Legislator Case Law & Legislation
373/2008 AI generated

373/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 373/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11.03.2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 213/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 49/2006 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11.05.2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 28.12.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Legislator headnote

AI generated

373/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του Εφετείου δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 373 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 373/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1 ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Των αναιρεσειόντων : 1) Χ1 και 2) Χ2, τους οποίους εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος τους Σωτηρία Χατζηδημητρίου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου : Ψ1, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11.03.2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 213/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 49/2006 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11.05.2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 28.12.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίόυ, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα.

Η ποσοτική δε ή ποιοτική αοριστία της αγωγής που υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του ΚΠολΔ. Σε κάθε όμως περίπτωση, η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ'εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.

Ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του Εφετείου δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 149 εδ.α' και β' του ΑΚ εκείνος που απατήθηκε έχει δικαίωμα, παράλληλα με την ακύρωση της δικαιοπραξίας, να ζητήσει και την ανόρθωση κάθε άλλης ζημίας, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες. Επίσης έχει δικαίωμα να αποδεχθεί τη δικαιοπραξία και να ζητήσει μόνο την ανόρθωση της ζημίας.

Από την προαναφερθείσα διάταξη η απάτη αντιμετωπίζεται στο δίκαιο υπό δύο έννοιες ήτοι: α) ως λόγος που καθιστά ελαττωματική τη βούληση του απατηθέντος εξ αιτίας της οποίας δικαιούται να ζητήσει την ακύρωση της δήλωσή του, και β) ως αδικοπρακτική συμπεριφορά του απατήσαντος, η οποία γεννά εις βάρος του υποχρέωση αποζημίωσης κατά το άρθρο 914 του ΑΚ.

Και τις δύο περιπτώσεις, απάτη είναι η δόλια χρήση μέσων ή τεχνασμάτων, που κατατείνει μέσω της δόλιας παράστασης ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή της δόλιας αποσιώπησης αληθινών γεγονότων, στην πρόκληση ή διατήρηση πεπλανημένης αντίληψης. Η πεπλανημένη αυτή αντίληψη, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 147 εδ.

β' του ΑΚ και 386 παρ.1 του ΠΚ, είναι δυνατό να αφορά και τρίτο, που κατά καθήκον και αρμοδιότητα εμπλέκεται στην κατάρτιση της απατηλής δικαιοπραξίας, όταν με την παράσταση ψευδών γεγονότων ή την απόκρυψη αληθινών, παρέχει την αναγκαία κατά νόμο σύμπραξή του για την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, όπως εκείνη της μεταβίβασης κατά κυριότητα αυτοκινήτου ΔΧ, που κατά τις διατάξεις των αρθ. 6 παρ.1, 2 και 3 του ΝΔ 1146/1972 και 1 παρ.1 εδ.α', β' και γ' και παρ. 3 του Ν. 722/1977 ενεργείται με απλή πράξη των μερών, που αναγράφεται επί του βιβλιαρίου ή των προβλεπόμενων πιστοποιητικών, με τη μεσολάβηση των υπαλλήλων του αρμόδιου γραφείου της Δ/νσης μεταφορών, την οποία (συνδρομή) χωρίς την παραπλανητική συμπεριφορά δεν θα παρείχε.

Και ως λόγος μεν η απάτη, που καθιστά ελαττωματική τη βούληση, αποκτά σημασία, μόνο στα πλαίσια της δικαιοπραξίας, αφού αποτελεί αρνητική προϋπόθεση του κύρους της, και θεμελιώνει, ανάλογα προς το εάν ο απατηθείς επιδιώκει την ακύρωση της δικαιοπραξίας, ή την αποδέχεται παρά το ελάττωμά της, παράλληλες αξιώσεις αντίστοιχα αποζημίωσης από αδικοπραξία, για αρνητικό διαφέρον στην πρώτη, που μπορεί να περιλαμβάνει και περαιτέρω θετική ζημία σαν αποτέλεσμα της κατάρτισης της απατηλής δικαιοπραξίας και για θετικό διαφέρον στη δεύτερη.

Ως αδικοπρακτική δε συμπεριφορά δόλια και αντικείμενη στα χρηστά ήθη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 197, 198, 147, 148, 281, 288 και 919 του ΑΚ, ιδρύει αυτοτελή και πρωτογενή υποχρέωση αποζημίωσης, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι αυτής δηλαδή η ζημία, και ο αιτιώδης σύνδεσμος της, με την απατηλή (δόλια) συμπεριφορά του υπαιτίου, στοιχεία που κατά τη διάταξη του άρθ. 216 παρ.1 εδ.α' και β' πρέπει να εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής (ΑΠ 384/2003 και ΑΠ 1516/1999).

Τέλος, ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγο έφεσης ούτε οι αβάσιμοι ή οι απαράδεκτοι ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997).

Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).

Με τους πρώτο και τρίτο λόγους του αναιρετηρίου αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθ. 14 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι η αγωγή του αναιρεσίβλητου ήταν αόριστη, γιατί δεν αναφέρονταν σ'αυτήν "τα χρησιμοποιήθέντα δόλια μέσα ή τεχνάσματα και γενικά δεν εξειδικευόταν η αποτελούσα την απάτη συμπεριφορά τους, έτσι δε παρά το νόμο το Εφετείο δεν κήρυξε άκυρο και απαράδεκτο το δικόγραφο της αγωγής λόγω της αοριστίας του, και παρά το νόμο επίσης απέρριψε τον αντίστοιχο ισχυρισμό τους, που προβλήθηκε με τις προτάσεις τους ως εναγομένων στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, και επαναφέρθηκε με τις έγγραφες προτάσεις τους στο Εφετείο, για την απόκρουση της έφεσης του αναιρεσίβλητου".

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την κατ'άρθρ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ επισκόπηση του περιεχομένου της από 11-3-2002 αγωγής του αναιρεσίβλητου, με αυτήν ιστορούνται τ'ακόλουθα: "Ο πρώτος των εναγομένων είναι σύμφωνα με την υπ'αριθμ. 545/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου (διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας) εκκαθαριστής της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία ".......

Ο.Ε." και της κοινοπραξίας με την επωνυμία "....." και ο δεύτερος είναι συνέταιρός μου των ανωτέρων εταιριών. Την 13-11-2001 στο .... και οι δύο εναγόμενοι από κοινού με πράξεις και ενέργειες κατόρθωσαν να εξαπατήσουν την υπηρεσία συγκοινωνιών Νομαρχία Μαγνησίας και να προβούν στην μεταβίβαση του 50% του Φορτηγού Δημόσιας Χρήσης με αριθμό .....

μετά των παρακολουθημάτων του (δύο καρότσες ήτοι την .... και .....) και της αδείας κυκλοφορίας που μου ανήκει όπως προκύπτει από την άδεια κυκλοφορίας κατά ποσοστό 50%. Την παράνομη συμπεριφορά των εναγομένων που συνιστά το αδίκημα της απάτης μήνυσα στον κ.Εισαγγελέα Πλημ/κών Βόλου με την από 21-11-2001 μήνυση.

Οι εναγόμενοι από κοινού προκειμένου ο δεύτερος να αποκτήσει παράνομα περιουσιακό όφελος παρουσιάστηκαν στο αρμόδιο γραφείο για τις μεταβιβάσεις δημόσιας χρήσης φορτηγών αυτοκινήτων και παρουσίασε ο πρώτος την υπ'αριθμ. 515/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου (διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας), σύμφωνα με την οποία είναι εκκαθαριστής της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία ".....

ΟΕ" και της κοινοπραξίας με την επωνυμία ".....". Όμως, σε καμία περίπτωση δεν είχε δικαίωμα από τον νόμο και την συγκεκριμένη απόφαση να προβεί σε μεταβίβαση του προσωπικού μου περιουσιακού στοιχείου ήτοι το 50% της αδείας του Δημοσίας Χρήσης του ...... φορτηγού αυτοκινήτου μετά των δύο καροτσών που έλκει ήτοι την .....

και....... Μετά από Εισαγγελική παραγγελία κατόρθωσα να συγκεντρώσω στοιχεία για την παράνομη μεταβίβαση που έγινε και κατόπιν αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου εξεδόθη η υπ'αριθμ. 205/2002 απόφαση η οποία κατά άρθρο 725 παρ.1 ΚΠολΔ όρισε ως μεσεγγυούχο του Δημοσίας Χρήσης με αριθμό ......

φορτηγού αυτοκινήτου μετά των δύο καροτσών που έλκει ήτοι την ..... και ........ τον δεύτερο των εναγομένων και έταξε προθεσμία για την άσκηση της παρούσας αγωγής. Επειδή έχω ζημιωθεί τουλάχιστον με το ποσό των 44.020 ευρώ γιατί το 1/2 (το μισό) της άδειας Δημοσίας χρήσης φορτηγού αυτοκινήτου που μου ανήκε μαζί με το όχημα κοστίζει 88.040 ευρώ.

Επειδή οι εναγόμενοι με βάση την παράνομη μεταβίβαση που έκαναν με ζημίωσαν πέρα από την θετική ζημία δηλαδή την αξία του 1/2 αυτοκινήτου και με το γεγονός ότι εξ αυτής της παράνομης μεταβίβασης ενώ εγώ και η οικογένειά μου ήμουν ασφαλισμένος στο Τ.Σ.Α. (ασφαλιστικό ταμείο αυτοκινητιστών) ξαφνικά από 13-11-2001 μέχρι σήμερα είμαι ανασφάλιστος από αποκλειστική υπαιτιότητα των εναγομένων (λόγω της αδικοπραξίας) και εξ αυτής της συμπεριφοράς τους ζητώ το ποσό των 15.000 ευρώ ως εύλογη αποζημίωση.

