374/2012 · 374/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Summary
AI generatedΑπόφαση 374 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 374/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέÏ...
Full Text of the Judgment · 374/2012
Απόφαση 374 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 374/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Μ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Χριστοδούλου.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και στη συγκεκριμένη περίπτωση από τον Προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας Κυκλάδων που κατοικοεδρεύει στην Ερμούπολη Σύρου, για τους οποίους παρέστη και τους εκπροσώπησε στο ακροατήριο η Εμμανουέλα Πανοπούλου, Πάρεδρος ΝΣΚ, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠoλΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10.4.2006 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 66ΑΜ/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 253/2009 οριστική του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27 Μαρτίου 2010 αίτησή του και των από 11 Απριλίου 2011 προσθέτων λόγων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης ανέγνωσε την από 12 Μαΐου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η από 27.3.2010 αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος της, που περιέχεται στο από 11.4.2011 ιδιαίτερο δικόγραφο.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αναιρεσίβλητου στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρ. 686 επ. ΚΠολΔ) υπ' αριθ. 253/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, που δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 12.3.2007 έφεση και τους από 15.1.2009 πρόσθετους λόγους έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 66ΑΜ/2007 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου και αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή, η οποία είχε απορρίψει την από 10.4.2006 ανακοπή του κατά του υπ' αριθ. 224/196/2006 πρωτοκόλλου αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημόσιας έκτασης, που εξέδωσε σε βάρος του ο Προϊστάμενος της Κτηματικής Υπηρεσίας Κυκλάδων του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, δέχθηκε ακολούθως εν μέρει την ανακοπή αυτή. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ), αφού ναι μεν η διάταξη του άρθρ. 699 ΚΠολΔ απαγορεύει την άσκηση ένδικων μέσων κατά των αποφάσεων που δέχονται ή απορρίπτουν αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, όμως η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει όταν δεν πρόκειται στην πραγματικότητα για αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων, αλλά για αποφάσεις που λύνουν οριστικά τη διαφορά σε υποθέσεις οι οποίες για λόγους ταχύτητας και μόνον παραπέμφθηκαν στη διαδικασία των άρθρ. 686 επ. ΚΠολΔ προς οριστική επίλυση, όπως είναι και η παρούσα υπόθεση, στο πλαίσιο της οποίας κατά τις διατάξεις του άρθρ. 115§§1&2 του από 11/12.11.1929 π.δ/τος "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρ. 2 του ν. 4266/ 1929, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρ. 1εδ. ε' & στ', 3§§1 & 2 και 4 και 24§1 ΕισΝΚΠολΔ, τέμνεται οριστικά κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων η διαφορά ως προς την οφειλή και το ποσό της αποζημίωσης για κατάληψη δημόσιας έκτασης (ΟλΑΠ 21, 22 και 38/2002, ΑΠ 481/2008 και 1945/2008). Παραδεκτά επίσης με ιδιαίτερο δικόγραφο ο αναιρεσείων άσκησε ως προς τα αυτά προσβαλλόμενα με την αίτηση αναίρεσης κεφάλαια της εφετειακής απόφασης πρόσθετο λόγο (άρθρ. 569§2 ΚΠολΔ), ο οποίος πρέπει να συνεξετασθεί με τους λόγους της αίτησης αναίρεσης.
2. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995) είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1530/2001, 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 864/2003, 1072/2005), θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 12/2000, 2/2001) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 881/1988). Ειδικότερα αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1011/1994, 1446/2003, 1933/2006) και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 539/2003, 760/2004), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ.527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο. Επομένως δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο (ΑΠ 867/1988), αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (ΟλΑΠ 2/1989, 14/2004) ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας (ΑΠ 1058/1998) και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 140/2006, 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό, όμως τον απέρριψε, ρητά ή και σιωπηρά (ΑΠ 839/2010), για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 448/1996, 1668/2005). Οφείλει πάντως το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ.559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 774/1996, 70/2008, 222/2008) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 105/2005, 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο) κατά τις παραπάνω διακρίσεις. Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 1134/1993). Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005, 798/2010). Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1535/1995, 567/1996). Περαιτέρω κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011). Εξ άλλου παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού κατά την έννοια των άρθρ. 339 και 432 επ. ΚΠολΔ εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Παραμόρφωση εγγράφου κατά την έννοια του παραπάνω αναιρετικού λόγου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 1440/2002), δηλαδή για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενό του. Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999, ΕλλΔνη 1999.270, ΑΠ 627/2003, 402/2004, 832/2009, 1627/2010). Ο ίδιος λόγος αναίρεσης για να είναι ορισμένος θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζονται α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 1315/1993, 194/2005). Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη ουσιώδεις ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, τους οποίους ναι μεν αυτός δεν πρόβαλε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όμως παραδεκτά τους πρότεινε για πρώτη φορά στο Εφετείο, αφού και εγγράφως αποδεικνύονται και δεν ισχύουν στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία δικάζεται η υπόθεση, οι απαγορεύσεις του άρθρ. 269 ΚΠολΔ, στο οποίο παραπέμπει το άρθρ. 527 ΚΠολΔ, σε κάθε δε περίπτωση δεν ισχύουν οι απαγορεύσεις αυτές για εκείνους από τους ισχυρισμούς του που δεν είναι αυτοτελείς, αλλά αποτελούν αιτιολογημένες αρνήσεις κατά του ανακοπτόμενου πρωτοκόλλου. Έτσι διατυπωμένος ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος, αλλά και ως στηριζόμενος σε αναληθείς προϋποθέσεις, αφού οι μεν ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, που κατά την άποψή του δεν είναι αυτοτελείς και τους οποίους πάντως αυτός δεν εξειδικεύει, δεν αποτελούν, κατά τα προεκτεθέντα, πράγματα κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ και συνεπώς δεν ιδρύεται ως προς αυτούς ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, ενώ κατά τα λοιπά, σε σχέση με τους