Legislator Case Law & Legislation
373/2017 AI generated

373/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 373/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

373/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 28-4-2016 έκθεση της κωλυομένης Αρεοπαγίτη Ελένης Διονυσοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Keywords

AI generated
order for uncontested claims registered security previous legal status document of title to goods negotiable instrument established right
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 373 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 373/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Δ. Χ.-Β. του Δ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Νικόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. Κ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Μπόλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-8-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 550/2012 του ιδίου Δικαστηρίου, 1041/2015 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-10-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 28-4-2016 έκθεση της κωλυομένης Αρεοπαγίτη Ελένης Διονυσοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε να απορριφθεί καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Kατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "....Δυνάμει του από 9-12-1952 ιδιωτικού συμφωνητικού πώλησης, το οποίο καταρτίσθηκε στο χωριό ... του νομού Πιερίας μεταξύ αφενός μεν των Δ. Χ. του Β. και Γ. Χ. του Β., ως πωλητών, αφετέρου δε της Μ. χήρας Ε.

Α., το γένος Ι. Κ., ως αγοράστριας, πωλήθηκε στην τελευταία, έναντι του τιμήματος των 700.000 δραχμών, ένα οικόπεδο, εμβαδού 80 τ.μ., κείμενο στη θέση "..." του χωριού ... ..., και συνορευόμενο......... Μετά την καταβολή του ανωτέρω τιμήματος στις 12-1-1953, συνταχθείσας προς τούτο της υπό την ίδια ημεροχρονολογία απόδειξης, την οποία υπογράφει ως "λαβών" ο εκ των πωλητών Γ.

Χ. του Β. και οι δύο μάρτυρες Μ. Π., ιερέας του χωριού και Γ. Ν. Κ., η αγοράστρια άρχισε να νέμεται το υπόψη ακίνητο, το οποίο παρεμβαλλόταν μεταξύ δύο εδαφοτεμαχίων συνολικού εμβαδού 475 τ.μ., συνιδιοκτησίας της ίδιας (αγοράστριας) κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου, του γιού της Δ. Α. του Ε. κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου και του γιού της Ε.

Α. του Ε. κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής του συζύγου και πατέρα τους, αντιστοίχως, Ε. Α. του Α., που πέθανε το έτος 1934, στο βόρειο (εδαφοτεμάχιο) εκ των οποίων κατοικούσε η οικογένεια Α. διατηρώντας οικία, αποτελούμενη από ισόγειο, εμβαδού 70 τ.μ. περίπου, και υπόγειο, ενώ στο νότιο (εδαφοτεμάχιο) εξ αυτών διατηρούσε η ίδια οικογένεια και εξέτρεφε πρόβατα.

Τις πράξεις νομής επί του ανωτέρω πωληθέντος στη Μ. χήρα Ε. Α. ακινήτου συνέχισε αυτή, εξουσιάζοντας το διαρκώς, απεριορίστως και αποκλειστικώς, κατά τρόπο ανάλογο με εκείνον που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στο δικαιούχο αυτής, ενεργώντας επ’ αυτού όλες τις υλικές και εμφανείς πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και κατά την αντικειμενική συναλλακτική αντίληψη είναι δηλωτικές εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου, ενσωματώνοντας το στα ανωτέρω δύο εδαφοτεμάχια, αποκλείοντας την μέχρι της 12-1-1953 δυσχέρεια πρόσβασης από το ένα στο άλλο και εξασφαλίζοντας τη μεταξύ τους άμεση επικοινωνία, λόγος για τον οποίο εξάλλου αγόρασε αυτό καταβάλλοντος ένα καθόλου ευκαταφρόνητο τίμημα, έτσι ώστε να δημιουργηθεί ένα ενιαίο ακίνητο, εμβαδού 555 (475+80) τ.μ., μέχρι του χρόνου θανάτου της στις 18-9-1981, οπότε συνέχισαν τις επ’ αυτού πράξεις νομής οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, και πλέον συγκεκριμένα τα δύο τέκνα της Δ.

και Ε., οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομιαία περιουσία της κατ’ ισομοιρίαν και εξ αδιαιρέτου. Περαιτέρω αποδείχθηκε oτι το ανωτέρω ενιαίο ακίνητο, εμβαδού 555 τ.μ., δυνάμει του υπ’ αριθ. ...21-11-1990 συμβολαίου πώλησης της συμβολαιογράφου...................,νομίμως μεταγεγραμμένου, πώλησαν οι: 1) Δ. Α. του Ε., 2) Π. χήρα Ε.

