Supreme Court dismisses appeal regarding inadmissibility due to expired statute of limitations, ruling it was suspended by court holidays.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Third Instance Court's decision declaring the State's claim inadmissible due to an expired statute of limitations. The State argued the limitation period had passed, while the lower court had rejected the claim on procedural grounds. The Court ruled that the limitation period was suspended during court holidays, meaning the deadline had not expired when the State filed its request.
Legislator headnote
AI generatedArticles 11(2) of the Code of Organization of Courts; The statute of limitations is suspended during court holidays, and thus a limitation period that expired during such holidays does not expire until the holiday ends.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 374 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 374/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αντώνιο Αντωνίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων:
1.Η. Κ. του Δ. (ΚΠ …),
2. Κ. Α., κατοίκου … (ΚΠ …),
3. Χ. Π. του Α. (ΚΠ …),
4. Ι. Ε., κατοίκου … (ΚΠ …),
5. κληρονόμων Κ. Α., κατοίκων ... (ΚΠ …),
6. Γ. Κ. του Κ., κατοίκου … (ΚΠ …),
7. Ε. Ε., κατοίκου … (ΚΠ …),
8. Ε. Η. & 9. Κ. Η., κατοίκων … (ΚΠ …),
10. Ι. Τ. του Π. (ΚΠ …),
11. Γ. Τ., κατοίκου … (ΚΠ …),
12. Ι. Β., κατοίκου ... (ΚΠ …),
13. Ι. Δ. του Ι., κατοίκου … (ΚΠ …),
14. Γ. Κ. του Κ., κατοίκου … (ΚΠ …),
15. Α. Π. (ΚΠ …),
16. Β. Κ. (ΚΠ …),
17. Ά. Β., κατοίκου ... Έβρου (ΚΠ …),
18. Π. Μ., κατοίκου ... Έβρου (ΚΠ …),
19. Γ. Μ., κατοίκου ... Έβρου (ΚΠ …),
20. Κ. Κ. του Ν., κατοίκου ... Έβρου (ΚΠ …, …),
21. κληρονόμων Φ. Κ., κατοίκων ... Έβρου (ΚΠ …),
22. Ι. Α., κατοίκου ... Έβρου (ΚΠ …),
23. Α. Κ., κατοίκου ... Έβρου (ΚΠ …),
24. Σ. Κ., κατοίκου ... Έβρου (ΚΠ …),
25. Π. Α. του Β., κατοίκου ... Έβρου (ΚΠ …),
26. Δ. Θ. του Α., κατοίκου ... Έβρου (ΚΠ …),
27. Μ. Κ., κατοίκου ... Έβρου (ΚΠ …),
28. Κ. Τ. του Ν., κατοίκου ... Έβρου (ΚΠ …),
29. Γ. Τ., κατοίκου ... Έβρου (ΚΠ …),
30. Α. χήρας Ν. Τ., κατοίκου ... Έβρου (ΚΠ …),
31. Ν. Ε. του Ι., κατοίκου … (ΚΠ …),
32. Β. Ε. του Ι., κατοίκου … (ΚΠ …),
33. Κ. Ε. του Ι., κατοίκου … (ΚΠ …),
34. Ι. Μ. του Β., κατοίκου … (ΚΠ …),
35. Γ. Χ. του Ι., κατοίκου … (ΚΠ …),
36. Α. Δ. του Α. (ΚΠ …),
37. Ι. Δ. του Ι., κατοίκου … (ΚΠ …),
38. Ε. χήρας Γ. Κ., κατοίκου … (ΚΠ …),
39. Δ. Κ. του Γ., κατοίκου … (ΚΠ …),
40. Χ. Κ. του Γ., κατοίκου … (ΚΠ …),
41. Ι. Κ. του Γ., κατοίκου … (ΚΠ …),
42. Α. χήρας Κ. Κ. (ΚΠ …),
43. Φ. Κ. του Μ. (ΚΠ …),
44. Ι. Κ. του Μ. (ΚΠ …),
45. Α. Μ. του Π. (ΚΠ …),
46. Μ. Μ. του Α. (ΚΠ …),
47. Χ. Μ. του Α. (ΚΠ …),
48. Μ. συζ. Ν. Π., κατοίκου … (ΚΠ …),
49. Ζ. χήρας Γ. Τ. (ΚΠ …),
50. Χ. Τ. του Γ. (ΚΠ …),
51. Σ. Τ. του Ν. (ΚΠ …),
52. Γ. Τ. του Νικολάου (ΚΠ …),
53. Α. Β. του Ζ. (ΚΠ …),
54. Σ. Μ., κατοίκου ... (ΚΠ …),
55. Θ. Τ. του Ι. (ΚΠ …),
56. Α. Δ. (ΚΠ ...),
57. Ν. Π. του Η., κατοίκου … (ΚΠ …),
58. Δ. χήρας Β. Μ.,
59. Κ. Μ. του Β.,
60. Ι. Μ. του Β.,
61. Κ. Α. του Σ.,
62. Ι. Τ. του Χ.,
63. Ι. Σ. του Χ. και
64. Β. Κ. του Ι., κατοίκων …, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10.03.2003 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 188/2002 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Θράκης και συνεκδικάστηκε με τις διά των προτάσεων ασκηθείσες ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.