ισχυρισμούς που θεωρεί ο αναιρεσείων ως αυτοτελείς και τους οποίους επίσης δεν αντιδιαστέλλει από τους μη αυτοτελείς ισχυρισμούς του, ισχύουν ως προς αυτούς στην κατ' έφεση δίκη οι απαγορεύσεις του άρθρ. 527 ΚΠολΔ, το οποίο, κατά το άρθρ. 591§1 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται και στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με δεδομένο ότι αποτελεί και αυτή διαγνωστική διαδικασία της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας και συνεπώς, αν υποτεθεί ότι οι τυχόν αυτοτελείς ισχυρισμοί του ανακόπτοντος αποδεικνύονται εγγράφως, θα έπρεπε αυτός να συνδύαζε την καθυστερημένη επίκληση των ισχυρισμών του με την περαιτέρω επίκληση στο Εφετείο, αλλά και με αντίστοιχη αναφορά στο αναιρετήριο, ότι δεν γνώριζε και ούτε μπορούσε να είχε πληροφορηθεί εγκαίρως την ύπαρξη των αποδεικτικών των ισχυρισμών του εγγράφων (άρθρ. 269§2 εδ. δ' ΚΠολΔ). Σε κάθε περίπτωση οι παρατιθέμενοι στο αναιρετήριο ισχυρισμοί του ανακόπτοντος, που θεωρεί αυτός ότι κακώς δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, δεν συνιστούν και από πραγματική άποψη αυτοτελείς ισχυρισμούς, ώστε να καλύπτονται από τον παραπάνω αναιρετικό λόγο, αλλά πρόκειται για απλά νομικά ή πραγματικά επιχειρήματά του σε σχέση με την ουσία της υπόθεσης και τις αντίστοιχες παραδοχές του Εφετείου. Ειδικότερα στο σύνολό τους οι σχετικοί ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος συνοψίζονται, κατ' εκτίμηση, στο βασικό ισχυρισμό ότι αν και επισήμανε με τους πρόσθετους λόγους της έφεσής του ότι το μίσθωμα των 7.043 ευρώ, που αναφέρεται στο από 22.8.2005 μισθωτήριο, με το οποίο αυτός μίσθωσε από το Δήμο Πάρου κατά τη θερινή περίοδο 2005 κοινόχρηστη έκταση μπροστά από τις εγκαταστάσεις της επιχείρησής του στη θέση Πούντα της Μάρπησσας Πάρου για την ανάπτυξη σε τμήμα 120 m2 της έκτασης αυτής 20 συνολικά σετ ομπρελών με ξαπλώστρες, επιμερίζεται για κάθε τετραγωνικό μέτρο της όλης έκτασης, που ανέρχεται σε 1463,26 ή έστω σε 1411 m2, σε 4, 8 ή αντίστοιχα σε 4,99 ευρώ, ωστόσο το Εφετείο, που χρησιμοποίησε το μισθωτήριο αυτό ως συγκριτικό στοιχείο για τον υπολογισμό της οφειλόμενης απ' αυτόν αποζημίωσης για την εκ μέρους του χρήση επιπλέον έκτασης 373,5 m2 κατά την ίδια χρονική περίοδο, εσφαλμένα εξέλαβε ότι το ως άνω μίσθωμα των 7.043 ευρώ αφορά μόνο το τμήμα των 120 m2, στο οποίο επιτράπηκε η ανάπτυξη των 20 σετ ομπρελών με τις ξαπλώστρες, και όχι την όλη μισθωθείσα απ' αυτόν έκταση και έτσι εσφαλμένα υπολόγισε σε 12.000 ευρώ την οφειλόμενη απ' αυτόν στο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο αποζημίωση χρήσης, θεωρώντας προφανώς ότι με βάση το ως άνω μισθωτήριο η μισθωτική αξία του τμήματος των 120 m2 επιμερίζεται για κάθε τετραγωνικό μέτρο του τμήματος αυτού σε 58,67 ευρώ ή ανάλογα σε 352 ευρώ για τα 6 m2 που καλύπτει κάθε σετ ομπρέλας, οπότε όμως το μίσθωμα αυτό είναι υπερβολικό και εν τέλει αισχροκερδές και συνεπώς ως τέτοιο δεν θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη ως πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο. Αντίστοιχα απορριπτέος είναι και ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αυτό αριθμό 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που αποτελεί επανάληψη του παραπάνω ισχυρισμού με την προσθήκη ότι το ως άνω μίσθωμα είναι δυσανάλογο και κατά την έννοια του άρθρ. 288 ΑΚ, αφού και πάλι με το λόγο αυτό ο αναιρεσείων επιχειρηματολογεί κατά της ουσιαστικής κρίσης του Εφετείου ως προς το ύψος της αποζημίωσης που καθόρισε σε βάρος του για την αυθαίρετη απ' αυτόν χρήση της κοινόχρηστης έκτασης των 373,5 m2, ενώ στον ίδιο