Legislator Case Law & Legislation
374/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court judgment regarding collective agreement application and evidence sufficiency.

Case Number 374/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the company's appeal against the Thessaloniki Court of First Instance's judgment. The court found the lower court correctly applied labor law provisions and the collective agreement, noting that the plaintiff was not a member of the relevant union. The court ruled that the lower court's reasoning regarding evidence sufficiency was adequate and did not constitute grounds for appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(19) of the Code of Civil Procedure; Articles 361, 653 of the Civil Code: An appeal is inadmissible if the lower court's reasoning on evidence sufficiency is clear and does not contradict the findings, and a collective agreement applies as a tacit term of employment if the employee is not a union member.

Keywords

AI generated
appeal admissibility collective agreement application evidence sufficiency labor law provisions tacit employment term union membership status civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 361 and 653 of the Civil Code
Article 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 374 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 374/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Παναγιώτη Αθανασόπουλο και Ελένη Κατσούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 18 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "E. S. S. Ι. Ε. Π. Υ. Α. Α. Ε.", με το διακριτικό τίτλο "E. S. S. S..A.. (πρώην α) «I. S. Ι. Ε. Π. Υ. Α. Α. Ε." με το διακριτικό τίτλο "I. S. S..A..", β) "I. A. S. S.A.", που εδρεύει στην…, διατηρεί υποκατάστημα στο … και εκπροσωπείται νόμιμα. Eκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Γάτσιο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Β. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Κωστίκα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2736/2015 του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία έκρινε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, 18143/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και 1641/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 12-10-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπόκειται προς κρίση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η 12-10-2020 (ΓΑΚ 2792/2020 και ΕΑΚ 292/2020 Εφετείο Θεσσαλονίκης) αίτηση αναιρέσεως της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "E. S. S. Ι. Ε. Υ. Α. Ε." κατά του αναιρεσίβλητου Σ. Β.. Προσβάλλεται η 1641/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε, στις 31.8.2020, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 10.09.2018 (ΓΑΚ 20058/2018 και ΕΑΚ 3398/2018 Εφετείο Θεσσαλονίκης) εφέσεως του εκκαλούντος - ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της εφεσίβλητης - εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας.

Εκκαλούμενη ήταν η 18143/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε, στις 22.12.2017, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 29.12.2014 (Ε.Κ.Δ.18943/29/12.2014) αγωγής, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, του ενάγοντος - ήδη αναιρεσίβλητου κατά της εναγομένης - ήδη αναιρεσείουσας, μετά την έκδοση της 2736/2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ` ύλη για την εκδίκαση της αγωγής και την παρέπεμψε για εκδίκαση στο αρμόδιο καθ`ύλη και κατά τόπο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Με πρωτόδικη 18143/2017 απόφαση, η αγωγή, που αφορά απαιτήσεις του ενάγοντος από παροχή εξηρτημένης εργασίας για το έτος 2009,απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας τόσο ως προς την κύρια βάση της από τη σύμβαση εργασίας όσο και ως προς την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Δια της προσβαλλόμενης 1641/2020 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η έφεση έγινε δεκτή τυπικά και κατ` ουσία, εξαφανίσθηκε η 18143/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, μόνο, κατά τα κεφάλαια, που αφορούν την κυρία βάση της αγωγής, ενώ κρίθηκε ότι τα κεφάλαια που αφορούν την επικουρική βάση της αγωγής, δεν εκκαλούνται, στη συνέχεια, η υπόθεση κρατήθηκε και η αγωγή κατά την κυρία βάση της, έγινε μερικά δεκτή κατ` ουσία.

Στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάσθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών- διαφορές από παροχή εξαρτημένης εργασίας [άρθρ 614 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει για την ειδική αυτή διαδικασία, από 1.1.2016, κατά το άρθρο 1 άρθρο ένατο ν. 4335/2015]. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3 και 566 ΚΠολΔ).

Πρέπει, συνεπώς να εξετασθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της αναίρεσης(άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 2 Συντάγματος, 3 παρ. 1, 7 παρ. 1, 8 παρ. 2, 9 παράγραφοι 1, 2, 4 και 5 και 11 του ν. 1876/1990 (ΦΕΚ Α` 27/8.3.1990) - όπως ο ν. 1876/1990 ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, προκύπτουν τα εξής:Όλες οι Συμβάσεις Εργασίας (Σ.Σ.Ε.) και Διαιτητικές Αποφάσεις (Δ.Α.), που εξομοιώνονται με τις Σ.Σ.Ε., συμπληρώνουν τους γενικούς όρους εργασίας, όπως αυτοί καθορίζονται από το νόμο, ενώ οι κανονιστικοί όροι τους (Σ.Σ.Ε.

ή Δ.Α.) έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ, δηλαδή επιδρούν επί της ατομικής συμβάσεως εργασίας, κατά τρόπο άμεσο και ως κανόνες δικαίου, χωρίς να καθίστανται περιεχόμενο της συμβάσεως εργασίας. Έτσι, με συνταγματική παραχώρηση, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν, κατά την κατάρτιση Σ.Σ.Ε. ή την έκδοση Δ.Α., εξουσία κανονιστική (νομοθετική), εφ` όσον οι Σ.Σ.Ε.

