373/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated373/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από την ως άνω περικοπή αλλά και από το σύνολο των προτάσεων του ήδη αναιρεσιβλήτου δεν συνάγεται ομολογία αυτού περί παρεμβάσεως στο έργο της ανακρίσεως και εντεύθεν παραβιάσεως της μυστικότητας αυτής. Μάλιστα, αρνούμενος αυτά ρητώς, εξηγεί και πόθεν έλαβε γνώση του περιεχομένου στοιχείων της ανακριτικής δικογραφίας, τα οποία τον αφορούσαν, κατά τα προδιαληφθέντα.
Full text
Απόφαση 373 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 373/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Τ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Πολυτίμη Αγιοστρατίτη - Αλεξανδροπούλου.
Του αναιρεσιβλήτου: Μ. - Κ. Σ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Χρήστο Πετρόπουλο και Αικατερίνη Ανθίμου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17 Φεβρουαρίου 2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7667/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 4999/2009 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων, με την από 1 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 24 Ιανουαρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.
Η πληρεξουσία δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτικό γεγονός (Ολομ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 502/2010, απ 469/2010, ΑΠ 93/2010 Ολομ.1/1999, ΑΠ 109/2008, ΑΠ 446/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση του, όπως από αυτή προκύπτει, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά του, συνεκτίμησε όλα τα αναφερόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα, καθώς και το περιεχόμενο των ψηφιακών δίσκων των βιντεοταινιών και των απομαγνητοφωνήσεων των εκπομπών ΖΟΥΓΚΛΑ και ΚΙΤΡΙΝΟΣ ΤΥΠΟΣ της 27-1-2005 και της 30-10-2005, αντιστοίχως και του κεντρικού δελτίου ειδήσεων της 28-10-2005, που προσκόμισε και επικαλέσθηκε ο ήδη αναιρεσείων και δεν στήριξε σε αυτά αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο την κρίση του.
Επομένως, ο πρώτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται μόνον αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, την οποία δεν έχει κατά νόμο, ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά νόμο, και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμον αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 75/2008, ΑΠ 329/2007).
Κατά το άρθρο 352 ΚΠολΔ, η ομολογία του διαδίκου, προφορική ή γραπτή, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει ή του εντεταλμένου δικαστή, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η ως άνω δικαστική ομολογία πρέπει να γίνεται μόνον κατά τον διαγραφόμενο από την παραπάνω διάταξη τύπο, ο οποίος συνίσταται σε δήλωση ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή εκτός ακροατηρίου ενώπιον εντεταλμένου δικαστή, προφορική ή έγγραφη.
Ως δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση νοείται το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση κατά το χρόνο που έγινε η ομολογία. Εξάλλου η ύπαρξη της ομολογίας κρίνεται αντικειμενικά και δεν αποτελεί προϋπόθεσή της η πρόθεση προς ομολογία (ΑΠ 1946/2008, ΑΠ 2225/2007). Στην προκειμένη περίπτωση αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια της παραβιάσεως του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη την γενομένη με τις από 26-11-2008, σελ.14, προτάσεις του ήδη αναιρεσιβλήτου, ενώπιον του δικάσαντος την υπόθεση Εφετείου Αθηνών, ομολογία αυτού ότι ο ίδιος έλαβε γνώση της δικογραφίας που αφορούσε τον κατηγορούμενο Ε.
Κ. προφορικά από τον Εφέτη-Ανακριτή Ι.Σ. και έτσι δέχθηκε ότι ο ενάγων δεν παραβίασε τις διατάξεις περί μυστικότητας της ανάκρισης και έκρινε ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί του είναι ψευδείς και διέπραξε το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Όπως όμως προκύπτει από το επικαλούμενο απόσπασμα των ως άνω προτάσεων του αναιρεσιβλήτου, αυτός διαλαμβάνει ότι επανειλημμένα δήλωσε ότι τα στοιχεία τα έμαθε από τον δημοσιογράφο του Βήματος και κατ'επανάληψη εξήγησε ότι νομίμως και νομοτύπως υπέβαλε το αίτημά του για χορήγηση αντιγράφων από έγγραφα, με τα οποία αποδίδεται σε αυτόν η τέλεση αξιόποινης πράξεως, στον Εφέτη Ανακριτή και παρ'όλα αυτά ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων)επαναλαμβάνει τα ψεύδη και τις έωλες κατηγορίες του για δήθεν παρέμβασή του στον ανακριτή και ευσχήμως και πλαγίως, χρησιμοποιώντας και διαστρέφοντας τις δηλώσεις του, αναμασά τα ψεύδη του περί δήθεν αναμείξεώς του στην αποφυλάκιση Ι..
