Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility of evidence and lack of grounds for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of Thessaloniki's decision regarding interest payments. The court found the lower court's reasoning on contract interpretation and waiver of penalties sufficient and the claim of document forgery inadmissible due to prior submission without challenge. Consequently, the appeal was dismissed in its entirety, and the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 11 KPolD; Art. 933 para. 4 KPolD: An appeal is inadmissible if the court of first instance relied on evidence not permitted by law or failed to consider evidence presented by the parties, and the appeal lacks grounds under Art. 559 no. 19 KPolD regarding the waiver of penalties.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 374 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 374/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Λ. Ν. (L. D.) κατοίκου ..., ως μοναδικού κληρονόμου του αρχικού διαδίκου L. D., o οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πατιερίδη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Μ. Α. ΑΕΒΕ ΚΡΕΑΤΩΝ" που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Μ. Α. του Θ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Αγγελακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-11-1991 ανακοπή της ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 729/1992 του ίδιου Δικαστηρίου και 374/1994 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1673/1995 απόφαση του Αρείου Πάγου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης. Το εφετείο εξέδωσε την 1256/1998 απόφαση του επί της οποίας ασκήθηκε και πάλι αναίρεση και εκδόθηκε η 337/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση και παλι στο Εφετείο Θεσσαλονίκης. Το Εφετείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε την 1186/2009 απόφαση του, την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-9-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 7-9-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 933 παρ. 4 ΚΠολΔ επιβάλλει την παραχρήμα, δηλαδή αυτή που γίνεται με έγγραφα και δικαστική ομολογία, απόδειξη μόνο των ισχυρισμών που αφορούν την απόσβεση της απαιτήσεως και όχι εκείνων που αφορούν τη γένεση ή την έκταση της απαιτήσεως, έστω και αν τους ισχυρισμούς ως προς την έκταση της απαιτήσεως τους πρόβαλε ο ανακόπτων κατά την επίκληση του ισχυρισμού για την απόσβεσή της, οπότε μόνο τα αποσβεστικά γεγονότα πρέπει να αποδεικνύονται αμέσως, όχι όμως και εκείνα που αφορούν στην ίδια την απαίτηση, ο προσδιορισμός της οποίας είναι αναγκαίος για να κριθεί, αν τα γεγονότα αυτά επέφεραν πράγματι ολική ή μερική απόσβεση της απαιτήσεως.
Περαιτέρω, στους περιορισμούς των άρθρων 393 παρ. 1 και 395 ΚΠολΔ, ως προς τη χρήση των αποδεικτικών μέσων των μαρτύρων και των δικαστικών τεκμηρίων, δεν υπόκειται και η απόδειξη επικαλούμενων περιστατικών, τα οποία λαμβάνονται υπόψη για την ερμηνεία δικαιοπραξίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, έστω και αν η δικαιοπραξία αυτή είναι σύμβαση με αντικείμενο που υπερβαίνει το οριζόμενο με την πρώτη από τις διατάξεις αυτές όριο, οπότε το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεσθεί μόνο στο περιεχόμενο της συμβάσεως, αλλά μπορεί να λάβει υπόψη και στοιχεία έξω από αυτήν, τα οποία και μόνο και όχι η ίδια η σύμβαση αποτελούν το αντικείμενο της αποδείξεως.
Κατ' ακολουθία τούτων είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 11, περ. α' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν επιτρέπει ο νόμος, και συγκεκριμένα μάρτυρες και δικαστικά τεκμήρια, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά αυτά μέσα, προκειμένου να προβεί σε ερμηνεία της συμφωνίας διακανονισμού χρέους και να καταλήξει ότι μετά την πληρωμή μέρους των τόκων ποσού 2.598.140 δρχ., που καταβλήθηκαν στις 9-11-1990, ο αρχικός καθού η ανακοπή παραιτήθηκε του απομένοντος υπολοίπου τόκων ποσού 10.146.887 δρχ.