και Δ.Α., ως προς το κανονιστικό τους μέρος, έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου. Οι Σ.Σ.Ε., που αφορούν τους εργαζόμενους περισσοτέρων ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων (κλαδικές Σ. Σ. Ε.) ή τους εργαζόμενους ορισμένου επαγγέλματος και των συναφών προς το επάγγελμα αυτό ειδικοτήτων (ομοιεπαγγελματικές Σ.

Σ. Ε.) καθώς και οι αντίστοιχες Δ.Α., δεσμεύουν, μόνο, τους εργοδότες και τους εργαζόμενους μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων, που κατήρτισαν τη Σ.Σ.Ε. ή μεταξύ των οποίων εκδόθηκε η Δ.Α. Ο Υπουργός Εργασίας, όμως, έχει τη δυνατότητα, υπό προϋποθέσεις, να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική ορισμένη ομοιοεπαγγελματική Σ.Σ.Ε.

ή κλαδική Σ.Σ.Ε. ή αντίστοιχη Δ.Α., οπότε δεσμεύονται από αυτή και εργοδότες και εργαζόμενοι, μη μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων, υπό την προϋπόθεση ότι θα μπορούσαν, με τις δραστηριότητές τους, να είναι μέλη (ΑΠ 149/2019, ΑΠ 931/2017, ΑΠ 1409/2014, ΑΠ 127/2012 ). Η Σ.Σ.Ε. καταρτίζεται ή η Δ.Α. εκδίδεται για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, θεωρείται ότι έχει αόριστη χρονική διάρκεια, εάν προβλέπει διάρκεια ισχύος της πέρα από ένα έτος, ενώ η διάρκεια της ισχύος της δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα έτος.

Οι κανονιστικοί όροι Σ.Σ.Ε. και Δ.Α., μετά τη λήξη τους, ήτοι με την πάροδο του ορισμένου χρόνου, εφ' όσον είναι ορισμένης διάρκειας, εξακολουθούν να ισχύουν επί εξάμηνο` ενώ, μετά την πάροδο του εξαμήνου από την ως άνω λήξη τους ("μετενέργεια", το χρονικό διάστημα μετά το εξάμηνο), οι κανονιστικοί όροι της Σ.Σ.Ε.

ή της Δ.Α. εξακολουθούν να επηρεάζουν την ατομική σύμβαση εργασίας, ως ενδοτικού δικαίου κανόνες. Πλην, όμως, η επί εξάμηνο καθώς και πέραν του εξαμήνου (μετενέργεια) εξακολούθηση της ισχύος των όρων αυτών, ως κανονιστικών ή ως ενδοτικού δικαίου κανόνων, Σ.Σ.Ε. και Δ.Α., που έληξε, με την πάροδο του ορισμένου χρόνου διαρκείας της, ως άνω, δεν εκτείνεται επί ατομικής συμβάσεως εργασίας, στην οποία ο εργαζόμενος ή ο εργοδότης ή αμφότεροι δεν είναι μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων (ΑΠ 493/2019).

Σύμφωνα με τη γενική "αρχή της εύνοιας" υπέρ των εργαζομένων, που διαπνέει το εργατικό δίκαιο, η προσπάθεια αναζήτησης της ευνοϊκότερης ρύθμισης για τον εκμισθωτή της εργασίας δεν περιορίζεται μόνο στο συσχετισμό μεταξύ συλλογικής και ατομικής σύμβασης εργασίας, αλλά επεκτείνεται και στη σχέση μεταξύ περισσότερων πηγών διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, που ρυθμίζουν εν δυνάμει τους όρους αμοιβής και εργασίας σε συγκεκριμένη περίπτωση (π.χ.

νόμου, συλλογικής σύμβασης εργασίας, κανονισμού, ατομικής σύμβασης κ.λπ.). Με βάση, λοιπόν, την "αρχή της εύνοιας" υπέρ των μισθωτών, που ήδη προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 1876/1990, "Οι όροι ατομικών συμβάσεων εργασίας, που αποκλίνουν από τους κανονιστικούς όρους συλλογικών συμβάσεων εργασίας, είναι επικρατέστεροι, εφ` όσον παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στους εργαζόμενους".

Αυτό συμβαίνει, διότι οι κανονιστικοί όροι μιας συλλογικής σύμβασης εργασίας (ΣΣΕ) περιέχουν τα κατώτατα όρια προστασίας και, ως εκ τούτου, απαγορεύουν την τυχόν δυσμενέστερη ρύθμιση με μια ατομική σύμβαση, όχι, όμως, και την δι` αυτής βελτίωση της προστασίας των εργαζόμενων.

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει ότι "Για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά", καθιερώνεται στο ενοχικό και κατ' ακολουθία στο εργατικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βουλήσεως, η "αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων".

