374/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειουσών δήλωσε, ότι παραιτείται του δικογράφου της από 04.11.2004 αιτήσεως αναιρέσεως ως προς την δεύτερη αναιρεσείουσα.
Legislator headnote
AI generated374/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη ζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Full text
Απόφαση 374 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 374/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Των αναιρεσειουσών : 1) Της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "FIAT AUTO HELLAS Α.Ε", που εδρεύει στην Αργυρούπολη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2) της εταιρείας με την επωνυμία " ALFA ROMEO S.p.A", που εδρεύει στην Ιταλία, εκπροσωπείται νόμιμα και αντιπροσωπεύεται από την πρώτη, τις οποίες εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Παναγιώτης Τσουμάνης .
Του αναιρεσιβλήτου : Ψ1, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Ανδρέας Στρουγγάρης, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειουσών δήλωσε, ότι παραιτείται του δικογράφου της από 04.11.2004 αιτήσεως αναιρέσεως ως προς την δεύτερη αναιρεσείουσα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20.11.1997 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 5997/1998 προδικαστική και 9727/2000 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 8070/2001 μη οριστική και 6308/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 04.11.2004 αίτησή της, που φέρεται σε συζήτηση, με την από 24.10.2006 κλήση της και μετά από αναβολή κατά τη δικάσιμο στις 15.10.2007. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 30.09.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφόρικη δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων.
Κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη ζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβαση της. Περαιτέρω στο άρθρο 576 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νομός, ο 'Αρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.
Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων και την καθιερούμενη από την τελευταία απ' αυτές αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στον 'Αρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από τον εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι, συνάγεται ότι : α) στην περίπτωση που η επίσπευση της συζήτησης είχε γίνει από τον απολειπόμενο διάδικο, από κοινού με άλλους που εμφανίσθηκαν, αυτή δεν είναι έγκυρη ως προς αυτόν (απολειπόμενο), εάν κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας ως προς εκείνον (απολειπόμενο) προς το δικηγόρο, που και για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση, β) στην περίπτωση που ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, την οποία πλέον αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, ο αναιρεσείων θεωρείται ότι δεν παρίσταται και κηρύσσεται άκυρη η κλήση, με βάση την οποία αυτός εμφανίζεται ότι επισπεύδει με περαιτέρω αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η εφαρμογή της παραπάνω αναφερόμενης διάταξης του άρθρου 576 παρ.1 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία ο 'Αρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι και γ) εφόσον οι αναιρεσείοντες είναι περισσότεροι και ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση και εμφανίζεται γι' αυτούς δεν έχει την πληρεξουσιότητα μερικών ή και ενός έστω από τους αναιρεσείοντες που επέσπευσαν τη συζήτηση, είτε αυτοί παρίστανται είτε δεν παρίστανται κατ' αυτήν, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους, αν οι αναιρεσείοντες αυτοί δεν έχουν κλητευθεί από τον αντίδικό τους ή από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση τυχόν έστω και απλούς ομοδίκους τους (Ολ.
Α.Π. 39/2005 και 9/2003). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 575, 226 παρ. 3 εδ. γ' και δ', 558 παρ. 4 και 576 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναβλήθηκε με επισημείωση στο πινάκιο, είναι δε απών ή δεν παρίσταται προσηκόντως κατά τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο κάποιος από τους διαδίκους, ο 'Αρειος Πάγος ερευνά αν ο απών διάδικος είτε είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση και δη εγκύρως και από την άποψη ύπαρξης πληρεξουσιότητας προς τον επισπεύδοντα γι' αυτή τη συζήτηση δικηγόρο, στην περίπτωση που η επίσπευση αυτή είχε γίνει από τον απολειπόμενο από κοινού μετ' άλλων, οι οποίοι παρέστησαν, ή είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί στη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση εάν η επίσπευση είχε γίνει από τον αντίδικο του απολειπομένου.
Μόνο δε αν συντρέχει η μία ή άλλη από τις προϋποθέσεις αυτές, είναι περιττή η κλήτευση του απόντος κατά τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο, διαδίκου. Εάν δεν αποδεικνύεται η συδνρομή της μιας ή της άλλης από τις προϋποθέσεις αυτές, και ο απών ή ο μη προσηκόντως παραστάς διάδικος δεν είχε κλητευθεί νόμιμα στην αρχική δικάσιμο που χώρησε η αναβολή, ο 'Αρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς όλους τους διαδίκους.
Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 297 και 298 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει, ότι είναι επιτρεπτή τόσο η παραίτηση του αναιρεσείοντα από ορισμένο λόγο της αίτησης αναίρεσης, όσο και η παραίτηση αυτού από το δικόγραφο αυτής, έναντι ορισμένων ή όλων των αναιρεσιβλήτων, χωρίς τη συναίνεση αυτών.
Η παραίτηση αυτή μπορεί να γίνει ή με δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υπόθεσης, ή με δικόγραφο, που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, επιφέρει δε αναδρομικώς την κατάργηση της δίκης επί της αναίρεσης, χωρίς την έκδοση απόφασης, στη μεν πρώτη περίπτωση μόνο ως προς το λόγο αυτό της αναίρεσης, στη δε δεύτερη περίπτωση έναντι όλων των αναιρεσιβλήτων ή έναντι εκείνων, στους οποίους αναφέρεται η παραίτηση.
Για το κύρος της παραίτησης αυτής δεν απαιτείται, σύμφωνα με το άρθρο 989 περ. β του ΚΠολΔ, ειδική πληρεξουσιότητα, αλλά αρκεί και η γενική έλλειψη της οποίας, όπως προκύπτει από τη διασταλτικά ερμηνευόμενη διάταξη του άρθρ. 544 αρ. 4 του ΚΠολΔ, θεραπεύεται με μεταγενέστερη έγκριση του ενδιαφερομένου διαδίκου, η οποία ενεργεί αναδρομικά.
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης νόμιμο, εξ αναβολής, με επισημείωση στο πινάκιο, από την αρχικά προσδιορισμένη για την 15-10-2007 δικάσιμο της υπόθεσης, εμφανίστηκαν οι δύο αναιρεσείουσες ως εκπροσωπούμενες από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο τους Παναγιώτη Τσουμάνη, ο οποίος δήλωσε προφορικά στο ακροατήριο ότι παραιτείται από το δικόγραφο της κρινομένης αίτησης ως προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα.
Από το προσκομιζόμενο πληρεξούσιο με αριθμό ........ του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Στεφανάκου προκύπτει ότι η πρώτη αναιρεσείουσα ατομικά ενεργούσα, όχι δε και για λογαριασμό της δεύτερης αναιρεσείουσας, έχει διορίσει νόμιμα κατά το άρθρο 96 παρ. 1 του ΚΠολΔ τον πιο πάνω Δικηγόρο Παναγιώτη Τσουμάνη ως πληρεξούσιο Δικηγόρο της, με την εντολή να παρίσταται και να την εκπροσωπεί κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με την ιδιότητα δε αυτή υπέγραψε αυτός και την από 24-10-2006 κλήση και την προς επίδοσή της εντολή προς τον αναιρεσίβλητο, που επιδόθηκε στον τελευταίο στις 20-11-2006, για την αρχικά προσδιορισμένη δικάσιμο την 15-10-2007.
Δεν αποδεικνύεται όμως ότι και η δεύτερη αναιρεσείουσα, ως πληρεξούσιος επίσης Δικηγόρος της οποίας ο ίδιος πιο πάνω δικηγόρος υπογράφει την ίδια κλήση, και έδωσε την προς επίδοση εντολή στον διενεργήσαντα αυτή δικαστικό επιμελητή, διόρισε αυτόν, κατά νόμιμο τρόπο πληρεξούσιο δικηγόρο της για να την εκπροσωπεί στην παρούσα δίκη, αλλά και να παραιτείται ως προς αυτήν από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης.
Εξ άλλου, από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα, ως προς την οποία δεν αποδεικνύεται η χορήγηση πληρεξουσιότητας προς τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε ο νομότυπος τρόπος της επικαλούμενης δικονομικής εκπροσώπησής της από την πρώτη αναιρεσείουσα, έχει κληθεί με επιμέλεια της πρώτης αναιρεσείουσας ή του αναιρεσίβλητου.
Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης, τόσο την προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα, που καίτοι εμφανίσθηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ούτε παραιτήθηκε κατά νόμιμο τρόπο από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ως προς όλους τους λοιπούς διαδίκους.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 4-11-2004 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 6308/2004 οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