374/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 374 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 374/2007
Legislator headnote
AI generated374/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 374 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 374/2007
Full text
Απόφαση 374 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 374/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ......, Δικηγόρου Αθηνών, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος.
Των αναιρεσίβλητων: 1. .... , 2. .... , 3. .... , καθολικών κληρονόμων του Χ1, κατοίκων .... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Χαρακτινιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/12/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 116/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4628/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18/8/2006 αίτησή του και τους από 12/10/2006 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας ανέγνωσε την από 3/1/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου και την απόρριψη των λοιπών του ιδίου δικογράφου και αυτού των προσθέτων λόγων. Ο αναιρεσείων, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έκρινε ορισμένη ή αόριστη αγωγή, διότι αρκέστηκε στην πρώτη περίπτωση σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος και απαίτησε στη δεύτερη περισσότερα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 91 παρ. 1 του ν.δ.3064/54 "Περί του Κώδικος των Δικηγόρων" ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει παρά του εντολέως αυτού, πλην των δαπανών και αμοιβή για κάθε εργασία αυτού δικαστική ή εξώδικη. Κατά δε τα άρθρο 92 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα "τα της αμοιβής του δικηγόρου κανονίζονται κατά συμφωνίαν μετά του εντολέως αυτού ή του αντιπροσώπου, περιλαμβάνουσαν είτε την όλην διεξαγωγήν της δίκης είτε μέρος ή κατ' ιδίαν πράξεις αυτής ή άλλας πάσης φύσεως νομικάς εργασίας, εν ουδεμιά όμως περοπτώσει επιτρέπεται η αμοιβή να υπολείπεται των εν άρθρω 98 και επόμενα ελαχίστων ορίων αυτής". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η αμοιβή του δικηγόρου κανονίζεται με συμφωνία αυτού και του εντολέως του, η οποία μπορεί να αφορά μία μόνο κατ' ιδίαν πράξη ή το σύνολο των πράξεων που αφορούν συγκεκριμένη υπόθεση. Και αν δεν καταρτίστηκε συμφωνία για την αμοιβή, ο δικηγόρος δικαιούται ως αμοιβή τα ελάχιστα όρια αυτής, που ορίζονται από τα άρθρα 98 και επ. του Κώδικα περί Δικηγόρων. Η σύμβαση μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη του, με την οποία ο δεύτερος αναθέτει στον πρώτο το δικαστικό ή εξώδικο χειρισμό μιας υποθέσεώς του και αναλαμβάνει την υποχρέωση να του καταβάλει για το σύνολο των ενεργειών του ορισμένη αμοιβή, είναι καθαρά και δεν τελεί υπό την αίρεση της επιτυχούς εκβάσεως της δίκης (άρθρο 92 παρ. 3, 4 και 5 του ιδίου Κώδικα). Περαιτέρω για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία ο δικηγόρος ζητεί την επιδίκαση της αμοιβής που συμφωνήθηκε με τον εντολέα του για δικαστικές ή εξώδικες ενέργειες, συναφείς με το δικηγορικό επάγγελμα μετά την εκτέλεση τούτων, αρκεί στο δικόγραφο αυτής να μνημονεύονται: α) η συμφωνία περί εντολής και το ύψος της αμοιβής και β) η εκτέλεση της εντολής αυτής με την ενέργεια των αναγκαίων για τη διεκπεραίωση της ανατεθείσας υποθέσεως δικαστικών και εξώδικων πράξεων, δεν απαιτείται δε να αναφέρεται ότι ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας ως και ότι σε περίπτωση αποτυχίας δε δικαιούται να λάβει αμοιβή, αφού η μνεία των στοιχείων αυτών είναι αναγκαία μόνο στη συμφωνία περί εργολαβίας δίκης (ΑΠ 57/2005). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων δικηγόρος με την από 27-12-2001 αγωγή του, που παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), ισχυρίστηκε τα ακόλουθα: Ότι το έτος 1981 ο Χ1, έχοντας εκκρεμή υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών ως εναγόμενος στην υπ' αριθμ. καταθ. 11205/4-11-75 αγωγή των ..... κ.λ.π, που είχε ως αντικείμενο να ακυρωθεί η υπ' αριθμ. 4425/71 δημόσια διαθήκη του ....., ανέθεσε με προφορική συμφωνία στον ενάγοντα τη συνέχιση της εν λόγω δίκης από το στάδιο της προδικαστικής αποφάσεως, μέχρι του οποίου την είχε χειριστεί ο ήδη αποβιώσας προηγούμενος δικηγόρος του, έως το πέρας αυτής, καταβάλλοντας και όλες τις αναγκαίες σχετικές δαπάνες. Ότι ως αμοιβή αυτού για τις πάσης φύσεως δικηγορικές του υπηρεσίες σχετικά με τη δίκη αυτή, συμφωνήθηκε να του μεταβιβάσει ο εναγόμενος κατά κυριότητα ένα από τα επίδικα οικόπεδα εμβαδού 700 τ.