Α. το γένος Δ. Κ., 3) Π. Α. του Ε., 4) Μ. σύζυγος Α. Γ., το γένος Ε. Α. και 5) Α. Α. του Ε., προς την εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα [αναιρεσίβλητη]. Κατά την ανάπτυξη στο εν λόγω συμβολαιογραφικό έγγραφο, καθώς και στις συναφείς με αυτό υπ’ αριθ. ...21-11-1990 και ...21-11-1990 πράξεις δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου................,νομίμως μεταγεγραμμένες, του ιστορικού κτήσης κυριότητας των πωλητών επί του αγορασθέντος από την εναγομένη ακινήτου, αναγράφηκε ότι στον Δ.

Α. του Ε., καθώς και στον Ε. Α. του Ε. - σύζυγο της εκ των πωλητών Π. το γένος Δ. Κ. - πατέρα των εκ των πωλητών Π. Α., Μ. συζύγου Α. Γ. και Α. Α., είχε περιέλθει αυτό κατά μεν ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου στον καθένα δυνάμει εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής του πατέρα τους Ε. Α. του Α., που πέθανε το έτος 1934, κατά δε ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου στον καθένα δυνάμει εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής της μητέρας τους Μ.

χήρας Ε. Α., που πέθανε στις 18-9-1981, και ότι στους εκ των πωλητών Π. χήρα Ε. Α., Π. Α. του Ε., Μ. σύζυγο Α. Γ. και Α. Α. του Ε., είχε περιέλθει αυτό κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, δυνάμει εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής του συζύγου και πατέρα τους Ε. Α. του Ε., που πέθανε στις 24-4-1990 και στην κληρονομιαία περιουσία του περιλαμβανόταν και το ανωτέρω ποσοστό 4/8 εξ αδιαιρέτου επί του πωληθέντος στην εναγομένη ακινήτου και ότι την κληρονομία των δικαιοπαρόχων τους όλοι οι πωλητές αποδέχθηκαν με τις προαναφερθείσες συμβολαιογραφικές πράξεις, που νομίμως μεταγράφηκαν.

Έγινε δηλαδή, στις ανωτέρω συμβολαιογραφικές πράξεις εσφαλμένη, λόγω άγνοιας των πωλητών περί την ύπαρξη των άνω ιδιωτικών εγγράφων πώλησης και εξόφλησης τιμήματος, αναφορά του τρόπου κτήσης κυριότητας των δικαιοπαρόχων της εναγομένης επί του τμήματος, εμβαδού 80 τ.μ., του πωληθέντος σ’ αυτήν μείζονος έκτασης 555 τ.μ.

οικοπέδου, το οποίο τμήμα ανήκε κατά κυριότητα στην Μ. χήρα Ε. Α. δυνάμει του προαναφερθέντος ιδιωτικού συμφωνητικού πώλησης και της διανοία κυρίου κατοχής αυτού από την ίδια για χρονικό διάστημα υπερβαίνον την εικοσαετία, ήτοι, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, όροι οι οποίοι συνέτρεχαν στο πρόσωπό της κατά το χρόνο θανάτου της και επαγωγής της κληρονομίας της στα δύο τέκνα της Δ.

και Ε., οι οποίοι, επομένως υπεισήλθαν σ’ αυτό το κληρονομιαίο στοιχείο κατ’ ισομοιρίαν και εξ αδιαιρέτου, ήτοι, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Ορθά όμως αναλύθηκε και εκτέθηκε στα ίδια συμβόλαια ο τρόπος κτήσης κυριότητας των δικαιοπαρόχων της εναγομένης επί του τμήματος, εμβαδού 475 τ.μ., του πωληθέντος σ’ αυτήν μείζονος έκτασης 555 τ.μ.

οικοπέδου, το οποίο εξουσίαζε πριν από το έτος 1900 μέχρι και το έτος 1914 και έκτοτε νεμόταν με καλή πίστη μέχρι και το έτος 1934, οπότε απεβίωσε, ο Ε. Α. του Α., τις διακατοχικές δε διάνοια κυρίου πράξεις επ’ αυτού με καλή πίστη συνέχισαν η σύζυγος του Μ. και τα τέκνα του Δ. και Ε. μέχρι του χρόνου θανάτου τους η Μ.

