374/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΚατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ.5 του α.ν. 1846/1951 "περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων", εργοδότες θεωρούνται κατ' αρχήν τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα (ιδιωτικού ή δημόσιου δικαίου) για λογαριασμό των οποίων τα υπαγόμενα στην ασφάλιση του ΙΚΑ πρόσωπα παρέχουν την εργασία τους (περ. α'). Ειδικά, όμως, για οικοδομικές εργασίες που εκτελούνται με μεσολάβηση τρίτων προσώπων (μηχανικών, εργολάβων, υπεργολάβων) ως εργοδότες θεωρούνται για μεν την καταβολή των προς το ΙΚΑ οφειλομένων εισφορών (εργοδοτικών) οι κύριοι των κτισμάτων που ανεγείρονται, συμπληρώνονται, μεταρρυθμίζονται ή κατεδαφίζονται, για δε την εφαρμογή της παρ.9 του άρθρου 26 (εφοδιασμός με ασφαλιστική ταυτότητα, τήρηση καταστάσεων κλπ.) και οι εργολάβοι ή υπεργολάβοι με τους οποίους οι εργαζόμενοι έχουν συνάψει σύμβαση εργασίας (περ.
Legislator headnote
AI generated374/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): γ'). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, προκειμένου περί οικοδομικών εργασιών, ως εργοδότης, από την άποψη της εφαρμογής των διατάξεων του νόμου περί κοινωνικών ασφαλίσεων, θεωρείται τόσο ο κύριος του έργου (πλασματικός εργοδότης) όσο και εκείνος που έχει αναλάβει τις οικοδομικές εργασίες (μηχανικός, εργολάβος, υπεργολάβος) και έχει συνάψει την εργασιακή σύμβαση με τους εργαζομένους στο οικοδομικό έργο.
Full text
Απόφαση 374 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 374/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 10η Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Χ. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Πεχλιβάνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Β. χήρας Σ. Σ., το γένος Χ. Θ., κατοίκου ..., ατομικά και ως καθολικής διαδόχου της αρχικής διαδίκου Έ. Θ. του Η. και του αποβιώσαντος την 8-8-2015 Χ. Θ. του Λ., 2) Χ. Σ. του Σ., 3) Α. Σ. του Σ., χήρας Κ. Ο., 4) Μ. Θ. του Χ., ως καθολικής διαδόχου της αρχικής διαδίκου Έ. Θ. του Η. και του αποβιώσαντος την 8-8-2015 Χ. Θ. του Λ. και 5) Λ. Θ. του Χ., ως καθολικής διαδόχου της αρχικής διαδίκου Έ. Θ. του Η. και του αποβιώσαντος την 8-8-2015 Χ. Θ. του Λ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Αργυρώς Παπαδοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν η 136/2011 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 63/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-5-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ.5 του α.ν. 1846/1951 "περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων", εργοδότες θεωρούνται κατ' αρχήν τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα (ιδιωτικού ή δημόσιου δικαίου) για λογαριασμό των οποίων τα υπαγόμενα στην ασφάλιση του ΙΚΑ πρόσωπα παρέχουν την εργασία τους (περ. α'). Ειδικά, όμως, για οικοδομικές εργασίες που εκτελούνται με μεσολάβηση τρίτων προσώπων (μηχανικών, εργολάβων, υπεργολάβων) ως εργοδότες θεωρούνται για μεν την καταβολή των προς το ΙΚΑ οφειλομένων εισφορών (εργοδοτικών) οι κύριοι των κτισμάτων που ανεγείρονται, συμπληρώνονται, μεταρρυθμίζονται ή κατεδαφίζονται, για δε την εφαρμογή της παρ.9 του άρθρου 26 (εφοδιασμός με ασφαλιστική ταυτότητα, τήρηση καταστάσεων κλπ.) και οι εργολάβοι ή υπεργολάβοι με τους οποίους οι εργαζόμενοι έχουν συνάψει σύμβαση εργασίας (περ.
