Legislator Case Law & Legislation
374/2009 AI generated

374/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 374/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 30/9/2004, 26/10/2004, 23/10/2004, 18/6/2004 και 1/10/2005 αιτήσεις των ανωτέρω διαδίκων καθώς και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην σημερινή δίκη, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Κρήτης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκε η υπ' αριθμό 473/2006 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30/8/2007 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

374/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σύμφωνα, όμως, με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, η προβλεπόμενη στην § 4 του άρθρου 13 Ν. 2882/2001 αποζημίωση, για το απομένον, μετά την απαλλοτρίωση, στον ιδιοκτήτη τμήμα του ακινήτου του καλύπτει, όχι μόνο τη ζημία από την απομείωση της έκτασης του όλου ακινήτου, αλλά και τη ζημία που επέρχεται από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 374 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 374/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3, 4) Χ4, 5) Χ5, κατοίκων ......, 6) Χ6, 7) Χ7, κατοίκων Χ8, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Μπριτάκη ο οποίος ανακάλεσε την από 30/10/2008 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και εν προκειμένω από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας Κρήτης, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Χρήστο Μητκίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 30/9/2004, 26/10/2004, 23/10/2004, 18/6/2004 και 1/10/2005 αιτήσεις των ανωτέρω διαδίκων καθώς και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην σημερινή δίκη, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Κρήτης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκε η υπ' αριθμό 473/2006 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30/8/2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, ανέγνωσε την από 24/10/2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, κατά τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους αυτής.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, το άρθρο 13 του Ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων" (ΚΑΑΑ) ορίζει στην παράγραφο 4, ότι σε περίπτωση απαλλοτρίωσης τμήματος ακινήτου, εξαιτίας της οποίας η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη μειώνεται ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την ίδια απόφαση που καθορίζει την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο τμήμα προσδιορίζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα, που απέμεινε στον ιδιοκτήτη.

Το άρθρο 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε, μαζί με τη σύμβαση, αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, έναντι των κοινών νόμων, ορίζει ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της ιδιοκτησίας του παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας, και υπό τους όρους που προβλέπονται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου.

Με τη διάταξη αυτή προστατεύονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου, όπως και το δικαίωμα αποζημιώσεως για την προσγενόμενη ζημία, στην περιουσία του. Έλλειψη δε σεβασμού της περιουσίας, στην περίπτωση αυτή, υπάρχει όταν η συνεπεία του λόγου της αποζημιώσεως μείωση της περιουσιακής δυναμικότητας του προσώπου δεν αποκαθίσταται πλήρως.

Συνεπώς, στην περίπτωση που, λόγω απαλλοτριώσεως μέρους του ακινήτου, το απομένον τμήμα αυτού, που εξακολουθεί να αποτελεί στοιχείο περιουσίας του ιδιοκτήτου, υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, το αναγνωριζόμενο από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 δικαίωμα αποζημιώσεως ικανοποιείται πλήρως και εντεύθεν διασφαλίζεται ο σεβασμός στην περιουσία του ιδιοκτήτου όταν η αποζημίωση καλύπτει όχι μόνο την εκ της απομειώσεως και μόνον της εκτάσεως του όλου ακινήτου ζημίαν, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου.

Διότι άλλως κατά την τελευταία αυτή ζημία το παραμένον στον ιδιοκτήτη μέρος του ακινήτου, και επομένως η περιουσία του, θα παρέμενε χωρίς αποκατάσταση. Ανεξαρτήτως δε του ότι το περιεχόμενο αυτό της αποζημιώσεως είναι απότοκο της εφαρμογής της άνω υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεως του άρθρου 1 του πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου της Συμβάσεως της Ρώμης, είναι αδιάφορη στην περίπτωση αυτή η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 13 του Ν. 2882/2001, που ορίζει ότι δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριωμένου η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του μετά τη δημοσίευση της πράξης της απαλλοτρίωσης και μόνον εξαιτίας της, ούτε η ανατίμηση η προερχόμενη από ενέργειες του ιδιοκτήτη, στο απαλλοτριούμενο, που έγιναν μετά την ανακοίνωση της απαλλοτρίωσης και εξ αιτίας αυτής.