Επειδή από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των αντιδίκων στεναχωρέθηκα υπερβολικά αφού ξαφνικά βρέθηκα χωρίς κανένα περιουσιακό στοιχείο μετά την μεταβίβαση των 1/2 του Φ.Δ.Χ. που μου ανήκε πρέπει να μου επιδικασθεί με απόφαση του Δικαστηρίου σας ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 3.000 ευρώ.

Επειδή οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι από τον νόμο λόγω της αδικοπραξίας που έκαναν εις βάρος μου να με αποζημιώσουν σε ολόκληρον ο καθένας, κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα αγωγικά κονδύλια, γι'αυτό και πρέπει να υποχρεωθούν με απόφαση του δικαστηρίου Σας, που θα πρέπει να κηρυχθεί και προσωρινά εκτελεστή, διότι κάθε καθυστέρηση εκτελέσεως της εκδοθησομένης απόφασης θα προκαλέσει σε βάρος μου υπέρμετρη και ανεπανόρθωτη βλάβη στην καταβολή του πιο πάνω συνολικού ποσού.

Επειδή πρέπει να απαγγελθεί και προσωπική κράτηση διάρκειας ενός έτους σε βάρος των εναγομένων, ως μέσο εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδοθεί, για την καταβολή των οφειλόμενων αγωγικών κονδυλίων, που θα μου επιδικασθούν ως προερχόμενα από αδικοπραξία". Με το πιο πάνω περιεχόμενο, και τα αντίσοιχα αιτήματα της για καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης στον αναιρεσίβλητο, για την αποκατάσταση της ζημίας και τη θεραπεία της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπρακτική - απατηλή συμπεριφορά των αναιρεσειόντων, που τελέσθηκε ενώπιον των υπαλλήλων του αρμόδιου γραφείου για τη μεταβίβαση φορτηγού αυτοκινήτου δημόσιας χρήσης, η αγωγή είναι ορισμένη κατά την έννοια της διάταξης του άρθ. 216 παρ.1 εδ.

α' και β' του ΚΠολΔ και περιέχει όλα τα κατά τις πιο πάνω διατάξεις στοιχεία και γεγονότα που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή της. Ειδικότερα δε καθ'όσον αφορά τα χρησιμοποιηθέντα από τους αναιρεσείοντες ως εναγομένους δόλια μέσα και τεχνάσματα αναφέρεται σ'αυτήν ότι η δόλια και παραπλανητική συμπεριφορά τους τελέσθηκε με την κοινή εμφάνισή τους στο αρμόδιο γραφείο για τις μεταβιβάσεις δημόσιας χρήσης φορτηγών αυτοκινήτων, όπου ο πρώτος με την ιδιότητα του εκκαθαριστή της ομόρρυθμης εταιρείας και της κοινοπραξίας, που είχαν συστήσει ο δεύτερος από αυτούς με τον αναιρεσίβλητο, εμφάνισε ψευδώς στον αρμόδιο υπάλληλο, ότι στα καθήκοντά του ως εκκαθαριστή περιλαμβανόταν και η μεταβίβαση κατά κυριότητα του πιο πάνω φορτηγού αυτοκινήτου προς το δεύτερο από αυτούς, καίτοι το αυτοκίνητο αυτό, όπως οι αναιρεσείοντες γνώριζαν, και η άδειά του, ανήκαν όχι στην εταιρεία της οποίας ο πρώτος είχε διορισθεί εκκαθαριστής, αλλά ανήκαν κατά 50% στον αναιρεσίβλητο, και δεν ήταν δυνατό να μεταβιβασθούν από τον πρώτο προς το δεύτερο αναιρεσείοντα χωρίς τη συναίνεση και συμμετοχή του δικαιούχου αναιρεσίβλητου.

Και ότι με τις ψευδείς αυτές παραστάσεις πείσθηκε ο αρμόδιος υπάλληλος και συνέπραξε κατά τις δικές του αρμοδιότητες, στη μεταβίβαση του αυτοκινήτου και της άδειάς του στο δεύτερο αναιρεσείοντα, με αποτέλεσμα ο αναιρεσίβλητος να ζημιωθεί κατά την αξία του ποσοστού 50% του αυτοκινήτου και της άδειας κυκλοφορίας του που απέκτησε παράνομα ο δεύτερος αναιρεσείων.