γ'). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, προκειμένου περί οικοδομικών εργασιών, ως εργοδότης, από την άποψη της εφαρμογής των διατάξεων του νόμου περί κοινωνικών ασφαλίσεων, θεωρείται τόσο ο κύριος του έργου (πλασματικός εργοδότης) όσο και εκείνος που έχει αναλάβει τις οικοδομικές εργασίες (μηχανικός, εργολάβος, υπεργολάβος) και έχει συνάψει την εργασιακή σύμβαση με τους εργαζομένους στο οικοδομικό έργο.
Επομένως, τόσο ο κύριος του έργου όσο και ο εργοδότης του εργαζομένου που υπέστη εργατικό ατύχημα κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών, δηλαδή εκείνος με τον οποίο ο εργαζόμενος είχε συνάψει την εργασιακή σύμβαση, απαλλάσσονται μεν από τις υποχρεώσεις καταβολής αποζημίωσης εξαιτίας εργατικού ατυχήματος, όταν ο εργαζόμενος είναι ασφαλισμένος στο ΙΚΑ, ευθύνονται όμως αν υπάρχει πταίσμα για τη χρηματική ικανοποίηση του παθόντος, επειδή δε για την ίδια ζημία ευθύνονται παράλληλα περισσότεροι, κατά το άρθρο 926 ΑΚ ενέχονται εις ολόκληρον.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 551/1914, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ μετά την εισαγωγή του ΑΚ (ΕισΝΑΚ 38), προκύπτει ότι εργατικό ατύχημα, δηλαδή ατύχημα από βίαιο συμβάν που επέρχεται σε εργάτη ή υπάλληλο των αναφερομένων στο άρθρο 2 του άνω νόμου επιχειρήσεων, θεωρείται και ο θάνατος ή ο τραυματισμός του μισθωτού εξαιτίας έκτακτης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, άσχετου προς την σύσταση του οργανισμού του παθόντος, αλλά συνδεομένου με την εργασία του, λόγω της εμφανίσεως του κατά την εκτέλεση ή με αφορμή την εκτέλεση αυτής.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914, 932 ΑΚ και 1 και 16 του ως άνω ν. 551/1914, προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή του κυρίου του έργου ή των προστηθέντων από αυτούς (ΑΚ 922), με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ.1 του ν. 551/1914 (ΟλΑΠ 18/2008, ΑΠ 182/2015, ΑΠ 937/2011, ΑΠ 814/2011, ΑΠ 260/2011).
Ειδικότερα, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 922 ΑΚ, για να υπάρχει σχέση προστήσεως θα πρέπει να υπάρχει εξάρτηση, έστω και χαλαρή, ανάμεσα στον προστήσαντα και στον προστηθέντα, ώστε ο πρώτος να μπορεί να δίνει στο δεύτερο εντολές ή οδηγίες και να τον ελέγχει ή επιβλέπει κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του ανέθεσε.
Από τα άρθρα 681, 688-691 και 698 ΑΚ προκύπτει ότι ο εργολάβος δεν θεωρείται, καταρχήν, προστηθείς του εργοδότη, όταν όμως ο εργοδότης επιφύλαξε για τον εαυτό του, ρητώς ή σιωπηρώς, τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου και, μάλιστα, το δικαίωμα παροχής οδηγιών προς τον εργολάβο, ο τελευταίος θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση προστήσεως προς τον εργοδότη (ΑΠ 182/2015, ΑΠ 876/2014, ΑΠ 934/2013, ΑΠ 1168/2007).
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 3, 4 και 5 του ν. 1396/1983, που αφορούν αποκλειστικά στη λήψη και τήρηση των κατά νόμο μέτρων ασφαλείας για την προστασία των εργαζομένων ή τρίτων κατά την εκτέλεση οικοδομικών και λοιπών τεχνικών έργων, πλην των δημοσίων, ο εργολάβος ολόκληρου του έργου, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείται ολικά ή κατά τμήματα με υπεργολάβους, είναι συνυπεύθυνος και υποχρεούται:
α) να λαμβάνει και να τηρεί όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο, β) να τηρεί, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τις οδηγίες του επιβλέποντος, όπως προβλέπονται στο άρθρο 7 του εν λόγω νόμου και γ) να εφαρμόζει, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τη μελέτη μέτρων ασφαλείας, που ορίζεται στο άρθρο 6 του εν λόγω νόμου.