Σύμφωνα με την αρχή αυτή, οι συμβαλλόμενοι έχουν απεριόριστη δυνατότητα για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας, με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην απαγορεύεται από το νόμο ή να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (ΟλΑΠ 1/2007, ΑΠ 248/2020, 874/2018, 692/2014). Επομένως, σε ατομικό επίπεδο, είναι έγκυρη η μεταξύ εργοδότη και μισθωτή, ρητή ή σιωπηρή, συμφωνία, κατά την οποία ο δεύτερος θα λαμβάνει για την εργασία που παρέχει στον πρώτο την αμοιβή, που προβλέπεται από ισχύουσα ή μέλλουσα να ισχύσει ΣΣΕ που καταρτίζεται μεταξύ τρίτων, έστω και αν τα μέρη της ατομικής σύμβασης δεν είναι μέλη των οργανώσεων που καταρτίζουν τη συλλογική, ενώ για το κύρος της συμφωνίας αυτής δεν απαιτείται κατά τα προαναφερθέντα η τήρηση τύπου (ΑΠ 705/2021, ΑΠ 1109/2017, ΑΠ 567/2004).

Σε μια τέτοια περίπτωση, οι συλλογικές ρυθμίσεις, προς τις οποίες γίνεται η παραπομπή με την ατομική σύμβαση, αποκτούν έναντι των συμβαλλομένων συμβατική δύναμη. Ως εκ τούτου, οι κανονιστικοί όροι των ΣΣΕ έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ ουσιαστικού νόμου και, αν είναι ευνοϊκότεροι για τους εργαζόμενους, υπερισχύουν των τυπικών νόμων, εκτός αν πρόκειται για διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια (ΑΠ 692/2014,56/2012).

Με την ατομική σύμβαση εργασίας, πάντως, όπως προαναφέρθηκε, είναι δυνατόν να συμφωνηθεί, εγκύρως, μισθός και δια παραπομπής σε Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., μη δεσμευτικές για τα συμβαλλόμενα μέρη (άρθρο 361 ΑΚ), οπότε ο εργαζόμενος αμείβεται με το μισθό, όπως καθορίζεται από αυτές τις Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., έστω και αν καλύπτουν άλλη κατηγορία εργαζομένων ή θέτουν προϋποθέσεις, τις οποίες δεν συγκεντρώνει ο συγκεκριμένος εργαζόμενος (ΑΠ 201/1999).

Εξάλλου, για τη νομική επάρκεια αγωγής περί καταβολής ή συμπληρώσεως των νομίμων αποδοχών και λοιπών παροχών του εργαζομένου, δεν απαιτείται να αναφέρονται, ειδικά, προκειμένου να είναι το δικόγραφο της ορισμένο και η αγωγή παραδεκτή (άρθρα 216 παρ. 1 στοιχείο α, 118 παρ.4, 111 ΚπολΔ), οι εφαρμοστέες Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., εφ` όσον εφαρμόζονται αυτές αυτεπαγγέλτως, εάν εκτίθενται στο δικόγραφο τα πραγματικά περιστατικά, που επισύρουν την εφαρμογή τους, δηλαδή η εργασιακή σχέση των διαδίκων μερών, το είδος της επιχειρήσεως, που ο εργοδότης ασκεί το επάγγελμα ή η ειδικότητα του εργαζομένου και ο χρόνος για τον οποίο αξιώνονται οι αποδοχές (ΑΠ 931/2017, 1409/2014).Η ιδιότητα των διαδίκων ως μελών των συμβληθεισών συνδικαλιστικών οργανώσεων είναι στοιχείο προσδιοριστικό των υποκειμενικών ορίων της κανονιστικής ισχύος κλαδικής ή ομοιοεπαγγελματικής Σ.Σ.Ε., που δεν έχει κηρυχθεί, αρμοδίως, γενικώς υποχρεωτική και αποτελεί προϋπόθεση της γενέσεως των από αυτήν εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, συνεπώς, είναι αναγκαίο στοιχείο για τη νομική θεμελίωση της οικείας αγωγής.

Δεν είναι απαραίτητο, όμως, το συγκεκριμένο στοιχείο να αναφέρεται ειδικώς στο δικόγραφο, αρκεί να συνάγεται από το περιεχόμενο του, εφ` όσον δια της αγωγής διώκονται αποδοχές ή άλλες παροχές από συγκεκριμένη κλαδική ή ομοιοεπαγγελματική Σ. Σ. Ε στην οποία οι αξιώσεις θεμελιώνονται. Αν ο εναγόμενος εργοδότης αμφισβητήσει την ιδιότητα του ιδίου ή του ενάγοντος εργαζομένου, ως μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων, που κατήρτισαν τη Σ.Σ.Ε., ο ενάγων εργαζόμενος δικαιούται και οφείλει να επικαλεσθεί, με τις νόμιμες έγγραφες προτάσεις του, κατ` επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής του (άρθρο 224 εδ.

β ΚπολΔ), και να αποδείξει ότι ο ίδιος και ο εναγόμενος είναι μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων. Επίσης, οι αποδοχές όσων ασχολούνται στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφαλείας ρυθμίζονται, στο χρονικό διάστημα 01.01.2009 έως 31.12.2009, από την Εθνική Κλαδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (Ε.Κ.Σ.Σ.Ε.) για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις Επιχειρήσεις Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας και Συστημάτων Ασφαλείας όλης της χώρας (Πράξη Καταθέσεως Υπ.