Εκδόθηκε η 13/2004 απόφαση του Εφετείου Θράκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 11.01.2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευστάθιος Νίκας διάβασε την από 15.03.2019 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αντωνίου Τσαλαπόρτα, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η από 11.01.2005 (αρ. καταθ. 2/13-1-2005) αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 13/2004 απόφασης του Εφετείου Θράκης, κατά παραδοχή του μοναδικού της λόγου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[Ι] Κατά τη διάταξη του άρθρ. 553 παρ. 1 περ. β ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (ΟλΑΠ 15/2001, ΑΠ 682/2019 – ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1470/2003), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ’ αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513 παρ. 1 εδ.
β’ περ. β` ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (ΟλΑΠ 11/1998, ΑΠ 682/2019 – ΝΟΜΟΣ), δηλαδή, καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 682/2019 – ΝΟΜΟΣ ΑΠ 1163/2017, ΑΠ 242/ 2015, ΑΠ 180/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, αναφορικά με την τελεσιδικία της προσβαλλόμενης 13/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης (με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η από 19.09.2003 και με αρ. κατάθ. 40/2003 αίτηση του τώρα αναιρεσείοντος περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης κατώτερης από αυτήν που είχε προσδιοριστεί με την υπ’ αρ. 188/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης) που αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης της αίτησης αναίρεσης (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) αυτής προκύπτει, ότι είχε εκδοθεί ερήμην των 1, 2, 3, 4, 5 (που δεν είναι διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη), 6, 7, 8, 9β, 11, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 23, 24, 25, 26, 27, 28, 29, 30 (που επίσης δεν είναι διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη ), 39, 40, 41, 42, 44, 45, 46, 47, 48, 57 και 58 καθ’ών η αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου - αιτούντος τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης - ήδη αντιστοίχως 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 11, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 24, 25, 26, 27, 28, 29, 38, 39, 40, 41, 42, 43, 44, 45, 46, 47, 55 και 56 αναιρεσιβλήτων και κατ’ αντιμωλία των λοιπών διαδίκων. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του ως άνω δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι και τότε καθ’ ών η αίτηση δικάστηκαν σαν παρόντες σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 1 σε συνδ. 20 παρ. 3 και 22 παρ. 1 Ν. 2882/2001 (βλ. σελ. 8 της προσβαλλόμενης απόφασης).
Συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, κατ’ άρθρ. 553 παρ. 1 περ. β’ ΚΠολΔ, διότι στην παρούσα ειδική διαδικασία του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (Ν. 2882/2001) δεν εφαρμόζεται η Αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, αφού σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 εδ. α` του Ν. 2882/2001 κατά της απόφασης του Εφετείου περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης επιτρέπεται μόνο το ένδικο μέσο της αναίρεσης και, συνακόλουθα, όχι και εκείνο της ανακοπής ερημοδικίας του άρθρου 501 ΚΠολΔ (ΑΠ 682/2019 – ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1259/2017).
[ΙΙ] Κατά την διάταξη του άρθρ. 22 παρ. 4 του ν. 2882/2001 όπως αυτή προστέθηκε με την διάταξη του άρθρ. 131 παρ. 2 του ν. 4070/2012, «σε περίπτωση που ο αριθμός των αναιρεσιβλήτων υπερβαίνει τους είκοσι (20) η κλήτευσή τους στη δίκη μπορεί να διενεργηθεί κατά τις διατάξεις του δεύτερου, τρίτου και τέταρτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρ. 19, ήτοι η αίτηση μαζί με την πράξη προσδιορισμού της δικασίμου τοιχοκολλάται, δεκαπέντε, τουλάχιστον, πλήρεις ημέρες πριν από τη δικάσιμο στο κατάστημα του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και στο κατάστημα του δήμου ή της κοινότητας στην περιφέρεια των οποίων βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα.
Η τοιχοκόλληση πιστοποιείται με έκθεση που συντάσσεται από το γραμματέα του δικαστηρίου και το γραμματέα του δήμου ή της κοινότητας, αντιστοίχως. Η ειδοποίηση, στην οποία μνημονεύονται το δικαστήριο στο οποίο απευθύνεται η αίτηση, η τοιχοκόλληση αυτής, η δικάσιμος, περίληψη του αιτήματος και περίληψη της απαλλοτριωτικής πράξης, δημοσιεύεται δεκαπέντε τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη δικάσιμο, σε τρεις (3) ημερήσιες εφημερίδες που εκδίδονται στην Αθήνα ή σε δύο που εκδίδονται στην Αθήνα και σε μία (1) που εκδίδεται στη Θεσσαλονίκη, όταν η απαλλοτριούμενη έκταση ή το μεγαλύτερο τμήμα αυτής βρίσκεται στα όρια αρμοδιότητας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας Θράκης, καθώς και σε μία (1) εφημερίδα που εκδίδεται στην πρωτεύουσα του νομού στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η απαλλοτριούμενη έκταση ή το μεγαλύτερο μέρος αυτής.