ισχυρισμό ο αναιρεσείων βασίζει και τους λοιπούς λόγους (τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο και έβδομο) της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς αντίστοιχα 20, 11γ, 19, 1 & 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι: α) παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ως άνω μισθωτηρίου και του διαγράμματος της από 9.8.2005 έκθεσης αυτοψίας των αρμόδιων υπαλλήλων του Δήμου Πάρου ως προς την έκταση στην οποία αντιστοιχεί το συμφωνημένο μίσθωμα των 7.043 ευρώ, β) διαφορετικά αγνόησε και δεν έλαβε υπόψη ως κρίσιμο αποδεικτικό στοιχείο το παραπάνω διάγραμμα ούτε το από Ιανουαρίου 2008 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Α. Σ., μολονότι με επίκληση στις προτάσεις του τα προσκόμισε στο Εφετείο προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι η μισθωθείσα απ' αυτόν έκταση ήταν 1411 m2 κατά το διάγραμμα της έκθεσης αυτοψίας ή 1463 m2 κατά το δεύτερο σχεδιάγραμμα, γ) έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τον τρόπο και τα στοιχεία υπολογισμού της αποζημίωσης χρήσης στο ποσό των 12.000 ευρώ, δ) παρέλειψε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, παρόλο που έμμεσα διαπίστωσε ερμηνευτικό κενό στο ως άνω μισθωτήριο και συνεπώς την ανάγκη κατάλληλης ερμηνείας του και ε) είναι αμφίβολο από το περιεχόμενό της αν πράγματι έλαβε υπόψη και αξιολόγησε μαζί με τα λοιπά έγγραφα και τα προσκομισθέντα με επίκληση επίσης απ' αυτόν υπ' αριθ. .../2001 συμβόλαιο γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Πάρου Ιωάννη Γκίκα και υπ' αριθ. 4284/2008 έγγραφο της ΔΟΥ Πάρου, από τα οποία προκύπτει ότι η αντικειμενική ανά στρέμμα αξία γης στην επίδικη περιοχή ήταν το έτος 2005 11.400 ή ανάλογα 12.700 ευρώ. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Ο ανακόπτων (αναιρεσείων) διατηρεί στη θέση Πούντα της Μάρπησσας Πάρου επιχείρηση snac bar- εστιατορίου-αναψυκτηρίου με το διακριτικό τίτλο "VIVA PUNTA". Την επιχείρηση αυτή την ασκεί σε μισθωμένο χώρο (στεγασμένο και ακάλυπτο), εμβαδού συνολικής έκτασης 6.852 m2 περίπου, έναντι ετήσιου μισθώματος για το επίδικο έτος 2005 29.000 ευρώ. Με προφορική συμφωνία με το Δήμο Πάρου, η οποία επικυρώθηκε μεταγενέστερα με τη σύναψη του από 22.8.2005 συμφωνητικού, παραχωρήθηκε σ' αυτόν το τμήμα του αιγιαλού που βρίσκεται μπροστά από την επιχείρησή του, εμβαδού 120 m2 , για να τοποθετεί 20 σετ ομπρελών (το σετ αποτελείται από μια ομπρέλα και δυο ξαπλώστρες), για τη θερινή περίοδο του έτους 2005, η οποία αρχίζει τέλος Μα,ου και τελειώνει αρχές Σεπτεμβρίου, έναντι ετήσιου μισθώματος 7.043 ευρώ. Ο ανακόπτων όμως σε έλεγχο που έγινε από τους αρμόδιους υπαλλήλους του Δήμου, στις 9.8.2005, διαπιστώθηκε να έχει προβεί σε κατάληψη έκτασης αιγιαλού πέραν αυτής που του εκμισθώθηκε με το παραπάνω συμφωνητικό, εμβαδού 373,5 m2 (βλ. σχετικό διάγραμμα). Την καταληφθείσα αυτή έκταση του αιγιαλού ο ανακόπτων την κατέλαβε, την κατείχε και τη χρησιμοποιούσε χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα δυνάμει συμβατικής ή άλλης έννομης σχέσης με το καθ' ου Ελληνικό Δημόσιο (αναιρεσίβλητο) και τοποθέτησε σ' αυτή ομπρέλες και ξαπλώστρες, που τις ενοικίαζε στη συνέχεια σε λουόμενους, επεκτείνοντας κατ' αυτό τον τρόπο την επιχειρηματική του δραστηριότητα πέραν της μισθωμένης απ' αυτόν έκτασης και αναιρώντας έτσι τον κοινόχρηστο χαρακτήρα του αιγιαλού. Για το λόγο αυτό ο Προϊστάμενος της Κτηματικής Υπηρεσίας Κυκλάδων εξέδωσε το ανακοπτόμενο πρωτόκολλο καθορισμού αποζημιώσεως χρήσεως, με το οποίο καθορίστηκε το συνολικό ποσό των 48.224 ευρώ για την αυθαίρετη χρήση τμήματος αιγιαλού