Απασχολήσεως και Κοινωνικής Προστασίας 23/25.5.2009), η οποία καταρτίσθηκε, ως ορισμένου χρόνου, με αναδρομική ισχύ από 01.01.2009 μέχρι 31.12.2009 και δεν έχει κηρυχθεί, αρμοδίως, γενικώς υποχρεωτική (ΑΠ1278/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα, παραδεκτώς επισκοπούμενα (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ)προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος με την από 29.12.2014 (Ε.Κ.Δ.18943/29/12.2014) αγωγή, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης εξέθετε ότι, δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσλήφθηκε στις 26-4-2006 από τον νόμιμο εκπρόσωπο τής εταιρίας με την επωνυμία "A.

S. S..A..", καθολικός διάδοχος της οποίας κατέστη η "I. A. S. S..A..", η οποία μετονομάστηκε σε "I.. S. S..A.," και εν συνεχεία σε "E. S. S. S.-A..", νυν εναγομένη-ήδη αναιρεσείουσα και η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα της παροχής υπηρεσιών ασφαλείας, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως προσωπικό ασφαλείας με την ειδικότητα του φύλακα, όντας έγγαμος και πατέρας ενός ανηλίκου τέκνου, οικογενειακή κατάσταση που είχε γνωστοποιήσει στην εργοδότριά του εταιρία, και ότι προσέφερε έκτοτε τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες του, ασχολούμενος με τη φύλαξη των επαγγελματικών χώρων των αναφερομένων πελατών της εργοδότριας, ενώ κατείχε την προβλεπόμενη από το νόμο άδεια εργασίας.

Ότι κατά το έτος 2009 απασχολήθηκε κατά τις ημέρες και ώρες που αναφέρει στην αγωγή, ήτοι και σε ημέρες Σαββάτου, ως έκτης ημέρας εργασίας της εβδομάδας, και Κυριακής και καθ' υπέρβαση του νομίμου ημερησίου ωραρίου του, πραγματοποιώντας υπερεργασία και κατ' εξαίρεση υπερωριακή εργασία, η δε εργασία του αυτή συνέπιπτε και με τις ώρες νυχτερινής απασχόλησης, πλην όμως η εναγομένη δεν του κατέβαλε κατά το έτος αυτό τις αποδοχές που προβλέπονταν από την τότε ισχύουσα από 8-4-2009 κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων με την ιδιότητα του φύλακα στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφαλείας, η εφαρμογή της οποίας αποτελούσε και όρο της ατομικής του σύμβασης εργασίας, αλλά ποσά που υπολείπονταν των άνω νομίμων, αφού δεν του κατέβαλε τα προβλεπόμενα επιδόματα γάμου, τέκνου και προϋπηρεσίας, ούτε του κατέβαλε τα αναλογούντα επιδόματα εορτών και αδείας και μειωμένη αντιστοίχως αμοιβή του κατέβαλε για την εργασία της Κυριακής, τη νυχτερινή και την πέραν του νομίμου ωραρίου του παρασχεθείσα εργασία, ώστε δικαιούται να λάβει, για όλες τις προαναφερθείσες αιτίες, το ποσό των 20.325,99 ευρώ.

Με βάση το ιστορικό αυτό, περιορίζοντας με το δικόγραφο της αγωγής το αγωγικό του αίτημα κατά το ποσό των 325,09 ευρώ, που αναφέρεται ειδικότερα στην αμοιβή των υπερωριών μηνός Δεκεμβρίου 2009, ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει, κυρίως μεν με βάση τη σύμβαση εργασίας του, άλλως δε σύμφωνα με τις περί του αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, το ποσό των 20.000 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρος κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Επί της αγωγής, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, αρχικά μεν η 2736/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλη και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο κατ' αυτό αρμόδιο καθ' ύλη και κατά τόπο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο με την πρωτόδικη 18143/2017 οριστική απόφασή του απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της(τόσο ως προς κύρια όσο και ως προς την επικουρική βάση), ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας.

Κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε την από 10.09.2018 (ΓΑΚ 20058/2018 και ΕΑΚ 3398/2018 Εφετείο Θεσσαλονίκης) έφεσή του επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, η έφεση έγινε δεκτή τυπικά και κατ` ουσία , εξαφανίσθηκε η 18143/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, μόνο, κατά τα κεφάλαια, που αφορούν την κυρία βάση της αγωγής, ενώ κρίθηκε ότι τα κεφάλαια που αφορούν την επικουρική βάση της αγωγής, δεν εκκαλούνται, στη συνέχεια, η υπόθεση κρατήθηκε και η αγωγή κατά την κυρία βάση της, έγινε μερικά δεκτή κατ` ουσία.