Και τούτο διότι η διάταξη αυτή αφορά την αύξηση ή μείωση του απαλλοτριουμένου μέρους, που το, κατά το Σύνταγμα, πλήρες της αξίας του κρίνεται κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως και όχι μετά την εκτέλεση του έργου. Ενώ αντιθέτως η αποζημίωση για την υποτίμηση κατά την παρ. 4 του άρθρου 13 αφορά το απομένον στον ιδιοκτήτη μέρος, που εξακολουθεί να αποτελεί περιουσία του και μετά την εκτέλεση του έργου, δι' ο η απαλλοτρίωση (Ολ.ΑΠ 31/2005).

Εξ άλλου, από την ίδια άνω διάταξη του άρθρου 13 § 4 του Ν. 2882/ 2001, με την οποία προβλέπεται και ιδιαίτερη αποζημίωση, για το απομένον, μετά την απαλλοτρίωση, στον ιδιοκτήτη τμήμα, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθ. 9 § 1, 14, 16 § 1, 17 § 1, 18 § 1, 19 § § 4, 5, 7, 8, 9, και 20 § 5 του ίδιου νόμου, προκύπτει ότι εκείνος που δεν έλαβε μέρος στη δίκη του προσωρινού προσδιορισμού, της αποζημίωσης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, αλλά παρεμβαίνει, για πρώτη φορά στη δίκη ενώπιον του Εφετείου, μπορεί να ασκήσει ανταίτηση με τις προτάσεις, για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, αρκεί η ανταίτηση να αναφέρεται στα ίδια κεφάλαια με την κυρία αίτηση, δηλαδή να αφορά το αντικείμενο της απαλλοτρίωσης, που έχει εισαχθεί με την εμπρόθεσμη κυρία αίτηση ενώπιον του Εφετείου.

Συνεπώς, αν με την κυρία, ενώπιον του Εφετείου, αίτηση, ζητείται μόνον ο καθορισμός οριστικής τιμής αποζημίωσης, δεν είναι παραδεκτή η με τις προτάσεις του καθού ανταίτηση, για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, για το απομένον, από την απαλλοτρίωση, τμήμα. (ΑΠ 82/2002). Περαιτέρω, το αίτημα, όπως αναγνωρισθεί ότι δεν συντρέχει περίπτωση καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για το απομένον τμήμα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, (αρνητικό αναγνωριστικό), αποτελεί κεφάλαιο δίκης (ΑΠ 797/1983, ΕΕΝ 1984, 274), και όταν τούτο υποβάλλεται με την κυρία αίτηση, έχει ως συνέπεια το παραδεκτό της, με τις προτάσεις του καθού, υποβαλλομένης ανταίτησης, για καθορισμό ιδιαίτερη αποζημίωσης, για το απομένον τμήμα του ακινήτου.

Εν προκειμένω, με τον πρώτο, κατά το ένα μέρος αυτού, από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ., λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, κήρυξε, παρά το νόμο, απαράδεκτες τις υποβληθείσες με τις προτάσεις των νυν αναιρεσειόντων ανταιτήσεις αυτών, για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, για το απομένον τμήμα της ιδιοκτησίας τους, με την αιτιολογία ότι δεν υπήρχε σχετικό με το αίτημα αυτό κεφάλαιο στην κυρία αίτηση.

Από την επισκόπηση του δικογράφου της εμπρόθεσμης κυρίας αίτησης του νυν αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, προκύπτει ότι περιέχεται αίτημα αναγνωριστικό (αρνητικό), με το οποίο ζητείται "να αναγνωρισθεί ότι δεν συντρέχει περίπτωση καθορισμού αποζημίωσης, για το απομένον τμήμα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, αφού δεν απομειώνεται η αξία, ούτε εμποδίζεται η κατά προορισμόν χρήση αυτών, λόγω της απαλλοτρίωσης".

Το (αρνητικό αναγνωριστικό αυτό αίτημα, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, δημιουργεί κεφάλαιο δίκης και καθιστά παραδεκτές τις, με τις εμπρόθεσμες προτάσεις των καθών - νυν αναιρεσειόντων, υποβληθείσες ανταιτήσεις, για καθορισμό αποζημίωσης, για το απομένον τμήμα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου τους.

Επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Περαιτέρω, με τον ίδιο (πρώτο) κατά το άλλο μέρος αυτού, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση, για παραβίαση (εσφαλμένη εφαρμογή) των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 13 § 4 του Ν. 2882/2001, 17 § 2 του Συντάγματος και 1 του πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, σχετικά με το ίδιο ως άνω ζήτημα του καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για το απομένον τμήμα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου των καθών - αναιρεσειόντων.

