Supreme Court allows appeal against dismissal of claim for unjust enrichment regarding unpaid overtime wages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's dismissal of his claim for unpaid overtime wages. The appellant argued that the lower court erred in rejecting the claim for unjust enrichment because the employer's refusal to pay constituted an unjust enrichment without legal cause. The court found that the First Instance Court did not err in law regarding the dismissal of the unjust enrichment claim, as the employer's enrichment was not legally unjustified under the specific circumstances. Consequently, the appeal was allowed only regarding the dismissal of the primary contract-based claim, while the unjust enrichment argument was rejected, and the case was remitted for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1 of Law 3385/2005; Article 904 of the Civil Code; The court held that a claim for unjust enrichment based on unpaid overtime is admissible only if the employer's enrichment lacks a legal cause, and the lower court's dismissal of such a claim does not constitute an error in law if the enrichment is justified by the employment relationship.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 373 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 373/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου- Εισηγήτρια, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά και Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Β. του Μ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Κωστίκα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και με τον διακριτικό τίτλο "..." και με την νέα επωνυμία "..." και με τον νέο διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Γάτσιο, ο οποίος ανακάλεσε την από 8-2-2021 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-12-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6841/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 14193/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-6-2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 1 Ιουνίου 2019 με ... και ΕΑΚ 1204/10.6.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 14193/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δικάσαντος ως Εφετείου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών αμοιβών για την παροχή εργασίας (άρθρο 614παρ.3 ΚΠολΔ), επί της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία με αριθ. 6841/2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού συνεκδικάσθηκαν η από 7-6-2017 (αρ. κατ.347/7-6-2017) έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και με την νέα επωνυμία "..." και η από 29-12-2017 (αρ. κατ.525/5-1-2018) έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος Ν. Β., : 1) έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η από 07.06.2017 και με αριθμό κατ. 347/7.6.2017 έφεση της εκκαλούσας - εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εξαφανίσθηκε η ως άνω απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία, είχε δεχθεί εν μέρει την από 6.12.2014 και με αριθ.
κατάθ. 18954/2014 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος ως ουσιαστικά βάσιμη κατά την κύρια βάσης από τη σύμβαση εργασίας και στη συνέχεια απορρίφθηκε η αγωγή(κατά την κύρια βάση της ) ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και 2)έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ` ουσία η από 29-12-2017 (αρ. κατ.525/5-1-2018) έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας η προσβαλλόμενη την εκκαλουμένη με αριθ. 6841/2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος που είχε απορρίψει την επικουρική βάση της αγωγής για καταβολή των αναφερομένων εργατικών αξιώσεων από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Η προσβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 10-5-2019 (βλ. την υπ` αρ.8523γ/10.5.2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή περιφέρειας του Εφετείου με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Λ. Κ.) και η ένδικη αίτηση αναιρέσεως κατ` αυτής κατατέθηκε στην αρμόδια γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 10.6.2019 ημέρα Δευτέρα (βλ.
πράξη κατάθεσης αυτής). Ενόψει του ότι η συμπλήρωση στις 9.6.2019 της τριακονθήμερης προθεσμίας προς άσκησή της (άρθρο 564 αρ.1 ΚΠολΔ) συνέπιπτε με ημέρα Κυριακή, εξαιρετέα και μη εργάσιμη ημέρα, εμπροθέσμως ασκήθηκε η ένδικη αίτηση την επόμενη, μη εξαιρετέα ημέρα, στις 10.6.2019 (ΚΠολΔ 144 αρ.1 και 3).
Συνεπώς, αυτή ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 554, 556, 558, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1, 8 παρ. 2, 11, 16 παρ. 3 του ν. 1876/1990, σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ. 2 του Συντάγματος, προκύπτει ότι η συλλογική σύµβαση εργασίας ισχύει µόνο έναντι των µελών των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων που την έχουν συνάψει, εκτός εάν επεκτάθηκε µε απόφαση του Υπουργού Εργασίας, οπότε η ισχύς της επεκτείνεται και πέραν από τα πρόσωπα αυτά, δηλαδή πέραν από τους εργαζομένους και εργοδότες του κλάδου ή του επαγγέλματος που η σύµβαση αυτή αφορά και οι οποίοι θα μπορούσαν µε τις δραστηριότητές τους να είναι µέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή της.