Από την ως άνω περικοπή αλλά και από το σύνολο των προτάσεων του ήδη αναιρεσιβλήτου δεν συνάγεται ομολογία αυτού περί παρεμβάσεως στο έργο της ανακρίσεως και εντεύθεν παραβιάσεως της μυστικότητας αυτής. Μάλιστα, αρνούμενος αυτά ρητώς, εξηγεί και πόθεν έλαβε γνώση του περιεχομένου στοιχείων της ανακριτικής δικογραφίας, τα οποία τον αφορούσαν, κατά τα προδιαληφθέντα.
Η υποβολή αιτήσεως προς τον Ανακριτή, για τη χορήγηση αντιγράφων εξ εγγράφων καταθέσεων, με τις οποίες αποδιδόταν σε αυτόν η τέλεση αξιόποινης πράξεως, καθώς και η προσωπική εμφάνιση του αιτούντος ενώπιον του Ανακριτή, αποτελούν νόμιμο δικαίωμα αυτού (άρθρα 10 και 20 παρ.2 του Συντάγματος και 147 εδάφιο β'ΚΠοινΔ).
Επομένως, ο δεύτερος, εκ του άρθρου 559 αρ.12 ΚΠολΔ, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 παρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή (Ολομ.ΑΠ 36/1988, ΑΠ 1186/2009, ΑΠ 1126/2009).
Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 236/2009, ΑΠ 12/2009).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 του Συντάγματος, όπως τούτο ισχύει μετά την αντικατάσταση του κατά την αναθεώρηση του Συντάγματος 1975 με το από 6/17 Απριλίου 2001 ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής "Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την προστασία του Κράτους.
Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκηση της. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα, είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι αποδέκτης της επιταγής για σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας είναι ο κοινός νομοθέτης, που θεσπίζει περιορισμό ατομικών δικαιωμάτων με νόμο, σύμφωνα με την υπέρ αυτού συνταγματική επιφύλαξη, σε αντιδιαστολή με τον δικαστή, ο οποίος απλώς οφείλει να ελέγχει αν η αρχή αυτή έχει τηρηθεί και, σε αποφατική περίπτωση, να αρνείται την εφαρμογή του νόμου ως αντισυνταγματικού (Ολ.ΑΠ 5/2010, 6/2009).
Η εν λόγω αρχή, η οποία κατατείνει στην εκλογίκευση των επαχθών παρεμβάσεων της κρατικής εξουσίας στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα του ανθρώπου και πολίτη, παραβιάζεται όταν η συγκεκριμένη κρατική παρέμβαση δεν είναι (α) πρόσφορη για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται με αυτήν, (β) αναγκαία για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού, με την έννοια ότι το αυτό αποτέλεσμα δεν μπορεί να επιτευχθεί με ένα ανώδυνο ή ηπιότερο μέσο και (γ) αναλογική εν στενή εννοία, δηλαδή να τελεί σε εσωτερική αλληλουχία προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην είναι ποιοτικά και ποσοτικά κατώτερη από τη βλάβη που προκαλείται (Ολομ.ΑΠ 5/2010,Ολομ.ΑΠ 6/2009, Ολομ.ΑΠ 27/2008, Ολομ.ΑΠ 43/2005).
Στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή.
Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (άρθρο 914 επ ΑΚ) και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 ΑΚ ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως.
Με τη διάταξη αυτή ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος, η ευθεία δε επίκληση της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά, σε σχέση με τον κατ' εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής, αποτελέσματα (Ολομ.ΑΠ 6/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου η αιτίαση ότι με το να επιδικάσει στον ήδη αναιρεσίβλητο το ποσό των 300.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης για την προσβολή της προσωπικότητάς του, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την αρχή της αναλογικότητας, η οποία καθιερώνεται με το άρθρο 25 του Συντάγματος.
Σύμφωνα όμως με όσα αναπτύχθηκαν παραπάνω, η εν λόγω διάταξη του Συντάγματος δεν εφαρμόζεται ευθέως στην προκειμένη περίπτωση, ώστε η πληττόμενη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν δύναται να ελεγχθεί αναιρετικώς με βάση το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίασή της (Ολομ.ΑΠ 6/2009).
Συνεπώς, ο τρίτος, εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος. Κατ'ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-11-2009 αίτηση του Ε. Κ.Τ., περί αναιρέσεως της υπ'αριθμό 4.999/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