Legislator Case Law & Legislation
374/2006 AI generated

374/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 374/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/12/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 652/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 1107/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18/5/2004 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

374/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΚ και των παρ. 1 εδ. β', 2 και 3 του άρθρου 15 του Ν. 1735/1987. Κατά τις τελευταίες αυτές διατάξεις στην σύμβαση μισθώσεως έργου ορίζεται ότι ο ανάδοχος εισπράττει την αμοιβή του με βάση δελτίο παροχής υπηρεσιών, ότι η εκτέλεση του έργου δεν συνδέεται με το ωράριο εργασίας της υπηρεσίας. Η απασχόληση σε έργα ή καθήκοντα άσχετα με εκείνα που ανατίθενται κάθε φορά σε πρόσωπα με σύμβαση μίσθωσης έργου ή ξένα με την ειδικότητά τους απαγορεύεται.

Keywords

AI generated
work subject to authorization recording of working time benefit days exempt from reporting part-time gainful activity legal framework of the ESCB rights of civil servants
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 374 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 374/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ. υπό την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ ΚΑΙ ΒΙΟΤΕΧΝΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" (Τ.Ε.Β.Ε.), το οποίο εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Νομικό.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Α. Δ., 2) Π. Α., 3) Α. Α., 4) Π. Μ., 5) Μ. Ξ., 6) Β. Π., 7) Α. Κ., 8) Ι. Κ., 9) Α. Λ., 10) Χ. Λ., 11) Π. Τ., 12) Α. Γ., 13) Ε. Α., 14) Ε. Μ., 15) Γ. Κ., 16) Α. Γ., 17) Ε. Κ., 18) Σ. Κ., 19) Γ. Κ., 20) Κ. Κ., 21) Γ. Μ., 22) Κ. Β., 23) Σ. Σ., 24) Σ. Μ., 25) Α. Τ., 26) Γ. Α., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Κων/νο Γεωργακόπουλο και Αντώνιο Ρουπακιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/12/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 652/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 1107/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18/5/2004 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Κολυβάς, ανάγνωσε την από 30 Σεπτεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 652 ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946, προκύπτει ότι για το χαρακτηρισμό της εργασίας ως εξαρτημένης απαιτείται αυτός που την παρέχει να τελεί κατά την εκτέλεσή της κάτω από τις οδηγίες και τον έλεγχο του εργοδότη, ο οποίος ρυθμίζει τον τόπο, τον χρόνο και την έκταση της παροχής μέσα στα συμβατικά ή νόμιμα όρια κατά τρόπο δεσμευτικό για το μισθωτό, ενώ ο τελευταίος είναι υποχρεωμένος να υπακούει και να ακολουθεί τις οδηγίες του εργοδότη.

Ο χαρακτηρισμός της σχέσεως γίνεται μετά από εκτίμηση όλων των περιστάσεων προκειμένου να κριθεί σε ποια σχέση βρίσκεται ο μισθωτός έναντι του εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτηρισμό που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συμβατική τους σχέση. Ο νομοθέτης όμως δεν κωλύεται και όταν η από αυτόν ειδικώς ρυθμιζόμενη συγκεκριμένη σύμβαση έχει, με βάση τα παραπάνω κριτήρια, το χαρακτήρα της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, να τη χαρακτηρίσει κατά τρόπο δεσμευτικό για τους συμβληθέντες ως σύμβαση μισθώσεως έργου, οπότε επί της συμβάσεως αυτής ισχύουν οι διατάξεις που ρυθμίζουν τις συμβάσεις του είδους αυτού.

Με τη διάταξη του άρθρου 89 του Ν. 2084/1992 παρασχέθηκε η δυνατότητα στους φορείς κοινωνικής ασφάλισης να αναθέτουν σε ιδιώτες την είσπραξη των οφειλομένων ασφαλιστικών εισφορών. Η ανάθεση γίνεται με σύμβαση μίσθωσης έργου, η αμοιβή δε του αναδόχου καθορίζεται σε ποσοστό επί των εισπράξεων. Η διαδικασία της ανάδειξης του αναδόχου, ο τύπος και το περιεχόμενο της σύμβασης έργου, ο τρόπος είσπραξης των ασφαλιστικών εισφορών, ο τρόπος και ο χρόνος επίδοσης των εισπραττομένων ποσών, ο τρόπος και ο χρόνος καταβολής της αμοιβής του αναδόχου ορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ενώ για τα θέματα που δεν ρυθμίζονται ειδικά από τις παραπάνω αποφάσεις εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 681 επ.