Ενόψει τούτων, η ιδιότητα του µέλους των παραπάνω συνδικαλιστικών οργανώσεων, ως στοιχείο προσδιοριστικό των υποκειμενικών ορίων της κανονιστικής ισχύος των ως άνω Σ.Σ.Ε., αποτελεί προϋπόθεση της γενέσεως των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτές και συνακόλουθα στοιχείο που απαιτείται για τη θεμελίωση της αγωγής.
Το στοιχείο όμως αυτό, ενόψει της κανονιστικής φύσεως των Σ.Σ.Ε., δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται πανηγυρικά στο δικόγραφο της αγωγής αλλά αρκεί να συνάγεται από το περιεχόμενό του. Τούτο δε συμβαίνει και όταν ο εργαζόμενος ζητεί μισθούς ή άλλες παροχές από κλαδική η ομοιοεπαγγελματική Σ.Σ.Ε., που δεν έχει κηρυχθεί γενικά υποχρεωτική ή για χρόνο προγενέστερο της κηρύξεώς της ως υποχρεωτικής, θεωρώντας την έτσι δεσμευτική για τον εργοδότη του (ΑΠ 1561/2011).
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει ότι "για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά", καθιερώνεται στο ενοχικό και κατ' ακολουθία στο εργατικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της ιδιωτικής βουλήσεως, η "αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων".
Σύμφωνα με την αρχή αυτή, οι συμβαλλόμενοι έχουν απεριόριστη δυνατότητα για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας, με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην απαγορεύεται από το νόμο ή να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (ΟλΑΠ 1/2007, ΑΠ 692/2014). Επομένως, σε ατομικό επίπεδο, είναι έγκυρη η μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, ρητή ή σιωπηρή, συμφωνία, κατά την οποία ο δεύτερος θα λαμβάνει για την παρεχόμενη στον πρώτο εργασία την αμοιβή που προβλέπεται από ισχύουσα ή μέλλουσα να ισχύσει ΣΣΕ, η οποία καταρτίζεται μεταξύ τρίτων, έστω και αν τα μέρη της ατομικής σύμβασης δεν είναι μέλη των οργανώσεων που καταρτίζουν τη συλλογική σύμβαση ή θέτει προϋποθέσεις που δεν συγκεντρώνει ο συγκεκριμένος μισθωτός.
Για το κύρος δε της συμφωνίας αυτής δεν απαιτείται η τήρηση τύπου (ΑΠ 1109/2017, ΑΠ 773/2017, ΑΠ 567/2004). Σε μια τέτοια περίπτωση, οι συλλογικές ρυθμίσεις, προς τις οποίες γίνεται η παραπομπή με την ατομική σύμβαση, αποκτούν έναντι των συμβαλλομένων συμβατική δύναμη (ΑΠ 692/2014).
Περαιτέρω, μόνον η νομική αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου συνιστά παραβίαση αυτού, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του σχετικά με την νομική επάρκεια της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για την θεμελίωση του δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέσθηκε σε λιγότερα, προβάλλεται ως λόγος αναίρεσης σύμφωνα με το άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένη η αγωγή πρέπει να περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία που ορίζονται στα άρθρο 117- 118 του ίδιου Κώδικα, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα µε τον νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.
Ειδικότερα, για να είναι ορισμένη η αγωγή του απασχολούμενου µε σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου μισθωτού, µε την οποία ζητούνται δεδουλευμένες αποδοχές ή άλλες οφειλόμενες από τον εργασιακή σύμβαση αμοιβές ή προσαυξήσεις, όπως προσαυξήσεις αμοιβής νυχτερινής εργασίας, αμοιβή υπερεργασίας, υπερωριακής εργασίας κτλ., πρέπει να διαλαμβάνονται στο οικείο δικόγραφο η σύμβαση ή η σχέση εργασίας, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός και τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτουν οι αντίστοιχες για τις παραπάνω αιτίες οφειλές του εργοδότη, επαρκώς προσδιορισμένα (ΑΠ 1561/2011).