Εάν η συζήτηση αναβληθεί για σοβαρό λόγο κατά την παράγραφο 6, δεν απαιτείται η επανάληψη της ανωτέρω διαδικασίας, εκτός αν ο λόγος της αναβολής συνίσταται στην πλημμελή, ατελή ή εκπρόθεσμη πραγματοποίηση των παραπάνω δημοσιεύσεων». (ΑΠ 210/2019 – ΝΟΜΟΣ).
Κατά την διάταξη του άρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 682/2019 – ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 242/2015, ΑΠ 546/2015, ΑΠ 1726/2013) σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ’ και δ’ ΚΠολΔ που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ. β’ του ιδίου κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που θα συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση, βέβαια, της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής, συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι, ότι, ο απολιπόμενος ή μη νομίμως παριστάμενος, κατά τη μετ` αναβολή συζήτηση, διάδικος, είχε επισπεύσει, εγκύρως, τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως ( ΑΠ 210/2019 – ΝΟΜΟΣ ).
Στην προκειμένη περίπτωση τη συζήτηση της κρινόμενης από 11.01.2005 και με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 2/13-1- 2005 αιτήσεως αναιρέσεως επισπεύδει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, κατά την διαδικασία του άρθρ. 22 παρ. 4 του ν. 2882/2001 όπως αυτή προστέθηκε με την διάταξη του άρθρ. 131 παρ. 2 του ν. 4070/2012 αφού, οι αναιρεσίβλητοι υπερβαίνουν τους 20.
Από τα πρακτικά της δίκης και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα, που επισκοπούνται παραδεκτά, προκύπτει ότι η κρινόμενη από 11.01.2005 και με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 2/13-1- 2005 αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αριθμ. 13/2004 οριστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (Ν. 2882/2001), είχε προσδιοριστεί ενώπιον του Δ’ Τμήματος του Αρείου Πάγου αρχικά για τη δικάσιμο της 05.04.2019 με αυξ.
αριθμό πινακίου 8, και μετ’ αναβολή για τη δικάσιμο της 03.04.2020 με αύξ. αριθμό πινακίου 11, όπως προκύπτει από την από 27.06.2018 Πράξη του τότε Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Δ’ Τμήματος του Αρείου Πάγου ως αρμοδίου για εκδίκαση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, την από 27.06.2018 Πράξη της τότε Προέδρου του Δ’ Τμήματος του Αρείου Πάγου περί ορισμού δικασίμου της 05.04.2019 σε συνδυασμό με την παρά πόδας αυτής βεβαίωση του Γραμματέως του Αρείου Πάγου Χρ.
Πήτα, και το υπό του αναιρεσείοντος προσκομισθέν από 24.05.2019 ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο της με αρ. πρωτ. 82 από 15.05.2019 βεβαίωσης αναβολής του Γραμματέως του Δ’ Τμήματος του Αρείου Πάγου Αθαν. Λιάπη.
Από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα ήτοι:
(1) την από 05.06.2019 έκθεση τοιχοκόλλησης στον πίνακα δημοσιεύσεων του Αρείου Πάγου,
(2) την από 03.06.2019 έκθεση τοιχοκόλλησης του υπαλλήλου του Δήμου Αλεξανδρούπολης Π. Σ. στον πίνακα δημοσιεύσεων του Δήμου Αλεξανδρούπολης (αρ. πρωτ. Ν.Σ.Κ. …-1367/6-6-2019 ), στις οποίες βεβαιώνεται (αντιστοίχως), στην μεν πρώτη, ότι τοιχοκολλήθηκε στον πίνακα δημοσιεύσεων του Αρείου Πάγου, και, στην δεύτερη, στον πίνακα δημοσιεύσεων του Δήμου Αλεξανδρούπολης του Νομού Έβρου επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου κατά των αναιρεσιβλήτων, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθμ. 13/2004 οριστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, καθώς και η συνημμένη σε αυτήν από 15.05.2019 βεβαίωσης αναβολής του Γραμματέως του Δ’ Τμήματος του Αρείου Πάγου Αθαν. Λιάπη ότι η συζήτηση της άνω αιτήσεως ορίστηκε, μετά από αναβολή, από την δικάσιμο της 03.04.2020, με αριθμό πινακίου 11, ενώπιον του Δ’ Τμήματος του Αρείου Πάγου, όπως και
(3) από τα φύλλα των κατωτέρω εφημερίδων, ήτοι το προσκομιζόμενο υπ’ αρ. …/27-7-2019 φύλλο της ημερήσιας πρωινής οικονομικής εφημερίδας «ΓΕΝΙΚΗ ΔΗΜΟΠΡΑΣΙΩΝ», που εκδίδεται στην Αθήνα• το προσκομιζόμενο υπ’ αρ. …/30-7-2019 φύλλο της ημερήσιας πρωινής οικονομικής εφημερίδας «ΗΧΩ ΤΩΝ ΔΗΜΟΠΡΑΣΙΩΝ», που εκδίδεται επίσης στην Αθήνα• το προσκομιζόμενο υπ’ αρ.