στην Πούντα Μάρπησσας Πάρου, εμβαδού 373,5 m2, για το χρονικό διάστημα της θερινής περιόδου του έτους 2005 ... Το ύψος όμως της οφειλόμενης αποζημίωσης από τον ανακόπτοντα για την εκ μέρους αυτού αυθαίρετη χρήση του επίδικου χώρου δεν πρέπει να ανέλθει στο ποσό των 48.000 ευρώ, αλλά να περιορισθεί σ' αυτό των 12.000 ευρώ. Την κρίση του αυτή το Δικαστήριο στηρίζει και στο γεγονός ότι η χρήση του επίδικου χώρου γίνεται μόνο για χρονικό διάστημα ενός μηνός, ήτοι αυτό της "φουλ σαιζόν" από 20 Ιουλίου μέχρι 20 Αυγούστου, κατά το οποίο παρατηρείται προσέλευση πληθώρας παραθεριστών και ο μισθωμένος χώρος των 120 m2 δεν επαρκεί τότε για την κάλυψη των αναγκών της επιχείρησης του ανακόπτοντος. Έτσι το Δικαστήριο έλαβε επίσης υπόψη στη συγκεκριμένη περίπτωση: 1) Το μίσθωμα των 29.000 ευρώ που καταβάλει ετησίως για τη μίσθωση χώρου 6852 m2, όπου ασκεί την επιχείρησή του, 2) το μίσθωμα των 7043 ευρώ που καταβάλει για όλη τη θερινή περίοδο στο Δήμο Πάρου για τη μίσθωση 120 m2 αιγιαλού, 3) τη χρονική διάρκεια της αυθαίρετης χρήσης, που όπως προαναφέρθηκε είναι ένας μήνας και 4) το γεγονός ότι η αποζημίωση που οφείλεται, δεν πρέπει να φθάνει μέχρι οικονομικής εξόντωσης του αυθαίρετα κατέχοντος ανακόπτοντος". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσείοντος και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει στην ουσία της την ένδικη ανακοπή του κατά του υπ' αριθ. 224/196/13.2.2006 πρωτοκόλλου αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημόσιας έκτασης, που εξέδωσε σε βάρος του ο Προϊστάμενος της Κτηματικής Υπηρεσίας Κυκλάδων του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, υποχρεώνοντάς τον να καταβάλει για αποζημίωση χρήσης το ποσό των 48.224 ευρώ, ακύρωσε στη συνέχεια εν μέρει το πρωτόκολλο αυτό και καθόρισε σε 12.000 ευρώ την καταβλητέα αποζημίωση χρήσης. Έτσι που έκρινε το Εφετείο αφενός μεν ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρ. 115 του από 11/12.11.1929 π.δ/τος "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", όπως τροποποιημένο το άρθρο αυτό ήδη ισχύει και ρυθμίζει την έκδοση πρωτοκόλλου αποζημίωσης για την αυθαίρετη χρήση των κτημάτων του Δημοσίου, ενώ αφετέρου δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε σε συγκεκριμένο αποδεικτικό πόρισμα, με συνεκτίμηση όλων των επικληθέντων και προσκομισθέντων από τον αναιρεσείοντα αποδεικτικών στοιχείων, επομένως και των εγγράφων για τη μη λήψη των οποίων αυτός αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως σαφώς στην απόφαση αυτή διαβεβαιώνεται, αλλά και αναμφίβολα προκύπτει από το όλο περιεχόμενό της, σύμφωνα με το οποίο η έκταση που μίσθωσε ο αναιρεσείων από το Δήμο Πάρου για την τοποθέτηση εκεί 20 συνολικά σετ ομπρελών με ξαπλώστρες είναι 120 m2. Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον τρίτο ειδικότερα λόγο της αίτησης αναίρεσης ότι με το από 22.8.2005 μισθωτήριο μίσθωσε για την ως άνω αιτία από το Δήμο Πάρου κατά τη θερινή περίοδο 2005 όχι μόνο έκταση 120 m2, αλλά όλη την κοινόχρηστη έκταση μπροστά από την επιχείρησή του στη θέση Πούντα της Μάρπησσας Πάρου, σε μήκος 83 m και πλάτος 17 m, με τον περιορισμό όμως ότι θα μπορούσε να τοποθετήσει στην έκταση αυτή μόνο 20 σετ ομπρελών με ξαπλώστρες σε εδαφικό τμήμα που δεν θα υπερέβαινε τα 120 m2. Έτσι η αντίθετη παραδοχή του Εφετείου συνιστά κατά τον αναιρεσείοντα παραμόρφωση του περιεχομένου του ως άνω μισθωτηρίου, αλλά και του όμοιου περιεχομένου του διαγράμματος της από 9.8.2005 έκθεσης αυτοψίας των υπαλλήλων του Δήμου Πάρου ως προς την έκταση στην οποία αντιστοιχεί το συμφωνημένο μίσθωμα των 7.043 