Στην περίπτωση δε που με όρο της ατομικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, έχει συμφωνηθεί μεταξύ των μερών η εφαρμογή των όρων συλλογικής σύμβασης εργασίας, η οποία χωρίς τον όρο αυτό της ατομικής σύμβασης, δεν θα είχε έδαφος εφαρμογής, πρέπει για το ορισμένο της ως άνω αγωγής να γίνεται μνεία στο αγωγικό δικόγραφο της συνομολόγησης μεταξύ των συμβαλλομένων μερών του πιο πάνω όρου της ατομικής σύμβασης εργασίας ( ΑΠ 641/2022, ΑΠ1562/2021,ΑΠ1243/2020, ΑΠ194/2020).
Από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την από 6-12-2014 (αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 18954/29.12 2014) αγωγή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, στρεφόμενη κατά της ήδη αναιρεσίβλητης εναγομένης, ισχυρίσθηκε ότι προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατά τον ειδικότερα αναφερόμενο χρόνο για να εργασθεί ως προσωπικό ασφαλείας, κατέχοντας την ειδική άδεια εργασίας προσωπικού ασφαλείας, από την αναφερόμενη επιχείρηση παροχής υπηρεσιών ασφαλείας, την οποία διαδέχθηκε η εναγομένη, που επίσης δραστηριοποιείται στον ίδιο τομέα, μετά από μεταβίβαση και υπεισήλθε νόμιμα στις εργασιακές τους συμβάσεις.
Ότι από την πρόσληψη του μέχρι και τον Αύγουστο του 2009 εργάζονταν ως οδηγός, πραγματοποιώντας περιπολίες φύλαξης στην ευρύτερη περιοχή της Δυτικής Θεσσαλονίκης αποκλειστικά νύχτα και από την 1-9-2009 τοποθετήθηκε στη φύλαξη της επιχείρησης ... στη ... με το σύστημα των κυλιόμενων βαρδιών, αλλά και εκεί απασχολούνταν κυρίως νύχτα, ενώ αναπλήρωσε αναφερόμενο συνάδερφο του με 12ωρο ωράριο 18.006.00 και εργάζονταν και όλα τα Σαββατοκύριακα με νυχτερινό ωράριο.
Ότι η εργοδότρια δεν του κατέβαλε κατά το έτος 2009 τις νόμιμες αποδοχές, όπως αυτές προβλέπονταν στην ισχύουσα κατά τον χρόνο αυτόν κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας της ειδικότητας του, η εφαρμογή της οποίας είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων συμβατικώς, δεδομένης της προσωπικής του κατάστασης (έγγαμος-πατέρας), που της είχε γνωστοποιήσει, ούτε του κατέβαλε το επίδομα εποχούμενου προσωπικού ασφαλείας (patrol) κατά το χρονικό διάστημα που απασχολήθηκε ως οδηγός, τα επιδόματα εορτών και αδείας, προσαυξήσεις για εργασία κατά τις Κυριακές, τη νύχτα, για υπερεργασία και παράνομες υπερωρίες.