…/30-7-2019 φύλλο της ημερήσιας πολιτικής και οικονομικής εφημερίδας «Ο ΛΟΓΟΣ», που εκδίδεται επίσης στην Αθήνα• το προσκομιζόμενο υπ’ αρ. …/30-7-2019 φύλλο της ημερήσιας εφημερίδας Θράκης «ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΘΡΑΚΗ», που εκδίδεται στην Αλεξανδρούπολη, στις οποίες δημοσιεύεται ειδοποίηση–κλήση του Ελληνικού Δημοσίου προς τους αναιρεσίβλητους να παραστούν κατά την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως την 03.04.2020 ημέρα Παρασκευή και ώρα 9.30 π.μ.
–οπότε συζητείται μετ’ αναβολήν από την αρχική δικάσιμο της 05.04.2019 και με αριθμό πινακίου 11 ενώπιον του Δ’ τμήματος του Αρείου Πάγου, η κρινόμενη από 11.01.2005 και με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 2/13-1-2005 αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου κατά των αναιρεσιβλήτων, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθμ. 13/2004 οριστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, εκδοθείσα επί της από 40/2003 αιτήσεως του αναιρεσείοντος, περί ορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως για τα ακίνητα που απαλλοτριώθηκαν με την 1000779/295/0010/23-1-2001 Κ.Υ.Α., των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ (Δ'77), για την κατασκευή τεσσάρων ανισόπεδων διαβάσεων της Εγνατίας Οδού, στο τμήμα «...» έκτασης συνολικά 43.642 τ.μ., στον Νομό Έβρου, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η από 19.09.2003 και με αρ.
κατάθ. 40/2003 αίτηση του τώρα αναιρεσείοντος περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης κατώτερης από αυτήν που είχε προσδιοριστεί με την υπ’ αρ. 188/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης καθώς και περίληψη του αιτήματος και περίληψη της απαλλοτριωτικής πράξεως –
προκύπτει ότι άπαντες οι 64 αναιρεσίβλητοι έλαβαν νομίμως και εμπροθέσμως γνώση του περιεχομένου και της ημερομηνίας συζητήσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως για την 03.04.2019, οπότε αναβλήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο για την 03.04.2020 ημέρα Παρασκευή και ώρα 9.30 π.μ., με αριθμό πινακίου 11 ενώπιον του Δ’ τμήματος του Αρείου Πάγου, οπότε η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης ματαιώθηκε, προσδιορίστηκε δε αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ. 2 του ν. 4690/30-5-2020 (ΦΕΚ Α' 104), με την από 14.07.2020 Πράξη της Προέδρου του Δ’ Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας δικασίμου της 06.11.2020, με την παρά πόδας αυτής εγγραφή πινακίου με αυξ. αρ. 36, κατά την οποία συζητήθηκε η ένδικη αίτηση αναίρεσης, με γνωστοποίηση της ημερομηνίας της νέας αυτής δικασίμου της 6ης.11.2020 με ανάρτησή της στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr, στο site του Αρείου Πάγου www.areiospagos.gr, στην διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων portal.olomeleia.gr και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους προς ενημέρωση των διαδίκων.
Οι αναιρεσίβλητοι ωστόσο δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την προσδιορισθείσα αυτεπαγγέλτως δικάσιμο αυτή. Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι η αναβολή της υπόθεσης εκ του πινακίου θεωρείται ως κλήτευση προς όλους τους διαδίκους, θα πρέπει σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω εκτεθέντα στην μείζονα σκέψη της παρούσης, αφού οι απολιπόμενοι αναιρεσίβλητοι κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, πλην όμως δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την εν λόγω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ, να δικαστούν ερήμην, να ερευνηθεί όμως η υπόθεση ως εάν είναι παρόντες.