και έτσι δέχθηκε το λόγο ανακοπής για την εξόφληση του χρέους με μόνη την καταβολή του κεφαλαίου και μέρους των τόκων, και δεν τα έλαβε υπόψη για την απόδειξη της καταρτίσεως της συμβάσεως, η οποία, όπως δέχθηκε το Εφετείο, αποδεικνύεται με το έγγραφο συμφωνητικό που με επίκληση είχαν προσκομίσει οι διάδικοι, ή για την απόδειξη των καταβολών ή άλλων αποσβεστικών γεγονότων, ώστε να απαιτείται παραχρήμα απόδειξη και να είναι ανεπίτρεπτη η απόδειξη με μάρτυρες και δικαστικά τεκμήρια.
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, η απόφαση αναιρείται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ως έγγραφα για τη θεμελίωση του λόγου αυτού αναιρέσεως νοούνται μόνο τα αποδεικτικά έγγραφα υπό την έννοια των άρθρων 339 και 442 επ.
ΚΠολΔ, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου. Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, υποπίπτοντας σε διαγνωστικό σφάλμα κατά την ανάγνωση του εγγράφου, αποδίδει διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που πραγματικά έχει και ακολούθως καταλήγει, στηριζόμενο στο έγγραφο αυτό ή κυρίως σε αυτό, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη.
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, θα πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση αναιρέσεως: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενό του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, β) έστω και έμμεσα ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου (ΑΠ 1643/2005 - ΑΠ 1654/2005).
Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της ανωτέρω διατάξεως, γιατί παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 12-11-1990 βεβαιώσεως του τότε πληρεξουσίου δικηγόρου του Αστέριου Μπουκουβάλα, και συγκεκριμένα το Εφετείο, προκειμένου να θεμελιώσει την κρίση του ότι μετά την πληρωμή μέρους των τόκων ποσού 2.598.140 δρχ.
που καταβλήθηκαν στις 9-11-1990, ο αρχικός καθού η ανακοπή παραιτήθηκε του απομένοντος υπολοίπου τόκων ποσού 10.146.887 δρχ., έλαβε υπόψη του ως τεκμήριο την εν λόγω βεβαίωση, στην οποία ωστόσο ο συντάκτης της τίποτε απολύτως δεν μνημονεύει περί τόκων, βεβαιώνοντας κατά λέξη ότι: "ο ορισθείς για την 5-12-1990 πλειστηριασμός της ακινήτου περιουσίας του Μ.
Α. ... ματαιώθηκε μετά τη σημερινή πληρωμή διά εμβάσματος μέσω της Εθνικής Λ. Σοφού του υπολοίπου κεφαλαίου του χρέους εκ γερμανικών μάρκων 72.541", παραμορφώνοντας με τον τρόπο αυτό το περιεχόμενο αυτού του εγγράφου, αφού δέχθηκε κατ' αποτέλεσμα πραγματικά γεγονότα, δηλαδή την παραίτηση από την καταβολή του υπολοίπου των τόκων, προφανώς διάφορα από εκείνα που μνημονεύονται στο έγγραφο, δηλαδή την εξόφληση μόνο του υπολοίπου κεφαλαίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας για να καταλήξει στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα συνεκτίμησε το εν λόγω έγγραφο μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις που προσκόμισαν οι διάδικοι, και δεν δέχθηκε ότι εκτός από τη βεβαιούμενη πληρωμή του υπολοίπου κεφαλαίου βεβαιώνεται με το έγγραφο τούτο και πληρωμή των τόκων, ώστε να συνάγεται προφανής παραμόρφωση του περιεχομένου αυτού από την παράλειψη μνείας στην απόφαση και της φράσεως που αναφέρεται στην πληρωμή μόνο του υπολοίπου του κεφαλαίου.
Κατά συνέπεια το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του στο σύνολο των εγγράφων που προσκομίσθηκαν και όχι μόνο σ' αυτό, ούτε κυρίως σε αυτό, αφού όπως προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση η κρίση του δικαστηρίου στηρίχθηκε κατά κύριο λόγο στο τεκμήριο που δημιουργήθηκε κατά νόμον για την εξόφληση του χρέους στο σύνολό του με την απόδοση των χρεωστικών εγγράφων στους αναιρεσίβλητους, αποκρούοντας ως αναπόδεικτο τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι η χορήγηση σ' αυτούς των εν λόγω εγγράφων από τη διαμεσολαβούσα Τράπεζα οφείλεται σε πλάνη συνεργάτη του τότε πληρεξουσίου του δικηγόρου.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας δεν κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, στηρίζοντας την κρίση του στο έγγραφο τούτο, ούτε κυρίως σε αυτό, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος.
Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας διαπιστώνεται κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση ή αμφιβολία ως προς την έννοια της βουλήσεως των μερών που δηλώθηκε. Παραβίαση των ερμηνευτικών αυτών κανόνων υπάρχει και όταν το δικαστήριο της ουσίας, διαπιστώνοντας κενό στη δικαιοπραξία ή αμφιβολία ως προς τις βουλήσεις των μερών, προσέφυγε μεν σ' αυτούς, με την ερμηνεία όμως που έδωσε παραβίασε την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, υπό το πρίσμα των οποίων αναζητείται και η αληθινή βούληση των μερών, χωρίς προσήλωση στις λέξεις.
Κενό υφίσταται όταν τα μέρη άφησαν κάποιο σημείο αρρύθμιστο, το οποίο όμως πρέπει να ρυθμισθεί για να επιτευχθεί ο σκοπός της δικαιοπραξίας. Με την έννοια αυτή δεν υφίσταται κενό στη δικαιοπραξία, εάν τα μέρη δεν ρύθμισαν τις συνέπειες από τη μη εκπλήρωση της κατά τα λοιπά πλήρους και σαφούς δικαιοπραξίας, οι οποίες ρυθμίζονται απευθείας από το νόμο, όπως συμβαίνει με τις συνέπειες από την υπερημερία του οφειλέτη ή του δανειστή, χωρίς ωστόσο να αποκλείεται, λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα των σχετικών διατάξεων, να υπάρχει ειδική συμφωνία και για τις συνέπειες αυτές, οπότε δεν αποκλείεται να παρίσταται ανάγκη ερμηνείας και της ειδικής αυτής συμφωνίας, όταν διαπιστώνονται σ' αυτήν κενά ή υπάρχουν αμφιβολίες ως προς τη βούληση των μερών σε σχέση με τη συμφωνία αυτή.
Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και γνωστικού ανθρώπου, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσεως το δικαστήριο σταθμίζει τα συμφέροντα των μερών, και ιδίως εκείνου στην προστασία του οποίου αποβλέπει ο ερμηνευόμενος όρος, και λαμβάνει επίσης υπόψη τη φύση και το σκοπό της δικαιοπραξίας, τις συνθήκες υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις της βουλήσεως των μερών, τις τοπικές και γλωσσικές συνήθειες, τις προηγούμενες συναλλαγές των μερών και την προηγούμενη συμπεριφορά τους, τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί και πώς οι σχετικές δηλώσεις του ενός μέρους αναμένονταν να εκληφθούν από το άλλο.
Για να συναγάγει το ερμηνευτικό πόρισμα το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεσθεί στο περιεχόμενο της συμβάσεως, αλλά μπορεί να αντλήσει στοιχεία και εκτός της συμβάσεως, που θα προταθούν από τους διαδίκους. Δεν αποκλείεται μάλιστα να λάβει υπόψη του και στοιχεία από τη μεταγενέστερη από την κατάρτιση της συμβάσεως συμπεριφορά των μερών, ως ενδεικτικά του νοήματος που είχαν προσδώσει στη σύμβαση τα μέρη, γεγονός που υποδηλώνεται και με τις σύμφωνες με αυτό ενέργειές τους.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν τα ακόλουθα: Η πρώτη αναιρεσίβλητη, έναντι του τιμήματος ποσοτήτων κρεάτων που πώλησε και απέστειλε σ' αυτήν από τη Γερμανία στην Ελλάδα ο δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος, υπέγραψε τις ακόλουθες τραπεζικές υποσχετικές επιστολές (εμπορικές επιστολές πληρωμής) με δικαιούχο τον δικαιοπάροχο του αναιρεσείοντος πωλητή και πληρώτρια την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (υποκατάστημα Λέοντος Σοφού Θεσσαλονίκης):
α) ..., ποσού 106.186,30 γερμανικών μάρκων, λήξεως 5-6-1987, β) ..., ποσού 102.035,55 γερμανικών μάρκων, λήξεως 11-6-1987, γ) ..., ποσού 82.914,40 γερμανικών μάρκων, λήξεως 19-6-1987, δ) ..., ποσού 93.367,80 γερμανικών μάρκων, λήξεως 25-6-1987 και ε) ..., ποσού 85.603,75 γερμανικών μάρκων, λήξεως 2-7-1987. Λόγω αδυναμίας της αγοράστριας εταιρείας να ανταποκριθεί στην εκπλήρωση των οφειλών αυτών, με νεότερη έγγραφη συμφωνία, που καταρτίσθηκε στη … στις 30-7-1987, μεταξύ του δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος πωλητή και της πρώτης αναιρεσίβλητης αγοράστριας, την εκπλήρωση της οποίας εγγυήθηκε εγγράφως ο δεύτερος αναιρεσίβλητος (νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης), μειώθηκαν τα οφειλόμενα ποσά και ορίσθηκε μεταγενέστερος χρόνος καταβολής αυτών.