Ζήτησε δε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 15.714,28 ευρώ, τα οποία αντιπροσωπεύουν τις αξιώσεις του από τις προαναφερόμενες αιτίες, όπως τα επιμέρους κονδύλια αναλυτικά παρατίθενται, τα οποία (ζήτησε) νομιμοτόκως από τη γέννηση κάθε επιμέρους αναφερόμενης αξίωσης, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Επικουρικά ζήτησε τα παραπάνω ποσά και με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού για την περίπτωση που δεν ευδοκιμήσει η κυρία βάση της αγωγής του. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με τη με αριθμό 6841/2015 οριστική του απόφαση:1) απέρριψε σαν αόριστη την επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό με την αιτιολογία ότι δεν αναφέρεται σε τυχόν αποδοτέο πλουτισμό της εναγομένης από μη νόμιμη αιτία και δε γίνονταν επίκληση αυτής αλλά η εν λόγω βάση στηρίζονταν στα ίδια δικαιοπαραγωγικά γεγονότα με αυτά της κύριας βάσης της αγωγής (άρθρο 904 ΑΚ).Επίσης κατά την πρωτόδικη απόφαση ομοίως αόριστο ήταν και το αίτημα της επικουρικής βάσης της αγωγής περί αποζημίωσης για την πραγματοποίηση παρανόμων υπερωριών με βάση τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις, καθώς ως προς αυτό η ακυρότητα ή το μη νόμιμο της απασχόλησης προβλέπεται ευθέως εκ του νόμου και πάντως ο ενάγων δεν επικαλείται αδικαιολόγητο πλουτισμό της εναγομένης για την εν λόγω αιτία και 2) αφού έκρινε νόμιμη την αγωγή ως προς την κύρια βάση της, (στηριζόμενη ειδικά για αμοιβή για παράνομες - κατ` εξαίρεση υπερωρίες στο Ν.3385/2005) δέχθηκε, εν μέρει κατ` ουσία την αγωγή ως προς την κύρια βάση της από τη σύμβαση εργασίας.
Ειδικότερα αν και δέχθηκε ότι ο ενάγων πραγματοποιούσε παράνομες- κατ` εξαίρεση υπερωρίες δεν του επιδίκασε την αιτηθείσα για την αιτία αυτή αποζημίωση με την επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, λόγω αοριστίας του αιτήματος, ενώ υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 6.161 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο για κάθε επιμέρους μηνιαίο κονδύλιο για διαφορές αποδοχών μεταξύ νομίμων και καταβαλλομένων, αμοιβή για νυκτερινή εργασία, εργασία κατά τις Κυριακές και υπερεργασία από το τέλος εκάστου μήνα που αφορά, διέταξε δε την επανάληψη της συζήτηση ως προς τα κεφάλαια επιδομάτων δώρων, εορτών και αδείας, προκειμένου να προσκομισθεί από τον ενάγοντα αντίγραφο της κινήσεως του τραπεζικού λογαριασμού της μισθοδοσίας του από την εναγομένη, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 έως 31-1-2010.
Κατά της παραπάνω πρωτόδικης απόφασης η εναγομένη άσκησε την από 7.6 2017 (αρ. εκθ. καταθ. 347/7.6.2017) έφεση της και ο ενάγων την από 29.12 2017 (αρ. εκθ καταθ. 525/5.1.2018) έφεση του, με τις οποίες, για τους αναφερόμενους εκεί λόγους, ζητούσαν η μεν εναγομένη να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη ώστε να απορριφθεί στο σύνολο της η αγωγή, ο δε ενάγων να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη κατά το μέρος που απέρριψε την αγωγή του ως αόριστη κατά το αίτημα επιδίκασης αποζημίωσης για παράνομες υπερωρίες, ώστε να γίνει δεκτή κατά τούτο η αγωγή του.
Επιπλέον η εκκαλούσα - εναγομένη με την από 7. 6.2017 (αρ. εκθ. καταθ. 347/7.6 2017) έφεση της, επικαλούμενη εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης, που κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή, παραδεκτά υπέβαλλε και αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων στην πρότερα κατάσταση και ζήτησε να υποχρεωθεί ο ενάγων να της αποδώσει το συνολικό ποσό των 2.023,56 ευρώ), που της κατέβαλε, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της εκδοθησομένης αποφάσεως.
Με το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων υποστηρίζει, ότι το ως δευτεροβάθμιο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, υπέπεσε στην κατ' αρθρ. 560 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι δέχθηκε τον περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, τον οποίο είχε διατυπώσει με τον πρώτο λόγο εφέσεώς της, καθόσον στην αγωγή του αναφέρονταν ρητά τόσο οι ισχύουσες ΣΣΕ εργασίας, όσο και η εφαρμογή των ανωτέρω κλαδικών ΣΣΕ ως όρος της ατομικής του σύμβασης εργασίας (σελ. 3 και 4 της αγωγής).