[III] Κατά τις διατάξεις του άρθρου 12 παρ.1 και 2 του ν. 2298/1995, όπως οι παράγραφοι αυτές αντικαταστάθηκαν με τα άρθρα 28 παρ.3 του ν. 2579/1998 ( Α’ 31/17.2.1998 ) και 42 του ν. 2721/1999, αντίστοιχα, οι οποίες έχουν εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση, λόγω του χρόνου άσκησης της ένδικης από 11.01.2005 και με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 2/13-1-2005 αιτήσεως αναιρέσεως, καθόσον το άρθρο 12 του πιο πάνω νόμου έχει καταργηθεί με το άρθρο 13 παρ.9 του ν. 3790/2009, με έναρξη ισχύος 07.08.2009, σύμφωνα με το άρθρο 21 του νόμου αυτού (ΑΠ 501/2020, ΑΠ 471/2017, ΑΠ 109/2016, ΑΠ 26/2011, ΑΠ 1917/2005):
«1. Μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την άσκηση αναίρεσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου από μέρους του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, του οποίου η νομική υπηρεσία και η δικαστική εκπροσώπηση διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (Ν.Σ.Κ.) ή από μέλη του, το αναιρεσείον, με επιμέλεια του υπογράφοντος το αναιρετήριο δικαστικού πληρεξουσίου, αποστέλλει στο Ν.Σ.Κ. αντίγραφο του αναιρετηρίου, των προσβαλλόμενων αποφάσεων, των εισαγωγικών εγγράφων της κύριας δίκης και των παρεμπιπτουσών δικών, καθώς και των προτάσεων των διαδίκων.
2. Το κατά την επόμενη παράγραφο αρμόδιο τμήμα του Ν.Σ.Κ., μέσα σε τρεις (3) μήνες από την άσκηση της αναίρεσης, αποφαίνεται αιτιολογημένα για το κατά τη γνώμη του παραδεκτό της και για το παραδεκτό και βάσιμο τουλάχιστον ενός από τους λόγους της, λαμβάνοντας πάντοτε υπόψη και τη νομολογία του οικείου δικαστηρίου. Αν μέσα στην ανωτέρω προθεσμία των τριών (3) μηνών ο εξουσιοδοτημένος δικαστικός πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος δεν καταθέσει στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο έχει κατατεθεί η αναίρεση, κυρωμένο αντίγραφο θετικής γνώμης, η αίτηση αναίρεσης θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και δεν διαβιβάζεται στο Δικαστήριο που απευθύνεται. Η υπόθεση εισάγεται προς συζήτηση μόνο ως προς τους λόγους του αναιρετηρίου, ως και τους τυχόν προσθέτους, για τους οποίους υπάρχει ήδη θετική γνώμη του αρμόδιου τμήματος του Ν.Σ.Κ».
Στην προκείμενη περίπτωση εισάγεται προς συζήτηση η από 11.01.2005 και με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 2/13-1-2005 αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου, του οποίου η νομική υπηρεσία και η δικαστική εκπροσώπηση διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (Ν.Σ.Κ.), κατά τα προεκτεθέντα, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 13/2004 τελεσίδικης απόφασης του του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Όπως προκύπτει από το υπάρχον στην δικογραφία επικυρωμένο αντίγραφο του δικογράφου της η τελευταία κατατέθηκε στο Εφετείο Θράκης στις 13.01.2005, χρόνο κατά τον οποίο είχαν εφαρμογή και για το αναιρεσείον οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 12 του ν. 2298/1995, όπως αυτό ίσχυε πριν από την κατάργησή του (άρθρο 13 παρ. 9 και 21 ν.3790/2009 - ΦΕΚ Α’ 143/07-08-2009), περαιτέρω δε από τα στοιχεία του ίδιου φακέλου προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως συνοδεύεται από το προβλεπόµενο, στην παρ. 2 του άρθρου 12 του άνω νόµου, κυρωµένο αντίγραφο θετικής γνώµης του αρµοδίου τµήµατος του Ν.Σ.Κ., ως προς το παραδεκτό αυτής και το παραδεκτό και βάσιµο, του µοναδικού λόγου της.
[IV] Στην προκείμενη περίπτωση με τον µοναδικό λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης προβάλλεται από το αναιρεσείον Ελληνικό δηµόσιο η από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια µε την επίκληση ότι, παρά το νόµο, η προσβαλλοµένη απόφαση απέρριψε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσµη) την από το ίδιο ασκηθείσα αίτηση για καθορισµό οριστικής µονάδος αποζηµίωσης, δεχθείσα, (εσφαλµένως, κατά την προβαλλόµενη αιτίαση) ότι η εν λόγω αίτηση δεν ασκήθηκε εντός της εξαµήνου αποσβεστικής προθεσµίας που θέτει ό νόµος προς άσκησή της σύµφωνα µε το άρθρο 20 παρ 4 περ. α’ του Ν. 2882/2001.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 452/2018, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 67/2015, ΑΠ 902/ 2008). Μέσω του λόγου αυτού ελέγχεται και το παραδεκτό της άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσης (ΑΠ 452/2018 – ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων έφεσης, καθώς και το παραδεκτό των ανακοπών (αρθρ. 583 επ., 632, 933, 979 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 20 του Ν. 2882/2001, προκειµένου να προσδιοριστεί οριστική τιµή µονάδος αποζηµιώσεως απαλλοτριωθέντος ακινήτου, κάθε ενδιαφερόµενος δικαιούται µέσα σε τριάντα (30) ηµέρες από την κοινοποίηση της απόφασης του προσωρινού προσδιορισµού τιµής µονάδος και σε κάθε περίπτωση εντός προθεσμίας έξι (6) µηνών από τη δηµοσίευση της απόφασης του Μονοµελούς Πρωτοδικείου, να ζητήσει από το αρµόδιο Εφετείο στην περιφέρεια του οποίου ευρίσκεται η απαλλοτριωθείσα έκταση ή το µεγαλύτερο αυτής µέρος, με αίτησή του που κατατίθεται στη γραμματεία του εφετείου, να καθοριστεί η οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως (παρ. 1 και 2) τον οριστικό προσδιορισµό της αποζηµίωσης (παρ. 1-2) (ΟλΑΠ 32/2007 ).