Συγκεκριμένα τα πιο πάνω ποσά μειώθηκαν ως εξής: α) το ποσόν των 106.186,30 γερμανικών μάρκων σε 87.481 γερμανικά μάρκα, β) το ποσόν των 102.035,55 γερμανικών μάρκων σε 84.106 γερμανικά μάρκα, γ) το ποσόν των 82.914,40 γερμανικών μάρκων σε 70.592 γερμανικά μάρκα, δ) το ποσόν των 93.367,80 γερμανικών μάρκων σε 77.586,15 γερμανικά μάρκα και ε) το ποσόν των 85.603,75 γερμανικών μάρκων σε 72.541 γερμανικά μάρκα, ορίσθηκε δε ότι τα ποσά αυτά "...
θα πληρωθούν εγγυημένα (σίγουρα) μετά την 21 Αυγούστου 1987 και κάθε εβδομάδα, με τη σειρά κατά την οποία κείνται οι λογαριασμοί. Σε περίπτωση που η εν λόγω συμφωνία δεν τηρηθεί από τον κ. Α., θα ξεκινήσει η αμεσότερη δικαστική οδός άνευ ετέρας οχλήσεως από τη φίρμα Ντέλερτ ...". Περαιτέρω, διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λόγω υπερημερίας της αγοράστριας ως προς την πληρωμή των οφειλομένων ποσών, -αφού τρία έτη μετά τη συμφωνία για τη ρύθμιση της οφειλής εξακολουθούσε να οφείλει τα ποσά των δύο τελευταίων δόσεων-, εκδόθηκε με βάση το συμφωνητικό της 30-7-1987 η 20372/ΔΠ 2099/1990 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία υποχρεώθηκαν οι αναιρεσίβλητοι να καταβάλουν στον L.
D. το ισόποσο σε δραχμές κατά το χρόνο καταβολής των 150.127,20 γερμανικών μάρκων με τους νόμιμους τόκους από 17-7-1987. Με βάση τον πιο πάνω εκτελεστό τίτλο έγινε επίσπευση πλειστηριασμού σε ακίνητο του δευτέρου αναιρεσίβλητου για την 5-12-1990, προκειμένου να ικανοποιηθεί η απομένουσα απαίτηση του L. D. μετά την αφαίρεση στις 15-10-1990 του ποσού της τέταρτης δόσεως.
Ότι στις 9-11-1990 ο δεύτερος αναιρεσίβλητος ρύθμισε με τον τότε πληρεξούσιο δικηγόρο του L. D. Αστέριο Μπουκουβάλα την οφειλή τους και συμφώνησε να καταβάλει το ποσόν της τελευταίας δόσεως στις 12-11-1990, κατέβαλε δε κατά την ημέρα εκείνη 4.000.000 δρχ., που καταλογίσθηκαν, ποσόν μεν 1.202.500 δρχ. σε μετρητά και ποσόν 199.360 δρχ.
σε συναλλαγματικές τρίτων στα έξοδα, τόκους εξόδων και έξοδα εκτελέσεως, το δε υπόλοιπο ποσόν των 2.598.140 δρχ. στους τόκους από το συνολικά οφειλόμενο ποσόν των 12.745.027 δρχ., όπως αυτοί υπολογίσθηκαν σε πρόχειρο σημείωμα την ίδια ημέρα από τη συνεργάτιδα του παραπάνω δικηγόρου Κική Πατρικίου. Ότι κατόπιν τούτου και μετά την καταβολή και της τελευταίας δόσεως στις 12-11-1990 ματαιώθηκε ο πλειστηριασμός του ακινήτου του δευτέρου αναιρεσίβλητου, που είχε ορισθεί για την 5-12-1990, αφού ο τότε πληρεξούσιος δικηγόρος του L.
