποσού ίσου προς τις τακτικές αποδοχές με τις προσαυξήσεις που ορίζουν οι ΕΣΣΕ, α) ενός δεκαπενθημέρου κατά τις εορτές του Πάσχα και β) ενός μηνός κατά τις εορτές των Χριστουγέννων. Το ποσό αυτό συμψηφίζεται με το, δυνάμει των εκάστοτε διατάξεων, τυχόν καταβλητέο στο προσωπικό των πάσης φύσης επιχειρήσεων, δώρο Χριστουγέννων και Πάσχα.
Επίδομα κανονικής άδειας: Στο προσωπικό χορηγείται κάθε χρόνο ως επίδομα κανονικής άδειας ποσό ίσο προς τις τακτικές αποδοχές ενός δεκαπενθημέρου με τις προσαυξήσεις που ορίζουν οι ΕΣΣΕ. Επίσης, με το άρθρο 13Β του ως άνω νέου ΓΚΠ - ΟΤΕ ορίσθηκε, σχετικά με την κανονική άδεια του προσωπικού της ΟΤΕ Α.Ε. - αναιρεσίβλητης, ότι το προσωπικό, μετά τη συμπλήρωση στον Οργανισμό ενός έτους συνεχούς πραγματικής υπηρεσίας (βασικός χρόνος), δικαιούται κάθε ημερολογιακό έτος κανονική άδεια με αποδοχές, όπως προβλέπουν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας (Διεθνείς Συμβάσεις, Νόμοι, Υπουργικές Αποφάσεις, ΕΓΣΣΕ, ΕΣΣΕ κ.λπ.) και οι αποφάσεις του ΔΣ/ΟΤΕ.
Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων συνάγεται ότι, από 01.01.1985, που άρχισε να ισχύει η από 14.03.1985 ΕΣΣΕ, τα επιδόματα εορτών και το επίδομα αδείας υπολογίζονται σύμφωνα με τον καθοριζόμενο στην εν λόγω ΕΣΣΕ τρόπο υπολογισμού, δηλαδή με βάση το μηνιαίο μισθό, όπως αυτός είχε διαμορφωθεί κατά τους προαναφερόμενους χρόνους.
Αυτός ο τρόπος υπολογισμού, όμως, μεταβλήθηκε με το νέο ΓΚΠ-ΟΤΕ, που τέθηκε σε ισχύ με την από 10.06.1999 ΕΣΣΕ, αφού ρητά σε αυτόν ορίζεται ότι στο προσωπικό παρέχεται με απόφαση του ΔΣ "επίδομα ποσού ίσου προς τις τακτικές αποδοχές, με τις προσαυξήσεις που ορίζουν οι ΕΣΣΕ". Επομένως, ως βάση υπολογισμού των ανωτέρω επιδομάτων λαμβάνεται πλέον όχι ο μηνιαίος μισθός, όπως είχε διαμορφωθεί κατά τους χρόνους που αναφέρθηκαν, αλλά οι τακτικές αποδοχές του μισθωτού, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται ο μηνιαίος μισθός και όλες οι παροχές που καταβάλλονται από την ΟΤΕ Α.Ε. (αναιρεσίβλητη) κάθε μήνα ή κατ' επανάληψη, περιοδικά, κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα του έτους, όπως είναι οι πρόσθετες αμοιβές για υπερεργασία, για νόμιμη ή ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση και για εργασία κατά τις Κυριακές και τη νύκτα (ΟλΑΠ 16/2011, ΑΠ 734/2022, 571/2020, 1197/2019, 1334/2014).
Όσον αφορά στις αποδοχές αδείας, ειδικότερα, ενώ στην από 14.03.1985, ΕΣΣΕ υπήρχε ρητή διάταξη, σύμφωνα με την οποία στις αποδοχές αυτές δεν συμπεριλαμβάνονται αμοιβές για εργασία νυκτερινή, Κυριακών και λοιπών εξαιρέσιμων ημερών και υπερωριακή, στο νέο ΓΚΠ-ΟΤΕ ορίζεται σαφώς ότι το προσωπικό του δικαιούται για την κανονική άδεια "αποδοχές όπως προβλέπουν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας".