Ακόμη, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 21 παρ.1 του π.δ. 778/1980 που εφαρμόζονται επί εργασιών ανεγέρσεως, κατεδαφίσεως, επισκευής, διακοσμήσεως, χρωματισμού οικοδομών, ως και των πάσης φύσεως μεταλλικών, μηχανουργικών, μηχανολογικών και ηλεκτρονικών εργασιών, που εκτελούνται σ' αυτές, οι εγκαταστάσεις ή διατάξεις ασφαλείας πρέπει να κατασκευάζονται έτσι, ώστε να αντιστοιχούν στην προς εκτέλεση εργασία και να διασφαλίζουν τον εργαζόμενο από τους κινδύνους, τους οποίους διατρέχει κατά την εκτέλεσή της.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η υποχρέωση ως προς τη λήψη και τήρηση των κατά νόμο μέτρων ασφαλείας και, κατά συνέπεια, η ευθύνη έναντι των εργαζομένων που απασχολούνται σε οικοδομικό έργο ή τρίτων προσώπων σε περίπτωση ατυχήματος οφειλομένου σε παράλειψη ως προς τα μέτρα αυτά, βαρύνει κατ' αρχήν το πρόσωπο που αναλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου του έργου, ως εργολάβος.
Στην περίπτωση αυτή, ο κύριος του έργου, ως εργοδότης (ΑΚ 681, 688-691 και 698) δεν υπέχει ευθύνη, εκτός εάν επιφύλαξε για τον εαυτό του, ρητώς ή σιωπηρώς, τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου και, μάλιστα, το δικαίωμα παροχής οδηγιών προς τον εργολάβο, οπότε αυτός θεωρείται ότι βρίσκεται προς τον εργοδότη σε σχέση προστήσεως (ΑΚ 922), επί της οποίας θεμελιώνεται η εις ολόκληρο ευθύνη του τελευταίου (ΑΠ 1158/2012, ΑΠ 1210/2006).
Εξάλλου, πταίσμα, κατά τις γενικές διατάξεις θεμελιώνεται και από τη μη τήρηση των διατάξεων του άρθρου 662 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι ο εργοδότης οφείλει να διαρρυθμίζει τα σχετικά με την εργασία και με το χώρο της, καθώς και τα σχετικά με τη διαμονή, τις εγκαταστάσεις και τα μηχανήματα ή εργαλεία, έτσι ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζομένου, καθόσον η παράβαση και μόνο της διάταξης αυτής και της με αυτήν καθιερούμενης γενικής υποχρέωσης πρόνοιας του εργοδότη, που έχει ως συνέπεια τη βλάβη του σώματος ή της υγείας του εργαζομένου συνιστά, με την προϋπόθεση ότι οφείλεται σε πταίσμα του εργοδότη κλπ αδικοπραξία (ΑΠ 182/2015, ΑΠ 1116/2011, ΑΠ 127/2011).
Περαιτέρω, από τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 914, 922, 932, 681-691 ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 68 και 216 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, προκειμένου περί αγωγής για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, στρεφόμενης κατά του υπαιτίου του εργατικού ατυχήματος, ως και κατ' εκείνου, ο οποίος με σύμβαση μισθώσεως έργου ανέθεσε στον υπαίτιο την εκτέλεση του έργου, όπου συνέβη το ατύχημα, πρέπει για τη θεμελίωσή της να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά της διευθύνσεως και επιβλέψεως του έργου από τον εργοδότη, τα οποία θεμελιώνουν την επικαλούμενη ιδιότητα του τελευταίου, ως προστήσαντος τον υπαίτιο εργολάβο (ΑΠ 876/2014, ΑΠ 52/2010).
Στην περίπτωση που τα ως άνω στηρίζοντα την αγωγή πραγματικά περιστατικά δεν εκτίθενται, θεμελιώνεται ο από τον αρ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος για το ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα αυτής ως αόριστης.