Το δικαστήριο της ουσίας, από την παραδεκτώς επισκοπούμενη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Στην περίπτωση που κρίνεται, η αγωγή με το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αίτημα, ως προς την κύρια βάση της, από τη σύμβαση εργασίας, περιέχει όλα τα αναγκαία κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

στοιχεία και είναι πλήρως ορισμένη. Ειδικότερα, αυτή περιέχει σαφή και πλήρη αναφορά στην κατάρτιση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των διαδίκων, στην ειδικότητα του ενάγοντος και στην εκ μέρους του παροχή εργασίας, στον νόμιμο μισθό του κατά το επίδικο χρονικό διάστημα της απασχόλησής του με την ειδικότητα αυτή και στο χρονικό διάστημα στο οποίο αφορούν οι επίδικες διαφορές, στη χρονική διάρκεια της ημερήσιας και της εβδομαδιαίας απασχόλησής του, με αναφορά στις ημέρες και ώρες απασχόλησης, από όπου προκύπτει ο αριθμός των ωρών υπερεργασίας και υπερωριακής εργασίας και ο αριθμός των ημερών της εργασίας της Κυριακής καθώς και τα αξιούμενα για κάθε αιτία ποσά.

Αναφορικά ωστόσο με τις εφαρμοστέες εν προκειμένω συλλογικές ρυθμίσεις, πρέπει. να λεχθούν τα εξής: οι αποδοχές του προσωπικού των επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών ασφαλείας ρυθμίζονταν, από 1ης Ιανουαρίου 2007 μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2008, από την από 14-2-2007 Εθνική Κλαδική Σ.Σ.Ε για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας και Συστημάτων Ασφαλείας όλης της χώρας (Π.Κ. 16/28-2-2007), η οποία είχε κηρυχθεί υποχρεωτική από τις 14-3-2007 με την ΥΑ 11869/ 26-6-2007 (ΦΕΚ B' 1190/12-7-2007), και κατά το έτος 2009 από την από 8-4-2009 Εθνική Κλαδική Σ.Σ.Ε.

για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας και Συστημάτων Ασφαλείας όλης της χώρας (Π.Κ. 23/25-5-2009), η οποία δεν κηρύχθηκε γενικώς υποχρεωτική και την εφαρμογή της οποίας επικαλείται ο ενάγων. Ο τελευταίος, με τις πρωτόδικες έγγραφες προτάσεις του, σε απάντηση της ένστασης της εναγομένης περί της μη δέσμευσής της από την εν λόγω Σ.Σ.Ε., συμπληρώνοντας την αγωγή ανέφερε ότι δεν ήταν μέλος της εργατικής συνδικαλιστικής οργάνωσης που είχε συμβληθεί για την κατάρτισή της.

Όμως, η αγωγή δεν ήταν αόριστη εκ του λόγου τούτου, ενόψει του ότι υπήρχε σ' αυτή η αναφορά των πραγματικών γεγονότων που επισύρουν την εφαρμογή της επικαλούμενης ΣΣΕ, δηλαδή της υφιστάμενης μεταξύ των διαδίκων εργασιακής σχέσης, του είδους της ασκούμενης από την εναγομένη επιχείρησης, της ειδικότητας του ενάγοντος και του χρόνου για τον οποίο αξιώνονται οι αποδοχές.

Το εάν πράγματι η επικαλούμενη Σ.Σ.Ε. είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμοστέα ή όχι, είναι ζήτημα που συναρτάται με τη νομική βασιμότητά της. Αναφορικά λοιπόν με τη νομική θεμελίωση της αγωγής, το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε, κατ' αρχάς, να εφαρμόσει την ως άνω, από 8-4-2009 Σ.Σ.Ε., αφού ο ενάγων δεν ήταν μέλος της αντίστοιχης συνδικαλιστικής οργάνωσης, ούτε όμως θα μπορούσε να εφαρμόσει για το ένδικο χρονικό διάστημα την προγενεστέρως ισχύσασα, από 14-2-2007, Κλαδική Σ.Σ.Ε., η ισχύς της οποίας έληξε στις 31-12-2008, καθώς, όπως και πιο πάνω αναφέρεται, οι κανονιστικοί όροι των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και μετά τη λήξη της ισχύος ή την καταγγελία τους, εξακολουθούν να ισχύουν επί εξάμηνο, ενώ μετά την πάροδο του εξαμήνου εξακολουθούν να ισχύουν ως ενοχικοί πλέον όροι μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σύμβαση εργασίας, η εν λόγω όμως εξακολούθηση της ισχύος των όρων αυτών ως κανονιστικών ή ενοχικών δεν επεκτείνεται επί συμβάσεων εργασίας στις οποίες ο εργοδότης ή ο εργαζόμενος ή αμφότεροι δεν είναι μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων, όπως συμβαίνει στην ένδικη περίπτωση.

Ωστόσο, ο ενάγων με την αγωγή επικαλείται ρητή συμφωνία, μεταξύ αυτού και της εναγομένης εργοδότριας, που αποτελούσε όρο της ατομικής του σύμβασης εργασίας, περί αμοιβής του με βάση την από 8-4-2009 Κλαδική Σ.Σ.Ε" οπότε οι σχετικοί κανονιστικοί όροι αυτής της συλλογικής σύμβασης ισχύουν ως συμβατικοί όροι, στα πλαίσια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361).