χήρα Ε. Α. και ο Ε. Α. του Ε. και στη συνέχεια οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτών μέχρι της κατάρτισης του ανωτέρω συμβολαίου πώλησης προς την εναγομένη. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με την υπ’ αριθ. πράξης κατάθεσης .../26-2-1979 ενώπιον του συμβολαιογράφου.... μυστική διαθήκη του αποβιώσαντος στις 22-5-1986 Δ. Β. Χ., που νομίμως δημοσιεύθηκε με τα υπ’ αριθ. 108/3-3-1992 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, ο άνω αποβιώσας κατέλιπε στη θυγατέρα του, ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη [αναιρεσείουσα], μεταξύ άλλων και "οικοπεδική έκταση στο χωριό ...

εμβαδού 50 τ.μ. περίπου ή όσο είναι με όρια - Α- με οικία Ευαγγ. Α. -Δ- με οικόπεδον κληρ. Α. Χ. ….-με παλιό αυλάκι και … με δρόμον", όπως κατά λέξη αναγράφεται στην εν λόγω διαθήκη. Την ανωτέρω κληρονομία αποδέχθηκε η ενάγουσα με την υπ’ αριθ. ...-5-2003 έκθεση αποδοχής κληρονομίας της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Κατερίνης, την οποία μετέγραψε, νομίμως εμφανίζοντας το κληρονομιαίο ακίνητο μεγεθυμένο κατά ποσοστό 124%, ήτοι, ως έχον εμβαδόν 112 τ.μ.

Επί τμήματος, εμβαδού 68 τ.μ., προβάλλει τον ισχυρισμό η ενάγουσα με την ένδικη αγωγή της ότι αμφισβητεί η εναγόμενη το δικαίωμα της κυριότητας και ζητεί την αναγνώρισή του. Ωστόσο, το τμήμα αυτό των 68 τ.μ. εμπίπτει στο ακίνητο που η εναγόμενη απέκτησε με παράγωγο τρόπο, δυνάμει του προαναφερθέντος υπ’ αριθ. ...21-11-1990 συμβολαίου, στη διόρθωση του οποίου, καθώς και των συναφών υπ’ αριθ. ......21-11-1990 πράξεων δήλωσης αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου.......

προέβησαν οι συμβαλλόμενοι σ’ αυτές..... Ο ισχυρισμός της εναγόμενης περί πλαστότητας των προαναφερθέντων από 9-12-1952 ιδιωτικού συμφωνητικού πώλησης και από 12-1-1953 εξοφλητικής απόδειξης κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν. (Ακολουθεί εκτίμηση αποδεικτικών μέσων και επιχειρηματολογία του δικαστηρίου προς στήριξη των απόψεών του).

Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το επίδικο εδαφοτεμάχιο, αποτελεί τμήμα της ιδιοκτησίας της εναγομένης. Απέκτησε δε αυτό η εναγόμενη με παράγωγο τρόπο αγοράζοντας από κύριο, δυνάμει του υπ’ αριθ. ...21-11-1990 συμβολαίου σε συνδυασμό με τις υπ’ αριθ. ......21-11-1990 πράξεις δήλωσης αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου........ , νομίμως μεταγεγραμμένες, η διόρθωση ή συμπλήρωση των οποίων μεταγενέστερα με τις υπ αριθ. .../8-3-2010 διορθωτικές συμβολαιογραφικές πράξεις της αυτής συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένες, δεν αποτελεί νέα δικαιοπραξία, κατά τρόπο που να επηρεάζει το χρόνο κατάρτισης της διορθούμενης ή συμπληρούμενης δικαιοπραξίας.

Είχαν δε καταστεί οι δικαιοπάροχοι της εναγομένης κύριοι του επίδικου εδαφοτεμαχίου, ως τμήματος του μείζονος έκτασης 80 τ.μ. ακινήτου, όπως προεκτέθηκε. Από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι η ενάγουσα [αναιρεσείουσα] ουδεμία επαφή είχε με το επίδικο ακίνητο και ούτε καν γνώριζε τη διαμορφωθείσα εμπράγματη κατάσταση στην περιοχή, όπου κείται αυτό τουλάχιστον μέχρι του χρόνου κατάρτισης της επίδικης σύμβασης πώλησης προς την εναγομένη [αναιρεσίβλητη] του άνω ακινήτου.

