Supreme Court annuls lower court decision for applying Byzantine inheritance law without meeting statutory prerequisites.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Third Chamber of the Aegean Court of Appeal's decision regarding a property ownership dispute between heirs. The lower court incorrectly applied Byzantine-Roman law principles to grant inheritance status to a deceased ancestor, despite the absence of explicit or implicit entry into the inheritance required by current law. Consequently, the case was remitted to the same appellate court for retrial before a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that applying Byzantine-Roman inheritance rules without satisfying statutory prerequisites constitutes an appellate error requiring annulment and remittal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 374 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 374/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Β. του Ι. και Μ., κατοίκου ..., 2) Σ. χήρας Γ. Β., το γένος Ι. και Μ. Β., κατοίκου ..., 3) Μ. Β. του Ι. και Μ., κατοίκου ..., ως εξ' αδιαθέτου κληρονόμων των αρχικώς εναγουσών Μ. χήρας Ι. Β. και Ε. χήρας Μ. Β., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα -Δημήτριο Σίδερη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Β. του Ε., 2) Γ. Β. του Ε., 3) Α. Β. του Ε., κατοίκων ... ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικώς εναγομένου-εκκαλούντος Ε. Α. Β., κατοίκου εν ζωή Όρμου Αιγιάλης Αμοργού, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Καραμπίνη και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-11-2007 αγωγή των αρχικώς εναγουσών Μ. χήρας Ι. Β. και Ε. χήρας Μ. Β., μετά τον θάνατο τον οποίων υπεισήλθαν στην θέση τους οι ήδη αναιρεσείοντες, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 48/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-6-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 04.06.2020 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 48/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, το οποίο δικάζοντας την από 28.02.2017 έφεση του αρχικά εναγόμενου, εκκαλούντος και δικαιοπάροχου των αναιρεσίβλητων κατά της υπ' αριθμ. 10/2016 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου, το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 30.11.2007 αναγνωριστική αγωγή κυριότητας των αρχικά εναγουσών και δικαιοπάροχων των αναιρεσιβλήτων, έκανε δεκτή αυτήν (έφεση), εξαφάνισε την ως άνω εκκαλούμενη απόφαση και, κρατώντας και δικάζοντας κατ'ουσίαν την υπόθεση, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή αυτή. Η αίτηση αυτή περί αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§3, 566§1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 Κ.Πολ.Δ.).
Σύμφωνα με το άρθρο 92 εδάφ. α' του Εισ.Ν.Α.Κ. οι σχέσεις του κληρονομικού δικαίου, αν ο κληρονομούμενος πέθανε πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, κρίνονται και στο εξής κατά το έως τώρα δίκαιο. Περαιτέρω, με τις διατάξεις των ν. 12 πανδ. (28.7), ν. 14 παρ. 8 πανδ. (11.7) και ν. 69 πανδ. (29.2) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι (heredes voluntarii, extranei), στους οποίους περιλαμβάνονται η σύζυγος, καθώς και οι μη υπεξούσιοι κατιόντες του κληρονομούμενου, δηλαδή οι ενήλικοι κατιόντες, αποκτούν την κληρονομία με μονομερή δήλωση της βουλήσεώς τους για αποδοχή αυτής, που αποτελεί δικαιοπραξία μη απευθυντέα (υπεισέλευση στην κληρονομία ή αποδοχή της κληρονομίας - hereditatis aditio, "καταδέχεσθαι την κληρονομίαν").