2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο του δικογράφου της από 15-2-2009 ένδικης αγωγής (με αριθμό κατάθεσης .../20-2-2009) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, το οποίο εκτιμάται ως διαδικαστικό έγγραφο, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, οι αρχικοί ενάγοντες, κάποιων εκ των οποίων καθολικοί διάδοχοι είναι οι αναιρεσίβλητες, επικαλούμενοι θανάσιμο τραυματισμό του ασφαλισμένου στο ΙΚΑ συγγενούς τους (κατά τα αναλυτικά στην αγωγή αναφερόμενα) Σ.
Σ. σε εργατικό ατύχημα κατά τη διάρκεια της εργασίας του, ως τεχνίτη σιδερά σε ανέγερση οικοδομής, ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, με τις εκεί αναφερόμενες ιδιότητές τους, ενεχόμενοι εξ αδικοπραξίας, να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, ως εφάπαξ αποζημίωση για στέρηση διατροφής καθώς και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά.
Ειδικότερα, εξέθεταν ότι ο πρώτος εναγόμενος - αναιρεσείων, ο οποίος ήταν ιδιοκτήτης του … αγροτεμαχίου του αγροκτήματος ... και ενδιαφερόταν να ανεγείρει σε αυτό οικοδομή προκειμένου να λειτουργήσει ως κέντρο διασκέδασης, ανέθεσε στον Α. Χ., δεύτερο εναγόμενο διπλωματούχο πολιτικό μηχανικό, την έκδοση της σχετικής οικοδομικής αδείας και στη συνέχεια την επίβλεψη της εκτέλεσης των οικοδομικών εργασιών.
Ότι, πράγματι, εκδόθηκε η …-12-2003 άδεια οικοδομής και ο πρώτος εναγόμενος - αναιρεσείων, κύριος του ακινήτου και της επιχείρησης και ιδιοκτήτης του έργου με αυτεπιστασία, συμφώνησε προφορικά με τον τρίτο εναγόμενο, Ι. Κ., να αναλάβει ο τελευταίος εργολαβικά την εκτέλεση του έργου. Ότι, όταν περί το μήνα Δεκέμβριο 2003 άρχισε η κατασκευή, τις εργασίες ξυλοτύπου είχε αναλάβει ως υπεργολάβος ο τέταρτος εναγόμενος, Σ.
Μ. και τις εργασίες σιδηρού οπλισμού ο πέμπτος εναγόμενος, Χ. Κ., ως εργολάβος τμήματος του έργου, ο οποίος και συμφώνησε με το θανόντα Σ. Σ. να εργαστεί για αυτόν στις εργασίες σιδηρού οπλισμού της οικοδομής. Ότι την 24-2-2004 ο Σ. Σ., σε χρόνο που εργαζόταν στην εν λόγω οικοδομή και σήκωσε την πρώτη σιδηρή βέργα υπέστη ηλεκτροπληξία, επειδή αυτή ακούμπησε στα ηλεκτροφόρα καλώδια της ΔΕΗ και μετά από λίγο αποβίωσε.
Ότι οι εναγόμενοι επέδειξαν αμελή συμπεριφορά ως προς τα μέτρα ασφαλείας στην οικοδομή (που αναλυτικά αναφέρονται στην αγωγή), με αποτέλεσμα να επέλθει ο θάνατος του οικείου των εναγόντων. Γι' αυτό και οι ενάγοντες ζήτησαν, όπως προαναφέρθηκε, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, με τις ως άνω αναφερόμενες ιδιότητές τους, ενεχόμενοι εξ αδικοπραξίας, να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά.
Η αγωγή με το προαναφερθέν περιεχόμενο και αίτημα είναι πλήρως ορισμένη, γιατί περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο (ΚΠολΔ 68 και 216, ΑΚ 681, 688-691 και 698, 914, 922, 932, άρθρα 1 και 16 του ν. 551/1914 σε συνδυασμό με 1, 3, 4 και 5 του ν. 1396/1983 και 1 και 21 του π.δ. 778/1980) και δικαιολογούν την άσκησή της εκ μέρους των εναγόντων και κατά του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος.