Αγνοούσε ειδικότερα η ενάγουσα την πώληση από τους: Γ. Χ. και Ε. Χ. Γ. Γ., όμορου οικοπέδου, εμβαδού 110 τ.μ., δυνάμει ιδιωτικού συμφωνητικού, στο οποίο κατά λέξη αναγράφεται: "Απολητήριον. Σήμερον την 28 του μηνός Οκτωβρίου ημέραν Τρίτην και ώραν 8 μ.μ. οι κάτωθεν υπογεγραμμένοι 1) Γ. Χ. και δεύτερον Ε. Χ. έχουν υπό την κυριότητα, ένα οικόπεδο προερχόμενο εκ κληρονομιάς του πατρός τους Α.

Χ. ευρισκόμενο εντός του χωρίου εις θέσιν ... εκατόν δέκα <110 τ.μ.> συνορευόμενο με οικία Α., δημόσιο δρόμο και με Δ. Χ. και προς βορρά Α. και κληρονόμους Α., πουλούν σήμερα στον Γ. Γ., καφεπώλην, ... αντί δραχμών (600.000) εξακοσίων χιλιάδων, τας οποίας ελάβαμε και ουδεμία απαίτηση έχουμε. Από αυτήν την στιγμήν κάτοχος τυγχάνει ο Γ.

Γ.", υπογεγραμμένο από τους πωλητές και δύο μάρτυρες. Προκύπτει λοιπόν από το περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου, σε συνδυασμό με το επισυναπτόμενο στον τίτλο κυριότητας της εναγομένης (υπ’ αριθ. ...21-11-1990 συμβόλαιο πώλησης της συμβολαιογράφου.....) τοπογραφικό διάγραμμα, που συντάχθηκε στις 20-3-1989 από τον αγρονόμο τοπογράφο μηχανικό Σ.

Κ., ότι νότιο όριο του πωληθέντος στον Γ. Γ. οικοπέδου είναι το ακίνητο, εμβαδού 80 τ.μ., που πωλήθηκε προς την Μ. χήρα Ε. Α.. Ο ίδιος τοπογράφος μηχανικός κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του Ειρηνοδίκη Κατερίνης (βλ. την υπ αριθ. ...2013 ένορκη βεβαίωση) ότι στη σύνταξη του τοπογραφικού αυτού προέβη χωρίς να έχει προσωπική αντίληψη του μεγέθους και των ορίων του ακινήτου που πωλήθηκε στην εναγομένη αλλά με βάση την υπόδειξη "των Α.", και ότι όταν προσλήφθηκε από την ενάγουσα για τη σύνταξη του από 1-12-2002 τοπογραφικού διαγράμματος, κατάρτισε αυτό καθ’ υπόδειξη των ορίων από αυτήν (ενάγουσα) και επιβεβαίωση του Μ.

Χ. του Ε., ως γνώστη της περιοχής. Καταλήγει δε στην κρίση ο άνω μάρτυρας ότι "προφανώς" ο τοίχος του σπιτιού της οικογένειας Α. αποτελούσε το όριο των ιδιοκτησιών Α. και Χ.. Το παραπάνω συμπέρασμα του ενόρκως βεβαιούντος δεν μπορεί ν’ αξιολογηθεί, ως κρίση, ενώ ως κατάθεση πραγματικού περιστατικού στερείται παντελώς πειστικής αξίας, λαμβανομένου επιπλέον υπόψη αφενός μεν ότι ο μάρτυρας αυτός συντάσσει τοπογραφικά διαγράμματα όχι με βάση τις ειδικές γνώσεις του ως τοπογράφου μηχανικού, αλλά με βάση τις υποδείξεις του εκάστοτε εντολέα του, αφετέρου δε ότι με δικά του τοπογραφικά διαγράμματα καταρτίσθηκαν και άλλες συμβολαιογραφικές πράξεις στην υπόψη περιοχή μέχρι της πρόσληψης του από την ενάγουσα, από τα οποία προκύπτει πραγματική κατάσταση, αναφορικά με τα όρια της ιδιοκτησίας Α., διαφορετική της βεβαιούμενης ενόρκως από αυτόν μεταγενέστερα, αφού από το συνδυασμό των πράξεων αυτών δεν εμφανίζεται ο τοίχος της οικίας της οικογένειας Α.