Επομένως, το Εφετείο όχι παράνομα δεν κήρυξε άκυρο λόγω αοριστίας και απαράδεκτο το δικόγραφο της αγωγής, και στη συνέχεια ορθά επίσης και σιωπηρά απέρριψε τον αβάσιμο ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι η αγωγή ήταν αόριστη. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ και ο τρίτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμοι και απορριπτέοι, στηριζόμενοι στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η αγωγή ήταν αόριστη.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε μα κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και 4/2005).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή τους, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 28 και 30/97).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 562 παρ.2, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν η αγωγή κρίθηκε κατ'ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 και 19 του ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο:

α) η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε β) το, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα εάν προβάλλεται ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια του αιτιολογικού, ποιό δηλαδή στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους, λείπει, και σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη προκύπτει, εάν προβάλλεται εκ πλαγίου παραβίαση..

και γ) να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια οι κρίσιμες ουσιαστικές σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή μη της αγωγής, διότι μέσω των πραγματικών αυτών παραδοχών πραγματώνεται εκάστοτε η συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, και μόνο ενόψει αυτών, που αποτελούν περιεχόμενο του αναιρετηρίου, μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.ΑΠ 20/2005 και 27/98).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τους δεύτερο και τέταρτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, επικαλούμενοι το άρθρο 559 αριθ. 19 και 1 αντίστοιχα ΚΠολΔ, προβάλλουν τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, για να δικαιολογήσει την παραδοχή της έφεσής του αναιρεσίβλητου κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του τελευταίου κατά των αναιρεσειόντων, με την οποία ζητούσε την επιδίκαση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης για την απατηλή-αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσειόντων, με το περιεχόμενο που προαναφέρθηκε στη προηγούμενη παράγραφο με στοιχείο (Ι) της παρούσας, και την παραδοχή κατ'ουσίαν της αγωγής, δέχθηκε στο σκεπτικό της:

ότι :Α) "ο πρώτος από αυτούς προέβη στην εκκαθάριση και κοινοποίησε στον αναιρεσίβλητο την εκκαθάριση, από την οποία προέκυπτε ότι ο τελευταίος όφειλε στο δεύτερο αναιρεσείοντα το ποσό των 16.134.237 δρχ. ή 47.349 Ε, ακολούθως κατέληξε στο συμπέρασμα στο διατακτικό ότι από τη δήθεν απάτη των αναιρεσειόντων υπέστη ο αναιρεσίβλητος ζημία 12.600.000 δρχ.

ή 36.983,73 ευρώ που επιδίκασε, με αποτέλεσμα να περιέχει η απόφαση καταφανή αντίφαση, αφού δέχεται ότι υπάρχει οφειλή 47.349 Ευρώ του αναιρεσίβλητου προς το δεύτερο από τους αναιρεσείοντες, και παράλληλα ότι υπέστη ο αναιρεσίβλητος ζημία 36.983,73 ευρώ, που συμψηφιζόμενη με την οφειλή του από την εκκαθάριση, υπερκαλύπτει τη ζημία του".

και β) "ότι υφίσταται διακοπή της αιτιώδους συνάφειας, διότι μεταξύ της δόλιας ενέργειας των αναιρεσειόντων και του επελθόντος αποτελέσματος παρεμβάλλεται η Δ/νση Συγκοινωνιών Νομού Μαγνησίας, στην οποία είναι ανατεθειμένη θεσμικά η διεκπεραίωση της διαδικασίας μεταβίβασης της άδειας και στην οποία εμφανίσαμε την άδεια.

Αφετέρου δεν επήλθε ζημία στον αναιρεσίβλητο, δεδομένου ότι το ποσό της αξίας της άδειας και του φορτηγού αυτοκινήτου συμψηφίστηκαν στην οφειλή του αναιρεσίβλητου προς το δεύτερο από εμάς". 'Όμως, πέραν των προαναφερομένων εντελώς αποσπασματικά και επιλεκτικά ουσιαστικών παραδοχών, δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο με πληρότητα όλες οι κρίσιμες σχετικές ουσιαστικές παραδοχές, βάσει των οποίων η έφεση κατά το μέρος της που αφορούσε την απόρριψη πρωτόδικα της αγωγής του αναιρεσίβλητου, και συνακόλουθα η αγωγή του αναιρεσίβλητου, κρίθηκαν ως βάσιμες ουσιαστικά, επί πλέον δε η ίδια έφεση, κατά το μέρος της που αφορούσε την παραδοχή της ανταγωγής του δεύτερου αναιρεσείοντος κρίθηκε αβάσιμη κατ'ουσίαν, προκειμένου έτσι να κριθεί αν το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, με βάση μόνο τις πιο πάνω παραδοχές, και αν έτσι συντελέστηκε η προβαλλόμενη ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 297, 298, 147 του ΑΚ.

Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αόριστοι, γιατί καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος, και πρέπει να απορριφθούν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-5-2006 αίτηση των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της υπ' αριθ. 49/2006 απόφασης του Λάρισας.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