D. χορήγησε βεβαίωση, στην οποία αναφέρεται κατά λέξη ότι "... εματαιώθη μετά τη σημερινήν πληρωμήν διά εμβάσματος μέσω της Εθνικής Λ. Σοφού του υπολοίπου κεφαλαίου του χρέους εκ γερμανικών μάρκων 72.541", ενώ στη συνέχεια συνεργάτης του ίδιου δικηγόρου κατέθεσε για λογαριασμό των αναιρεσίβλητων την από 14-6-1991 αίτηση άρσεως της κατασχέσεως, έτερος δε συνεργάτης του με την από 19-7-1991 επιστολή του προς την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος βεβαίωνε ότι μετά την ολοσχερή εξόφληση προς αυτούς της οφειλής του Μ.
Α. (β' αναιρεσίβλητου) προς τον L. D. συντάχθηκε από το ανωτέρω δικηγορικό γραφείο η πιο πάνω αίτηση άρσεως της κατασχέσεως της περιουσίας του, γεγονός που οδήγησε τη διαμεσολαβούσα Τράπεζα να παραδώσει στους αναιρεσίβλητους τις ευρισκόμενες στη φύλαξή της δύο υποσχετικές επιστολές. Ότι ο δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος L.
D. έδωσε στη συνέχεια εντολή όπως με βάση την ίδια διαταγή πληρωμής και για την ικανοποίηση των απαιτήσεών του από τόκους προχωρήσει σε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος των αναιρεσίβλητων και για το λόγο αυτό εκδόθηκε το 2441/1991 επαναληπτικό πρόγραμμα πλειστηριασμού, ο οποίος και ορίσθηκε για την 20-11-1991. Οι αναιρεσίβλητοι με την ανακοπή τους κατά του ως άνω επαναληπτικού προγράμματος αναγκαστικού πλειστηριασμού ισχυρίσθηκαν το μεν ότι με την από 30-7-1987 συμφωνία συμφωνήθηκε όπως η καταβολή του τιμήματος των κρεάτων, όπως αυτό περιορίσθηκε με αυτή, γίνει άτοκα, το δε ότι η εκ μέρους τους κατοχή των δύο υποσχετικών επιστολών που τους παραδόθηκαν από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος δημιουργεί τεκμήριο για την εξόφληση της οφειλής τους, σύμφωνα με το άρθρο 424 παρ. 2 ΑΚ.
Αντιθέτως, κατά την άποψη του δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος, σε περίπτωση υπερημερίας των αντιδίκων του περί την καταβολή των ποσών θα οφείλονταν τόκοι υπερημερίας και με βάση το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, με την οποία επιδικάσθηκαν τα ποσά των δύο τελευταίων υποσχετικών επιστολών με τους νόμιμους τόκους από 17-7-1987.
Περαιτέρω, διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά λέξη τα εξής: "Κατά την κρίση και του παρόντος δικαστηρίου, όπως κρίθηκε με την προαναφερθείσα απόφαση του Αρείου Πάγου (ενν. την 337/2006), από το περιεχόμενο του ανωτέρω συμφωνητικού, με βάση το οποίο εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, που αποτέλεσε και τον εκτελεστό τίτλο της προσβαλλόμενης εκτέλεσης, και λόγω της μη διατύπωσης σ' αυτό ρητής συμφωνίας των διαδίκων για την τύχη των τόκων υπερημερίας επί των οφειλομένων ποσών των τιμημάτων σε περίπτωση υπερημερίας των εφεσίβλητων (ήδη αναιρεσίβλητων), η οποία ρητώς προβλέφθηκε ότι θα είχε ως επακόλουθο τη δικαστική επιδίωξη των οφειλόμενων ποσών, όπως αυτά ρητά περιορίσθηκαν, καθώς και της μη μνείας σ' αυτό οποιασδήποτε αναφοράς "περί τόκων" ή "περί τοκοφόρου καταβολής" των ποσών αυτών, υπάρχει πράγματι κενό στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων ως προς το θέμα των τόκων υπερημερίας, καθόσον αυτές δεν είναι σαφείς ως προς το αν πράγματι ο πωλητής παραιτήθηκε κατά την κατάρτιση του συμφωνητικού από τους τόκους σε περίπτωση υπερημερίας της αγοράστριας περί την καταβολή των οφειλόμενων τιμημάτων ή όχι".