Ο πρόεδρος του Εφετείου ορίζει δικάσιµο, σε χρόνο όχι βραχύτερο των τριάντα (30) ηµερών ούτε βραδύτερο των σαράντα (40) ηµερών, από την κατάθεση της αίτησης στη γραµµατεία του Εφετείου, η δε αίτηση επιδίδεται µε επιµέλεια του αιτούντος, σε εκείνους κατά των οποίων απευθύνεται, μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από τον ορισμό της δικασίμου και πάντως δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, διαφορετικά η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη (παρ. 3).
Από την τελευταία αυτή διάταξη, στην οποία δεν επαναλαμβάνεται η διατύπωση της παρ. 3 του άρθρου 19 του Ν.Δ. 797/1971, με την οποία ρητά επιβαλλόταν η κοινοποίηση της αίτησης με την πράξη ορισμού, από τον πρόεδρο, δικασίμου εντός της προθεσμίας του εξαμήνου, προκύπτει ότι στη βούληση του νομοθέτη με τη νέα ρύθμιση είναι να περιοριστούν τα απαράδεκτα, μόνο στην περίπτωση κατά την οποία δεν κατατεθεί η αίτηση στο αρμόδιο Εφετείο εντός των πιο πάνω αποκλειστικών προθεσμιών και δεν κοινοποιηθεί σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται, δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισθείσα από τον πρόεδρο Εφετών δικάσιμο (ΟλΑΠ 32/2007 ).
Με τη νέα, δηλαδή, διάταξη αυτή, που απηχεί τα ισχύοντα επί διοικητικών διαφορών για την απεμπλοκή των διαδίκων από τα δικονομικά απαράδεκτα, αποσυνδέθηκε η υποχρέωση επίδοσης της αίτησης εντός του εξαμήνου και αρκεί μόνη η κατάθεσή της εντός αυτής της προθεσμίας, ολοκληρώνεται δε η «άσκησή» της, η οποία στα πλαίσια του αστικού δικονομικού δικαίου περιλαμβάνει και την επίδοση, με την κοινοποίηση της αίτησης στην προθεσμία των 15 ημερών πριν από την ορισθείσα δικάσιμο.
Αν δεν χωρήσει επίδοση εντός του τελευταίου αυτού χρονικού ορίου, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη και η προσδιορισθείσα από το μονομελές πρωτοδικείο τιμή μονάδος καθίσταται οριστική. Η νέα αυτή ρύθμιση προσιδιάζει και προς τη φύση της αιτήσεως για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος, η οποία, χωρίς να έχει την έννοια και τη φύση ενδίκου μέσου, οδηγεί στην επανεξέταση της υποθέσεως από το εφετείο για το διάδικο εκείνο που δεν αποδέχεται την προσδιορισθείσα από το μονομελές πρωτοδικείο προσωρινή τιμή μονάδος και τη βούλησή του αυτή εκδηλώνει με την εμπρόθεσμη άσκηση της αίτησης στο αρμόδιο εφετείο (ΟλΑΠ 32/2007, ΑΠ 485/2011 – ΝΟΜΟΣ ).
Ο τυχόν ορισμός της δικασίμου από τον πρόεδρο του εφετείου, λόγω του μεγάλου αριθμού εκκρεμουσών υποθέσεων (υπερπλήρωση πινακίων) σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο από την οριζόμενη προθεσμία των σαράντα ημερών από την κατάθεση της αίτησης, δεν μπορεί να αποβαίνει σε βάρος του αιτούντος, ο οποίος έπραξε τα καθ’ εαυτόν και συμμορφώθηκε με τα υπό του νόμου οριζόμενα με την εμπρόθεσμη, από μέρους του, κατάθεση στη γραμματεία του δικαστηρίου της αίτησης.