Το πρωτοβάθμιο, συνεπώς, Δικαστήριο, που έκρινε ότι τα αναφερόμενα σε αυτήν στοιχεία δεν αναγράφονταν με πληρότητα και απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας στην κύρια βάση της (ως προς την οποία και μόνο η υπόθεση μεταβιβάστηκε στο παρόν Δικαστήριο με τους λόγους της έφεσης), παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από όσα κατά νόμο ήταν αναγκαία για το ορισμένο της αγωγής, κατά τα βάσιμα περί τούτων από τον εκκαλούντα ενάγοντα υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο της έφεσης, Στη συνέχεια, αφού δέχθηκε κατ` ουσία την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος της αυτό και, αφού κράτησε την υπόθεση και τη δίκασε στην ουσία (άρθρο 535 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ερευνώντας την αγωγή ως προς τη νομική και την ουσιαστική της βασιμότητα, δέχθηκε ότι η αγωγή με το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αίτημα, είναι βάσιμη από νομική άποψη στην κύρια βάση της από τη σύμβαση εργασίας, ερειδόμενη, εκτός των άλλων, στη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις της από 8-4-2009 άνω Σ.Σ.Ε., ως όρου της ατομικής σύμβασης εργασίας του ενάγοντος- εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου.

Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας, εσφαλμένως, τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης είτε δεν έλαβε υπ` όψη πράγματα, τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αυτός ο λόγος έχει στόχο τη διασφάλιση της αρχής, που καθιερώνει το άρθρο 106 ΚΠολΔ. `Πράγματα` είναι οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που συγκροτούν την ιστορική βάση και θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή, ανάλογα, ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της αποφάσεως, που προσβάλλεται.

Αποτελούν `πράγματα` και οι λόγοι (κύριοι και τυχόν πρόσθετοι) εφέσεως, που αποτελούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και διατυπώνουν παράπονο κατά της κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας δηλ. οι λόγοι, των οποίων η λήψη και η παραδοχή θα είχε, ως συνέπεια, την κατά το άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως.

Για το ορισμένο (παραδεκτό) του λόγου από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ` όψη πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει να γίνεται προσδιορισμός των `πραγμάτων` (Ολ. ΑΠ 25/2003,ΑΠ 227/2021).

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι, ενώ ο αναιρεσίβλητος - ενάγων δεν επικαλείται ως βάση των αιτούμενων μισθολογικών αξιώσεών του για το επίδικο έτος 2009 ότι οι όροι της ανωτέρω από 08.04.2009 ΚΣΣΕ είχαν καταστεί, κατ` άρθρο 361 ΑΚ, με κοινή συμφωνία του με την εναγόμενη εταιρεία και όροι της ατομικής του σύμβασης εργασίας, δηλαδή δεν επιστηρίζει την αγωγή του στην ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, το Εφετείο δέχθηκε παρά το νόμο την ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος γιατί από την επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου προκύπτει ότι στις σελ. 3 και 4 της ένδικης αγωγής και στο κεφάλαιο με τίτλο "Νομική Βάση" αναφέρεται ρητά ότι "Για το έτος 2009 ίσχυε η από 08.04.2009 εθνική κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις Επιχειρήσεις Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας (Πρ. Καταθ. 23/25.5.2009).... Η εφαρμογή δε της ανωτέρω ΣΣΕ περιλαμβανόταν και ως όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο ως άνω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη.

Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 529/2015, ΑΠ120/2015). Για να ιδρυθεί πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναιρέσεως, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής, που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένη ή απορρίφθηκε ως αόριστη, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναιρέσεως (ΑΠ 353/2020, ΑΠ 791/2015, ΑΠ 192/2015).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπ` όψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει εξ` αυτού να προκύπτουν τα στοιχεία του παραδεκτού του, που επιβάλλονται από την ανωτέρω διάταξη, ήτοι πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, κατά την συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 353/2020, ΑΠ 362/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 73/2016, ΑΠ 825/2015).

Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, ακόμη και σε εκείνο του αριθμού 14 του εν λόγω άρθρου ( ΑΠ617/2022, ΑΠ 353/2020, ΑΠ 259/2017, ΑΠ 14/2017, ΑΠ 142/2013, ΑΠ 538/2009).

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη την από τον αρ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, κρίνοντας ότι η αγωγή είναι ορισμένη κατά την κύρια βάση της, αν και δέχθηκε τον προταθέντα νομίμως από την εναγομένη ισχυρισμό ότι ο ενάγων δεν ήταν μέλος της εργατικής συνδικαλιστικής οργάνωσης που είχε συμβληθεί για την κατάρτισή της από 8-4-2009 Ε.Κ.Σ.Σ.Ε.