Η δήλωση αυτή μπορεί να είναι είτε ρητή (έγγραφη ή προφορική), είτε σιωπηρή, συναγόμενη από συμπεριφορά ή πράξεις που φανερώνουν την πρόθεση εκείνου που καλείται στην κληρονομία για ανάμιξη (pro herede gestio, "εγχείρισις της κληρονομίας", "εγχειρίζειν την κληρονομίαν") σ' αυτή και απόκτησή της. Το ζήτημα δε αν πράξη ή συμπεριφορά του καλούμενου στην κληρονομία αποτελεί ή όχι ανάμιξη και, συνεπώς, εμφαίνει σιωπηρή δήλωση περί υπεισελεύσεως σ' αυτή ή άσκηση του δικαιώματος ή ευεργετήματος αποχής (jus ή potestas abstinendi, beneficium abstinendi, "δίκαιον αποστάσεως"), είναι πραγματικό, εξαρτώμενο από την εκτίμηση των περιστάσεων, η δε ως προς αυτό κρίση του δικαστηρίου της ουσίας εκφεύγει του ακυρωτικού ελέγχου.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 10, πανδ. (29.2), Βασ. 10 (35.14) η υπεισέλευση του κληρονόμου σε μέρη της κληρονομίας ισχύει για ολόκληρη την κληρονομία, της οποίας γίνεται αυτός συγκοινωνός με τους λοιπούς κληρονόμους (Α.Π. 1357/2014, Α.Π. 810/2010). Επίσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 2 Εισ. (2-19), 3 Εισ. (3-1), 14 πανδ. (38.16), οι οικείοι (sui, sui et necessarii), δηλαδή τα ανήλικα τέκνα του κληρονομούμενου, που τελούσαν υπό την άμεση πατρική εξουσία του τελευταίου, κατά τον χρόνο του θανάτου του, αποκτούσαν αυτοδικαίως την κληρονομία του εξουσιαστή πατέρα τους, χωρίς τη γνώση ή βούλησή τους, είτε επρόκειτο για κληρονομική διαδοχή από τον νόμο (εξ αδιαθέτου), είτε από διαθήκη.
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των ν. 3 Κωδ. 7.34, ν. 42 πανδ. 41.2, ν. 7 παρ. 5, πανδ. 10.3, ν. 28 πανδ. 10.3 του ίδιου πιο πάνω δικαίου, οι οποίες, κατά τα άρθρα 50 και 43 του Εισ.Ν.ΑΚ, εφαρμόζονται και στην κοινωνία μεταξύ συγκυρίων ή συγκληρονόμων, που δημιουργήθηκε πριν από την εισαγωγή του Α.Κ. (23.02.1946) και συνεχίζεται και μετά από αυτή, καθώς και τις αντίστοιχες προς αυτές διατάξεις των άρθρων 787, 980, 981, 982, 994, 1113 και 1884 του Α.Κ., προκύπτει ότι μεταξύ συγκυρίων ή συγκληρονόμων επί του ιδίου πράγματος ο κοινωνός (εξ αδιαιρέτου συγκύριος), αν κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα, θεωρείται ότι κατέχει αυτό και στο όνομα και των λοιπών κοινωνών και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών κτητική (έκτακτη χρησικτησία) ή αποσβεστική παραγραφή προτού καταστήσει γνωστό στους άλλους συγκύριους, ότι αποφάσισε να νέμεται το κοινό πράγμα αποκλειστικά στο όνομά του ολόκληρο ή πλέον της μερίδας του (ΑΠ 420/2020, Α.Π. 1357/2014, Α.Π. 810/2010, Α.Π. 1332/2009, Α.Π. 1137/2009).
Το στοιχείο όμως αυτό της γνωστοποιήσεως δεν είναι απαραίτητο, όταν ο καθ' ου προτείνεται η αποσβεστική ή κτητική παραγραφή συγκύριος δεν είχε στην πραγματικότητα γίνει ποτέ συννομέας του πράγματος. 'Οπως δε προαναφέρθηκε, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις των ν. 12 πανδ. (28.7), ν. 14 παρ. 8 πανδ. (11.7) και ν. 69 πανδ. (29.2) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ο συγκληρονόμος που απέκτησε τη συγκυριότητα του ακινήτου από τον θάνατο του κληρονομούμενου, δεν απέκτησε και τη σύννομή του αυτοδικαίως, όπως συμβαίνει υπό την ισχύ του Α.Κ., αλλά θα την αποκτούσε από τότε που πραγματικά εκδήλωνε γι' αυτό τη βούλησή του και άρχιζε να την ασκεί.
Επομένως, ο συγκληρονόμος που μόνο αυτός επιλήφθηκε και ασκεί τη νομή, δεν θεωρείται ότι νέμεται και το μερίδιο εκείνου που δεν νέμεται, αλλά θεωρείται ότι εξακολουθεί να το νέμεται για δικό του λογαριασμό (Α.Π. 302/2019, ΑΠ 1194/2006, Α.Π. 621/2004). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφήρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. (Ολ.ΑΠ 4/2018, Ολ.ΑΠ 6/2017, ΑΠ 148/2020, ΑΠ 50/2020).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμ.19 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσεως, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με τον νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.