Ενόψει της ανωτέρω ρητής παραπομπής για τον προσδιορισμό των αποδοχών αδείας στις διατάξεις της κοινής εργατικής νομοθεσίας, άρα και στο άρθρο 3 του α.ν. 539/1945, είναι σαφές ότι ο τρόπος υπολογισμού των αποδοχών αδείας καθορίζεται, πλέον, διαφορετικά σε σχέση με την από 14.03.1985 ΕΣΣΕ, με αποτέλεσμα τη σιωπηρή κατάργηση της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 2 αυτής, που όριζε, αντίθετα προς τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του α.ν. 539/1945, ότι στις αποδοχές αδείας δεν περιλαμβάνονται αμοιβές για εργασία νυκτερινή, Κυριακών και λοιπών εξαιρέσιμων ημερών και υπερωριακή εργασία.
Άλλωστε, στο άρθρο 50 του νέου ΓΚΠ ορίζεται, ρητά, ότι διατάξεις του προϊσχύσαντος ΓΚΠ, αποφάσεις της Διοίκησης και ΕΣΣΕ, που υπογράφηκαν μέχρι την ημερομηνία έναρξης ισχύος του νέου ΓΚΠ και έρχονται σε αντίθεση με τις διατάξεις του, παύουν να ισχύουν από την ημερομηνία αυτή. Επομένως, στις αποδοχές αδείας των μισθωτών της αναιρεσίβλητης πρέπει να συνυπολογίζεται και κάθε άλλη καταβαλλόμενη πρόσθετη παροχή σε χρήμα ή σε είδος, με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερώς και μονίμως ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας, όπως είναι η σταθερή και μόνιμη υπερεργασία, η νόμιμη ή ιδιόρρυθμη υπερωρία και η παροχή εργασίας κατά τη νύκτα και τις Κυριακές ή αργίες (ΟλΑΠ 16/2011, ΑΠ 734/2022).
Δεν συνυπολογίζεται όμως σε αυτές και το επίδομα αδείας, διότι αυτό, όπως προαναφέρθηκε, υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές αδείας. Τούτο προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966, κατά την οποία το επίδομα αδείας είναι ίσο προς το σύνολο των αποδοχών των ημερών αδείας που δικαιούται ο μισθωτός, υπό τον περιορισμό ότι τούτο δεν μπορεί να υπερβαίνει τις αποδοχές ενός δεκαπενθημέρου για τους αμειβόμενους με μηνιαίο μισθό και δεκατριών (13) ημερών για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο (ΑΠ 734/2022, 571/2020, 1197/2019, 40/2017, 1334/2014).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία ταυτίζεται με αυτή του αρ. 8 του άρθρου 559 ίδιου Κώδικα, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, 3/1997, 11/1996, ΑΠ 805/2020, 107/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την, παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, με την, από 10.02.2009 και με αριθμό κατάθεσης 1245/2009, ένδικη αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, εξέθετε ότι, το έτος 1992 η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία (ΟΤΕ) τον προσέλαβε και, έκτοτε, διαρκώς τον απασχολεί, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στην κατηγορία του τεχνικού προσωπικού και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής φέρει το βαθμό Τ/Β.
Ότι η εναγομένη, κατά τα έτη 2004 έως και 2008, όπως ειδικότερα εξειδικεύεται, δεν υπολόγισε τις αποδοχές κανονικής αδείας, το επίδομα αδείας και τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα με βάση τις τακτικές αποδοχές του, ήτοι τις αποδοχές του προσαυξημένες με τις αμοιβές που λάμβανε, σταθερώς και ανελλιπώς, για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση, εργασία κατά τις Κυριακές και εξαιρέσιμες ημέρες και εκτός έδρας εργασία όπως όφειλε, σύμφωνα με το νέο ΓΚΠ-ΟΤΕ, που τέθηκε σε ισχύ από 18.06.1999 με την από 10.06.1999 ΕΣΣΕ, αλλά με βάση τον απλό μηνιαίο μισθό και με τις αναφερόμενες στην προϊσχύουσα, από 14.03.1985 ΕΣΣΕ, προσαυξήσεις.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει την προκύπτουσα διαφορά, ανερχόμενη στο ποσό των 11.068,09 ευρώ, όπως ειδικότερα εξειδικεύεται στην αγωγή, με τον νόμιμο τόκο κατά τις εκεί διακρίσεις. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 719/2010 απόφασή του, απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζοντας επί της, από 10.07.2012 και με αριθμό κατάθεσης 160488/2279/2012, έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, με την 170/2020 αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, κατά παραδοχή της έφεσης αυτής (και μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης - 522 ΚΠολΔ), εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη αναφορικά με το υπολογισμό των άνω επιδομάτων εορτών (Χριστουγέννων και Πάσχα) και αδείας και των αποδοχών αδείας με βάση την οφειλόμενη αποζημίωση για εκτός έδρας εργασία, με την αιτιολογία ότι η αμοιβή για εργασία εκτός έδρας δεν αποτελεί μέρος των τακτικών αποδοχών, διότι, αφενός δεν επικαλείται ο ενάγων ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων να δίδεται σταθερά και μόνιμα ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας του, ούτε ως επίδομα τακτικά καταβαλλόμενο, αφετέρου δε η αμοιβή αυτή διδόταν ως αποζημίωση για την κάλυψη πραγματικών εξόδων και συνεπώς τα ποσά της αποζημίωσης εκτός έδρας που έλαβε ο ενάγων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα των ετών 2004 έως 2008 δεν συνυπολογίζεται στις τακτικές αποδοχές του, βάσει των οποίων προσδιορίζονται και υπολογίζονται τα επιδόματα εορτών και αδείας και οι αποδοχές αδείας.