Από τα διαλαμβανόμενα στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, προκύπτει ότι το δικάσαν Εφετείο, με επάλληλη αιτιολογία απέρριψε, ως μη νόμιμα, τα αιτήματα, αναφορικά με την επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης, διότι η στα αιτήματα αυτά αξίωση για ιδιαίτερη αποζημίωση, θεμελιώνεται κυρίως στη μείωση του εναπομένοντος τμήματος του ακινήτου, λόγω της κατασκευής του έργου.

Σύμφωνα, όμως, με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, η προβλεπόμενη στην § 4 του άρθρου 13 Ν. 2882/2001 αποζημίωση, για το απομένον, μετά την απαλλοτρίωση, στον ιδιοκτήτη τμήμα του ακινήτου του καλύπτει, όχι μόνο τη ζημία από την απομείωση της έκτασης του όλου ακινήτου, αλλά και τη ζημία που επέρχεται από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου.

Επομένως, το δικάσαν Εφετείο υπέπεσε στην αποδιδόμενη, ως άνω, αναιρετική πλημμέλεια κατά τον βάσιμο πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, λόγο αναίρεσης.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος, "κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζητήσεως στο δικαστήριο ...".

Κατά δε την παρ. 4 του ίδιου άρθρου "Η αποζημίωση ορίζεται από τα αρμόδια δικαστήρια ... Πριν καταβληθεί η οριστική ή προσωρινή αποζημίωση διατηρούνται ακέραια όλα τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη και δεν επιτρέπεται η κατάληψη". Ως καταβλητέα αποζημίωση για τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και τη δυνατότητα κατάληψης νοείται η κατά την ως άνω διάταξη της παρ. 2 "πλήρης", η οποία πρέπει συνεπώς να περιλαμβάνει και την αξία των κατά το άρθρο 953 ΑΚ συστατικών του ακινήτου, τα οποία συναπαλλοτριώνονται αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 4 Ν. 2882/2001, έστω και αν αυτά δεν έχουν περιληφθεί ρητώς στην περί κηρύξεως της απαλλοτριώσεως απόφαση.

Τέλος, κατά τα άρθρα 16 παρ. 1 και 17 παρ.1 και 3 ίδιου ως άνω νόμου, η προσαγωγή στη δίκη καθορισμού της αποζημιώσεως, πλην άλλων στοιχείων, του κτηματολογικού πίνακα είναι στοιχείο της προδικασίας, άνευ δε αυτού η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 Ν. 2882/2001, αναφέρεται στην καθόλου παράλειψη προσαγωγής κτηματολογικού πίνακα.

Επομένως, αν προσκομίζεται κτηματολογικός πίνακας για το ακίνητο, υπάρχει η αναγκαία προδικασία έστω και αν στον πίνακα αυτόν δεν περιέχονται συστατικά του απαλλοτριωθέντος ακινήτου. Ως προς τα συστατικά που δεν περιλαμβάνονται στον κτηματολογικό πίνακα το δικαστήριο έχει εξουσία να προσδιορίζει τιμή μονάδας αποζημίωσης, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα.

Έχει δε το δικαστήριο την ευχέρεια, είτε να διατάξει τη συμπλήρωση του πίνακα είτε να προχωρήσει στον καθορισμό τιμής και για τα παραλειφθέντα συστατικά, βάσει των προσκομιζόμενων ή τασσόμενων και διεξαγόμενων αποδείξεων (λ.χ. πραγματογνωμοσύνης). Στην τελευταία αυτή περίπτωση ο πίνακας θα συμπληρωθεί, αν υπάρχει ανάγκη, εκ των υστέρων, προκειμένου να υπολογισθεί, η συνολικώς καταβλητέα, για τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως, αποζημίωση (Ολ ΑΠ 5/2002, ΑΠ 641/2004μ 654/2004).

Με τον τρίτο, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της κήρυξης, παρά το νόμο, απαραδέκτου και ειδικώτερα της, παρά το νόμο, κήρυξης, ως απαραδέκτων, των ανταιτήσεων των τριών πρώτων των αναιρεσειόντων, για καθορισμό αποζημίωσης, σχετικά με τα επικείμενα, τα μη αναφερόμενα στον κτηματολογικό πίνακα.