Α.Π. 2/2019, Ολ.ΑΠ 8/2018, ΑΠ 1240/2021, ΑΠ 272/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε, μετά εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο είναι ένας περιτοιχισμένος με ξερολιθιά αγρός, κείμενος στη θέση "……" της κτηματικής περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος …….
του Δήμου Αμοργού της νήσου Αμοργού, εκτάσεως 23.109,18 τμ, το οποίο εμφαίνεται στο από Ιουνίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικής μηχανικού Α. Ν. με τα στοιχεία Α1, Α2 έως Α52, Α1, και συνορεύει βόρεια με παραλία σε πλευρά Α23 έως Α35, νότια σε πλευρά Α11 έως Α7 με ιδιοκτησία αγνώστου, και σε πλευρά Α7 έως Α52 με ιδιοκτησία κληρονόμων Ι.
Β., ανατολικά σε πλευρά Α35 έως Α52 με ρέμα και δυτικά σε πλευρά Α23 έως Α22 με παραλία και από Α22 έως Α11 με ιδιοκτησία εναγομένου Ε. Β.. Το ακίνητο αυτό συνομολογείται ότι ανήκε στον παππού των αρχικώς εναγουσών και του εναγομένου Γ. Β. του Ν., ο οποίος είχε τρία τέκνα, τον Ιωάννη, πατέρα των αρχικώς εναγουσών, τον Αντώνιο, πατέρα του εναγομένου, και την Μαρία, που είχε αποβιώσει και είχε αποκτήσει πριν το θάνατό της τέσσερα τέκνα από το γάμο της με τον Ι.
Μ. του Κωνσταντίνου. Περαιτέρω, απεδείχθη ότι δυνάμει του υπ' αριθμ. 437/18-9-1938 δωρητηρίου συμβολαίου αιτία θανάτου, ο Γ. Β. του Ν. δώρισε στον υιό του Αντώνιο δεκαέξι (16) αγροτεμάχια στην νήσο Αμοργό, μεταξύ των οποίων και το υπ' αριθμ. 6 αγροτεμάχιο που περιγράφεται ως ακολούθως: "Εν χωράφιον κείμενον εις την αυτήν ως άνω θέσιν, ονομαζόμενο Γ., συνεχομένου ετέρου χωραφίου, εμπεριέχον εν ελαιόδενδρον, εκτάσεως τριών κοιλών σποράς, συνορευόμενον πέριξ με κτήματα ιδίου δωρητού και με θάλασσαν".
Το έτος 1941 απεβίωσε ο Γ. Β. του Ν., χωρίς να αφήσει διαθήκη, και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τρία τέκνα του (Ιωάννη, Αντώνιο και τέκνα της προαποβιωσάσης θυγατέρας του Μαρίας) κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στον καθένα. Περαιτέρω, απεδείχθη ότι το 1948, ο υιός του και πατέρας των αρχικώς εναγουσών Ι. Β. του Γ.
και ο σύζυγος της αποβιωσάσης θυγατέρας του Γ. Β. Μ., Ι. Κ. Μ., ως ασκών την γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων του Κωνσταντίνου, Σοφίας, Μαργαρίτας και Γεωργίου, συνέταξαν το υπ' αριθμ. ... διανεμητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Αμοργού Κυριάκου Παυλίνη, κατά το οποίο διένειμαν μεταξύ τους εννέα ακίνητα του Γ.
Β. του Ν., που δεν είχαν παραχωρηθεί στον υιό του Α. Β., πατέρα του εναγομένου, χωρίς όμως να λάβει μέρος στο άνω διανεμητήριο συμβόλαιο ο πατέρας του εναγομένου Α. Β., ως συγκληρονόμος των κληρονομιαίων ακινήτων και χωρίς να αποδεικνύεται ότι προέβη σε αποποίηση της κληρονομίας του πατέρα του εντός της νόμιμης τετράμηνης προθεσμίας του άρθρου 1847 παρ. 1 εδ.
α' ΑΚ, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 785 επ. ΑΚ περί κοινωνίας και διανομής, αφού για τη διανομή του κοινού πράγματος έπρεπε να αποφασίσουν και να συμβληθούν όλοι οι κοινωνοί. Επομένως, ο Ι. Β., δικαιοπάροχος των εναγόντων, ως συγκληρονόμος και συγκοινωνός κληρονόμησε το 1/3 εξ αδιαιρέτου των ακινήτων που κατέλιπε ο πατέρας του Γ.