ως όριο της ιδιοκτησίας της με αυτήν της ιδιοκτησίας της οικογένειας Χ. (βλ. και το υπ’ αριθ. .../18-1-2002 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου..... νομίμως μεταγεγραμμένου, στο οποίο επισυνάπτεται το από 19-6-2001 τοπογραφικό διάγραμμα του αυτού ως άνω αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού). Η πρώτη φορά κατά την οποία ενδιαφέρθηκε η ενάγουσα για το επίδικο ακίνητο λαμβάνει χώρα στις 15-5-2003 όταν προέβη στη σύνταξη έκθεσης αποδοχής κληρονομίας ενώπιον της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Κατερίνης, και ακολούθως αντέδρασε στις πράξεις νομής της εναγομένης επί του επιδίκου και κίνησε τις διαδικασίες για την ανέγερση επ’ αυτού διόροφης οικίας, και όχι στις 28-12-1999 όταν φέρεται ν αναθέτει, πριν από την ανωτέρω αποδοχή κληρονομίας, στον αρχιτέκτονα μηχανικό Ε.

Α. τη μελέτη και επίβλεψη της περίφραξης οικοπέδου, έργο για το οποίο δεν προκύπτει εκτέλεση. Μόνη, ωστόσο, η ανάθεση εντολής κατάρτισης μελέτης και επίβλεψης του έργου περίφραξης του οικοπέδου, εφόσον δεν ακολουθεί εκτέλεση του έργου, δεν αποτελεί πράξη νομής, εκτός και αν συνδυάζεται και με άλλες πράξεις, οπότε προσμετράται στις πράξεις νομής.

Ακόμη όμως και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι στις 28-12-1999 άρχισε πράξεις νομής η ενάγουσα επί του επιδίκου ακινήτου, έκτοτε, μέχρι και του χρόνου άσκησης της ένδικης αγωγής, και χωρίς να ληφθούν υπόψη οι επ’ αυτού δραστικές επεμβάσεις της εναγομένης, εξαιτίας των οποίων αντιμετωπιζόταν ως ιδιοκτήτρια αυτού (επίβλεψη, καθαρισμός, φροντίδα, πρόσδοση σ’ αυτήν της ιδιότητας της κατηγορουμένης για φερόμενες αυθαίρετες κατασκευές για τις οποίες τελικά αθωώθηκε, διότι κρίθηκε ότι διενεργήθηκαν αυτές από τα όργανα της τοπικής αυτοδιοίκησης για λόγους ασφαλείας), δεν συμπληρώθηκε ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 1045 Α.Κ.

χρόνος, οπότε δεν μπορεί ν’ αντιταχθεί κατά της εναγομένης ούτε κτητική αλλά ούτε αποσβεστική παραγραφή". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την, μετά από νομοτύπως γενόμενο περιορισμό του αρχικού αιτήματός της, αναγνωριστική κυριότητας επί του επιδίκου εδαφικού τμήματος αγωγή της αναιρεσείουσας.

Σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τα ουσιώδη ζητήματα που αφορούν αφενός στον τρόπο άσκησης της νομής της Μ.

χήρας Ε. Α., στο πρόσωπο της οποίας συμπληρώθηκε (1953-1981) ο απαιτούμενος εικοσαετής χρόνος για την κτήση κυριότητας επί του επιδίκου με την ενσωμάτωση του τελευταίου στα εκατέρωθεν τούτου ανήκοντα στην κυριότητά της εδαφοτεμάχια, στο ένα εκ των οποίων (βόρειο) βρισκόταν η μόνιμη κατοικία της οικογένειάς της και στο άλλο (νότιο) ελάμβανε χώρα η εκτροφή των προβάτων της, με τον από την κτήση του επιδίκου (1953) αποκλεισμό της δυσχέρειας πρόσβασής της από το ένα στο άλλο και με την δι’ αυτού (επιδίκου) εξασφάλιση της ελεύθερης και διαρκούς επικοινωνίας εκείνης με τα εδαφοτεμάχια αυτά και αφετέρου στη θέση, τα όρια και την έκταση του επιδίκου εδαφικού τμήματος, το οποίο περιήλθε κατά τον προαναφερόμενο τρόπο σ’ αυτήν.

Συνεπώς, οι τ’ αντίθετα υποστηρίζοντες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος και τρίτος αναιρετικοί λόγοι είναι αβάσιμοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη για τους ισχυρισμούς αυτούς ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη για τη βασιμότητά τους.