Μετά την ανωτέρω παραδοχή το Εφετείο προσέφυγε στις ερμηνευτικές των δικαιοπραξιών διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, οι οποίες ρητά μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, και δέχθηκε ότι "από την ερμηνεία των όρων της ανωτέρω συμφωνίας, στην οποία προέβη το δικαστήριο με βάση τις αρχές της συναλλακτικής ευθύτητας, τις οποίες οφείλει να τηρεί κάθε χρηστός και γνωστικός συναλλασσόμενος και τις συνήθειες των συναλλαγών, κρίνει, όπως και ο εκκαλών βάσιμα υποστηρίζει, ότι με την ανωτέρω από 30-7-1987 σύμβαση δεν συνομολογήθηκε ότι σε περίπτωση υπερημερίας των εφεσιβλήτων περί την καταβολή των ανωτέρω ποσών δεν θα οφείλονται τόκοι, ούτε υπήρξε σιωπηρή συμφωνία παραίτησης του πωλητή από τους τόκους υπερημερίας, πλην όμως ο πωλητής μετά την καταβολή του ποσού των 4.000.000 δρχ.
και του κεφαλαίου της τελευταίας υποσχετικής, παραιτήθηκε από την αξίωσή του για την καταβολή των υπόλοιπων τόκων υπερημερίας που του είχαν επιδικασθεί με την πιο πάνω διαταγή πληρωμής". Τα μεταγενέστερα από τη σύναψη της από 30-7-1987 συμφωνίας περιστατικά που έλαβε υπόψη του το Εφετείο για να καταλήξει στο ερμηνευτικό αυτό πόρισμα, είναι, κατά τις περιλαμβανόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση παραδοχές του, τα εξής:
α) το γεγονός ότι αμέσως μετά την καταβολή στις 15-10-1990 και στις 12-11-1990 των δύο τελευταίων δόσεων, ποσού 77.586,15 και 72.541 γερμανικών μάρκων, αντίστοιχα, για τα οποία είχε εκδοθεί η διαταγή πληρωμής, με βάση την οποία επισπεύσθηκε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της περιουσίας του δευτέρου αναιρεσίβλητου, ο τότε πληρεξούσιος δικηγόρος του πωλητή χορήγησε την από 12-11-1990 βεβαίωση, με την οποία βεβαίωνε ότι ματαιώθηκε ο πλειστηριασμός του ακινήτου του, που είχε ορισθεί για την 5-12-1990, χωρίς στην εν λόγω βεβαίωση να γίνεται λόγος για την ύπαρξη οφειλής από τόκους υπερημερίας, παρόλο που η πληρωμή των παραπάνω ποσών έγινε με καθυστέρηση τριών ετών περίπου.
β) το γεγονός ότι στις 14-6-1991 και πάλι στο γραφείο του τότε πληρεξουσίου δικηγόρου του πωλητή συντάχθηκε και κατατέθηκε από συνεργάτη του δικηγόρο αίτηση των αναιρεσίβλητων με στοιχεία 19388/ΕΜ 857/18-6-1991 κατά του δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος L. D. για άρση της αναγκαστικής κατασχέσεως της περιουσίας του δεύτερου αναιρεσίβλητου, στην οποία ρητά διαλαμβάνεται ότι "έχουν εξοφληθεί πλήρως οι απαιτήσεις του επισπεύδοντος".
