Legislator Case Law & Legislation
373/2020 AI generated

373/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 373/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Λάμπρο Καρέλο-εισηγητή, Ανθή Γκάμαρη, Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

373/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 152/2007 και 714/2009 του παραπάνω Δικαστηρίου, η τελευταία μετά την από 29-8-2008 τριτανακοπή των αναιρεσιβλήτων και 47/2014 του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 20-11-2014 αίτησή του. Για τη συζήτηση της αίτησης ορίστηκε δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 373 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 373/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Λάμπρο Καρέλο-εισηγητή, Ανθή Γκάμαρη, Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος Δ. Ν. Δ., κατοίκου ... (...), ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Στέλλα Κοτσιφάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: α) M. M. του Ά. - Ά. Κ., κατοίκου ..., β) A. K. του Ά. - Ά. Κ., κατοίκου ..., γ) P. D. συζ. Ρ., του Ά. - Ά. Κ., κατοίκου ..., δ) I. A. H. συζ. Ά., του Ά. - Ά. Κ., κατοίκου ..., ε) G. H. T. του Χ. - Κ. Κ., κατοίκου ... και στ) A. C. συζ. Γ., του Χ. - Κ. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χριστίνα - Ελβίρα Στασσινού, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-11-2006 αίτηση εκουσίας δικαιοδοσίας του αναιρεσείοντος στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 152/2007 και 714/2009 του παραπάνω Δικαστηρίου, η τελευταία μετά την από 29-8-2008 τριτανακοπή των αναιρεσιβλήτων και 47/2014 του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 20-11-2014 αίτησή του. Για τη συζήτηση της αίτησης ορίστηκε δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, που έγινε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Λάμπρος Καρέλος ανέγνωσε την από 7-2-2020 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά της 47/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την εκούσια δικαιοδοσία, έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της 714/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, εξαφανίστηκε η απόφαση αυτή και, αφού έγινε δεκτή τριτανακοπή των αναιρεσιβλήτων κατά της 152/2007 απόφασης του Κτηματολογικού Δικαστή Χανίων, με την οποία είχε γίνει δεκτή αίτηση του αναιρεσείοντος για τη διόρθωση κτηματολογικής εγγραφής με την ένδειξη "άγνωστος ιδιοκτήτης" των αναφερομένων τριών επιδίκων ακινήτων και την εγγραφή του ιδίου ως κυρίου των ακινήτων αυτών, ακυρώθηκε η εν λόγω 152/2007 απόφαση και διατάχτηκε η διαγραφή από τα οικεία κτηματολογικά στοιχεία του αναιρεσείοντος ως κυρίου των επιδίκων ακινήτων και η αναγραφή ως εξ αδιαιρέτου συγκυρίων αυτών των αναιρεσιβλήτων, τη συγκυριότητα των οποίων (με έκτακτη χρησικτησία, ως προδικαστικό ζήτημα, δέχτηκε το Εφετείο ότι αποδείχτηκε από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, το δικαστήριο πρώτα συζητά για το παραδεκτό της αναίρεσης και, αν αυτή δεν έχει ασκηθεί νόμιμα ή λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπάγγελτα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, το έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που προβλέπονται από τα άρθρα 118 έως 120 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή τα στοιχεία κάθε δικογράφου και να αναφέρει τους λόγους αναίρεσης, ήτοι τα παράπονα κατά της προσβαλλόμενης απόφασης.

Πρέπει δε να περιέχει έστω και έναν ορισμένο λόγο αναίρεσης, από εκείνους που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 559 ή, αν πρόκειται για απόφαση του Ειρηνοδικείου ή του Πρωτοδικείου που δίκασε κατ' έφεση, στο άρθρο 560 ΚΠολΔ. Ο λόγος αναίρεσης είναι ορισμένος, όταν εκτίθενται με σαφήνεια τα, κατά τον αναιρεσείοντα, δεδομένα στοιχεία της περιπτωσιολογίας, τα οποία συγκροτούν το σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο αναιρετικός έλεγχός της.

Συμπλήρωση του λόγου αναίρεσης με παραπομπή στο δικόγραφο της έφεσης ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντα στο Εφετείο ή στον Άρειο Πάγο δεν είναι δυνατή (ΟλΑΠ 20/2005). Επίσης, η συμπλήρωση αυτή δεν επιτρέπεται ούτε με παραπομπή στην προσβαλλόμενη απόφαση που υπάρχει στη δικογραφία, διότι, πλην άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν το αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που δεν το συνιστούν και να απορριφθεί για το λόγο αυτό η αναίρεση, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως να ήταν διαφορετικό το αποτέλεσμα.