για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις τη παροχής υπηρεσιών και συστημάτων ασφαλείας όλης της χώρας έτους 2009, στην οποία ο ενάγων στηρίζει τις αγωγικές του αξιώσεις από την κύρια βάση της αγωγής. Με το δεύτερο μέρος του ίδιου λόγου προσάπτεται στη προσβαλλόμενη η αιτίαση περί αοριστίας της αγωγής κατά την αγωγική βάση αυτής που στηρίζεται στη συμβατική δέσμευση από το άρθρο 361 ΑΚ, η επίκληση της οποίας (συμβατικής δέσμευσης) έγινε για πρώτη φορά στο δικόγραφο των προτάσεών του ενάγοντος, μεταβάλλοντας έτσι απαράδεκτα την ιστορική και νομική βάση της αγωγής κατ` άρθρο 224 ΚΠολΔ.

Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον δεν γίνεται επίκληση ότι τον σχετικό ισχυρισμό περί απαραδέκτου μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής είχε προτείνει παραδεκτά η αναιρεσείουσα ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ).Επίσης είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, εφόσον το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι η ανωτέρω Ε.Κ.Σ.Σ.Ε.

εφαρμόστηκε υπό την κανονιστική της μορφή, αλλά εφαρμόστηκε ως συμβατικός όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος. Επίσης ο δεύτερος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι όπως προαναφέρθηκε, στο αγωγικό δικόγραφο αναφερόταν ρητά ότι η εφαρμογή της ανωτέρω από 8-4-2009 Ε.Κ.Σ.Σ.Ε.

περιλαμβανόταν και ως όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας.

Περαιτέρω η προσβαλλόμενη δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: Η εναγομένη εταιρία, η οποία λειτουργούσε ήδη πριν το έτος 1995 ως ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "A. S. S. Γ. Μ. Κ. Σ. Ο..Ε..", παρέχοντας υπηρεσίες φύλαξης ακινήτων, μετατράπηκε σε εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "A.

S. Ε. Π. Υ. Α. Ε. Π. Ε." με τη με αριθ - 8804/11-9-1996 πράξη της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευσταθίας Βουλγαράκη- Τσώτσου, νομίμως δημοσιευθείσα, στη συνέχεια μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "A. S. Ε. Π. Υ. Α. Α. Ε.", δυνάμει της με αριθ, 10039/4-5-1998 πράξης της ίδιας συμβολαιογράφου, η δε επωνυμία της είχε τροποποιηθεί διαδοχικά, αρχικά σε "A.

S. Ι. Ε. Π. Υ. Α. Α. Ε.", ακολούθως σε "I.. A. S. Ε. Π. Υ. Α. Α. Ε.", σε "I.. S. Ιδιωτική Επιχείρηση Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας -Ανώνυμη Εταιρεία" και τελικά σε "E. S. S. S..A..", την οποία σήμερα φέρει. Δραστηριοποιείται δε στον τομέα της παροχής υπηρεσιών και συστημάτων ασφαλείας (security), αναλαμβάνοντας τη φύλαξη διαφόρων χώρων, όπως δημοσίων υπηρεσιών, γραφείων, καταστημάτων, αποθηκών κλπ -, απασχολώντας προς τούτο προσωπικό με σχετικές ειδικότητες (φύλακες και λοιπό προσωπικό ασφαλείας).

Δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ο ενάγων προσλήφθηκε από αυτή, υπό την τότε ονομασία της "A. S. S..A..", στις 26-4-2006 προκειμένου να παρέχει την εργασία του ως φύλακας. Κατά τον παραπάνω χρόνο, ο ενάγων ήταν έγγαμος με ένα ανήλικο τέκνο και κατείχε από τις 13-8-2004 άδεια εργασίας προσωπικού ασφαλείας ιδιωτικών επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών ασφαλείας κατηγορίας Α', από την Α.Δ.

Ημαθίας, με λήξη την 13-8-2009 η οποία μετέπειτα ανανεώθηκε με τη με αριθ. 1020/32742/1γ129-7-2ΟΟ9 όμοια άδεια εργασίας, με λήξη την 29-7-2014. Συνδεόταν συνεπώς με την εναγομένη με έγκυρη σύμβαση εργασίας. Κατά την πρόσληψή του εξάλλου γνωστοποίησε στην εργοδότριά του την οικογενειακή του κατάσταση, του Περί του αντιθέτου ισχυρισμού της τελευταίας απορριπτομένου ως αβασίμου.

Ως χρόνος εργασίας, ορίστηκε "το συμβατικό ωράριο εργασίας" και οι αποδοχές του ορίστηκαν "σύμφωνα με τις ισχύουσες Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, που αφορούν την ειδικότητα με την οποία απασχολείται. Στις αποδοχές αυτές περιλαμβάνονται όλα τα κατά το Νόμο επιδόματα" (βλ. και την υπό αυτή ημερομηνία έγγραφη σύμβαση εργασίας του).

Πέραν του ότι στην καταρτισθείσα έγγραφη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος αναγράφονται ως εφαρμοστέες οι εκάστοτε "ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας" από το προσκομιζόμενο αποδεικτικό υλικό και πλέον συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και τα έγγραφα, αποδείχθηκε ότι για το επίδικο έτος 2009 είχε συμφωνηθεί μεταξύ των ήδη αντιδίκων ότι ο τελευταίος θα αμειβόταν με βάση τις ρυθμίσεις της από 8-4-2009 άνω Σ.Σ.Ε.