μ. ευρισκόμενο εντός του οικισμού της Κοινότητας ..... , της απολύτου δε επιλογής του, αλλιώς και εφόσον αυτός το επιθυμούσε, να του καταβάλει το ισόποσο της κατά το χρόνο πληρωμής αξίας οικοπέδου 700 τ.μ. με πρόσοψη στη λεωφόρο ..... και ότι, μετά το θάνατο του Χ1 την 1η Ιουλίου 1990 οι εναγόμενοι ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του ανανέωσαν την προς αυτόν εντολή για τη συνέχιση της δίκης που ήδη περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθμ. 475/1997 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών η οποία απέρριψε την παραπάνω αγωγή. Με βάση δε τα ανωτέρω ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενες υποχρεούνται να του μεταβιβάσουν ως συμφωνηθείσα δικηγορική αμοιβή την κυριότητα του περιγραφόμενου στην αγωγή αυτή ακινήτου και σε περίπτωση αρνήσεώς τους, να του καταβάλουν το ισόποσο της αξίας του εν λόγω οικοπέδου ανερχομένης σε 35.000.000 δρχ. ή 102.714 ευρώ. Με το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αίτημα η εν λόγω αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, ως περιέχουσα σαφή έκθεση των γεγονότων βάσει των οποίων θεμελιώνεται στις διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 1 και 92 παρ. 1 του Δικηγορικού Κώδικα. Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως αόριστη γιατί δεν περιεχόταν σ' αυτήν ότι στην παραπάνω συμφωνία μεταξύ του αναιρεσείοντος και του εντολέως του υπήρχε ο όρος ότι ο αναιρεσείων δικηγόρος δε θα δικαιούται ουδεμιάς αμοιβής σε περίπτωση ανεπιτυχούς εκβάσεως της δίκης, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 91 παρ. 1 και 92 παρ. 1 του Δικηγορικού Κώδικα, διότι απαίτησε να περιέχει το δικόγραφο της αγωγής περισσότερα στοιχεία από όσα προβλέπουν οι διατάξεις αυτές. Έτσι, ο πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Οι υπόλοιποι λόγοι του κυρίου δικογράφου από τους αριθμούς 1, 8, 17, 19, και 20 και των προσθέτων λόγων από τους αριθμούς 1, 8, 10, 17 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι λόγω της αοριστίας τους και ειδικότερα: 1. Του κυρίου δικογράφου α) ο από τον αριθμό 1 διότι, ως προς μεν την αιτίαση ότι το Εφετείο κατά παράβαση των άρθρων 91 παρ. 1 και 92 παρ. 1 του Δικηγορικού Κώδικα απέρριψε ως αόριστα τα επικουρικά αιτήματα της αγωγής με στοιχ. γ΄ και δ΄, δεν αναφέρεται πλήρως το αντίστοιχο περιεχόμενο της αγωγής, ως προς δε την αιτίαση ότι το εν λόγω δικαστήριο κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έκρινε ως παραγεγραμμένες τις αγωγικές αξιώσεις του αναιρεσείοντος σχετικά με αμοιβές του για παραστάσεις σε εξέταση μαρτύρων στον πρώτο και δεύτερο βαθμό, για σύνταξη προτάσεων και παράστασή του στο Εφετείο, για έλεγχο τίτλων στα Υποθηκοφυλακεία .... , ... και ... καθώς και με δαπάνες του για λήψη αντιγράφων αποφάσεων, εισηγητικών εκθέσεων και συμβολαίων, διότι δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά (παραδοχές), επί των οποίων στήριξε την απορριπτική του κρίση το εν λόγω δικαστήριο, β) ο από τον αριθμό 8, διότι δεν αναφέρεται ο αυτοτελής ισχυρισμός ("πράγμα"), που προτάθηκε παραδεκτώς από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας και δεν λήφθηκε υπόψη ή που αν και δεν προτάθηκε από τους αναιρεσίβλητους, λήφθηκε παρά το νόμο υπόψη, γ) ο από τον αριθμό 10, διότι δεν προσδιορίζεται ο αυτοτελής ισχυρισμός ("πράγμα") που δέχτηκε το δικαστήριο χωρίς απόδειξη, δ) ο από τον αριθμό 17, διότι δεν αναφέρεται ποιες είναι οι αντιφατικές διατάξεις της αποφάσεως και ε) ο από τον αριθμό 19, διότι δεν αναφέρονται οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου. 2. Του δικογράφου των προσθέτων λόγων : α) οι από τους αριθμούς 1 και 19, διότι δεν αναφέρονται οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, β) οι από τους αριθμούς 10 και 17 για τους ίδιους λόγους που αναφέρθηκαν για τους αντίστοιχους του κυρίου δικογράφου και γ) ο από τον αριθμό 8, διότι δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο σε ποιες αξιώσεις αναφέρεται η προβληθείσα ένσταση περί αναστολής της παραγραφής, καθόσον αν αυτή αφορά στην αξίωση του πρώτου κεφαλαίου της αγωγής, η εν λόγω ένσταση δεν ήταν ερευνητέα γιατί το αντίστοιχο αίτημα απορρίφθηκε ως αόριστο. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απορρίφθηκε ως αόριστη η κυρία βάση της αγωγής με αίτημα να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να μεταβιβάσουν στον ενάγοντα την κυριότητα του ακινήτου που συμφωνήθηκε ως αμοιβή του και επικουρικώς την ανερχόμενη σε 102.714 ευρώ αξία αυτού και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4628/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε επτακόσια είκοσι (720) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