Αναφέρεται δε ρητώς (από το άνω δικαστήριο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση - στο τέλος της 2ης σελίδας του 6ου φύλλου αυτής) ότι "ο μοναδικός λόγος της υπό κρίση έφεσης αφορά ακριβώς τον μη υπολογισμό των ως άνω επιδομάτων και αποδοχών με βάση και την οφειλόμενη αποζημίωση για εκτός έδρας εργασία του" (δηλαδή του ενάγοντος και τότε εκκαλούντος στην αναιρεσιβαλλόμενη).
Εν προκειμένω, με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, διότι το, δικάσαν ως εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, που επανέφερε με λόγο έφεσης, ότι η εναγομένη, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, δεν υπολόγισε στα επιδόματα εορτών και αδείας ως και στις αποδοχές αδείας τις αμοιβές του για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση και για εργασία κατά τις Κυριακές και εξαιρέσιμες ημέρες.
Από την παραδεκτή επισκόπησή της ανωτέρω, από 10.07.2012, έφεσης του ενάγοντος κατά της πρωτόδικης (719/2010) απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών προκύπτει ότι ο ενάγων προέβαλε ως λόγο έφεσης το σφάλμα της εκκαλουμένης κατά την ουσιαστική απόρριψη του αγωγικού ισχυρισμού του ότι η εναγομένη, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, δεν υπολόγισε στα επιδόματα εορτών (Χριστουγέννων και Πάσχα) και αδείας και στις αποδοχές αδείας τις αμοιβές του (πέραν εκείνης για εργασία εκτός έδρας) για υπερωριακή απασχόληση και για εργασία κατά τις Κυριακές και εξαιρέσιμες ημέρες, από δε την επισκόπηση της ένδικης, από 10.02.2009, αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων, όπως ήδη προαναφέρθηκε, όντως ζητούσε με αυτή τη διαφορά από τον μη υπολογισμό στα επιδόματα εορτών και αδείας και στις αποδοχές αδείας τις αμοιβές του (πέραν εκείνης για εργασία εκτός έδρας) για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση (υπερωριακή εργασία) και για εργασία κατά τις Κυριακές και εξαιρέσιμες ημέρες (εργασία εξαιρέσιμων), κατά τις εκεί επιμέρους διακρίσεις.
Επομένως, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση που έκρινε μόνον ως προς το ζήτημα του υπολογισμού στα ως άνω επιδόματα και στις αποδοχές αδείας της αμοιβής/αποζημίωσης για εκτός έδρας εργασία, εκλαμβάνοντας ότι ο μοναδικός λόγος της έφεσης αφορά ακριβώς τον μη υπολογισμό των ως άνω επιδομάτων και αποδοχών με βάση και την οφειλόμενη αποζημίωση για εκτός έδρας εργασία του ενάγοντος και τότε εκκαλούντος, και παρέλειψε, περαιτέρω, να ερευνήσει το λόγο έφεσης του τελευταίου περί υπολογισμού, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και τις αντίστοιχες διακρίσεις, στα ανωτέρω επιδόματα και αποδοχές του τις αμοιβές του για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση και εργασία κατά τις Κυριακές και εξαιρέσιμες ημέρες, παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ο ανωτέρω σχετικός, μοναδικός, λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια αυτή, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή του μοναδικού, εκ του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ανωτέρω μέρος και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών που δίκασε ως Εφετείο), αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον, ο οποίος την είχε δικάσει προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την 170/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2024.