ΑΚ και των παρ. 1 εδ. β', 2 και 3 του άρθρου 15 του Ν. 1735/1987. Κατά τις τελευταίες αυτές διατάξεις στην σύμβαση μισθώσεως έργου ορίζεται ότι ο ανάδοχος εισπράττει την αμοιβή του με βάση δελτίο παροχής υπηρεσιών, ότι η εκτέλεση του έργου δεν συνδέεται με το ωράριο εργασίας της υπηρεσίας. Η απασχόληση σε έργα ή καθήκοντα άσχετα με εκείνα που ανατίθενται κάθε φορά σε πρόσωπα με σύμβαση μίσθωσης έργου ή ξένα με την ειδικότητά τους απαγορεύεται.

Τα πρόσωπα που απασχολούνται με σύμβαση μίσθωσης έργου δεν δικαιούνται επιδόματα εορτών καθώς και άδεια και επίδομα αδείας. Η τελευταία αυτή διάταξη τέθηκε εκ περισσού και προφανώς προς άρση κάθε αμφιβολίας, αφού επί συμβάσεως μισθώσεως έργου δεν νοείται πέραν της εργολαβικής αμοιβής η καταβολή στον ανάδοχο και δώρων εορτών κλπ.

Με τις διατάξεις του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997, για τη σύναψη συμβάσεων μισθώσεως έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημοσίου τομέα με φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 681 επ. ΑΚ ή με άλλες ειδικές διατάξεις απαιτείται προηγούμενη έκδοση ΚΥΑ των αναφερομένων υπουργών στην οποία, πλην άλλων, καθορίζεται το συγκεκριμένο έργο που θα εκτελέσουν το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την ολική ή τμηματική παράδοση του έργου, το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου.

Σύμβαση μίσθωσης έργου που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες είναι αυτοδικαίως και καθ' ολοκληρίαν άκυρη. Για τη σύναψη συμβάσεως μίσθωσης έργου απαιτείται βεβαίωση της νομικής υπηρεσίας του νομικού προσώπου του δημόσιου τομέα, ότι πρόκειται για γνήσια σύμβαση έργου που δεν υποκρύπτει εξαρτημένη εργασία.

Ανανέωση ή παράταση της σύμβασης μίσθωσης έργου απαγορεύεται και είναι αυτοδικαίως άκυρη ... Ρήτρα καταβολής της εργολαβικής αμοιβής τμηματικώς κατά μήνα ή άλλο χρονικό όριο χωρίς συνάρτηση με την πρόοδο του έργου είναι αυτοδικαίως άκυρη. Με την παράγραφο 7 του παραπάνω άρθρου καταργήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 15 του Ν. 1735/1987 και επομένως δεν υφίσταται η ρητή απαγόρευση καταβολής δώρων εορτών κλπ στους απασχολουμένους με συμβάσεις μισθώσεως έργου.

Τούτο όμως δεν έχει την έννοια ότι του λοιπού επιτρέπεται η καταβολή δώρων εορτών, αφού, όπως προαναφέρθηκε, οι διατάξεις περί εργολαβικής αμοιβής είναι ασυμβίβαστες με την έννοια των δώρων εορτών, αδείας κλπ που καταβάλλονται στους απασχολούμενους με σχέση εξαρτημένης εργασίας. Επομένως, επί συμβάσεων μισθώσεως έργου, που συνήφθησαν κατ' εφαρμογή του άρθρου 89 του Ν. 2084/1992 από φορείς κοινωνικής ασφάλισης με ιδιώτες, στους οποίους ανατέθηκε η είσπραξη οφειλομένων ασφαλιστικών εισφορών, οι συμβάσεις αυτές έχουν πάντοτε, κατά νομοθετική επιταγή, τον χαρακτήρα της μισθώσεως έργου, ακόμη και αν ο ανάδοχος παρέχει πράγματι εξαρτημένη εργασία και συνεπώς, αφού δεν επιτρέπεται από το νόμο διαφορετικός νομικός χαρακτηρισμός των συμβάσεων αυτών, δεν μπορεί να τεθεί θέμα εκτιμήσεως αυτών ως συμβάσεων ή σχέσεων εξαρτημένης εργασίας.

Το αντίθετο δεν συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 8 του Ν. 2839/2000, με την οποία ορίστηκε ότι ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσομένων σε οργανική θέση με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, καθόσον το καθιερούμενο πλάσμα δικαίου αφορά εκείνους των οποίων έγινε δεκτή η αίτηση κατατάξεώς τους σε οργανική θέση, αφού προηγουμένως διαπιστώθηκε (άρθρο 17 παρ. 1 εδ.