Συγκεκριμένα, οι ενάγοντες αναφέρουν σ' αυτήν ότι ο τραυματισμός του συγγενούς τους Σ. Σ. οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργολάβου του οικοδομικού έργου, του επιβλέποντος μηχανικού, του υπεργολάβου του σιδηρού οπλισμού, αλλά και του κυρίου του έργου - αναιρεσείοντα (ιδιοκτήτη της υπό ανέγερση οικοδομής), ο οποίος είχε επιφυλάξει για τον εαυτό του την εποπτεία και τον έλεγχο των εκτελουμένων οικοδομικών εργασιών με αυτεπιστασία.
Το Μονομελές Εφετείο, που έκρινε ομοίως και δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, ορθώς υπήγε το ιστορικό της στις διατάξεις που προαναφέρθηκαν.
Συνεπώς, ο δεύτερος από τους λόγους της αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο ως προς την επίκληση των περιστάσεων που ιδρύουν την ευθύνη του αναιρεσείοντος ως ιδιοκτήτη της υπό ανέγερση οικοδομής και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
3. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη. Δεν υποχρεούται, όμως, να προβεί σε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά και ιδίως των εγγράφων, εκτός εάν πρόκειται για αποδεικτικά μέσα που αντιδιαστέλλονται από τα έγγραφα και αποτελούν ξεχωριστές κατηγορίες, όπως η έκθεση αυτοψίας, η γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα, οι ένορκες βεβαιώσεις και τα πρακτικά εξέτασης των μαρτύρων. Εξ άλλου, ο από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία ο διάδικος είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί προς απόδειξη δικού του ισχυρισμού ή ανταπόδειξη ισχυρισμού του αντιδίκου του (ΑΠ 1350/2015).
4. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προτάσεις που ο αναιρεσείων κατέθεσε στο Μονομελές Εφετείο κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αυτός επικαλέσθηκε τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και την υπέρ αυτού κατάθεση της μάρτυρός του Σ. Χ., συζύγου του, που περιλαμβανόταν στα πρακτικά αυτά, προς απόδειξη ειδικότερα της ουσιαστικής βασιμότητας του καταλυτικού της αγωγής ισχυρισμού του, τον οποίον είχε προβάλει τόσο πρωτοδίκως όσο και με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου προς αντίκρουση της έφεσης των εναγόντων, ότι δηλαδή ουδεμία σχέση προστήσεως και αυτεπιστασίας σχετικά με το επίδικο έργο τον συνέδεε με τους λοιπούς εναγομένους.
Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και δη την κατάθεση της παραπάνω μάρτυρος, αφού, όπως τούτο βεβαιώνει, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Μ. Κ., Ε. Μ., Σ. Κ., Τ. Τ.
και Γ. Σ. ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τις νομίμως κατ' άρθρο 671 παρ.1 εδ. δ' ΚΠολΔ ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις [...]", χωρίς να αναφέρει ότι έλαβε υπόψη και την κατάθεση της ως άνω μάρτυρος του αναιρεσείοντος, που είχε καταθέσει πρωτοδίκως στο ακροατήριο. Με τον τρόπο αυτό, όμως, δημιουργείται αμφιβολία ως προς το αν και η κατάθεση αυτή αξιολογήθηκε από το Εφετείο, αφού είναι η μόνη που δεν αναφέρεται ρητώς και, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, θα μπορούσε να οδηγήσει σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης ως προς το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο επισημαίνεται η παράλειψη αυτή και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11γ' ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
5. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τον αναιρεσείοντα Α. Χ. στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ. 3). Η έρευνα των υπολοίπων λόγων της αιτήσεως αποβαίνει περιττή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 63/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης ως προς τον αναιρεσείοντα, Α. Χ..
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως.-Και
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στην πληρωμή δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ για δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 23η Ιανουαρίου 2018. -Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 20η Φεβρουαρίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