Β. Μεταξύ αυτών είναι και ένας αγρός που περιγράφεται ως ακολούθως: "Ένα αγρόν εις θέσιν ….. ονομαζόμενον ……, εκτάσεως δύο κοιλών σποράς της περιφέρειας Κοινότητας Λαγκάδας και συνορευόμενον με αγρόν Α. Β. και Ι. Α. Β. μετά του εν αυτώ σταύλου". Ακολούθως, απεδείχθη ότι δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογραφούσας Ειρηνοδίκη Αμοργού Αντωνίας Καρδάση ο Α.
Β. μεταβίβασε στον εναγόμενο υιό του διάφορα ακίνητα, μεταξύ των οποίων και "... οκτώ συνεχόμενους αγρούς έκτασης 48 στρεμμάτων, που βρίσκονται στη θέση ….. στην Αιγιάλη Αμοργού, οι οποίοι φαίνονται στο υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο με τα στοιχεία 1,3,4,5,6,10,11,12", ενώ παράλληλα η όλη μεταβιβασθείσα έκταση απεικονίζεται σε ένα πρόχειρο σκαρίφημα, στο οποίο ένας αγρός ονομάζεται "…… και …..", έχει όριο τη θάλασσα, συνορεύει με ιδιοκτησία Η.
Β. και λοιπούς αγρούς του εναγομένου. Επίσης, απεδείχθη ότι το έτος 1987 απεβίωσε ο Ι. Β. του Γ. και οι αρχικώς ενάγουσες δύο θυγατέρες του δυνάμει της υπ' αριθμ. ... πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αμοργού Μαρίας Καραγιαννοπούλου απεδέχθησαν την κληρονομιά του πατέρα τους κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου η καθεμιά, στην οποία περιλαμβάνονταν οκτώ ακίνητα, μεταξύ των οποίων και "...
ένας αγρός στη θέση ….., της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας Αιγιάλης Αμοργού, ο οποίος ονομάζεται ….., εκτάσεως δύο (2) κοιλών σποράς, ο οποίος συνορεύει με ιδιοκτησίες Α. Β. και Ι. Β.". Στη συνέχεια, απεδείχθη ότι στις 6-6-2010 απεβίωσε η μία αρχικώς ενάγουσα Ε. χήρα Μ. Β. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την άλλη αρχικώς ενάγουσα αδελφή της Μαρία σύζυγο Ι.
Β., το γένος Ι. Β., η οποία με την υπ' αριθμ. 10078/4-11-2010 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, που μεταγράφηκε νόμιμα, απεδέχθη την κληρονομιά της αδελφής της κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός αγρού μετά του εντός αυτού σταύλου, επιφανείας 15 τμ, που βρίσκεται στην θέση "….." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου …… Αμοργού, επονομαζόμενος "……", που περιγράφεται στο από Ιουνίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα της μηχανικού Α.
Ν. με τα στοιχεία Α1 έως Α52-Α1, εμβαδού 23109,18 τμ και συνορεύει βόρεια με θάλασσα, νότια με ιδιοκτησία εναγομένου, νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία εναγομένου, ανατολικά με ρέμα και πέραν αυτού με ιδιοκτησία κληρονόμων Ι. Β.. Επίσης, απεδείχθη ότι στις 11-4-2015 απεβίωσε η δεύτερη αρχικώς ενάγουσα Μαρία χήρα Ι. Β., το γένος Ι.
Β. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τρία τέκνα της, που συνεχίζουν την παρούσα δίκη Ε. Β. του Ι., Σ. χήρα Γ. Β., το γένος Ι. Β. και Μ. Β. του Ι., οι οποίοι απεδέχθησαν την κληρονομιά του άνω περιγραφομένου ακινήτου δυνάμει της υπ' αριθμ. ... δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Πλακογιάννη, που μεταγράφηκε νόμιμα.