Το παραδεκτό, δηλαδή, ή όχι της αίτησης, δεν μπορεί να εξαρτάται από τη δυνατότητα του δικαστηρίου να προσδιορίζει εντός ή εκτός του εξαμήνου τη δικάσιμο, αλλά μόνο από τον αν ο ίδιος ο διάδικος κοινοποίησε την αίτηση 15 ημέρες πριν από την ορισθείσα δικάσιμο, όποτε αυτή προσδιοριστεί. Αιτίαση σε βάρος του αιτούντος για ενδεχόμενη από μέρους του προσπάθεια παρέλκυσης της σχετικής διαδικασίας οριστικού προσδιορισμού της τιμής μονάδος, δεν μπορεί να αποδοθεί, αφού για την τυχόν βραδύτητα στον προσδιορισμό τον ίδιο δεν βαρύνει καμιά ευθύνη. (ΟλΑΠ 32/2007, ΟλΑΠ 27/2006, 28/2006).
Εξάλλου κατά το άρθρο 11 του Κωδ. Δ/τος της 26-6/10.07.1944 περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου, η οποία διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ., σε όλες τις δίκες του Δημοσίου ουδεμία απολύτως προθεσμία τρέχει σε βάρος του κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, ήτοι από 1/7 έως 16/9 κάθε έτους (άρθρο 11 παρ. 2 Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων) οι δε αρξάμενες προθεσμίες αναστέλλονται. Η καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή του άρθρου 11 του Κ.Δ. της 26-6/10.07.1944, αναστολή, αποτελεί προνόμιο που απολαμβάνει τόσον το Δημόσιο, όσον και οι εκάστοτε αντίδικοί του (ΟλΑΠ 12/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, σε σχέση με τον προαναφερθέντα μοναδικό λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και από τα προσκομισθέντα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται για την έρευνα της βασιμότητας των προβαλλόμενων λόγων αναίρεσης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), με την 1000779/295/0010/23-1-2001 Κ.Υ.Α., των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ (Φ.Ε.Κ. 77/ Δ’/02-02-2001 ), κηρύχτηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για την κατασκευή τεσσάρων ανισόπεδων διαβάσεων της Εγνατίας Οδού, στο τμήμα «...» έκτασης συνολικά 43.642 τ.μ., στον Νομό Έβρου.
Το (τώρα αναιρεσείον) Ελληνικό Δημόσιο άσκησε ενώπιον του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης την από 09.10.2001 και με αρ. κατάθ. 2096/246/11.10.2001 αίτησή του, με την οποία ζητούσε τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδος αποζηµίωσης των ακινήτων και των επικείμενων που περιγράφονταν στην αίτησή του, τα οποία απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για λόγους δημοσίας ωφελείας με την ως άνω Κ.Υ.Α., των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ.
Επί της ως άνω αίτησης εξεδόθη η υπ’ αρ. 188/2002 απόφαση του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης με την οποία προσδιορίσθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης η αναφερόμενη στην απόφαση εκείνη προσωρινή τιμή μονάδος αποζηµιώσεως των απαλλοτριωθέντων αναγκαστικά ακινήτων και των επικείμενων τους. Η προαναφερόμενη υπ’ αρ. 188/2002 απόφαση του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης δημοσιεύτηκε στις 11.09.2002, ήτοι κατά την διάρκεια των δικαστικών διακοπών [από 01.07 έως 16.09 κάθε έτους (άρθρο 11 παρ. 2 Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων)], και ουδέποτε επιδόθηκε στους διαδίκους.
Στην συνέχεια το τώρα αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο κατέθεσε στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου στις 14.03.2003 την από 10.03.2003 υπ’ αρ. 40/14.03.2003 αίτησή του για τον προσδιορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως για τα περιγραφόμενα σε αυτήν ακίνητα και τα επικείμενά τους που είχαν απαλλοτριωθεί αναγκαστικώς με την προαναφερθείσα 1000779/295/0010/23-1-2001 Κ.Υ.Α., των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ (Φ.Ε.Κ. 77/Δ’/02-02-2001 ), η οποία προσδιορίστηκε από τον Πρόεδρο του Εφετείου Θράκης για την δικάσιμο της 19.09.2003 και επιδόθηκε στους καθ’ ών στις 11,12,13 και 18 Αυγούστου 2003, δηλαδή 31 ημέρες πριν την ως άνω προσδιορισθείσα δικάσιμο.
Κατά τα ανωτέρω στην μείζονα σκέψη της παρούσης εκτεθέντα, η προαναφερθείσα από 10.03.2003 υπ’ αρ. 40/14.3.2003 αίτηση του τώρα αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, για τον προσδιορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως των περιγραφόμενων σε αυτήν απαλλοτριωθέντων ακινήτων και των επικειμένων τους, κατατέθηκε παραδεκτά εντός της αρχόμενης στις 16.09.2002 εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας από τη δημοσίευση στις 11.09.2002 (ήτοι κατά την διάρκεια των δικαστικών διακοπών) της (μη κοινοποιηθείσας στους διαδίκους) υπ’ αρ. 188/2002 απόφασης του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης περί προσδιορισμού της προσωρινής τιμής μονάδος αποζημιώσεως, λαμβανομένου υπ’ όψη ότι κατά το άρθρο 11 του Κωδ. Δ/τος της 26-6/10.07.1944 περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, σε όλες τις δίκες του Δημοσίου ουδεμία απολύτως προθεσμία τρέχει σε βάρος του κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, ήτοι από 01.07 έως 16.09 κάθε έτους (άρθρο 11 παρ. 2 Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων) οι δε αρξάμενες προθεσμίες αναστέλλονται.