Η θέση αυτή είναι απόλυτα σύμφωνη και με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, γιατί διασφαλίζει την αρχή της δίκαιης δίκης, που το άρθρο αυτό αξιώνει, αφού συμβάλλει στην αποτελεσματικότητα του δικαιώματος πρόσβασης καθενός στα δικαστήρια, που κατοχυρώνει και το Σύνταγμα (άρθρα 8 παρ. 1, 20 παρ. 1) και το οποίο μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο με την άσκηση ορισμένης, σύμφωνα με το νόμο, προσφυγής, η οποία θα επιτρέπει, λόγω του ορισμένου του περιεχομένου της, την παροχή από το δικαστήριο της αιτούμενης έννομης προστασίας και γι' αυτό τα όσα απαιτεί ο νόμος, ώστε να θεωρηθεί ορισμένο το δικόγραφο της προσφυγής, μορφή της οποίας είναι και η αναίρεση, δεν δυσχεραίνουν, αλλά διευκολύνουν την πρόσβαση στα δικαστήρια για παροχή έννομης προστασίας, αφού έτσι συγκεκριμενοποιείται το είδος της προστασίας αυτής (ΟλΑΠ 20/2005).

Ειδικότερα, η διατύπωση του αναιρετικού λόγου συνίσταται στην περιγραφή των σφαλμάτων της προσβαλλόμενης απόφασης, που αποτελούν τις νόμιμες προϋποθέσεις για τη συνδρομή ενός από τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 ή του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Η αοριστία του αναιρετηρίου έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως νομικά αβάσιμης, αν η αοριστία αφορά στην περιγραφή του λόγου αναίρεσης και ως απαράδεκτης σε κάθε άλλη περίπτωση (ΑΠ 857/2017).

Εν προκειμένω, με το μοναδικό λόγο της κρινόμενης αναίρεσης ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι, όπως διαλαμβάνεται ειδικότερα στο δικόγραφό της, "η αίτησή μου εκδικάστηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

Εκδόθηκε η 152/2007 απόφαση, η οποία έκανε δεκτή την αίτηση και διέταξε τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής και την καταχώρησή μου ως ιδιοκτήτη των ακινήτων. Κατά της απόφασης αυτής οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν τριτανακοπή, ισχυριζόμενοι ότι είναι κύριοι των επιδίκων.

Εκδόθηκε η 714/2009 απόφαση, η οποία την απορρίπτει με την αιτιολογία ότι εισήχθη να συζητηθεί κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, αντί της αμφισβητούμενης. Κατά της άνω απόφασης οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν έφεση, η οποία έγινε δεκτή με την 47/2014 απόφαση του Εφετείου Κρήτης. Της παραπάνω απόφασης ζητώ την αναίρεση. Η προσβαλλόμενη εσφαλμένα έκρινε παραδεκτή και καθ' υπέρβαση δικαιοδοσίας βάσιμη την τριτανακοπή και γα το λόγο αυτό πρέπει να αναιρεθεί". Ενόψει του περιεχομένου της αυτού και σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι αόριστη, λόγω δε της αοριστίας της αυτής, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Και τούτο, διότι ο αναιρεσείων δεν αναφέρει στο δικόγραφό της, όπως, για να θεωρηθεί ορισμένη και παραδεκτή, απαιτείται, για ποιόν από τους λόγους αναίρεσης του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προσβάλλει την παραπάνω απόφαση, αφού δεν υπάγει τα όσα με την αναίρεσή του αποδίδει στην εν λόγω απόφαση σε κάποιον από τους ανωτέρω λόγους αναίρεσης, δεν αναφέρει, δηλαδή, τον αριθμό ή τους αριθμούς των λόγων αναίρεσης του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για τους οποίους ψέγει, με τα όσα της αποδίδει, την προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να αναφέρει ακόμη και το άρθρο 559, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να διαγνωσθεί ποιο είναι το σφάλμα που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση και για ποιον από τους λόγους του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ζητά την αναίρεσή της.

Μετά από αυτά, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, αφού ηττάται, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτών (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-11-2014 αίτηση του Δ. Ν. Δ., για αναίρεση της 47/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Μαρτίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