Από όλα τα ανωτέρω συμβόλαια των δύο πλευρών, σε συνδυασμό με τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες προκύπτει ότι στη θέση "'……… Αμοργού υπάρχουν με όριο τη θάλασσα δύο περιτοιχισμένοι με ξερολιθιά αγροί, εκ των οποίων ο ένας ονομαζόταν "….." και ο άλλος ονομαζόταν "…..". Οι αγροί αυτοί ήταν χωριστοί και περιτοιχισμένοι με ξερολιθιά πολύ πριν το έτος 1945, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες αεροφωτογραφίες (βλ.
από Οκτωβρίου 2010 τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας της Α. Κ.). Οι δύο αυτοί αγροί ανήκαν αρχικά στον απώτερο δικαιοπάροχο των διαδίκων Γ. Β. του Ν., ο οποίος με το υπ' αριθμ. 171/1988 δωρητήριο συμβόλαιο δώρισε στον υιό του Αντώνιο, μόνο τον αγρό με το όνομα "…." και όχι τον αγρό με το όνομα "…..", ο οποίος αργότερα διανεμήθηκε από τον Ι.
Β. του Γεωργίου και τον Ι. Κ. Μ. με βάση το υπ' αριθμ. ... διανεμητήριο συμβόλαιο. Η κρίση του Δικαστηρίου περί των ανωτέρω προκύπτει από τους δύο άνω τίτλους και συγκεκριμένα στο υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο αναγράφεται ότι το ακίνητο που μεταβιβάζεται στον πατέρα του εναγομένου Α. Β. ονομάζεται "…." με συνεχόμενο χωράφι, που όμως έχει όρια τη θάλασσα και γύρωθεν κτήματα ιδίου δωρητού (Γ.
Β.). Πράγματι ο όμορος του επιδίκου αγρός που ονομάζεται "…." και δεν αμφισβητείται η ταυτότητά του από τους διαδίκους, το έτος 1938 συνόρευε, πλην της θάλασσας, γύρωθεν με κτήματα Γ. Β., αφού ο όμορος αγρός "….." από την ανατολική πλευρά ανήκε τότε στην κυριότητά του, καθώς και τα λοιπά ακίνητα που περιβάλανε τον αγρό "….", μεταξύ των οποίων και το συνεχόμενο χωράφι, χωρίς ονομασία, που αναγράφεται στο άνω ...
συμβόλαιο. Αντίθετα, το κτήμα "….." δεν συνόρευε το έτος 1938 ανατολικά με ακίνητο του Γ. Β., αλλά με ακίνητο ……και αργότερα Η. Β., όπως συνομολογείται από τα διάδικα μέρη, δηλαδή δεν αμφισβητείται ο όμορος ιδιοκτήτης του αγρού "….." στην ανατολική πλευρά. Επιπλέον, το ακίνητο "……." και το συνεχόμενο αυτού ακίνητο δεν έχουν σταύλο εντός αυτών και δεν αναγράφεται σταύλος στο υπ' αριθμ. ...
συμβόλαιο, ενώ αντίθετα στο κτήμα "….." υπάρχει σταύλος, όπως προκύπτει και από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, στο δε υπ' αριθμ. ... διανεμητήριο συμβόλαιο αναγράφεται το όνομα του αγρού (…..), ο σταύλος καθώς και οι όμοροι ιδιοκτήτες (Α. Β., πατέρας εναγομένου και Ι. Β., που το 1948 ήταν πράγματι όμοροι ιδιοκτήτες του ακινήτου αυτού).
Τα ανωτέρω ενισχύονται και από την από 16-7-2014 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού Ι. Σ., που διορίστηκε με την υπ' αριθμ. 32/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου, στην οποία αναγράφεται ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στους τίτλους κτήσεως των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους. Είναι βέβαια αληθές, ότι ο επικαλούμενος από τους ενάγοντες απώτερος τίτλος κτήσης του δικαιοπαρόχου τους Γ.
Β. του Ν. (υπ' αριθμ. 21/1900 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Αμοργού Κωνσταντίνου Ελευθεριάδη) αναγράφει αγρό τριών κιλών σποράς που συνορεύει με κτήματα Α. Β., Γ. Β. και δημόσιο δρόμο και η περιγραφή του διαφέρει από αυτήν του υπ' αριθμ. ... διανεμητηρίου συμβολαίου, κυρίως όσον αφορά το δημόσιο δρόμο, αφού πράγματι το επίδικο ακίνητο δεν έχει όριο σε δημόσιο δρόμο και ως τέτοιος δεν μπορεί να νοηθεί η θάλασσα, ούτε κάποιο μονοπάτι, σύμφωνα με την από Οκτωβρίου 2017 έκθεση φωτοερμηνείας του τοπογράφου μηχανικού Δ.