Ειδικότερα δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 309/2015). Εξ άλλου, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου εξ αυτών και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Περαιτέρω, η μη λήψη υπόψη νομοτύπως προταθέντων αποδεικτικών μέσων πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 911/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την με επίκληση προσκομισθείσα από την αναιρεσείουσα από 10-12-2013 συμπληρωματική έκθεση της γραφολόγου Ε. Α.. Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία αναφέρεται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα " από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, τα έγγραφα που προσκομίζονται μ’ επίκληση από τους διαδίκους, τόσο κατ’ άρθρο 240 σε συνδυασμό με 524 παρ. 1 ΚΠολΔ, όσο και το πρώτον ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, κατ’ άρθρο 529 του ΚΠολΔ, η παράλειψη προσκόμισης των οποίων στην πρωτοβάθμια δίκη κρίνεται ότι δεν οφείλεται σε πρόθεση στρεψοδικίας ή σε βαρειά αμέλεια (ΑΠ 86/2013, ΑΠ 1116/2013), και χρησιμεύουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από την υπ’ αριθ.

έκθ. κατάθεσης 25/2014 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος από το παρόν δικαστήριο πραγματογνώμονα Δ. Σ., ειδικού γραφολόγου, από την υπ’ αριθ. έκθ. κατάθεσης ...2014 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της διορισθείσας από το παρόν δικαστήριο πραγματογνώμονα Α. Κ., τοπογράφου μηχανικού, και το συνοδεύον αυτήν από 6-10-2014 τοπογραφικό διάγραμμα, από την υπ’ αριθ. ...5-12-2013 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Κατερίνης του Σ.

Κ. του Κ., η οποία ελήφθη με επιμέλεια της εφεσίβλητης κατόπιν νομότυπης κλήτευσης της εκκαλούσας.... και την υπ’ αριθ. ...-12-2013 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Κατερίνης του Ι. Δ. του Γ., η οποία ελήφθη με επιμέλεια της εκκαλούσας κατόπιν νομότυπης κλήτευσης της εφεσίβλητης....., μετά το πρώτο στάδιο της συζήτησης της ένδικης έφεσης ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, αλλά εντός της προθεσμίας του άρθρου 238 εδ.

γ’ του ΚΠολΔ, που, κατά το άρθρο 524 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, εφαρμόζεται και στην κατ’ έφεση δίκη, προς αντίκρουση της προαναφερθείσας ένορκης βεβαίωσης που ελήφθη την παραμονή της δικασίμου με επιμέλεια της εφεσίβλητης (άρθρο 270 παρ. 2 γ’ και δ’ του ΚΠολΔ, βλ. ΑΠ 3/2015, ΑΠ 455/2014)", δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη ως έγγραφο και την αναφερόμενη στον αναιρετικό λόγο συμπληρωματική έκθεση, χωρίς να υφίσταται ειδική ανάγκη να τη μνημονεύει και να την αξιολογεί.

Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Εξάλλου, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται η από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον το Εφετείο δέχθηκε χωρίς απόδειξη ως αληθινό ότι " το τμήμα αυτό των 68 τ.μ. εμπίπτει στο ακίνητο που η εναγομένη (νυν αναιρεσίβλητη) απέκτησε με παράγωγο τρόπο" παραπέμποντας στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης της τοπογράφου-μηχανικού Α. Κ.. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται λεπτομερώς όλα τα αποδεικτικά μέσα (ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις, εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις), από τα οποία το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω ειδική αξιολόγηση εκάστου εξ αυτών. Αλλά και αν θεωρηθεί ως λόγος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αυτός είναι απαράδεκτος δοθέντος ότι, κατά την έννοια του άρθρου τούτου, ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, νοούνται τα κατά τις διατάξεις των άρθρων 339 και 432 έως 465 ΚΠολΔ, όχι δε και εκείνα, στα οποία αποτυπώνονται άλλα αποδεικτικά μέσα και δη οι γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων, όπως στην προκειμένη περίπτωση είναι η προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης, οι εισηγητικές εκθέσεις και οι εκθέσεις αυτοψίας ή τα πρακτικά και οι αποφάσεις που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της παρισταμένης αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-10-2015 αίτηση της Δ. Χ.-Β. του Δ. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 1041/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