Πράγματι, από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, ως διαδικαστικού εγγράφου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι ο ενάγων που στηρίζει τις αγωγικές του αξιώσεις στην από 08.04.2009 Κλαδική ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφαλείας όλης της χώρας, αναφέρει κατά λέξη στην τρίτη και τέταρτη σελίδα της από 18.12.2014 αγωγής του:" Για το έτος 2009 ίσχυε η από 08.04.2009 εθνική κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις Επιχειρήσεις Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας και Συστημάτων Ασφαλείας όλης της χώρας (Πρ.
καταθ. 2.5.2009 Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων)....Να σημειωθεί ότι η εφαρμογή της ανωτέρω κλαδικής ΣΣΕ περιλαμβάνονταν και ως όρος της ατομικής μου σύμβασης εργασίας". Η περικοπή αυτή αρκεί για να καταστήσει ορισμένη την αγωγή όσον αφορά τη δημιουργία έγκυρης μεταξύ των διαδίκων ρητής συμφωνίας, κατά την οποία ο ενάγων θα λαμβάνει για την εργασία του που παρέχει στην εναγομένη την αμοιβή, που προβλέπεται από την ανωτέρω Κλαδική ΣΣΕ, που καταρτίστηκε μεταξύ τρίτων, έστω και αν οι διάδικοι δεν ήταν μέλη των οργανώσεων των εργοδοτών και εργαζομένων, που συμβλήθηκαν για την κατάρτισή της.
Σε μια τέτοια περίπτωση, οι συλλογικές ρυθμίσεις προς τις οποίες γίνεται η παραπομπή με την ατομική σύμβαση, αποκτούν έναντι των συμβαλλομένων συμβατική δύναμη και συνεπώς δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται περισσότερα στοιχεία, για να είναι ορισμένη η αγωγή. Αρκεί η αναφορά ότι οι διάδικοι δεσμεύτηκαν συμβατικά για την εφαρμογή συγκεκριμένης Κλαδικής ΣΣΕ.
Συνεπώς το δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δέχθηκε ότι ".....ο ενάγων δεν στηρίζει την αγωγή του με σαφή και ξεκάθαρο, δηλαδή ορισμένο, τρόπο σε συμβατική δέσμευση της εναγομένης (κατ' άρθρο 361 ΑΚ) απορρέουσα από ειδική συμφωνία των διαδίκων περί παραπομπής στους κανονιστικούς όρους της από 08.04.2009 ΕΚΣΣΕ, οπότε οι όροι αυτοί να έχουν καταστεί περιεχόμενο της ατομικής συμβάσεως εργασίας του, καθώς στο δικόγραφο του αναφέρει αορίστως ότι η εφαρμογή της ανωτέρω κλαδικής ΣΣΕ περιλαμβανόταν και ως όρος της ατομικής του σύμβασης εργασίας, αγωγικός ισχυρισμός από τον οποίο δε δύναται να συναχθεί μεταξύ των διαδίκων συμφωνία..." και απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής από τη σύμβαση εργασίας ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τον ουσιαστικού δικαίου κανόνα του άρθρου 361 ΑΚ, σύμφωνα με τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη. Επομένως είναι ουσιαστικά βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αρ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ κατά το πρώτο μέρος του.
Κατά το άρθρο 904 εδ. α του ΑΚ όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β` της ιδίας διάταξης περ. α` η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης, δηλαδή εκείνης που επέρχεται χωρίς δόση ανταλλάγματος από το λήπτη και που δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση, δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση.
Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Από την ίδια διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ προκύπτει ότι η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσης και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία (Α.Π. 16/2008).
Επομένως, εάν η αγωγή στηρίζεται ως προς τη σωρευόμενη ακόμα και επικουρικά βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό στα ίδια πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται και η αγωγή από σύμβαση ή αδικοπραξία, είναι νομικά αβάσιμη ως προς την αγωγική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό γιατί αφού, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, υπάρχει σύμβαση ή αδικοπραξία ο ενάγων μπορεί να ασκήσει τις αξιώσεις του από αυτές, όχι όμως να προσφύγει έστω και επικουρικά στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού (Α.Π.2019/2007).