Μ.. Όμως, η αντίφαση αυτή δεν έχει σημασία, αφού συνομολογείται από τα διάδικα μέρη ότι το επίδικο μαζί με μεγάλη γύρωθεν έκταση ανήκε στον Γ. Β. του Ν. πριν το έτος 1938 και η έρευνα περιορίζεται αν μεταβιβάστηκε στον υιό του Αντώνιο το έτος 1938 με το υπ' αριθμ. 171/1988 συμβόλαιο γονικής παροχής ή περιλαμβάνεται στα ακίνητα που διανεμήθηκαν με το υπ' αριθμ. ...
διανεμητήριο συμβόλαιο. Η κρίση του Δικαστηρίου περί των ανωτέρω ενισχύεται περαιτέρω από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος Γ. Μ. στην υπ' αριθμ. 5380/18-11-2011 ένορκη βεβαίωση, ο οποίος είναι πρώτος εξάδελφος με τις αρχικώς ενάγουσες και με τον εναγόμενο και ο πατέρας του συμβλήθηκε στο άνω διανεμητήριο συμβόλαιο, γνωρίζει την περιοχή και τους διαδίκους και κατέθεσε ότι το κτήμα "Γιαννή" έχει σαφή όρια με ξερολιθιά, συνορεύει με το κτήμα "Γρίβα" και ανήκε στον Ιωάννη Γ.
Β. και στη συνέχεια στις αρχικώς ενάγουσες. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την κατάθεση του μάρτυρα Γ. Β. του Αντωνίου, αδελφού του εναγομένου, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο οποίος παραδέχεται ότι στην περιοχή στα κτήματα δίνονται ονομασίες και υπάρχει κτήμα "…..", αλλά όχι κτήμα "…..", αφού ο όρος "…." είναι περιοχή.
Όμως η κατάθεση αυτή δεν κρίνεται πειστική, αφού απεδείχθη ήδη από τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία ότι υπήρχε κτήμα "…….", όπως αναγράφεται στο άνω διανεμητήριο συμβόλαιο, αλλά και στο πρόχειρο σκαρίφημα του εναγομένου που προσαρτάται στο 171/1988 συμβόλαιο γονικής παροχής που ονομάζει το κτήμα "….. και …..".
Τα ανωτέρω ομοίως δεν αναιρούνται από την κατάθεση του όμορου ιδιοκτήτη Η. Β. του Ιωάννη, στην υπ' αριθμ. 4657/18-2-2009 ένορκη βεβαίωση, όπου καταθέτει ότι εκείνος θεωρούσε ως γείτονές του τον πατέρα του εναγομένου και τον εναγόμενο, που άλλωστε ήταν πράγματι και κύριοι της πλησίον μείζονος έκτασης. Μάλιστα όταν ο όμορος αυτός ιδιοκτήτης μεταβίβασε τμήμα του ακινήτου του δυνάμει του υπ' αριθμ. 602/1965 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αμοργού Αικατερίνης Πολίτου, σε τρίτο αγοραστή, ανέφερε ως όμορο ιδιοκτήτη τον πατέρα του εναγομένου Α.
Β., καθώς πίστευε ότι αυτός είχε κληρονομήσει το επίδικο, χωρίς όμως να γνωρίζει τους τίτλους κτήσης και τις μεταβιβάσεις ακινήτων που είχαν γίνει στην αρχική ενιαία ιδιοκτησία του Γ. Β. του Ν.. Επίσης, απεδείχθη ότι το επίδικο ακίνητο με το όνομα "….." κληρονομήθηκε τελικά εξ αδιαθέτου από τα τρία τέκνα του Γ.
Β., αφού αυτό ανήκε στην κληρονομιαία περιουσία και έτσι τα τέκνα αυτά κατέστησαν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου το κάθε τέκνο και επομένως ο δικαιοπάροχος των εναγόντων ήταν συγκληρονόμος και συγκύριος κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου. Εξάλλου, ο πατέρας των εναγουσών ασκούσε επί του επιδίκου πράξεις νομής, βόσκοντας ζώα και χρησιμοποιώντας το στάβλο και στη συνέχεια οι ενάγοντες ασκούσαν επίβλεψη, πλην όμως ουδόλως απεδείχθη ότι ο Ι.