δ' του παραπάνω νόμου) ότι κατά την κατάρτιση των συμβάσεών τους δεν παραβιάστηκαν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, μεταξύ των οποίων και οι προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997, δηλαδή ότι επρόκειτο περί γνησίων συμβάσεων έργου που δεν υπέκρυπταν εξαρτημένη εργασία.

Εν προκειμένω το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν από το αναιρεσείον, η πρώτη στις 9.7.1991, οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος στις 27.7.1992, οι πέμπτος, έκτη, έβδομη, όγδοος και ένατη στις 14.9.1993, οι δέκατος και ενδέκατη στις 14.12.1994, οι επόμενοι δωδέκατη, δέκατος τρίτος, δέκατος τέταρτος, δέκατη πέμπτη, δέκατη έκτη και δέκατη έβδομη στις 19.4.1995 και υπόλοιποι στις 30.1.1996, με συμβάσεις που το αναιρεσείον είχε ονομάσει συμβάσεις έργου ορισμένου χρόνου ενός έτους, προκειμένου να ασχοληθούν, ως επιμελητές εισπράξεων ασφαλιστικών εισφορών τρεχουσών και καθυστερουμένων μετά των τελών καθυστερήσεως και ως απογραφείς των μη ασφαλισμένων επαγγελματιών και βιοτεχνών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 89 του ν. 2084/1992 και αντί αμοιβής, που συμφωνήθηκε σε ποσοστό 2% επί του ύψους των πραγματοποιουμένων εισπράξεων και σε ποσοστό 10% επί της εισφοράς εγγραφής για κάθε απογραφόμενο επαγγελματία ή βιοτέχνη.

Οι συμβάσεις αυτές ανανεώθηκαν διαδοχικά μέχρι και την κατά το έτος 2000 κατάταξη τους σε οργανικές θέσεις, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου δυνάμει της υπ' αριθ. 16896/28.11.2000 απόφασης του Διοικητού του ΤΕΒΕ, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 4, 5, 6,7 και 8 του Ν. 2839/2000. Οι επίδικες συμβάσεις στην πραγματικότητα ήταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, αφού οι αναιρεσίβλητοι τελούσαν υπό το καθεστώς εξαρτήσεως από απόψεως τόπου, τρόπου και χρόνου παροχής της εργασίας τους, υποκείμενοι στον έλεγχο των αρμοδίων οργάνων του αναιρεσείοντος.

Τούτο διότι στα καθήκοντα τους ανάγονταν ειδικότερα τα εξής: α. απέδιδαν καθημερινά στην αρμόδια Υπηρεσία του ΤΕΒΕ τις εισπράξεις της προηγούμενης ημέρας και αγόραζαν ένσημα ίσης αξίας, β. παρέδιδαν ονομαστική κατάσταση αυτών, που κατέβαλαν τις εισφορές τους, δελτίο εισπράξεων εισφορών και δελτίο αγοράς ενσήμων με συμπληρωμένες τις σχετικές ενδείξεις, γ.

τηρούσαν κατάσταση, που ανέγραφε τις ημερομηνίες, που διέρχονταν από τα καταστήματα των ασφαλισμένων και εκείνων που αρνιόνταν την καταβολή των εισφορών, δ. υποχρεώνονταν να παρίστανται στο Δικαστήριο ως μάρτυρες όταν εκδικάζονταν υποθέσεις καθυστερήσεως ασφαλιστικών εισφορών του ΤΕΒΕ, ε. παρείχαν πληροφορίες στους ασφαλισμένους, σχετικά με τις παροχές του Ταμείου για συνταξιοδοτικά θέματα ενημερώνονταν επί των εγκυκλίων διαταγών της υπηρεσίας, έκαναν εξακριβώσεις διαγραφές, επανεγγραφές και εγγραφές νέων ασφαλισμένων και καταχωρούσαν τις εισφορές στις καρτέλες των ασφαλισμένων.

Κατά την εκτέλεση της εργασίας τους ήταν υποχρεωμένοι να προσέρχονται πρωϊ στα γραφεία του ΤΕΒΕ, υπέγραφαν παρουσιολόγιο, εκτελούσαν δύο με δυόμισι ώρες εργασία γραφείου και ακολούθως αναχωρούσαν για τον τομέα ευθύνης τους, απασχολούμενοι καθ' όλες τις πρωϊνές τουλάχιστον ώρες λειτουργίας των καταστημάτων.