ευρώ. Όμως και υπό την εκδοχή αυτή είναι σαφές ότι το μίσθωμα των 7.043 ευρώ, το οποίο μάλιστα ο αναιρεσείων δεν έχει αμφισβητήσει ως υπερβολικό στο πλαίσιο της μισθωτικής σχέσης του με το Δήμο Πάρου, αποτελεί αντάλλαγμα για τη δυνατότητα τοποθέτησης απ' αυτόν 20 τον πολύ σετ ομπρελών με ξαπλώστρες σε εδαφικό τμήμα μόνο 120 m2 της όλης έκτασης των 1411 m2 που του παραχωρήθηκε για το σκοπό αυτό, δηλαδή το μίσθωμα αφορά σε κάθε περίπτωση τη χρήση μόνο 120 m2 από την ευρύτερη αυτή έκταση, αφού στο υπόλοιπο της έκτασης αυτής ο αναιρεσείων δεν είχε τη δυνατότητα οποιασδήποτε άλλης χρήσης, όπως προκύπτει από το ως άνω μισθωτήριο, που παραδεκτά κατά το άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ επισκοπείται στο πλαίσιο του αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Επομένως κατά την έννοια αυτή δεν υπήρξε τελικά κρίσιμη παραμόρφωση από το Εφετείο του περιεχομένου των εγγράφων στα οποία αναφέρεται ο αναιρεσείων και ούτε εξ άλλου το Εφετείο βάσισε το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά στα παραπάνω έγγραφα. Αντίθετα επίσης με όσα ο αναιρεσείων υποστηρίζει, το Εφετείο δεν κατέφυγε για τον καθορισμό της καταβλητέας αποζημίωσης χρήσης και ούτε ήταν υποχρεωμένο να καταφύγει σε υπολογισμούς πλήρους αντιστοίχισης της αποζημίωσης αυτής με το ποσό του μισθώματος των 7043 ευρώ, αλλά με ελεύθερη εκτίμηση όλων των κρίσιμων περιστάσεων και χωρίς να διαπιστώσει άμεσα ή έμμεσα την ανάγκη ερμηνείας του σχετικού από 22.8.2005 μισθωτηρίου μεταξύ του αναιρεσείοντος και του Δήμου Πάρου, οπότε μόνο τότε η παράλειψή του να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ θα θεμελίωνε ενδεχομένως το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 832/2009, 574/2010), καθόρισε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς το ύψος του ποσού και πάντως εύλογη κρίση του σε 12.000 ευρώ την καταβλητέα αποζημίωση για την αυθαίρετη από τον αναιρεσείοντα χρήση δημόσιας έκτασης.
Συνεπώς οι τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, έκτος και έβδομος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και στο σύνολό τους απορριπτέοι. Αβάσιμος τέλος και απορριπτέος είναι και ο πρόσθετος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων, με πρόσχημα πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αριθμό 10 ή αναλόγως 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, την αιτιάται στην πραγματικότητα ανεπίτρεπτα (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ) για επουσιώδες ζήτημα που αφορά πάντως την ουσία της υπόθεσης και συγκεκριμένα για το ότι αναφέρει ως ποσό του καταβαλλόμενου απ' αυτόν κατά το έτος 2005 μισθώματος για το ακίνητο, που λειτουργεί η επιχείρησή του με το διακριτικό τίτλο VIVA PUNTA, αυτό των 29.000 ευρώ, ενώ το μίσθωμα που πράγματι κατέβαλλε τότε ήταν 19.633 ευρώ. Πρέπει έτσι η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, δηλαδή κατά τους αρχικούς και τον πρόσθετο λόγο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), στο οποίο όμως η αμοιβή του νομικού παραστάτη του θα επιδικασθεί μειωμένη, όπως στο διατακτικό ειδικότερα, δηλαδή κατά τα οριζόμενα στο άρθρ. 22§§1 και 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 52§18 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρ. 5§12 του ν. 1738/1987 και 2 της υπ' αριθ. 134423/1992 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΟλΑΠ 1114/1986, ΕλλΔνη 1987.102).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27.3.2010 αίτηση και τον από 11.4.2011 πρόσθετο λόγο για αναίρεση της υπ' αριθ. 253/2009 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