Β. και οι ενάγοντες γνωστοποίησαν στους λοιπούς συγκυρίους την πρόθεσή τους να νέμονται το εν λόγω ακίνητο, διανοία αποκλειστικού κυρίου, αντιθέτως έκαναν χρήση και κατείχαν αυτό διανοία συγκυρίου και επομένως εφόσον αυτοί, ως συγκοινωνοί κατείχαν και χρησιμοποιούσαν ολόκληρο το κοινό πράγμα θεωρείται ότι κατείχαν αυτό και στο όνομα των λοιπών κοινωνών.
Άρα οι ενάγοντες δεν απέκτησαν πλήρη κυριότητα επί του επιδίκου με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας, αλλά μόνο συγκυριότητα κατά 1/3 εξ αδιαιρέτου, όπως το μερίδιο αυτό μεταβιβάστηκε στους δικαιοπαρόχους τους από τον Ι. Β.. Ακόμη, σημειώνεται ότι το γεγονός ότι ο εναγόμενος ήταν κατά κύριο επάγγελμα κτηνοτρόφος και είχε στην κατοχή του 300 αιγοπρόβατα και 10 βοοειδή (βλ.
σχετική υπ' αριθμ. πρωτ. 240/19-2-2009 βεβαίωση) δεν σημαίνει ότι ασκούσε και πράξεις νομής επί του επιδίκου, αφού αυτός έχει κληρονομήσει από τον πατέρα του μεγάλη πλησίον του επιδίκου έκταση, καθώς και αγρούς σε άλλα σημεία του νησιού. Επομένως, με βάση όλα όσα εκτέθηκαν αποδεικνύεται ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στους τίτλους των εναγόντων, οι οποίοι απέκτησαν αυτό κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου με παράγωγο τρόπο και δη με την υπ' αριθμ. ...
πράξη αποδοχής κληρονομιάς, την από ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς, την υπ' αριθμ. ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς και ο δικαιοπάροχός τους Ι. Β. ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του Γ. Β. και επιπλέον με πρωτότυπο τρόπο, ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στην φύση του πράξεις νομής, επιβλέποντας αυτό, καταβάλλοντας φόρους κληρονομιάς, δηλώνοντας αυτό στο έντυπο Ε9 στην αρμόδια ΔΟΥ και καταβάλλοντας τον αναλογούντα ΕΝΦΙΑ για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, προσμετρώντας στο χρόνο νομής τους το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων τους, ενώ αντίθετα ο εναγόμενος δεν απέκτησε την πλήρη κυριότητα του επιδίκου ούτε με παράγωγο τρόπο, αφού το επίδικο δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους κτήσης του, ούτε με πρωτότυπο τρόπο, αφού ουδόλως νεμόταν και κατείχε διανοία κυρίου με νόμιμο τίτλο και καλή πίστη αυτό, ασκώντας πράξεις νομής επ' αυτού.
Ο εναγόμενος θέλησε να ενσωματώσει το ακίνητο αυτό στην λοιπή ιδιοκτησία του, αφού είναι ιδιοκτήτης ομόρων ακινήτων και έτσι εμπόδισε το έτος 2007 τον τοπογράφο μηχανικό που είχαν στείλει οι αρχικώς ενάγουσες για την τοπογράφηση του επιδίκου, αμφισβητώντας την κυριότητα των εναγόντων επ' αυτού. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στους τίτλους των εναγόντων και ότι αυτοί απέκτησαν την κυριότητα με παράγωγο και με πρωτότυπο τρόπο, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, ως προς το ποσοστό συγκυριότητας των εναγόντων, δεκτών γενομένων εν μέρει ως βασίμων του δευτέρου, τρίτου και τετάρτου λόγου έφεσης, σχετικά με τη συμμετοχή του Α.
Β. στη διανομή του 1948 και την άσκηση πράξεων νομής και πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, ως προς το ποσοστό συγκυριότητας των εναγόντων επί του επιδίκου. ... .". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχτηκε κατ' ουσίαν την έφεση του εναγόμενου δικαιοπάροχου των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε και αναδίκασε την αγωγή, έκανε αυτή εν μέρει δεκτή και αναγνώρισε (περιόρισε) το δικαίωμα συγκυριότητας εκάστου των αναιρεσειόντων στο 1/9 του ένδικου ακινήτου αντί του 1/3 που το είχε προσδιορίσει το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.