γ) το γεγονός ότι στις 19-7-1991 απευθύνθηκε από άλλο δικηγόρο, συνεργάτη επίσης του τότε πληρεξουσίου δικηγόρου του L. D., επιστολή προς την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, με την οποία βεβαιώνεται ότι μετά την ολοσχερή εξόφληση της οφειλής του δεύτερου αναιρεσίβλητου συντάχθηκε η ανωτέρω υπό στοιχ. β) αναφερόμενη αίτηση άρσεως της κατασχέσεως της περιουσίας του, και δ) το γεγονός ότι μετά τις ανωτέρω βεβαιώσεις περί πλήρους εξοφλήσεως των οφειλόμενων ποσών από τους αναιρεσίβλητους, παραδόθηκαν από τη διαμεσολαβούσα Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος προς τους τελευταίους οι ευρισκόμενες στη φύλαξη αυτής υποσχετικές επιστολές, εκτιμώντας ότι από την απόδοση σ' αυτούς των εν λόγω χρεωστικών εγγράφων δημιουργείται μαχητό τεκμήριο για την ολοσχερή εξόφληση του χρέους.
Περαιτέρω, το Εφετείο, αντικρούοντας τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι ναι μεν παραδόθηκαν οι εγγυητικές αυτές επιστολές από τη διαμεσολαβούσα Τράπεζα, τούτο όμως οφείλεται σε πλάνη του δικηγόρου που απέστειλε προς την Τράπεζα την ως άνω επιστολή, δέχεται ότι ο ισχυρισμός αυτός έμεινε αναπόδεικτος, δικαιολογεί δε την κρίση αυτή με τα εξής επιχειρήματα:
α) αν υπήρχε πλάνη δεν εξηγείται το γεγονός ότι άλλος δικηγόρος, συνεργάτης επίσης του πληρεξουσίου δικηγόρου του πωλητή, και όχι εκείνος που φέρεται ότι πλανήθηκε, συνέταξε την αίτηση για άρση της κατασχέσεως, το γεγονός δε αυτό καταδεικνύει τη θέση του πληρεξουσίου του δικηγόρου ότι πράγματι είχε εξοφληθεί και η οφειλή ως προς τους τόκους, όπως το ποσόν αυτών περιορίσθηκε μετά την καταβολή του ποσού των 4.000.000 δρχ.
στις 9-11-1990, από το οποίο ποσόν 2.598.140 δρχ. καταλογίσθηκε στους τόκους. β) εφόσον υπήρχε ακόμη απαίτηση για το υπόλοιπο των τόκων, που ανέρχονταν στο όχι ευκαταφρόνητο ποσόν των 10.146,887 δρχ., δεν δικαιολογείται η χορήγηση των δύο βεβαιώσεων που προαναφέρθηκαν, τόσο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του πωλητή όσο και από το συνεργάτη του, οι οποίοι ως δικηγόροι γνώριζαν τις συνέπειες των εν λόγω βεβαιώσεων.
γ) ο πωλητής δεν ζήτησε από τη διαμεσολαβούσα Τράπεζα να εισπράξει τόκους υπερημερίας. δ) μετά την 12-11-1990 και μέχρι την 1-10-1991 ο πωλητής δεν προέβη σε καμιά ενέργεια ή έστω σε όχληση σε βάρος των αναιρεσίβλητων για το οφειλόμενο κατ' αυτόν υπόλοιπο ποσόν των τόκων υπερημερίας. ε) αντιθέτως, ο πωλητής έδωσε εντολή στον πληρεξούσιο δικηγόρο του να παραιτηθεί από την κατάσχεση του ακινήτου του δευτέρου αναιρεσίβλητου με σχετικό πληρεξούσιο, μόνο δε το γεγονός ότι στο ίδιο πληρεξούσιο δίδεται εντολή στο δικηγόρο του, όπως με βάση την ίδια διαταγή πληρωμής προβεί σε κατάσχεση κάθε περιουσιακού στοιχείου είτε της εταιρείας, είτε του νόμιμου εκπροσώπου της - εγγυητή, δεν αποδεικνύει ότι δεν είχε παραιτηθεί προηγουμένως από το υπόλοιπο ποσό των τόκων υπερημερίας, ως ενισχυτικά δε της παραπάνω κρίσεως αναφέρονται αφενός μεν το γεγονός ότι δεν εκδόθηκε διαταγή πληρωμής και για τις προγενέστερης λήξης υποσχετικές επιστολές, η πληρωμή των οποίων έγινε καθυστερημένα και δεν καταβλήθηκαν γι' αυτές τόκοι υπερημερίας, αφετέρου δε το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της παρούσας δίκης και σε χρόνο μάλιστα που είχε εκδοθεί η 374/1994 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή των αναιρεσίβλητων και επικυρώθηκε η διαταγή πληρωμής (ανεξαρτήτως του ότι η απόφαση αυτή στη συνέχεια αναιρέθηκε), καταρτίσθηκε μεταξύ του δικαιοπαρόχου του αναιρεισείοντος και του δευτέρου αναιρεσίβλητου, ως νομίμου εκπροσώπου της πρώτης αναιρεσίβλητης, το από 10-2-1994 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο ο πωλητής παραιτήθηκε από κάθε απαίτησή του κατά της πρωτοφειλέτριας από την πιο πάνω διαταγή πληρωμής, χωρίς το συμφωνητικό αυτό να αντικρούεται από τον αναιρεσείοντα.