Επί της ως άνω από 10.03.2003 υπ'αρ. 40/ 14.3.2003 αίτησης του τώρα αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου για τον προσδιορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως των περιγραφόμενων σε αυτήν απαλλοτριωθέντων ακινήτων και των επικειμένων τους εξεδόθη η προσβαλλομένη υπ’ αρ. 13/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης που έκρινε ότι η ως άνω αίτηση του τώρα αναιρεσείοντος δεν ασκήθηκε εντός της αποσβεστικής προθεσμίας του εξαμήνου από τη δημοσίευση της (μη κοινοποιηθείσας στους διαδίκους ) υπ’ αρ. 188/2002 απόφασης του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης και απέρριψε την ως άνω αίτηση ως απαράδεκτη.
Έτσι, που έκρινε το εφετείο, εσφαλμένα, ερμήνευσε την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 20 ν. 2882/2001, και το προπαρατεθέν άρθρο 11 του Κωδ. Δ/τος της 26-6/10.07.1944 περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, διότι, όπως ανωτέρω αναλυτικά εξετέθη, η αποσβεστική προθεσμία του εξαμήνου από τη δημοσίευση στις 11.09.2002 της (μη κοινοποιηθείσας στους διαδίκους ) υπ’ αρ. 188/2002 απόφασης του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης είχε ανασταλεί μέχρι τις 16.09.2002 λόγω δικαστικών διακοπών, άρχισε δε από την 16.09.2002, λαμβανομένου υπ’ όψη ότι κατά το άρθρο 11 του Κωδ.
Δ/τος της 26-6/10.07.1944 περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου, η οποία διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, σε όλες τις δίκες του Δημοσίου ουδεμία απολύτως προθεσμία τρέχει σε βάρος του κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, ήτοι από 01.07 έως 16.09 κάθε έτους (άρθρο 11 παρ. 2 Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων) οι δε αρξάμενες προθεσμίες αναστέλλονται.
Συνακόλουθα η ως άνω, ανασταλείσα μέχρι τις 16.09.2002, λόγω δικαστικών διακοπών αποσβεστική προθεσμία του εξαμήνου από τη δημοσίευση στις 11.09.2002 της (μη κοινοποιηθείσας στους διαδίκους ) υπ’ αρ. 188/2002 απόφασης του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, δεν είχε λήξει στις 14.03.2003, ημερομηνία κατά την οποία κατατέθηκε η από 10.03.2003 υπ’ αρ. 40/14.03.2003 αίτηση του τώρα αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου για τον προσδιορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως για τον προσδιορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως για τα περιγραφόμενα σε αυτήν ακίνητα και τα επικείμενά τους που είχαν απαλλοτριωθεί αναγκαστικώς με την προαναφερθείσα 1000779/295/0010/23-1-2001 Κ.Υ.Α., των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ (Φ.Ε.Κ. 77/Δ’/22-2-2001 ).
Αρκούσε εξάλλου για το παραδεκτό της ως άνω αίτησης, κατά τα ανωτέρω αναλυτικά στην μείζονα σκέψη της παρούσης εκτεθέντα, η κατάθεση της αίτησης στο αρμόδιο Εφετείο Θράκης εντός της προαναφερθείσας εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας και η επίδοση της στους καθούς δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες προ της πέραν του εξαμήνου προσδιορισθείσας δικασίμου, καθόσον, όπως ανωτέρω στην μείζονα σκέψη της παρούσης εξετέθη, ο τυχόν ορισμός της δικασίμου από τον πρόεδρο του εφετείου, λόγω του μεγάλου αριθμού εκκρεμουσών υποθέσεων (υπερπλήρωση πινακίων) σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο από την οριζόμενη προθεσμία των σαράντα ημερών από την κατάθεση της αίτησης, δεν μπορεί να αποβαίνει σε βάρος του αιτούντος, ο οποίος έπραξε τα καθ` εαυτόν και συμμορφώθηκε με τα υπό του νόμου οριζόμενα με την εμπρόθεσμη, από μέρους του, εντός της ως άνω εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας, κατάθεση στη γραμματεία του δικαστηρίου της αίτησης.
Είναι, επομένως, βάσιμος, κατά τα προαναφερθέντα, ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου.
Συνεπώς πρέπει κατά παραδοχή του άνω λόγου ν’ αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ), μειωμένη, όμως, κατ’ άρθρο 22 παρ. 1 του ν.3693/1957, το οποίο σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 3 του ν.2882/2001, εφαρμόζεται στην παρούσα αναιρετική δίκη, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αρ. 13/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.-
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