Εξάλλου και ο τρόπος εκτέλεσης της εργασίας των αναιρεσιβλήτων ήταν επακριβώς καθορισμένος με την εργασία γραφείου, που προαναφέρθηκε και την ακολούθως είσπραξη εισφορών, επικόλληση σχετικών ενσήμων, την χρονολόγηση και την υπογραφή τους από αυτούς και τους ασφαλισμένους σε ειδική στήλη καθώς και με την τήρηση των προαναφερόμενων καταστάσεων.

Οι αναιρεσίβλητοι, επίσης, ακολουθούσαν τις εγκύκλιες διαταγές και οδηγίες του αναιρεσείοντος, δέχονταν οποτεδήποτε και αποφασιστικά τον έλεγχο των οργάνων του, ο οποίος επικεντρωνόταν στην συνεχή και επισταμένη επιμέλεια περί την εκτέλεση της εργασίας τους και υπέκειντο στον πειθαρχικό έλεγχο σε περίπτωση αδικαιολόγητης βραδύτητας περί την εκτέλεση της υπηρεσίας τους με κορύφωση την δυνατότητα του αναιρεσείοντος να καταγγέλλει αζημίως τις συμβάσεις εργασίας του.

Εξάλλου, οι αναιρεσίβλητοι ήταν ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ και στο ΤΕΑΠΟΚΑ. Ουσιαστικά δηλαδή οι αναιρεσίβλητοι είχαν τις ίδιες υποχρεώσεις, που είχε και το μόνιμο προσωπικό του ΤΕΒΕ, κατά παράβαση της σχετικής διατάξεως του άρθρου 15 του ν. 1735/1987. Από δε το έτος 1997, οπότε άλλαξε ο τρόπος είσπραξης των ασφαλιστικών εισφορών και εγένετο πλέον μηχανογραφικά με επιταγές μέσω των ΕΛΤΑ, οι αναιρεσίβλητοι τοποθετήθηκαν στην εσωτερική υπηρεσία του ΤΕΒΕ στα μηχανογραφικά τμήματα, όπως και οι μόνιμοι υπάλληλοι, παρέχοντες την ίδια με αυτούς υπηρεσία και τηρούντες το συγκεκριμένο ωράριο της υπηρεσίας του, η δε προσέλευση και η αποχώρηση τους ελεγχόταν με την υπογραφή του βιβλίου παρουσίας και αποχώρησης, όπως και οι μόνιμοι υπάλληλοι.

Με την παραπάνω κρίση του το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων με την οποία αξιώνουν την καταβολή επιδομάτων εορτών, αδείας κλπ, παραβίασε τις προπαρατεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου δια της μη εφαρμογής τους, όπως επίσης παραβίασε δια της εφαρμογής τους τις γενικές διατάξεις που προβλέπουν την καταβολή δώρων εορτών κλπ στους απασχολουμένους με εξαρτημένη εργασία μισθωτούς.

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, σε σχέση με όλους τους αναιρεσίβλητους, πλην του ογδόου τούτων, ως προς τον οποίο ο κρινόμενος λόγος πρέπει να απορριφθεί, ως αλυσιτελής, καθόσον ως προς αυτόν το Εφετείο διέλαβε και άλλη αιτιολογία, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως και δη την τοιαύτη ότι ως προς την ύπαρξη των ενδίκων αξιώσεων του υφίσταται δεδικασμένο.

Η αιτιολογία αυτή δε δεν πλήττεται επιτυχώς με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, όπως εκτίθεται αμέσως κατωτέρω.

Η κατά παράβαση του νόμου παραδοχή ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο αποτελεί επώνυμο λόγο αναιρέσεως προβλεπόμενο από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγους κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι εσφαλμένα έγινε δεκτό από το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε επί εφέσεως κατά αποφάσεως του Ειρηνοδικείου, ότι υφίσταται δεδικασμένο ως προς τις ένδικες αξιώσεις του όγδοου των αναιρεσιβλήτων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς όλους τους αναιρεσίβλητους, πλην του ογδόου τούτων, ως προς τον οποίο πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, και να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς το αναιρούμενο μέρος τους προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως κατά της 1107/2004 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς τον αναιρεσίβλητο Ι. Κ..

Αναιρεί την παραπάνω απόφαση κατά το μέρος που αφορά τους λοιπούς αναιρεσίβλητους.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου Ι. Κ., την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Καταδικάζει τους λοιπούς αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Φεβρουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