Από τις διαλαμβανόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιολογίες προκύπτει ότι, το δικάσαν Εφετείο έκρινε απορριπτέες, ως απαράδεκτες, τις ανταιτήσεις, οι οποίες είχαν ως αίτημα τον καθορισμό αποζημίωσης, για συστατικά και επικείμενα άλλα (διαφορετικά) από εκείνα, που αναφέρονται στην αίτηση. Από την επισκόπηση του δικογράφου της ενώπιον του Εφετείου κυρίας αίτησης του αναιρεσιβλήτου, Ελληνικού Δημοσίου, προκύπτει ότι περιέχεται σαυτήν αίτημα, όπως αναγνωρισθεί ότι δεν συντρέχει λόγος, να καθορισθεί οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τα επικείμενα, τα μη περιλαμβανόμενα στον κτηματολογικό πίνακα, για τα οποία είχε ορισθεί από το Μονομελές Πρωτοδικείο, προσωρινή αποζημίωση (αρνητικό αναγνωριστικό αίτημα) το οποίο, όπως ήδη έχει αναφερθεί ανωτέρω, δημιουργεί κεφάλαιο δίκης.

Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα και στη μείζονα σκέψη, το δικάσαν Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της, παρά το νόμο, κήρυξης ως απαραδέκτων, των ανταιτήσεων των ως άνω αναιρεσειόντων, για καθορισμό αποζημίωσης, σχετικά με τα μη αναφερόμενα στον κτηματολογικό πίνακα συστατικά και επικείμενα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου.

Επομένως, ο τρίτος, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος.

ΙΙΙ. Μετά ταύτα, αφού η αναιρετική εμβέλεια των ως άνω γενομένων δεκτών λόγων, εκτείνεται στο σύνολο της απόφασης, ως προς τα ζητήματα, τα οποία αυτοί αφορούν, δηλαδή το παραδεκτό και νόμιμο των ανταιτήσεων, που άσκησαν όλοι οι αναιρεσειόντες, σχετικά με το αίτημα της επιδίκασης ιδιαίτερης αποζημίωσης, για το απομένον τμήμα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων τους, καθώς και το παραδεκτό της ανταίτησης, της ασκηθείσας καθώς και το παραδεκτό της ανταίτησης, της ασκηθείσας από τους τρεις πρώτους των αναιρεσειόντων, σχετικά με το αίτημα της επιδίκασης αποζημίωσης, για τα επικείμενα, τα μη συμπεριλαμβανόμενα στον κτηματολογικό πίνακα, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων, των αναφερομένων στα ίδια αυτά ζητήματα.

ΙV. Με τον πέμπτο, από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση για μη λήψη υπόψη, από το δικάσαν Εφετείο, του αναφερομένου στο αναιρετήριο εγγράφου το οποίο προσκομίσθηκε, με επίκληση, από τους αναιρεσείοντες και συγκεκριμένα το υπ' αριθμ. ...... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, προκειμένου να ληφθεί υπόψη συγκριτικό στοιχείο, για τον καθορισμό τιμής μονάδας αποζημίωσης, για τις απαλλοτριωθείσες εδαφικές εκτάσεις των αναιρεσειόντων. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι από την περιεχομένη στο αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης βεβαίωσης, ότι το δικάσαν Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς το ως άνω ζήτημα του καθορισμού της αξίας των απαλλοτριωθέντων των ακινήτων και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη του και το ως άνω επίμαχο έγγραφο.

V. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το μέρος της, με το οποίο απορρίφθησαν, ως απαράδεκτες και μη νόμιμες α) οι, με τις από 14-10-2005 προτάσεις των αναιρεσειόντων, ασκηθείσες ανταιτήσεις, για επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης, για το απομένον, μετά την απαλλοτρίωση, τμήμα της ιδιοκτησίας τους και ειδικώτερα των πρώτου, δεύτερης και τρίτη των αναιρεσειόντων, για το με αριθμό ΚΠ ... ακίνητο, των τετάρτου και πέμπτου των αναιρεσειόντων, για το με αριθμό ΚΠ ... ακίνητο και των έκτης και εβδόμης εξ αυτών, για το με αριθμό ΚΠ ... ακίνητο και β) η, με τις ίδιες ως άνω προτάσεις, ασκηθείσα ανταίτηση των πρώτου, δευτέρας και τρίτης των αναιρεσειόντων, για επιδίκαση αποζημίωσης, για τα επικείμενα, τα ευρισκόμενα επί της υπ' αριθμ. ΚΠ ... ιδιοκτησίας τους και μη συμπεριληφθέντα στον κτηματολογικό πίνακα, καθώς και ως προς το κεφάλαιο των επιδικαζόμενων δικαστικών εξόδων, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο εκδόσαν την απόφαση ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, και να καταδικασθεί το ηττηθέν αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, οι οποίοι κατέθεσαν και προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 473/2006 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