Ωστόσο, με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου (βυζαντινορωμαϊκού και Α.Κ.) που προαναφέρθηκαν, τις οποίες εσφαλμένα εφήρμοσε σε σχέση με την κτήση της ιδιότητας του κληρονόμου του απώτατου δικαιοπαρόχου των διαδίκων μερών (Γ. Β. του Ν.) εκ μέρους του παππού των αναιρεσιβλήτων (Α.
Β. του Γεωργίου) και την εντεύθεν κτήση της ιδιότητας του συγκύριου του επίδικου ακινήτου. Συγκεκριμένα, το Εφετείο δέχτηκε ότι ο ανωτέρω Γ. Β. του Ν. απεβίωσε αδιάθετος το έτος 1941, δηλαδή πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23.02.1946), καθώς και ότι ο παππούς των αναιρεσιβλήτων (εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικώς εναγομένου) Α.
Β. του Γεωργίου και ενήλικος γιός του ως άνω αποβιώσαντος (Γ. Β.) κατέστη συγκληρονόμος αυτού και, κατά νομική αναγκαιότητα, συγκύριος και συννομέας του επιδίκου ακινήτου κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου. Παρά το ότι όμως ο θάνατος του ως άνω Γ. Β. του Ν. είχε επέλθει πριν από την εισαγωγή του ΑΚ και ως εκ τούτου θα έπρεπε ο δικαιοπάροχος (παππούς) των αναιρεσιβλήτων Α.
Β. του Γεωργίου να έχει αναμιχθεί ρητά ή σιωπηρά στην κληρονομία του πατέρα του, ώστε να αποκτήσει την ιδιότητα του συγκληρονόμου αυτού, το Εφετείο εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου για την απόκτηση εκ μέρους του τελευταίου (Α. Β.) της ιδιότητας του συγκληρονόμου του πατέρα του, παρά το ότι δεν περιλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραδοχές για τη συνδρομή στην παρούσα περίπτωση του στοιχείου αυτού του νόμου και ειδικότερα της υπεισελεύσεως του τελευταίου στην κληρονομία με σχετική δήλωση, είτε ρητή είτε σιωπηρή.
Συνεπώς, το Εφετείο προέβη στην εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, παρότι δεν συνέτρεχαν όλες οι ως άνω προϋποθέσεις εφαρμογής τους, δηλαδή υπήγαγε την παρούσα ατομική περίπτωση στο λόγο της μείζονος προτάσεως του δικανικού συλλογισμού, μολονότι δεν ταυτίζονταν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα αυτής με τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του λόγου της μείζονος πρότασης και έτσι υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (υπαγωγικό σφάλμα) και, για τον λόγο αυτό, πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί, κατά παραδοχή του πρώτου σκέλους του δεύτερου λόγου του αναιρετηρίου.
Η αναιρετική εμβέλεια δε του λόγου αυτού στο σύνολο της προσβαλλόμενης με την αναίρεση αποφάσεως (Α.Π. 181/2018, Α.Π. 146/2018, Α.Π. 204/2017, Α.Π. 1840/2007), καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των ετέρου σκέλους του αυτού λόγου και των υπόλοιπων λόγων της αναιρέσεως, που επιχειρείται να θεμελιωθούν στους αριθμούς 1, 8 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., η παραδοχή των οποίων οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα (αναίρεση της αποφάσεως).
Μετά από αυτά, πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που την εξέδωσαν (άρθρο 580§3 Κ.Πολ.Δ.). Τα δικαστικά έξοδα των, δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου καταθεσάντων προτάσεις, αναιρεσειόντων, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός τους, πρέπει, λόγω της ήττας των αναιρεσιβλήτων, να επιβληθούν εις βάρος των δεύτερων (άρθρα 176, 183, 191§2 Κ.Πολ.Δ.) και το κατατεθέν, για την παραδεκτή άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, παράβολο να επιστραφεί στους καταθέσαντες (άρθρο 495§3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 48/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρεθείσα απόφαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων προσδιορίζει δε το ποσό αυτών σε τρεις χιλιάδες ευρώ (3.000,00€). Και Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