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε στη συνέχεια την έφεση κατά της 729/1992 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την οποία και εξαφάνισε, διακρατώντας δε την υπόθεση δέχθηκε την ανακοπή των αναιρεσίβλητων κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως και κατόπιν αυτού ακύρωσε το 2441/1991 επαναληπτικό πρόγραμμα πλειστηριασμού του πιο πάνω δικαστικού επιμελητή.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αφού διαπίστωσε κενό στη σύμβαση που καταρτίσθηκε στις 30-7-1987, και ειδικότερα στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών αναφορικά με την περιεχόμενη σ' αυτήν ειδική συμφωνία για τη ρύθμιση των συνεπειών της υπερημερίας της πρώτης αναιρεσίβλητης ως προς την τήρηση των υποχρεώσεών της, ερμηνεύοντας δε στη συνέχεια τους όρους της συμφωνίας, με βάση τις αρχές της συναλλακτικής ευθύτητας, τις οποίες οφείλει να τηρεί κάθε χρηστός και γνωστικός συναλλασσόμενος, και τις συνήθειες των συναλλαγών, έκρινε ότι με τη συμφωνία αυτή δεν συνομολογήθηκε να μην καταβληθούν τόκοι σε περίπτωση υπερημερίας των αναιρεσίβλητων ως προς την καταβολή των οφειλόμενων ποσών, ούτε υπήρξε σιωπηρή συμφωνία για παραίτηση του πωλητή από τους τόκους υπερημερίας.
Ωστόσο, δέχθηκε στη συνέχεια ότι, μετά την καταβολή κατά πρώτον στις 9-11-1990 του ποσού των 4.000.000 δρχ., μέρος του οποίου, και συγκεκριμένα ποσόν 2.598.140 δρχ., καταλογίσθηκε στους οφειλόμενους τόκους και κατά δεύτερον στις 12-11-1990 του κεφαλαίου και της τελευταίας υποσχετικής, παραιτήθηκε ο πωλητής από την αξίωσή του για την καταβολή των υπόλοιπων τόκων υπερημερίας, συνήγαγε δε την κρίση του αυτή από τα στοιχεία που εκτενώς αναφέρθηκαν παραπάνω.
Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με την ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, μετά τη διαπίστωση κενού στη σύμβαση που καταρτίσθηκε στις 30-7-1987, την οποία και ερμήνευσε με βάση τις αρχές της συναλλακτικής ευθύτητας και τις συνήθειες των συναλλαγών, καθώς και το ζήτημα της παραιτήσεως του πωλητή από την καταβολή του υπολοίπου των οφειλόμενων τόκων, με εκτίμηση της μεταγενέστερης από τη συμφωνία συμπεριφοράς του δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος, και συνακόλουθα καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως στις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις περί ερμηνείας των δικαιοπραξιών.
Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, για πρώτη φορά με τις προτάσεις ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ότι το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό της 10-2-1994 τυγχάνει πλαστό, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον το ιδιωτικό αυτό έγγραφο προσκομίσθηκε εκ μέρους των αναιρεσίβλητων στο Εφετείο κατά τη συζήτηση μετ' αναίρεση της εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της 729/1992 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και δεν προσβλήθηκε ως πλαστό.
Κατ' ακολουθία τούτων, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της παραιτήσεως του πωλητή από την καταβολή του υπολοίπου των οφειλόμενων τόκων, ο σχετικός από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, που υποστηρίζει τα αντίθετα, τυγχάνει αβάσιμος.
Πρέπει λοιπόν να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, (άρθρα 176, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-9-2011 αίτηση του L. D. για αναίρεση της 1186/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων και την ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