για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφαλείας. Ειδικότερα, η κατάρτιση της συμφωνίας αυτής συνάγεται ευχερώς, πλέον των ανωτέρω, από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις πληρωμής του έτους 2009, τα αποσπάσματα λογαριασμών ΙΚΑ και τους πίνακες προσωπικού της εναγομένης, στα οποία ως καταβαλλόμενες αποδοχές του ενάγοντος αναγράφονται αυτές που προβλέπονταν από την εν λόγω Σ.Σ.Ε., το ύψος των οποίων αναφέρεται αναλυτικά στη συνέχεια, με την επισήμανση πάντως ότι από την 1-5-2009 η εναγομένη δεν του κατέβαλε την προβλεφθείσα αύξηση ποσοστού 5,5% επί των νόμιμων αποδοχών του.

Η εναγομένη, εφαρμόζοντας τη συμφωνία αυτή, κατέβαλε στον ενάγοντα κατά το έτος 2009 τον προβλεπόμενο νόμιμο μισθό για άγαμο φύλακα με προϋπηρεσία 2 έως 4 ετών (893,68 ευρώ μηνιαίως) και πλέον τούτου του κατέβαλε και το ποσό των 74,28 ευρώ μηνιαίως για επίδομα επικινδυνότητας, που και αυτό προβλέπεται από τη συλλογική αυτή σύμβαση.

Το ότι βεβαίως δεν του κατέβαλε το επίδομα γάμου και τέκνου (τα οποία και αποτελούν αντικείμενο της παρούσας αγωγής) δεν αναιρεί τις προαναφερθείσες παραδοχές του Δικαστηρίου, καθώς δεν υποδηλώνει - έλλειψη συμφωνίας περί εφαρμογής της εν λόγω συλλογικής ρύθμισης. Επισημαίνεται δε προς περαιτέρω διευκρίνιση του ζητήματος ότι η προκείμενη συμφωνία περί υπαγωγής του μισθολογικού καθεστώτος του ενάγοντος στις ρυθμίσεις της πιο πάνω Σ.Σ.Ε.

περιελάμβανε αυτήν, έστω και αν δεν είχε κηρυχθεί υποχρεωτική.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ ΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 2/2013, Ολ ΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Ο λόγος αυτός αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και κατά συνέπεια δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όταν οι επικαλούμενες ανεπάρκειες της αιτιολογίας αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της προσβαλλομένης απόφασης, με την οποία η αγωγή (ή η ένσταση ή η αντένσταση) κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1410/2017, ΑΠ 701/2011, ΑΠ 121/2009).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου.

Λόγος δε αναίρεσης ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 1611/2008), ενώ λόγος αναίρεσης, όπου η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν επιδρά επί του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης απορρίπτεται ως αλυσιτελής (ΑΠ194/2020).

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη οι από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 361 και 653 ΑΚ σε συνδυασμό με την από 8-4-2009 Εθνική Κλαδική Σ.Σ.Ε. για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας και Συστημάτων Ασφαλείας όλης της χώρας ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συμφωνίας των διαδίκων για εφαρμογή προς ρύθμιση των αποδοχών του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος της παραπάνω από 8-4-2009 Ε.Κ.Σ.Σ.Ε.Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ενώ στις παραδοχές του περιέλαβε σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο.

Και τούτο διότι δεν είναι αντιφατικές οι παραδοχές ότι δεν εφαρμόζεται ως προς τις αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος κατά το κανονιστικό της μέρος η από 8-4-2009 Ε.Κ.Σ.Σ.Ε, που δεν είχε κηρυχθεί υποχρεωτική, εφόσον ο ενάγων δεν ήταν μέλος της εργατικής συνδικαλιστικής οργάνωσης που είχε συμβληθεί για την κατάρτισή της, αλλά αυτή (από 8-4-2009 Ε.Κ.Σ.Σ.Ε) εφαρμόζεται ως συμβατικός- σιωπηρός όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος, λαμβάνοντας υπόψη ότι για την συγκεκριμένη συμφωνία δεν απαιτείται η τήρηση τύπου.

Επίσης είναι πλήρεις οι παραδοχές περί ύπαρξης σιωπηρής συμφωνίας να αμείβεται ο αναιρεσίβλητος ενάγων με βάση την πιο πάνω Ε.Κ.Σ.Σ.Ε, χωρίς να είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται πότε ακριβώς συνήφθη η σιωπηρή αυτή συμφωνία, γιατί αν και ο ενάγων δεν ήταν μέλος της συμβληθείσας εργατικής συνδικαλιστικής οργάνωσης η αναιρεσείουσα - εναγομένη προέβη στην ανωτέρω συμφωνία καθώς και γιατί η συμφωνία δεν τηρήθηκε από την αναιρεσείουσα - εναγομένη ως προς την καταβολή των επιδομάτων γάμου και τέκνων.

Τούτο διότι ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, εφόσον μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Επομένως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναίρεσης.

Ενόψει όλων αυτών, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12.10.2020 αίτηση για αναίρεση της 1641/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαρτίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