Εν όψει όμως των οριζομένων από τις διατάξεις των αρθρ. 219 και 106 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τη γενική δικονομική αρχή "jura novit curia", από τα οποία προκύπτει ότι αρκεί στην αγωγή η πλήρης έκθεση των προσαγόμενων πραγματικών γεγονότων όχι όμως και της νομικής βάσης του προβαλλόμενου αιτήματος, παραδεκτά η αγωγή μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά από την αρχή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, εάν κατά τα εκτιθέμενα σ` αυτήν πρόκειται για παροχή αχρεωστήτου και δεν συντρέχουν τα αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωση της συμβατικής ευθύνης ή εκείνης από αδικοπραξία, γιατί ο πλουτισμός του εναγομένου επήλθε χωρίς δόση ανταλλάγματος και δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή (έγκυρη και μη ελαττωματική) θέληση του ενάγοντος, ούτε σε νόμιμη υποχρέωσή του (ΑΠ449/2014, ΑΠ1014/2010, ΑΠ 725/2004).
Εν προκειμένω το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως αβάσιμο τον μοναδικό λόγο της από 29-12-2017 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, με τον οποίο αυτός ισχυριζόταν ότι η εκκαλουμένη εσφαλμένα απέρριψε ως αόριστη την επικουρική βάση της αγωγής του για επιδίκαση σε αυτόν αποζημίωσης για κατ` εξαίρεση - παράνομες υπερωρίες, που στηρίζεται ευθέως στο άρθρο 1 του Ν.3385/2005 και όχι στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι δέχθηκε τα εξής: ".... ο ενάγων δεν επικαλείται έστω και απλώς τη λήξασα ή παράνομη αιτία της παροχής, ούτε περιγράφει πως δικαιούται να απαιτήσει από την εναγομένη την απόδοση σε αυτόν της ωφέλειας που η εναγομένη προσπορίσθηκε από την εκτέλεση της εργασίας του, η οποία (ωφέλεια) συνίσταται στην πληρωμή της αμοιβής που η εναγομένη θα κατέβαλε σε οποιονδήποτε τρίτο που θα εκτελούσε υπό τις αυτές συνθήκες το ίδιο έργο, διότι κατά το ποσό αυτό η εναγομένη έγινε πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία (αδικαιολόγητα) εις βάρος αυτού (ενάγοντος)....... Δηλαδή ο ενάγων δεν επικαλείται αδικαιολόγητο πλουτισμό της εναγομένης για τις υπερωρίες, για την εν λόγω αιτία.
Συνεπώς, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση του, απέρριψε ως αόριστη την επικουρική βάση της αγωγής ως προς το κονδύλιο των υπερωριών δεν έσφαλε σχετικά με την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και o προεκτεθείς μοναδικός λόγος της δεύτερης έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, όπως και η έφεση αυτή στο σύνολο της. Με την προαναφερόμενη κρίση του το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης απορρίπτοντας ως αόριστη την επικουρική βάση της αγωγής ως προς το αίτημα επιδίκασης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό αποζημίωσης για παράνομες υπερωρίες, που στηρίζεται ευθέως στο άρθρο 1 του Ν.3385/2005, η οποία(επικουρική βάση), όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής του αναιρεσείοντος, στηριζόταν στα ίδια με την κύρια βάση από τη σύμβαση εργασίας πραγματικά περιστατικά, χωρίς να γίνεται επίκληση της ανυπαρξίας ή της ελαττωματικότητας της αιτίας, με βάση την οποία έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός της εναγομένης, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ. Επομένως είναι ουσιαστικά αβάσιμος ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από τον αρ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ.
Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής από τη σύμβαση εργασίας ως αόριστη, κατά παραδοχή ως βασίμου του πρώτου μέρους του πρώτου λόγου της αναίρεσης, παρελκούσης λόγω της αναιρετικής του εμβέλειας της έρευνας του πρώτου λόγου κατά το δεύτερο μέρος του, των δεύτερου και τρίτου λόγων της αναίρεσης και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από δικαστή άλλον, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη σε ανάλογο προς την ήττα της μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 178 παρ.1,180 παρ.1, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 14193/2018 απόφαση του ως Εφετείο δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε, στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη σε ένα μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, από χίλια (1.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Μαρτίου 2022.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαρτίου 2023.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